Διπλασιασμός Φόρου έστω και μία μέρα καθυστέρησης πληρωμής του

Του Γιώργου Δαλιάνη,
με τη συνεργασία της Μαρίας Πουρνιά.

Ο νόμος 4174/2013 είναι ο νέος Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, στον οποίο μεταξύ των άλλων προσδιορίζονται τα πρόστιμα και οι τόκοι που επιβάλλονται σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής ή καθυστερημένης καταβολής των φόρων. Σε γενικές γραμμές πρόκειται για έναν νόμο, ο οποίος προσπαθεί να περιλάβει τεχνικές και μεθοδολογίες ελέγχου πιο σύγχρονες, από όσες περιλαμβάνονταν στην προϊσχύουσα νομοθεσία. Δυστυχώς όμως, αντί να αποτελέσει το εφαλτήριο της συστηματικής καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, οι όποιες θετικές αλλαγές που έχει επιφέρει επισκιάζονται από σειρά δρακόντειων μέτρων, με κύριο χαρακτηριστικό την αμετροέπεια σε ό,τι αφορά τη δυσανάλογη αυστηρότητα ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Στο δέκατο κεφάλαιο του νόμου και συγκεκριμένα στα άρθρα 53, 54, 57, 58 και 59 περιγράφονται τα πρόστιμα και οι τόκοι σε περίπτωση καθυστέρησης στην υποβολή δηλώσεων φόρου, αλλά και στην απόδοση του φόρου που προκύπτει. Τα εν λόγω άρθρα μάλιστα, πριν τις τροποποιήσεις που υπέστησαν, προέβλεπαν ακόμη πιο εξοντωτικά πρόστιμα από την υφιστάμενη μορφή τους. Μετά την γενικευμένη αναστάτωση και την μαζική κατακραυγή που προκάλεσαν στα τέλη του 2013, η κυβέρνηση αποφάσισε να προβεί σε τροποποιήσεις με τους νόμους 4223/2013 και 4254/2014. Στην πλειονότητα των άρθρων υπήρξαν σημαντικές αλλαγές – ελαφρύνσεις, αν και το πόσο είναι εφικτό στις μέρες μας να αποδώσει μία εταιρεία 500€ για εκπρόθεσμη δήλωση αποτελεί μεγάλο ερωτηματικό. Σε ό,τι αφορά όμως το άρθρο 59, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική αλλαγή. Επιπρόσθετα, το Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε ερμηνευτικές εγκυκλίους για την πλειονότητα των άρθρων πλην του συγκεκριμένου άρθρου .

Ως προς τι όμως ο προβληματισμός; Η υφιστάμενη διατύπωση του άρθρου 59 αναφέρει:

«Ο υπόχρεος απόδοσης παρακρατηθέντος φόρου, ο οποίος δεν απέδωσε το φόρο αυτόν εντός της νόμιμης προθεσμίας προς πληρωμή, υπόκειται σε πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που δεν αποδόθηκε.»

Για την πληρέστερη κατανόηση της έκτασης του προβλήματος θα κάνουμε αναφορά στο Τέταρτο Μέρος του Ν.4172/2013 όπου περιλαμβάνονται τα άρθρα 59 έως 64 και αφορούν την παρακράτηση φόρου.

Συγκεκριμένα:

Παράγραφος 2 Άρθρου 59 του Ν.4172/2013

«2. Το πρόσωπο, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, το οποίο καταβάλλει εισόδημα για μισθωτή εργασία σύμφωνα με το άρθρο 12, φέρει την ευθύνη παρακράτησης φόρου και απόδοσής του στο κράτος. Εάν δεν διενεργείται παρακράτηση, ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει το φόρο που δεν παρακρατήθηκε, καθώς και τυχόν πρόστιμα και ποινές που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία.»

Παράγραφος 1 Άρθρου 60 του Ν.4172/2013

«1. Το μηνιαίο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις, συμπεριλαμβανομένων των παροχών σε είδος, των ημερομισθίων και των εφάπαξ παροχών, υπόκειται σε παρακράτηση φόρου με βάση την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15 και του άρθρου 16 μετά από προηγούμενη αναγωγή του σε ετήσιο.»

Υποσημείωση η παρακράτηση επί των παροχών σε είδος έχει ανασταλεί για τη χρήση 2014.

Παράγραφος 6 Άρθρου 60 του Ν.4172/2013

«6. Ο φόρος που παρακρατείται σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους αποδίδεται το αργότερο μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής του υποκείμενου σε παρακράτηση εισοδήματος..»

Παράγραφος 1 Άρθρου 62 του Ν.4172/2013

«1. Οι ακόλουθες πληρωμές υπόκειται σε παρακράτηση φόρου::

α) μερίσματα, β) τόκοι, γ) δικαιώματα (royalties), δ) αμοιβές για τεχνικές υπηρεσίες,

αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές υπηρεσίες και άλλες αμοιβές για παρόμοιες υπηρεσίες, ανεξαρτήτως εάν έχουν παρασχεθεί στην Ελλάδα, όταν ο λήπτης της αμοιβής είναι φυσικό πρόσωπο,

ε) το ασφάλισμα που καταβάλλεται εφάπαξ ή με τη μορφή περιοδικά καταβαλλόμενης παροχής στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων,
στ) η υπεραξία που αποκτά φυσικό πρόσωπο από μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 41 εκτός της περίπτωσης του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 και της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 6 του άρθρου 41.»

Σημαντική επισήμανση: Τα πρόστιμα του άρθρου 59 δεν επιβάλλονται για καθυστέρηση απόδοσης ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος των επιχειρήσεων.

Με απλά λόγια ο νόμος ορίζει ότι αν επιχείρηση δεν πληρώσει, όχι δεν υποβάλει, εμπρόθεσμα έναν παρακρατούμενο φόρο αυτός διπλασιάζεται.

Μας είχε προβληματίσει ιδιαίτερα ποια ήταν η ουσία της αλλαγής μίας λέξης κατά την τροποποίηση του νόμου, που ενώ αρχικά όριζε στο εν λόγω άρθρο ότι «στον υπόχρεο επιβάλλεται πρόστιμο», στην συνέχεια όριζε ότι «ο υπόχρεος υπόκειται σε πρόστιμο». Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά την υποβολή δηλώσεων παρακρατούμενων φόρων στη Γενική Γραμματεία, σε σχετικό εμφανιζόμενο μήνυμα δεν γίνεται αναφορά στο άρθρο 59, άφηνε περιθώρια να ερμηνευτεί ότι ίσως τελικά σχετικά πρόστιμα να βεβαιώνονταν ύστερα από έλεγχο. Όμως, η καθημερινή πρακτική στις εφορίες αλλά και οι απαντήσεις από το υπουργείο οικονομικών σε σχετικές ερωτήσεις δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Το πρόστιμο επιβάλλεται κανονικά και είναι λάθος της Γενικής Γραμματείας που δεν γίνεται σχετική αναφορά. Επισημαίνεται βέβαια ότι δεν ισχύει σε καμία περίπτωση για εισοδήματα που αφορούν την χρήση του 2013.

Ως λόγος για το ότι δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη ερμηνευτική εγκύκλιος, προβάλλεται η προσπάθεια να πειστεί τρόικα ότι το πρόστιμο είναι παράλογο και πρέπει να αποσυρθεί η σχετική διάταξη του άρθρου 59.

