Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων: ποιοι δηλώνονται τελικά;
Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Διονύση Σαμόλη και της Νίκης Χατζοπούλου*
Η δήλωση πραγματικών δικαιούχων δεν είναι απλή αντιγραφή του μετοχολογίου. Το Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων έχει ως σκοπό να αποκαλύψει ποιο φυσικό πρόσωπο τελικά κατέχει ή ελέγχει μία εταιρεία και όχι να καταγράψει κάθε μέτοχο ή εταίρο.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία, ιδίως στις οικογενειακές επιχειρήσεις και στις εταιρείες με μικρομετόχους. Ένας μέτοχος με μικρό ποσοστό δεν καθίσταται αυτομάτως πραγματικός δικαιούχος, εκτός αν ασκεί έλεγχο με άλλα μέσα. Αντίστοιχα, η συγγενική σχέση με τον βασικό μέτοχο δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει υποχρέωση δήλωσης.
Για τον λόγο αυτό, η ορθή εφαρμογή του ν. 4557/2018 απαιτεί ουσιαστική αξιολόγηση της ιδιοκτησίας, των δικαιωμάτων ψήφου και της πραγματικής δυνατότητας ελέγχου της εταιρείας.
Η έννοια του πραγματικού δικαιούχου
Σύμφωνα με τον ν. 4557/2018, πραγματικός δικαιούχος είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο τελικά ανήκει ή το οποίο τελικά ελέγχει ένα νομικό πρόσωπο ή μια νομική οντότητα. Για τις εταιρείες, ο έλεγχος μπορεί να προκύπτει από την άμεση ή έμμεση κατοχή ικανού ποσοστού μετοχών, δικαιωμάτων ψήφου ή άλλων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, αλλά και από έλεγχο με άλλα μέσα.
Η κατοχή ποσοστού άνω του 25% αποτελεί ένδειξη άμεσου ελέγχου. Πρόκειται για κρίσιμο ποσοτικό κριτήριο, χωρίς όμως να σημαίνει ότι ο έλεγχος εξαντλείται πάντοτε στο ποσοστό. Ένα πρόσωπο με μικρότερο ποσοστό μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να χαρακτηριστεί ως πραγματικός δικαιούχος, εφόσον αποδεικνύεται ότι ασκεί έλεγχο με άλλο τρόπο.
Τέτοια στοιχεία μπορεί να είναι, ενδεικτικά, ειδικά δικαιώματα ψήφου, δικαίωμα αρνησικυρίας, δικαίωμα διορισμού διοίκησης, συμφωνία μετόχων, καταστατικές ρυθμίσεις ή πραγματική άσκηση δεσπόζουσας επιρροής.
Η ερμηνεία του νόμου στηρίζεται σε τρία επίπεδα. Πρώτα εξετάζεται η ιδιοκτησία, δηλαδή η άμεση ή έμμεση συμμετοχή στο κεφάλαιο ή στα δικαιώματα ψήφου. Στη συνέχεια εξετάζεται ο έλεγχος με άλλα μέσα, όταν η μετοχική συμμετοχή δεν αποτυπώνει πλήρως την πραγματική επιρροή επί της εταιρείας. Μόνο επικουρικά, όταν δεν μπορεί να προσδιοριστεί φυσικό πρόσωπο ως πραγματικός δικαιούχος, εξετάζεται το φυσικό πρόσωπο που κατέχει θέση ανώτατου διοικητικού στελέχους.
Μέτοχος και πραγματικός δικαιούχος δεν είναι πάντα το ίδιο πρόσωπο
Η ιδιότητα του μετόχου δεν ταυτίζεται πάντοτε με την ιδιότητα του πραγματικού δικαιούχου. Ένας μέτοχος μικρού ποσοστού, χωρίς ειδικά δικαιώματα και χωρίς δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου, δεν χαρακτηρίζεται ως πραγματικός δικαιούχος απλώς επειδή συμμετέχει στο κεφάλαιο.
Για παράδειγμα, αν μια ανώνυμη εταιρεία έχει έναν μέτοχο με ποσοστό 80% και λοιπούς μετόχους με ποσοστά 10%, 5% και 5%, ο μέτοχος του 80% είναι κατ’ αρχήν ο πραγματικός δικαιούχος. Οι λοιποί μέτοχοι δεν δηλώνονται αυτομάτως, εκτός εάν κάποιος από αυτούς διαθέτει ειδικά δικαιώματα ή ασκεί έλεγχο με άλλο τρόπο.
