Φοροαπόψεις- 14/3/2019

Ανάδειξη και σχολιασμός επίκαιρων φορολογικών, εργατικών, ασφαλιστικών & οικονομικών θεμάτων

 

Κοινό φορολογικό καθεστώς συνδεδεμένων εταιρειών – Πότε υπάρχει κατάχρηση

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε με απόφασή του (Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-116/16 και C-117/16) ότι σε περίπτωση δόλιας ή καταχρηστικής πρακτικής από φορολογούμενο δεν θα πρέπει να χορηγείται το πλεονέκτημα της απαλλαγής από την παρακράτηση στην πηγή του φόρου επί των κερδών που διανέμονται από θυγατρική στη μητρική της εταιρία, ακόμα και εάν το κράτος μέλος δεν έχει προβλέψει ρητά στην νομοθεσία του την εν λόγω δυνατότητα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 1 παρ. 1 της οδηγίας 2003/49/ΕΚ του Συμβουλίου για την καθιέρωση κοινού συστήματος φορολόγησης των τόκων και των δικαιωμάτων που καταβάλλονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιριών διαφορετικών κρατών μελών, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 4 της οδηγίας αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί με βάση την απόφαση αυτή υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη σε αυτό απαλλαγή φόρου για τις πληρωμές τόκων περιορίζεται αποκλειστικά στους δικαιούχους τέτοιων τόκων, ήτοι στις οντότητες που πράγματι καρπώνονται από οικονομικής απόψεως τους τόκους αυτούς και διαθέτουν ως εκ τούτου την εξουσία να καθορίζουν ελεύθερα πώς θα χρησιμοποιηθούν οι τόκοι.
Μάλιστα, το Δικαστήριο κατονομάζει ως τέτοια περίπτωση κατάχρησης την περίπτωση εταιριών-οχημάτων, η ύπαρξη των οποίων δεν δικαιολογείται από οικονομική σκοπιά καθώς και ο αμιγώς τυπικός χαρακτήρας της διαρθρώσεως του ομίλου εταιριών, των χρηματοοικονομικών διευθετήσεων και των δανείων. Σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου η Εθνική αρχή δεν υποχρεούται να προσδιορίσει την οντότητα ή τις οντότητες που θεωρεί ότι είναι οι δικαιούχοι των μερισμάτων, προκειμένου να αρνηθεί να αναγνωρίσει σε μια εταιρία την ιδιότητα του δικαιούχου των μερισμάτων αυτών ή προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη καταχρήσεως δικαιώματος.

Μεταβολή στο καθεστώς είσπραξης ΦΠΑ ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ε.Ε.

Δρομολογείται η εφαρμογή της συμφωνίας που επετεύχθη τον Δεκέμβριο του 2017 μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ σχετικά με τα λεπτομερή μέτρα που απαιτούνται για την απλούστευση των κανόνων ΦΠΑ για τις διαδικτυακές πωλήσεις αγαθών και την καταπολέμηση της φορολογικής απάτης μέσω των διαδικτυακών αγορών Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα μέτρα που συμφωνήθηκαν, θα θεωρείται ότι οι διαδικτυακές αγορές ενεργούν ως πωλητές όταν διευκολύνουν τις πωλήσεις αγαθών αξίας έως 150 ευρώ σε πελάτες εντός της ΕΕ από επιχειρήσεις εκτός ΕΕ που χρησιμοποιούν την πλατφόρμα τους. Σημειωτέον ότι οι ίδιοι κανόνες θα εφαρμόζονται όταν επιχειρήσεις εκτός ΕΕ χρησιμοποιούν διαδικτυακές πλατφόρμες για την πώληση εμπορευμάτων μέσω «κέντρων εκτέλεσης παραγγελιών» εντός της ΕΕ, ανεξάρτητα από την αξία τους, ώστε να παρέχεται στις φορολογικές αρχές η δυνατότητα να ζητούν τον οφειλόμενο ΦΠΑ για τις εν λόγω πωλήσεις. Οι διαδικτυακές πλατφόρμες θα πρέπει επίσης να τηρούν αρχεία των πωλήσεων αγαθών ή υπηρεσιών από επιχειρήσεις που τις χρησιμοποιούν.

Και οι άυλες επενδύσεις στη λίστα των δραστηριοτήτων χορήγησης της golden visa

Στις 7 Μαρτίου 2019, κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή των Ελλήνων σχέδιο Νόμου, με το άρθρο 42 του οποίου ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν το καθεστώς χορήγησης άδειας διαμονής σε πολίτες τρίτων (εκτός Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου) χωρών που επενδύουν στην Ελλάδα (“golden visa”).
Με βάση το ως άνω κατατεθειμένο σχέδιο νόμου, διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής του υφιστάμενου καθεστώτος με προσθήκη και άυλων επενδύσεων (π.χ. αγορά μεριδίων ή μετοχών σε ημεδαπούς Οργανισμούς Εναλλακτικών Επενδύσεων) στις δραστηριότητες, για τις οποίες δύναται να χορηγείται άδεια εισόδου και διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών.

 

 

Συνήθη Ερωτήματα

Στις χωριστές δηλώσεις Φ.Ε συζύγων δεν υφίσταται η έννοια του οικογενειακού εισοδήματος για την κάλυψη των επιμέρους τεκμηρίων καθενός εκ των συζύγων, καθώς τα τεκμήρια διαβίωσης και απόκτησης βαρύνουν τον κάθε σύζυγο ατομικά. Όσον αφορά τη δυνατότητα κάλυψης τεκμηρίων με ανάλωση κεφαλαίου, δεν μπορεί να γίνει επίκληση εισοδημάτων από τη χωριστή δήλωση του άλλου συζύγου. Σε περίπτωση χωριστών δηλώσεων συζύγων το ποσό της ελάχιστης αντικειμενικής δαπάνης διαβίωσης δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για κάθε σύζυγο.

 

Η επιστημονική ομάδα της ΑΡΤΙΟΝ

Με την καθοδήγηση του κυρίου Γεώργιου Δαλιάνη

image_print