Στη συνέχει παραθέτουμε ενδεικτικό παράδειγμα:

Η εταιρεία Α μετά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας για τον μήνα Ιανουάριο υποχρεούται να αποδώσει την παρακράτηση του φόρου μισθωτών υπηρεσιών ύψους 10.000 ευρώ μέσα σε δύο μήνες δηλαδή έως 31 Μαρτίου. Η εταιρεία αν και υπέβαλε κανονικά τη δήλωση του φόρου, λόγω οικονομικών δυσχερειών δεν αποδίδει εμπρόθεσμα τον φόρο και εξοφλεί την υποχρέωση της μετά από έξι μήνες, δηλαδή την 30 Σεπτεμβρίου. Τα πρόστιμα που θα πρέπει να επιβληθούν, αν μπορεί να το καταγράψει η Γενική Γραμματεία, είναι τα εξής :

Τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής με βάση το άρθρο 53

10.000,00 Χ 8,51% Χ6/12=425,50 €

Πρόστιμο με βάση το άρθρο 57 μη καταβολή του φόρου από δύο μήνες έως ένα χρόνο 10%

10.000,00 Χ 10% = 1.000,00 €

Διπλασιασμός του πόσου του παρακρατούμενου φόρου με βάση το άρθρο 59

10.000,00 Χ 100% = 10.000,00 €

Βέβαια, βάσειτης παρ.6 του άρθρου 62 του ν.4174/2013 αν για την ίδια παράβαση επιβληθούν περισσότερα πρόστιμα υπερισχύει το μεγαλύτερο κι έτσι το συνολικό πρόστιμο περιορίζεται στις 10.000€ πλέον τους τόκους 425,50€.

Στην περίπτωση του παραδείγματος μας η επιχείρηση λόγω της αδυναμίας της να αποδώσει τον φόρο θα αναγκαστεί να πληρώσει τελικά διπλάσιο ποσό.

Επειδή όμως ο παρακρατούμενος φόρος μπορεί να αποδοθεί έως το τέλους του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία πληρωμής της υποχρέωσης, στο ίδιο παράδειγμα μπορούμε να οδηγηθούμε στο εξής φαιδρό αποτέλεσμα.

Η εταιρεία έστω δεν εξόφλησε τις αμοιβές του Ιανουαρίου στο προσωπικό της μέχρι την 31 Ιανουαρίου, αλλά καθυστέρησε για έξι ολόκληρους μήνες την καταβολή τους, τότε η υποχρέωση της απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου θα ήταν η 30η Σεπτεμβρίου και φυσικά δεν θα καταλογιζόταν το παραπάνω πρόστιμο.

Χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα τον παρακρατούμενο Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών στον οποίο υπόκεινται οι αμοιβές των εργαζομένων, για να γίνει έντονα αντιληπτό το παράλογο του νόμου, αν και η Γενική Γραμματεία επισημαίνεται πως δεν καταλογίζει, άμεσα τουλάχιστον, το πρόστιμο. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα η απόδoση φόρου τόκων ή δικαιωμάτων κλπ, οι οποίοι υποβάλλονται στην εφορία και όχι μέσω TAXIS και το πρόστιμο του άρθρου 59 βεβαιώνεται αμέσως.

Μπορεί η κάθε Τρόικα να μη θεωρεί λογικό ότι ένας φόρος που παρακρατείται και απομειώνει με λίγα λόγια μία υποχρέωση προς τρίτο, να μην αποδίδεται στην ώρα του, αλλά διερωτόμαστε έχουν ληφθεί υπόψη οι γενικότερες οικονομικές συνθήκες, οι ιδιαιτερότητες του επιχειρηματικού περιβάλλοντος του ευρωπαϊκού νότου αλλά και οι συνέπειες που μπορούν όλα αυτά να έχουν; Ακόμα πιο απλά έχει ληφθεί υπόψη η πιθανότητα απλώς του ανθρώπινου λάθους κατά τη λογιστικοποίηση ενός παρακρατούμενου φόρου;

Ποια είναι η λύση; Να πληρώνονται προμηθευτές ή ακόμα κι εργαζόμενοι μήνες μετά, ώστε πρώτα να έχουν εξασφαλίσει οι εταιρείες την δυνατότητα πληρωμής των παρακρατούμενων επί αυτών των αμοιβών φόρων;

Να αποκτήσουν μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις οργανωμένα εσωτερικά λογιστήρια με στελέχωση και μηχανογραφικά συστήματα για τον περιορισμό των πιθανοτήτων ανθρώπινων λαθών και παραλήψεων;

Κι αν τελικά ο θάνατος του έλληνα εμποράκου κατά παράφραση του αριστουργήματος του Άρθουρ Άσερ Μίλερ, ο θάνατος δηλαδή της υπάρχουσας ελληνικής επιχειρηματικότητας δεν είναι μία παράπλευρη απώλεια αλλά στρατηγική, η ελληνική πολιτεία έχει ένα οργανωμένο σχέδιο μετάβασης από το επιχειρηματικό μοντέλο των οικογενειακών επιχειρήσεων, που αποτελούν τον πυρήνα της εθνικής μας οικονομίας, σε οργανωμένες μεγάλες επιχειρήσεις; Κι αν της το επιβάλλουν και δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, να το κατανοήσουμε, στρατηγική όμως γιατί δεν έχει;

Ένα είναι βέβαιο ότι βάζοντας δυσβάσταχτα πρόστιμα δεν πρόκειται να εισπραχθούν ούτε οι κύριοι φόροι, θα μεγαλώνουν οι οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία, θα μένουν απλήρωτοι υπάλληλοι πριν να απολυθούν οριστικά και ένας φαύλος κύκλος θα βαθαίνει διαρκώς την ύφεση της ελληνικής οικονομίας. Καιρός να αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες που του αναλογούν. Η κοινωνική έκρηξη πολύ φοβούμαστε ότι είναι προ πυλών, μόνο που οι τροϊκανοί θα είναι στις πατρίδες τους και εμείς εδώ θα προσπαθούμε να μαζέψουμε τα ασυμμάζευτα.


Ο φόρος εισοδήματος βαρύνει ξεχωριστά τους συζύγους

Του Γιώργου Δαλιάνη

Οι σύζυγοι κατά τη διάρκεια του γάμου υποχρεούνται να υποβάλλουν κοινή δήλωση για τα εισοδήματά τους, στα οποία όμως ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν υπολογίζονται χωριστά στο εισόδημα καθενός συζύγου. Επιπρόσθετα, οι τυχόν ζημίες του ενός συζύγου, δεν δύναται να συμψηφιστούν με τα εισοδήματα του άλλου.

Σε ό,τι  αφορά την υποβολή δήλωσης εισοδήματος, υπόχρεος είναι ο σύζυγος για τα εισοδήματα της συζύγου, σύμφωνα με το άρθρο 67 ν.4172/2013. Ο φόρος εισοδήματος, που προκύπτει από την εκκαθάριση βεβαιώνεται στο όνομα του συζύγου, η ευθύνη όμως για την καταβολή της οφειλής, που αναλογεί στα εισοδήματα του καθενός, βαρύνει κάθε σύζυγο χωριστά. Αν με αίτηση του ενός συζύγου ζητηθεί ο διαχωρισμός της οφειλής που προκύπτει από την κοινή δήλωση, ο αρμόδιος προϊστάμενος της ΔΟΥ, υποχρεούται να διαχωρίσει το ποσό της οφειλής. Το έγγραφο του διαχωρισμού της οφειλής αποτελεί νόμιμο τίτλο, η ισχύς του οποίου ανάγεται στο χρόνο που έγινε η βεβαίωση του ολικού ποσού της οφειλής.