Αντίστοιχα, αν δύο φυσικά πρόσωπα κατέχουν 40% και 35%, δηλώνονται και τα δύο, διότι καθένα υπερβαίνει το όριο του 25%. Αν όμως ένα πρόσωπο κατέχει 4% ή 5%, η απλή μειοψηφική συμμετοχή δεν αρκεί για τον χαρακτηρισμό του ως πραγματικού δικαιούχου.
Το Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων δεν έχει σκοπό την πλήρη αποτύπωση του εταιρικού κεφαλαίου. Δεν είναι μετοχολόγιο. Σκοπός του είναι να αποκαλύψει την πραγματική δομή ιδιοκτησίας και ελέγχου της εταιρείας.
Οικογενειακές εταιρείες και συγγενική σχέση
Στις οικογενειακές εταιρείες το ζήτημα εμφανίζεται συχνότερα. Η ύπαρξη συγγενικής σχέσης μεταξύ των μετόχων μπορεί να αποτελεί πραγματικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη, δεν αποτελεί όμως αυτοτελές νομικό κριτήριο.
Δεν υπάρχει αυτόματη οικογενειακή συνάθροιση ποσοστών. Το ποσοστό του πατέρα, της μητέρας, του τέκνου ή άλλου συγγενικού προσώπου δεν αθροίζεται αυτομάτως, ώστε να θεωρηθούν όλα τα πρόσωπα πραγματικοί δικαιούχοι. Η αξιολόγηση γίνεται ανά φυσικό πρόσωπο και με βάση τα πραγματικά δικαιώματα ιδιοκτησίας ή ελέγχου που αυτό κατέχει ή ασκεί.
Η συγγενική σχέση θα μπορούσε να αποκτήσει σημασία μόνο αν συνδυάζεται με πρόσθετα στοιχεία, όπως συμφωνία συντονισμένης άσκησης ελέγχου, ειδικά δικαιώματα, κοινή διοίκηση, nominee arrangement ή πραγματική άσκηση επιρροής που δεν αποτυπώνεται τυπικά στη μετοχική σύνθεση.
Παραδείγματα εφαρμογής
Σε εταιρεία με δύο φυσικά πρόσωπα που κατέχουν ποσοστά 74% και 26%, δηλώνονται και οι δύο ως πραγματικοί δικαιούχοι, καθώς αμφότεροι υπερβαίνουν το όριο του 25%.
Σε εταιρεία που ανήκει κατά 100% σε αλλοδαπή εταιρεία, για την οποία δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός πραγματικού δικαιούχου σε επίπεδο φυσικού προσώπου, μπορεί να καταχωρισθεί, επικουρικά, το ανώτατο διοικητικό στέλεχος που διευθύνει την τελευταία εταιρεία στη σειρά συμμετοχών, εφόσον έχουν εξαντληθεί τα διαθέσιμα μέσα προσδιορισμού.
Σε οικογενειακή ανώνυμη εταιρεία με δύο μετόχους φυσικά πρόσωπα, όπου ο ένας κατέχει περίπου 95% και ο άλλος περίπου 5%, πραγματικός δικαιούχος θεωρείται κατ’ αρχήν ο μέτοχος του 95%. Ο μέτοχος μειοψηφίας δεν δηλώνεται αυτομάτως, εφόσον δεν έχει ειδικά δικαιώματα ελέγχου βάσει καταστατικού, συμφωνίας μετόχων ή άλλης ρύθμισης.
Πραγματικό παράδειγμα
Σε πρόσφατη πρακτική περίπτωση οικογενειακής ανώνυμης εταιρείας, ένας μέτοχος κατείχε περίπου το 96% του μετοχικού κεφαλαίου και των δικαιωμάτων ψήφου, ενώ συγγενικό του πρόσωπο κατείχε περίπου το 4%. Η εταιρεία είχε δηλώσει ως πραγματικό δικαιούχο τον μέτοχο του 96%, θεωρώντας ότι αυτός ήταν το φυσικό πρόσωπο που τελικά κατείχε και έλεγχε την εταιρεία.