Δυστυχώς, στις περισσότερες των περιπτώσεων παρατηρείται το ανησυχητικό φαινόμενο, οι προϊστάμενοι των δικαστικών τμημάτων των Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.), χωρίς κανένα έλεγχο και με ελαφρά τη καρδία να προβαίνουν σε κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων (καταθέσεις, ακίνητα) του άλλου και μη ευθυνόμενου συζύγου. Αυτό έχει ως επακόλουθο, οι φορολογούμενοι να εξωθούνται να ακολουθήσουν τη χρονοβόρα και κοστοβόρα δικαστική οδό, υποβαλλόμενοι σε μακρόχρονη ταλαιπωρία, χωρίς μάλιστα καμία υπαιτιότητα. Πόσο μάλλον όταν το ανεπίτρεπτο της αναγκαστικής κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων του ενός συζύγου για την είσπραξη οφειλής από το φόρο εισοδήματος του άλλου συζύγου, έχει ήδη κριθεί και από τα Ελληνικά Δικαστήρια (Απόφ.15693/05 Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθήνας).

Επίσης, παράνομη και καταχρηστική είναι κι η άρνηση έκδοσης φορολογικής ενημερότητας σε φορολογούμενο, επειδή ο/η σύζυγός του οφείλει στο Δημόσιο φόρο εισοδήματος από κοινή δήλωση ή λόγω του ότι υπάρχουν οφειλές, οι οποίες έχουν προκύψει από άλλες πηγές, όπως για παράδειγμα εταιρικά χρέη.

Ένα ακόμα σύνηθες σημείο τριβής μεταξύ φορολογούμενων και Δ.Ο.Υ. είναι η άρνηση των υπηρεσιών να παραλάβουν δηλώσεις των ευρισκόμενων σε διάσταση συζύγων (εγκύκλιος ΠΟΛ.1042/9.3.2006). Επίσης, αν κι έχουν εκδοθεί πλήθος διοικητικών λύσεων που υποχρεώνουν τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες να χορηγούν αντίγραφα των κοινών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και ακινήτων στις σε διάσταση ευρισκόμενες συζύγους, παρ’ όλα αυτά οι αρχές το χορηγούν με πολύ δυσκολία.

Για τη συγγραφή αυτού του άρθρου, έγινε χρήση μιας εμπεριστατωμένης και καλά τεκμηριωμένης μελέτης του τ. Εφέτη των Διοικητικών Δικαστηρίων Αθήνας, Αθανασίου Ν. Πρέζα.

ARTION Φορολογικές Λογιστικές Συμβουλευτικές Λογιστικό Γραφείο


Ν.4093/2012

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4093

Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016 − Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016.

 

(ΦΕΚ Α’ 222/12-11-2012)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

 


Αρθρο πρώτο.

 

Αρθρο πρώτο. – Κείμενο νόμου


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.: ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2013-2016

1. Εγκρίνεται το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, το οποίο επισυνάπτεται ως Παράρτημα I στον παρόντα νόμο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του νόμου αυτού και στο οποίο περιλαμβάνονται για το τρέχον έτος και τα τέσσερα επόμενα έτη, κατά κύριο λόγο, τα εξής:

– Οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι για τη Γενική Κυβέρνηση και τους επί μέρους φορείς της.
– Η περιγραφή και αξιολόγηση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων και προβλέψεων για το προηγούμενο έτος το τρέχον έτος, το έτος προϋπολογισμού και τα επόμενα τρία έτη.
– Οι παραδοχές των οικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων (μισθολογικές και συνταξιοδοτικές εξελίξεις, παροχές, δαπάνες αγαθών και υπηρεσιών, δαπάνες επενδύσεων και δαπάνες τόκων).
– Οι κύριες πηγές κινδύνου για τις δημοσιονομικές προβλέψεις.
– Ο στόχος για το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης.
– Τα συνολικά ανώτατα όρια δαπανών για τη Γενική Κυβέρνηση, καθώς και τα ανώτατα όρια του Κρατικού Προϋπολογισμού, των ΟΤΑ και των ΟΚΑ για την περίοδο.
– Οι δαπάνες και τα έσοδα σε Κεντρική Κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση, κοινωνική ασφάλιση για τα αντίστοιχα έτη.
– Οι προβλεπόμενες δαπάνες της Κεντρικής Κυβέρνησης ανά Υπουργείο για τον Προϋπολογισμό του επόμενου έτους, καθώς και οι συνολικές δαπάνες τους για την υπό εξέταση περίοδο.
– Τα έσοδα και οι δαπάνες της Κεντρικής Κυβέρνησης ανά οικονομική κατηγορία και οι προβλέψεις για τα φορολογικά έσοδα, καθώς και οι δαπάνες για την περίοδο, οι εκτιμήσεις ανά οικονομική κατηγορία των ακαθάριστων εξόδων, εσόδων, και ελλείμματος ή πλεονάσματος του Κοινωνικού Προϋπολογισμού και των Ενοποιημένων Προϋπολογισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.: ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ. 

ΥΠΟΥΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.

1.α. Οι διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 91/1943 (Α’ 129), 1 και 2 του ν.δ. 99/1974 (Α’ 295) και της παρ. 19 του άρθρου 4 του ν. 3513/2006 (Α’ 265) παύουν να ισχύουν για όσους από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα αποκτούν για πρώτη φορά την ιδιότητα του Βουλευτή ή του Δημάρχου, από την επομένη της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου. Τα πρόσωπα αυτά ασφαλίζονται για κύρια σύνταξη, πρόσθετη ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη, στους φορείς που ασφαλίζονταν πριν την εκλογή τους στα αξιώματα αυτά και ο χρόνος της θητείας τους λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς αυτούς.
Σε περίπτωση που δεν υφίσταται προγενέστερη κατά τα ανωτέρω ασφάλιση, για τα εν λόγω πρόσωπα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3865/2010 (Α’ 120).
Οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία του κάθε φορέα, βαρύνουν του μεν ασφαλισμένου τους ίδιους, του δε εργοδότη τη Βουλή ή το Δήμο, κατά περίπτωση, παρακρατούνται από τη βουλευτική αποζημίωση ή την αντιμισθία και αποδίδονται ανά μήνα στους οικείους φορείς.
Όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα πριν την εκλογή τους υπάγονταν στο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί των συντάξιμων αποδοχών της οργανικής τους θέσης, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου των προηγούμενων εδαφίων.

β. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (Α’ 57), αντικαθίστανται ως εξής:
«14. Οι συντάξεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, γενικά, συμπεριλαμβανομένων όσων λαμβάνουν βουλευτική σύνταξη ή χορηγία, οι οποίοι υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α’ 65) και λαμβάνουν σύνταξη ή χορηγία, κατά περίπτωση και αποδοχές συγχρόνως, καταβάλλονται μειωμένες κατά 70% με εξαίρεση τις συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (Α’ 120) και 1977/1991 (Α’ 185), τις εξ ιδίου δικαιώματος πολεμικές συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων, καθώς και τις εξ ιδίου δικαιώματος συντάξεις παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής.
Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν σύνταξη ή χορηγία από το Δημόσιο και καταλαμβάνουν θέση εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού.
Οι διοριζόμενοι σε θέσεις προέδρων ή μελών Διοικητικών Συμβουλίων, φορέων του δημόσιου τομέα, οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο ή από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης μπορούν, αντί της υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου, να επιλέξουν με υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 που απευθύνουν τόσο προς την υπηρεσία τους, όσο και προς τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις της παρ. 9 του άρθρου 6 του ν. 2469/1997 (Α’ 38).»

γ. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998, όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης έχουν εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν ταυτόχρονα με τη σύνταξη ή τη χορηγία, κατά περίπτωση, βουλευτική αποζημίωση ή αντιμισθία ως αιρετά όργανα των Ο.Τ. Α. α’ και β’ βαθμού. Ειδικά η καταβολή της βουλευτικής σύνταξης ή της χορηγίας δημάρχου αναστέλλεται, εφόσον οι κατά περίπτωση δικαιούχοι επανεκλεγούν στα αξιώματα αυτά.

δ. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 169/2007, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και: α. για όσους λαμβάνουν, εξ’ ιδίου δικαιώματος ή κατά μεταβίβαση, βουλευτική σύνταξη ή χορηγία αιρετού οργάνου των Ο. Τ. Α. α’ και β’ βαθμού, καθώς και

β. για όσους λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή χορηγία και συγχρόνως βουλευτική αποζημίωση ή αντιμισθία, ως αιρετά όργανα των Ο.Τ. Α. α’ και β’ βαθμού, κατά περίπτωση».

ε. Χρόνος ασφάλισης σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, καθώς και στο Δημόσιο δεν μπορεί να χρησιμεύσει για τη θεμελίωση ή την προσαύξηση βουλευτικής σύνταξης ή σύνταξης αιρετού οργάνου των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού.

στ. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3865/2010 αντικαθίστανται, από 1.1.2011, ως εξής:
«2. Οι δήμαρχοι διατηρούν το καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης στο οποίο υπάγονταν πριν την εκλογή τους στις ανωτέρω θέσεις, οι δε αναλογούσες κρατήσεις, υπολογίζονται επί της αντιμισθίας που λαμβάνουν, βαρύνουν τους ίδιους και αποδίδονται, ανά μήνα, στον οικείο φορέα.»

ζ. Οι διατάξεις της παρ . 3 του άρθρου 14 του ν. 3865/2010, από 1.1.2011 έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010 (Α’ 87), με εξαίρεση τους δημάρχους, καθώς και για τα πρόσωπα του άρθρου 182 του ίδιου ως άνω νόμου, τα οποία λαμβάνουν αντιμισθία.

η. Οι αναλογούσες εισφορές ασφαλισμένου των προσώπων της παρ . 1 των άρθρων 93 και 182 του ν. 3852/2010 βαρύνουν τους ίδιους.

θ. Οι καταβαλλόμενες κατά την 1.1.2013 και εφεξής κανονιζόμενες συντάξεις των βουλευτών και των αιρετών οργάνων των Ο.Τ. Α. α’ και β’ βαθμού που λαμβάνουν και δεύτερη κύρια σύνταξη από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, μειώνονται κατά 20%. Το ποσοστό της μείωσης ορίζεται σε 30% εάν τα ανωτέρω πρόσωπα λαμβάνουν και τρίτη σύνταξη συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή της χορηγίας.
Η κατά τα ανωτέρω μείωση γίνεται επί του ακαθαρίστου ποσού της μηνιαίας βασικής σύνταξης, όπως αυτό ισχύει κατά την 31.12.2012, προ της παρακράτησης της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 (Α’ 180), καθώς και των μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 (Α’ 226), του άρθρου 1 του ν. 4051/2012 (Α’ 40) και της υποπαραγράφου της παρ. 3 του άρθρου αυτού, για τον υπολογισμό των οποίων, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, η βουλευτική σύνταξη ή χορηγία λαμβάνεται υπόψη μειωμένη κατά 20% ή 30%, κατά περίπτωση.

ι. Η εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη για όσα από τα πρόσωπα της προηγούμενης περίπτωσης θα θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους, με εξαίρεση όσα από αυτά είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστικό επάγγελμα κατά ποσοστό 67% και άνω.
ια. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, κατά το μέρος που αφορούν βουλευτικές συντάξεις, έχουν εφαρμογή και για τις συντάξεις των Προέδρων και Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης, καθώς και για αυτές των Προέδρων της Βουλής.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.2.

α. Στο τέλος του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 προστίθεται παράγραφος 15 ως εξής:
«15. α. Για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2013 και μετά, το όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξής τους που προβλέπεται από τις διατάξεις:
αα. των υποπεριπτώσεων βα’ και βγ’ της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, αυξάνεται στο 67ο έτος,
ββ. της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, αυξάνεται στο 62ο έτος.
β. Η σύνταξη όσων θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται ολόκληρη με τη συμπλήρωση σαράντα (40) ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και του 62ου έτους της ηλικίας τους.»

β. Η υποπερίπτωση γγ’ της περίπτωσης β’ της παρ. 3 του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 καταργείται.

γ. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α’ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2084/1992 (Α’ 165), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:
«α) Αν απομακρυνθεί της υπηρεσίας και έχει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 67ο έτος της ηλικίας του.
Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά, η σύνταξη καταβάλλεται με τη συμπλήρωση 40 ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και του 62ου έτους της ηλικίας τους.»

δ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2084/1992 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο υπάλληλος δικαιούται μειωμένη σύνταξη μετά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του και των χρονικών προϋποθέσεων των άρθρων 3 και 7 του νόμου αυτού.»

ε. Οι διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων της παρούσας υποπαραγράφου Β. 2. έχουν εφαρμογή και για τους δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά.
Ειδικά οι δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντάγματος, δεν υπάγονται σε όσες από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προβλέπουν καταβολή της σύνταξης με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας και συνταξιοδοτούνται άμεσα μετά την υποχρεωτική αποχώρησή τους από την υπηρεσία.

στ. Η σύνταξη όσων από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3660/2008 (Α’ 78) θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης με βάση τις διατάξεις του ίδιου άρθρου, από 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους.

ζ. Το δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης εε’ της περίπτωσης β’ της παρ. 3 του άρθρου 56 του π. δ. 169/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«Για το προσωπικό εσωτερικής φύλαξης και εξωτερικής φρούρησης των γενικών, ειδικών και θεραπευτικών καταστημάτων κράτησης και των ιδρυμάτων αγωγής ανηλίκων, που θεμελιώνει δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά η σύνταξη καταβάλλεται ακέραια με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους ή με τη συμπλήρωση τριάντα επτά (37) ετών συντάξιμης υπηρεσίας ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας.»

η. Οι διατάξεις του πρώτου και δευτέρου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 19 του ν. 2084/1992 αντικαθίστανται από 1.1.2013 ως εξής:
«7. Υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, καθώς και στρατιωτικοί που έχουν ασφαλισθεί, για κύρια σύνταξη, σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό πριν την 1.1.1993, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007, εφόσον αποχωρούν με αίτησή τους και έχουν συμπληρώσει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 67ο έτος της ηλικίας τους. Η συμπλήρωση της ανωτέρω 15ετούς συντάξιμης υπηρεσίας δεν συνιστά θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, κατά την έννοια των διατάξεων των προηγουμένων περιπτώσεων.»

θ. ………………..

ι. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3865/2010 (Α’ 120) και τις οικείες διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους υπαλλήλους της Βουλής.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.3.

α. Η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων και μερισμάτων, άνω των 1.000 ευρώ, που καταβάλλονται από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία, μειώνεται ως εξής:
Για συνολικό ποσό σύνταξης ή αθροίσματος συντάξεων:
αα. Άνω των 1.000,00 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ.
ββ. Από 1.500,01 ευρώ έως και 2.000,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ.

γγ. Από 2.000,01 ευρώ έως και 3.000,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ και

δδ. από 3.000,01 ευρώ και άνω, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ.

β. Για τον προσδιορισμό του ποσοστού μείωσης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης ή των μηνιαίων βασικών συντάξεων όπως αυτά θα έχουν διαμορφωθεί την 31.12.2012 μετά την τυχόν παρακράτηση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ . 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011, καθώς και των τυχόν μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 και του άρθρου 1 του ν. 4051/2012.