Το συγγενικό πρόσωπο με ποσοστό 4% δεν είχε ειδικά δικαιώματα ψήφου, δεν είχε δικαίωμα αρνησικυρίας, δεν διόριζε τη διοίκηση, δεν συμμετείχε σε συμφωνία μετόχων και δεν προέκυπτε ότι ασκούσε δεσπόζουσα επιρροή στην εταιρεία. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το πρόσωπο του 4% δεν πληρούσε το κριτήριο του πραγματικού δικαιούχου λόγω ιδιοκτησίας, ούτε φαινόταν να ασκεί έλεγχο με άλλα μέσα.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, τυχόν κρίση ότι η δήλωση είναι ελλιπής πρέπει να αιτιολογείται ειδικά. Δεν αρκεί η γενική αναφορά ότι δεν δηλώθηκε κάποιο πρόσωπο. Πρέπει να προσδιορίζεται ποιο πρόσωπο θεωρείται πραγματικός δικαιούχος, με ποιο κριτήριο υπάγεται στην έννοια αυτή και από ποια πραγματικά στοιχεία προκύπτει ότι ασκεί έλεγχο, παρά το μικρό ποσοστό συμμετοχής του.
Το παράδειγμα δείχνει ότι η εφαρμογή του νόμου δεν μπορεί να γίνεται μηχανικά. Η απλή συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο, ιδίως όταν είναι μικρή, δεν αρκεί. Απαιτείται συγκεκριμένη αξιολόγηση της πραγματικής δομής ιδιοκτησίας και ελέγχου.
Το Μητρώο δεν είναι απλό εργαλείο δημοσιότητας
Το Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων υπηρετεί έναν σημαντικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Ταυτόχρονα, όμως, η καταχώριση φυσικών προσώπων σε αυτό συνεπάγεται επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Για τον λόγο αυτό, η καταχώριση πρέπει να είναι αναγκαία, νόμιμη και ανάλογη με τον σκοπό του νόμου.
Η πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων αναδεικνύει ότι το Μητρώο δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός απεριόριστης δημοσιότητας. Η λειτουργία του πρέπει να παραμένει συνδεδεμένη με τον ειδικό σκοπό του ν. 4557/2018 και με την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Η παραδοχή αυτή ενισχύει τη θέση ότι στο Μητρώο δεν καταχωρίζονται όλα τα πρόσωπα που έχουν οποιαδήποτε εταιρική συμμετοχή, αλλά μόνο εκείνα που πληρούν τα κριτήρια του πραγματικού δικαιούχου.
Συνοπτικός κανόνας εφαρμογής
Από την ερμηνεία του νόμου προκύπτουν ορισμένοι πρακτικοί κανόνες.
Δηλώνεται κατ’ αρχήν κάθε φυσικό πρόσωπο που κατέχει άμεσα ή έμμεσα ποσοστό άνω του 25%.
Πρόσωπο με μικρότερο ποσοστό δηλώνεται μόνο εφόσον ασκεί έλεγχο με άλλα μέσα.
Δεν δηλώνονται όλοι οι μέτοχοι, αλλά μόνο όσοι τελικά κατέχουν ή ελέγχουν την εταιρεία.
Στις οικογενειακές εταιρείες η συγγένεια δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει ιδιότητα πραγματικού δικαιούχου.
Τελική επισήμανση
Η ορθή δήλωση των πραγματικών δικαιούχων δεν είναι τυπική διαδικασία συμπλήρωσης ενός μητρώου. Απαιτεί ουσιαστική εξέταση της ιδιοκτησίας και του ελέγχου της εταιρείας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος εμφανίζεται απλώς ως μέτοχος, αλλά ποιος τελικά κατέχει ή ελέγχει την εταιρεία.
Σε αυτή τη βάση, ο μέτοχος με ποσοστό άνω του 25% δηλώνεται κατ’ αρχήν ως πραγματικός δικαιούχος. Αντίθετα, ο μέτοχος με μικρή μειοψηφική συμμετοχή δεν δηλώνεται αυτομάτως, εκτός αν αποδεικνύεται ότι ασκεί έλεγχο με άλλα μέσα. Η συγγενική σχέση, από μόνη της, δεν μετατρέπει έναν μικρομέτοχο σε πραγματικό δικαιούχο.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στo CAPITAL.gr
* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.
Ο Διονύσης Σαμόλης είναι Μέτοχος και μέλος Δ.Σ., Γενικός Διευθυντής της Artion. A.E.
Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.