γ. Σε περίπτωση συρροής συντάξεων το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα.

δ. Εξαιρούνται των ανωτέρω μειώσεων οι συνταξιούχοι του Δημοσίου, γενικά, οι οποίοι είναι ανάπηροι με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, σύμφωνα με γνωμάτευση της Ανωτάτης Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής ΤΗΣΥΕ). Επίσης, εξαιρούνται των ανωτέρω μειώσεων οι αποδοχές, όπως αυτές ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 875/1979 (Α’ 50), των Αναπήρων Πολέμου Αξιωματικών Πολεμικής Διαθεσιμότητας, καθώς και των υπηρετούντων στο Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας της κατηγορίας μονίμου διαθεσιμότητας, με ποσοστό αναπηρίας ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, σύμφωνα με γνωμάτευση της Ανωτάτης Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής, όπως επίσης και όσοι συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 και 1977/1991.
Γενικά, η γνωμάτευση των υγειονομικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας λαμβάνεται εξίσου υπόψη για την εξαίρεση από τις μειώσεις της περίπτωσης δ’ της υποπαραγράφου Β3 της παραγράφου Β’ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Οι γνωματεύσεις δε της Ανώτατης Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής ισχύουν και για τη συνταξιοδότηση από οποιονδήποτε άλλο φορέα συνταξιοδότησης.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.4.

Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2592/1998 (Α’ 57) και του άρθρου Μόνου του ν. 3847/2010 (Α’ 67) καταργούνται. Κατ’ εξαίρεση από 1.1.2013 το συνολικό ετήσιο ποσό των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας που καταβαλλόταν μέχρι την 31.12.2012 στα πρόσωπα της περίπτωσης δ΄ της υποπαραγράφου Β3, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης, επιμερίζεται σε δωδεκάμηνη βάση και το ποσό που αντιστοιχεί κατά μήνα προσαυξάνει τη μηνιαία σύνταξη των προσώπων αυτών.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.5.

α. Από 1.1.2013 οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 5 και της παρ. 6 του άρθρου 31 του π.δ. 169/2007 αντικαθίστανται ως εξής:
«α. Το συνολικό ποσό σύνταξης ή συντάξεων που λαμβάνουν οι άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες, από το Δημόσιο, των οποίων το συνταξιοδοτικό δικαίωμα γεννήθηκε πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 3865/2010, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 720€. Στις περιπτώσεις καταβολής δύο συντάξεων που το άθροισμά τους υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, η περικοπή του υπερβάλλοντος ποσού, διενεργείται επί της μεγαλύτερης σύνταξης και εάν αυτή δεν επαρκεί περικόπτεται ανάλογα και η δεύτερη σύνταξη.

β. Από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού καταργείται η καταβολή του επιδόματος εξομάλυνσης του άρθρου 1 του ν. 3670/2008 (Α’ 117) στις συντάξεις των προσώπων της προηγούμενης περίπτωσης.

γ. Στις περιπτώσεις που στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ενός δικαιούχοι, το ποσό της περίπτωσης α’ επιμερίζεται σε αυτούς σε ίσες μερίδες. Ειδικά στην περίπτωση που συνδικαιούχος στη σύνταξη είναι επιζών σύζυγος, το μερίδιό του δεν παραβλάπτεται από τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό του ποσού που αναλογεί στο μερίδιο των προσώπων της περίπτωσης α’.

δ. Η καταβολή της σύνταξης των άγαμων ή διαζευγμένων θυγατέρων αναστέλλεται, εάν όπως προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου οικονομικού έτους, έχουν και άλλα εισοδήματα, εκτός από την κύρια και επικουρική σύνταξή τους, τα οποία υπερβαίνουν το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περίπτωσης α’ .

ε. Από την αναστολή ή την περικοπή της σύνταξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περιπτώσεις δ’ και ε’ δεν επωφελούνται τα τυχόν συνδικαιούχα πρόσωπα.

στ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή για όσα από τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτές είναι ανήλικα ή ανάπηρα κατά ποσοστό 67% και άνω ή σπουδάζουν και υπό τις προϋποθέσεις της περίπτωσης δ’ της παρ. 1 του άρθρου 5 του Κώδικα αυτού.»

β. Από 1.1.2013 οι καταβαλλόμενες από το Δημόσιο στα ανωτέρω πρόσωπα συντάξεις αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπαράγραφο αυτή.

γ. Οι διατάξεις της υποπαραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του π.δ. 167/2007 (Α’ 208) και του π.δ. 168/2007 (Α’ 209).

δ. Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 των άρθρων 5 και 31, αντίστοιχα, του π.δ. 169/2007, της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3865/2010, καθώς και αυτές της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3865/2010 κατά το μέρος που παραπέμπουν στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3620/2007, καταργούνται. Σχετικές αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων, μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού, εξετάζονται με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.6.


Οι διατάξεις της περίπτωσης α’ της παρ. 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου: «Μέτρα ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων» (Α’ 211) που κυρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2453/1997 (Α’ 4), όπως ισχύει, αντικαθίσταται από 1.1. 2014 ως εξής: «Έχουν συμπληρώσει το 64ο έτος της ηλικίας τους.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.7.

Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων των προηγουμένων υποπαραγράφων, καταργείται κάθε διάταξη που αντίκειται σε όσα ρυθμίζονται με τις διατάξεις των προηγούμενων υποπαραγράφων. 

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.8.

Η ισχύς των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων αρχίζει από 1.1.2013, εκτός εάν διαφορετικά προβλέπεται στις επί μέρους διατάξεις των παραγράφων αυτών.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.9.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των Σιδηροδρομικών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του ν. δ. 3395/1955 (Α’ 276).

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ. 1.: ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ

1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013.

2. Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β’ του τελευταίου εδαφίου της παρ . 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α’ 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012.

3. Από 1.1.2013 η αντιμισθία των προέδρων των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού που καταβάλλεται στις 31.12.2012.

4. Από 1.1.2013 τα μέλη των δημοτικών συμβουλίων, των οικονομικών επιτροπών των δήμων, των επιτροπών ποιότητας ζωής και των λοιπών επιτροπών των δημοτικών συμβουλίων των δήμων, καθώς και των διοικητικών επιτροπών του άρθρου 164 του ν. 3852/2010 (Α’ 87) δεν λαμβάνουν αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις των ανωτέρω οργάνων.

5. Από 1.1.2013, οι αποδοχές, οι αποζημιώσεις, τα έξοδα παράστασης και οι πάσης φύσεως αμοιβές των Διοικητών, Υποδιοικητών, των Προέδρων, Αντιπροέδρων, Διευθυνόντων Συμβούλων, καθώς και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των Ιδρυμάτων και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου των Δήμων και των Περιφερειών, καθώς και των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου αυτών, συμπεριλαμβανομένων των Συνδέσμων των Ο.Τ.Α., αλλά και των ανωνύμων εταιρειών, στις οποίες οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατέχουν ποσοστό πάνω από το 50% του μετοχικού κεφαλαίου, μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).

6. α. Ο βασικός μισθός του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου και του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης της παραγράφου 1Α του διατακτικού της απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με αριθμό α2/57332/0022/27.7.2012 (ΥΟΔΔ 358), διαμορφώνεται, από 1.1.2013, στο ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα ευρώ (3.450 €).

β. Ο βασικός μισθός του Ειδικού Γραμματέα Υπουργείου της παραγράφου 1 Β της απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με αριθμό 2/57332/0022/ 27.7.2012 (ΥΟΔΔ 358), διαμορφώνεται, από 1.1.2013, στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €).

7. α. Η περίπτωση δ’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 αντικαθίσταται, από 1.1.2013, ως εξής:
«δ) Οι υπάλληλοι της Βουλής, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό της, και της Προεδρίας της Δημοκρατίας.»

β. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών καθορίζεται το σύστημα βαθμολογικής εξέλιξης και το μισθολόγιο που εφαρμόζεται για το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών από 1.1.2013 και εφεξής, σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες της Υπηρεσίας αυτής.
Η ως άνω κοινή υπουργική απόφαση δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά φυλάσσεται στο ερμάριο ασφαλείας της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και επικυρωμένο αντίγραφο επιδίδεται μόνο στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και στην ίδια την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Σε κάθε περίπτωση, οι διατάξεις του ν. 3205/2003 και της υπ’ αριθ. πρωτ.2/49212/0022/31.7.2007 απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης, όπως ισχύουν κατά την ημερομηνία ψήφισης του ν. 4093/2012, δεν θίγονται είτε πριν είτε μετά την έκδοση της ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης.»

8. Οι αποδοχές, οι αποζημιώσεις, τα έξοδα παράστασης και οι αμοιβές εν γένει, που καταβάλλονται στους Προέδρους, Αντιπροέδρους και τα μέλη των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών (ΑΔΑ), καθώς και στους Διοικητές, Υποδιοικητές, στους Προέδρους, Αντιπροέδρους, Διευθύνοντες Συμβούλους και στα μέλη του Δ.Σ. των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ν.Π.Ι.Δ. της περίπτωσης 12 της παρούσας υποπαραγράφου, επιφυλασσομένων των διατάξεων της περίπτωσης 5, μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), από 1.1.2013. Η παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α’ 40) καταργείται από 1.1.2013.

9. Το χρονοεπίδομα που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του διατακτικού της κοινής υπουργικής απόφασης με αριθμό 2/17132/0022/28.2.2012 (Β’ 498) καταργείται από 1.1.2013.

10. Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 55 του ν. 4075/2012 (Α’ 89) καταργούνται από τότε που ίσχυσαν.

11. Από 1.1.2013 καταργείται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 58 του ν. 3528/2007 (Α’ 26) και της παρ. 5 του άρθρου 65 του ν. 3584/2007 (Α΄ 143) προσαύξηση αποδοχών σε όσους χορηγείται άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης στο εσωτερικό. Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό, για τον υπολογισμό της προσαύξησης λαμβάνεται υπόψη μόνο ο βασικός μισθός.

12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ. Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005 (Α’ 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1 α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α’ 212).
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων.
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2.

13. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 29 του ν. 3205/2003 (Α’ 297) αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας (Σ.τ. Ε.), των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ε.Σ.), των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων (Τ.Δ.Δ.) και της Γενικής Επιτροπείας αυτών, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού του Πρωτοδίκη και των αντίστοιχων με αυτόν βαθμών, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Πρόεδρος Σ.τ.Ε., Πρόεδρος και Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου (Α.Π.), Πρόεδρος του Ε.Σ., Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ε.Σ., Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των Τ .Δ.Δ.. 1.70
β. Αντιπρόεδρος του Σ.τ.Ε., του Α.Π. και του Ε.Σ. ,Επίτροπος της Επικρατείας του Ε.Σ. και Επίτροπος της Επικρατείας των Τ.Δ.Δ.. 1.62
γ. Σύμβουλος της Επικρατείας, Αρεοπαγίτης, Αντεισαγγελέας του Α. Π., Σύμβουλος και Αντεπίτροπος του Ε.Σ., Αντεπίτροπος Επικρατείας των Τ.Δ.Δ., Πρόεδρος και Εισαγγελέας Εφετών και Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων. 1.42
δ. Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Εφέτης, Αντεισαγγελέας Εφετών, Πάρεδρος του Ε.Σ. και Εφέτης Διοικητικών Δικαστηρίων. 1.27
ε. Πρόεδρος και Εισαγγελέας Πρωτοδικών, Πρόεδρος Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Α’ Τάξης. 1.13
στ. Εισηγητής του Σ.τ.Ε. και του Ε.Σ., Πρωτοδίκης, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών, Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Β’ Τάξης. 1,00
ζ. Δόκιμος Εισηγητής του Σ.τ.Ε. και του Ε.Σ., Πάρεδρος Πρωτοδικείου, Πάρεδρος Εισαγγελίας, Πάρεδρος Πρωτοδικείου των Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Γ’ Τάξης. 0.85
η. Ειρηνοδίκης Δ’ Τάξης 0.77

2. Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του Πρωτοδίκη ορίζεται σε χίλια επτακόσια εβδομήντα οκτώ (1.778) ευρώ.».

14. Οι παράγραφοι 3, 5, και 6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«3. Για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων, καθώς και για την αντιστάθμιση δαπανών στις οποίες υποβάλλονται κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους (δημιουργία και ε


Μείωση εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του Ν.4254/2014

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Αθήνα 11 / 6 /2014
ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Αρ. Πρωτ.: Ε00/2
ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΑΡ.:45
ΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΑΣΦ/ΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ – ΕΣΟΔΩΝ
ΤΜΗΜΑΤΑ: ΓΕΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ & ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΙΚΟΔ/ΚΩΝ ΕΡΓΩΝ

 

ΘΕΜΑ:

 

Μείωση εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του Ν.4254/2014.

 

Σχετ.: Η υπ΄αριθμ. Φ80000/οικ.8063/586/2-5-2014 ερμηνευτική εγκύκλιος της ΓΓΚΑ.

 

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΑ.3 παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του Ν.4254/2014 (ΦΕΚ 85/7-4-2014 τ. Α΄) «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν.4046/2012 και άλλες διατάξεις » με τις οποίες προβλέπεται μείωση, από 1/7/2014 και εφεξής, των εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών ( μη μισθολογικό κόστος) που καταβάλουν οι επιχειρήσεις και οι Οργανισμοί για το προσωπικό που απασχολούν, με σκοπό την προώθηση και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Οικονομίας, και σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την εφαρμογή τους:

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

 

1. Στην υποπαράγραφο ΙΑ.3 περ.1Α του άρθρου πρώτου του Ν.4254/2014 ορίζεται ότι : « Από 1/7/2014 καταργούνται:

α)Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της περίπτωσης α΄ της παρ.1 του άρθρου 3 του ν.δ. 3868/1958( ΑΊ78) εργοδοτική εισφορά 1%.

β)Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν.δ.3868/1958( Α΄178) εργατική εισφορά 1%.

γ) Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.2054/1952 (Α΄96) ειδική εισφορά 1% για την επιδότηση των στρατευμένων μισθωτών , όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν. 2336/1995 (Α΄189) »

Διευκρινίζουμε ότι, οι ανωτέρω αναφερθείσες περιπτώσεις α΄ και β΄ αφορούν στην κατάργηση της εισφοράς 1% που κατέβαλε ο εργοδότης και ο ασφαλισμένος αντίστοιχα, υπέρ του Διανεμητικού Λογαριασμού Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών (ΔΛΟΕΜ), ενώ η περίπτωση γ΄ αφορά στην ειδική εισφορά 1% που κατέβαλε ο εργοδότης υπέρ Στράτευσης για την επιδότηση των στρατευμένων μισθωτών.

Επίσης, από την ίδια ως άνω ημερομηνία προβλέπεται η κατάργηση των άρθρων 1,2 και 3 παρ.1 περίπτωση γ και παράγραφοι 2 και 3, των άρθρων 4 έως και 11 , του άρθρου 13 του ν.δ. 3868/1958 (Α΄ 178), καθώς και των κανονιστικών πράξεων που εκδόθηκαν κατ΄ εξουσιοδότηση των άρθρων αυτών, οι οποίες αφορούν στη σύσταση του Διανεμητικού Λογαριασμού Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών και ρυθμίζουν θέματα σχετικά με τη λειτουργία του.

Σημειώνεται ότι , με την κατάργηση των ανωτέρω εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών καταργούνται και οι αντίστοιχες παροχές που καλύπτονταν από τους ανωτέρω πόρους. Ειδικά για το έτος 2014 καταβάλλεται το ήμισυ του προβλεπόμενου από το ν.δ.3868/1958 (Α΄ 178) ποσού οικογενειακών επιδομάτων.

 

2. Στην υποπαράγραφο ΙΑ3 περ.Β ορίζεται ότι : « Από 1/7/2014 οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του Ν.2434/1996(Α΄188) πόροι του ΛΑΕΚ ,σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του ν.2224/1994(Α΄112), οι οποίοι αποτελούν πόρους του Ενιαίου Λογαριασμού για την Εφαρμογή Κοινωνικών Πολιτικών (ΕΛΕΚΠ) σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 34 του ν.4144/2013 (Α΄88) διαμορφώνονται από ποσοστό 0,81% σε ποσοστό 0,46% ως εξής:

α) Εργοδοτική εισφορά 0,24% υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού Προγραμμάτων Επαγγελματικής Κατάρτισης και Εκπαίδευσης Ε.Λ.Π.Ε.Κ.Ε.) ,σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν.2224/1994 (Α΄122) .

β) Εργοδοτική εισφορά 0,12% υπέρ του Ειδικού Κοινού Λογαριασμού Ανεργίας (Ε.Κ.Λ.Α.) σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν.2224/1994 (Α΄122) .

γ) Εισφορά εργαζομένου 0,10% υπέρ του Ειδικού Κοινού Λογαριασμού Ανεργίας (Ε.Κ.Λ.Α.) σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν.2224/1994 (Α΄122) .

Οι ανωτέρω ασφαλιστικές εισφορές , ασφαλισμένου και εργοδότη, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.2 του ν.2434/1996 (ΦΕΚ 188,Α΄) πόρους του Λογαριασμού για την Απασχόληση και την Επαγγελματική Κατάρτιση (ΛΑΕΚ) , ο οποίος με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 34 του ν.4144/2013 ( ΦΕΚ 88, Α΄) ενοποιήθηκε με το Λογαριασμό Κοινωνικής Πολιτικής και δημιουργήθηκε ο Ενιαίος Λογαριασμός για την Εφαρμογή Κοινωνικών Πολιτικών (ΕΛΕΚΠ).

 

3. Στην υποπαράγραφο ΙΑ3 περ. Γ ορίζεται ότι : « Από 1/7/2014 η εισφορά εργοδότη του άρθρου 25 παρ. 1 του α.ν.1846/51 (Α΄179) , όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ.465/1970 (Α΄ 57), υπέρ του κλάδου παροχών ασθένειας και μητρότητας σε χρήμα , σε βάρος του εργοδότη καθορίζεται σε ποσοστό 0,25%».

Συνεπώς, από 1/7/2014 και εφεξής, το ποσοστό της εισφοράς που καταβάλει ο εργοδότης υπέρ του κλάδου παροχών ασθένειας και μητρότητας σε χρήμα μειώνεται από 0,80% σε 0,25%.

Για διευκόλυνσή σας , επισυνάπτουμε πίνακες με τα βασικά ποσοστά ασφάλισης , όπως διαμορφώνονται με τις παραπάνω μειώσεις εισφορών.

Ευνόητο δε είναι ότι, οι Κωδικοί Πακέτων Κάλυψης (Κ.Π.Κ.) παραμένουν ως έχουν.

Τα νέα ποσοστά εισφορών Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. κατά Κλάδο Ασφάλισης, όπως παρουσιάζονται στους συνημμένους πίνακες θα χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των εισφορών περιόδων ασφάλισης από 1/7/2014 και εφεξής .

Με ευθύνη των Δ/ντών των Υποκ/των να αναρτηθούν οι συνημμένοι Πίνακες σε ευδιάκριτους χώρους του Υποκ/τος προς ενημέρωση των ενδιαφερομένων.

 

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

Η ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ & ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΓΔΟΝΤΑΚΗ


ΟΑΕΕ: Υποχρεωτική ασφάλιση επαγγελματιών

Του Γιώργου Δαλιάνη,
με τη συνεργασία του Βασίλη Νόβα (στέλεχος της ARTION ΑΕ).

Η Κοινωνική Ασφάλιση στη χώρα μας είναι αναγκαστική, καθώς αποτελεί σχέση δημοσίου δικαίου και επιβάλλεται για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Επομένως, κάθε εργαζόμενος, είτε είναι υπάλληλος είτε επαγγελματίας, υποχρεούται να ασφαλιστεί σε έναν τουλάχιστον ασφαλιστικό φορέα, ανάλογα με το είδος απασχόλησης του. Οι κύριοι ασφαλιστικοί φορείς είναι:

ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ασφαλίζονται υποχρεωτικά όλα τα πρόσωπα, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία με αμοιβή, μέσα στα όρια της χώρας κι ανεξάρτητα από την ιδιότητα του εργοδότη, το είδος και τη σχέση εργασίας.

ΤΣΜΕΔΕ Ασφαλίζονται υποχρεωτικά όλα τα μέλη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, δηλαδή αρχιτέκτονες, πολιτικοί μηχανικοί και γενικότερα μηχανικοί, καθώς και οι εργολήπτες δημοσίων έργων.

Ε.Τ.Α.Α. (Πρώην ΤΣΑΥ). Στο ΕΤΑΑ – Τομείς Υγειονομικών ασφαλίζονται υποχρεωτικά οι γιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και κτηνίατροι που ασκούν νόμιμα το επάγγελμα στην Ελλάδα.

Ο.Γ.Α. Ασφαλίζονται υποχρεωτικά οι αγρότες, οι απασχολούμενοι προσωπικά ή με αυτεπιστασία, συστηματικά και κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα στην αγροτική οικονομία, ιδιοκτήτες και εκμεταλλευτές αγροκτημάτων, κτηνοτρόφοι, πτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι, καθώς και οιαλιείς που δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα. Διαχωρισμός υπάρχει ανάμεσα στους αγροτοεργάτες, που απασχολούνται σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις, υπό την μορφή ατομικής επιχείρησης, Ο.Ε. ή Ε.Ε, οι οποίοι ασφαλίζονται στον ΟΓΑ και σε αυτούς που απασχολούνται σε αγροτικές επιχειρήσεις που έχουν νομική μορφή ΑΕ, ΕΠΕ και ΙΚΕ, οι οποίοι ασφαλίζονται στο ΙΚΑ.

Ο.Α.Ε.Ε. Αυτός ο φορέας προέκυψε από την συνένωση του ΤΕΒΕ, ΤΑΕ και ΤΣΑ. Στην υποχρεωτική ασφάλιση επαγγελματιών του Ο.Α.Ε.Ε. υπάγονται οι παρακάτω γενικές κατηγορίες προσώπων, των οποίων η ηλικία υπερβαίνει τα 18 έτη, αδιακρίτως φύλου και υπηκοότητας κι εφόσον ασκούν τη δραστηριότητά τους στην Ελλάδα.

  • Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι και βιοτέχνες, που ασκούν τη δραστηριότητά τους ατομικά.
  • Τα μέλη (φυσικά πρόσωπα), που συμμετέχουν σε κοινωνίες αστικού δικαίου και κοινοπραξίες.
  • Τα μέλη των Ο.Ε., Ε.Ε. και ΕΠΕ.
  • Οι διαχειριστές των Ι.Κ.Ε., καθώς και ο μονοπρόσωπος εταίρος Ι.Κ.Ε.
  • Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των Α.Ε., εφόσον είναι και μέτοχοι με ποσοστό τουλάχιστον 3% στο μετοχικό κεφάλαιο, ανεξάρτητα αν ασφαλίζονται ή συνταξιοδοτούνται από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο.

Σημείωση: Εάν τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα βρίσκονται σε εκκαθάριση δεν υποχρεούνται τα μέλη τους να είναι ασφαλισμένοι στον ΟΑΕΕ.

Σύμφωνα με τον Ν.2084/92 οι ασφαλισμένοι σε όλο το φάσμα των ασφαλιστικών φορέων και το Δημόσιο, διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, σε “παλαιούς” και σε “νέους”, με χωριστά δικαιώματα και υποχρεώσεις η κάθε μία. Στο συγκεκριμένο νόμο και ειδικότερα με το άρθρ.43 ως “νέος” ασφαλισμένος νοείται όποιος ασφαλίσθηκε για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση, οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης, από 1.1.1993 και μετά, ενώ κατ’ αντιδιαστολή, “παλαιός” ασφαλισμένος χαρακτηρίζεται όποιος ασφαλίσθηκε υποχρεωτικά σε οποιοδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο (πλην Ο.Γ.Α.) μέχρι 31.12.1992.

Η διάκριση σε παλαιό ή νέο ασφαλισμένο, έχει ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις, που προκύπτει θέμα «παράλληλης» ασφάλισης σε δύο ασφαλιστικά ταμεία.

Παλαιοί ασφαλισμένοι

Οι παλαιοί ασφαλισμένοι, όταν έχουν παράλληλη δραστηριότητα, η οποία δεν είναι συναφής με την επαγγελματική τους ιδιότητα για την οποία υπάγονται στο κύριο ταμείο ασφάλισης, είναι υποχρεωμένοι να ασφαλιστούν σε δύο ασφαλιστικούς φορείς για το κλάδο σύνταξης και σε ένα για το κλάδο υγείας. Παραδείγματα:

  • Μισθωτός ασφαλισμένος υποχρεωτικά στο ΙΚΑ, συμμετέχει παράλληλα ως εταίρος σε ΕΠΕ και για την συμμετοχή του αυτή, ανεξάρτητα από το ποσοστό συμμετοχής, έχει την υποχρέωση ασφάλισης στον ΟΑΕΕ για το κλάδο σύνταξης.
  • Μηχανικός ασφαλισμένος στο ΤΣΜΕΔΕ, ασκεί παράλληλα και εμπορική δραστηριότητα (πώληση οικοδομικών υλικών), έχει υποχρέωση παράλληλης ασφάλισης στο κλάδο σύνταξης στον ΟΑΕΕ.
  • Άλλος Μηχανικός ελεύθερος επαγγελματίας (μελετητικό γραφείο) ασχολείται παράλληλα με την ανέγερση οικοδομών, απαλλάσσεται από την παράλληλη ασφάλιση στον ΟΑΕΕ και τούτο γιατί η εργασία αυτή θεωρείται συναφής με την ιδιότητα του Μηχανικού.

Νέοι ασφαλισμένοι

Σύμφωνα με τη παράγραφο 2 του άρθρου 39 του ν.2084/92, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το πρόσφατο νόμο 4254/2014, οι νέοι ασφαλισμένοι (ασφάλιση για πρώτη φορά μετά την 1/1/1993), που πολυαπαχολούνται έχουν το δικαίωμα επιλογής ασφάλισης σε ένα ασφαλιστικό φορέα ή στο ΙΚΑ ή στον Ο.Α.Ε.Ε. Επισημαίνεται, ότι οι διατάξεις περί επιλογής του φορέα ασφάλισης δεν εφαρμόζονται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίοι αμείβονται μέσω εργοσήμου. Οι νέοι είναι ασφαλισμένοι υποχρεωτικά μόνο σε ένα φορέα κύριας ασφάλισης, ένα φορέα επικουρικής ασφάλισης, ένα φορέα ασθένειας και ένα πρόνοιας, τον οποίο επιλέγουν εντός εξαμήνου από την ανάληψη της δεύτερης απασχόλησης. Ειδικά οι νέοι ασφαλισμένοι για τους οποίους προκύπτει υποχρεωτική ασφάλιση στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στον Ο.Α.Ε.Ε. έχουν το δικαίωμα επιλογής ασφαλιστικού φορέα, εφόσον συμπληρώνουν είκοσι πέντε (25) ημέρες ασφάλισης ανά μήνα στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για όλο το χρονικό διάστημα της παράλληλης απασχολησής τους. Εάν κατά τη διάρκεια της παράλληλης απασχόλησης ο χρόνος ασφάλισής τους στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υπολείπεται των είκοσι πέντε (25) ημερών ασφάλισης ανά μήνα, τα πρόσωπα αυτά υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση και του Ο.Α.Ε.Ε. για το σύνολο του χρόνου της παράλληλης απασχόλησης. Παραδείγματος χάριν μισθωτός, που είναι ασφαλισμένος για είκοσι πέντε (25) ημερομίσθια και παράλληλα συμμετέχει ως εταίρος σε ΟΕ ή ΕΠΕ απαλλάσσεται από την ασφάλιση στον Ο.Α.Ε.Ε. Η απαλλαγή αυτή διακόπτεται όταν οι ασφαλίσιμες ημέρες μειωθούν κάτω των είκοσι πέντε (25) ημερών.

Τις ακριβείς προϋποθέσεις και την τεχνική ενημέρωσης των ασφαλιστικών φορέων έχουν διατυπωθεί στην εγκύκλιο 16/10.6.2014 του Υπουργείου Εργασίας, η οποία με πολλά και αναλυτικά παραδείγματα βάζει τέλος σε ασάφειες εφαρμογής της νομοθεσίας.

Εξαιρούνται του δικαιώματος επιλογής ασφαλιστικού φορέα οι ασφαλισμένοι στο ΟΓΑ (άρθρο 43 του ν.2084/1992).

Επίσης αλλοδαπά μέλη εταιρειών, εάν ασφαλίζονται σε χώρες κράτη μέλη της Ε.Ε. ή χώρες με τις οποίες έχουν υπογραφθεί διμερείς συμβάσεις, απαλλάσσονται από την ασφάλιση, ακόμα κι αν η δραστηριότητα που ασκούν στην Ελλάδα υπάγεται στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε.

Συνοψίζοντας, είναι εμφανές ότι υπάρχει θέληση εκ της πλευράς της διοικήσεως του Ο.Α.Ε.Ε. να συμβάλει στην αποφυγή καταβολής διπλών ασφαλιστικών εισφορών από τους επαγγελματίες, με σκοπό την ενίσχυση της επαγγελματικότητας. Βέβαια, κατά την γνώμη μας, έχει δημιουργηθεί σοβαρότατη στρέβλωση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και του υγιούς ανταγωνισμού, καθώς υπάρχει άνιση μεταχείριση μεταξύ των δύο κατηγοριών ασφαλισμένων, καθώς οι «παλαιοί ασφαλισμένοι» επιβαρύνονται υπέρμετρα σε σχέση με τους «νέους», γεγονός που επηρεάζει ιδιαίτερα αρνητικά τη θέση τους στην αγορά εργασίας, αλλά και επιδρά, κατά παράλογο τρόπο, στα κόστη επιχειρήσεων. Για να είναι σωστότερο το μέτρο, θα πρέπει να ισχύσει το ίδιο και για τις δύο κατηγορίες των επαγγελματιών-εργαζομένων, ώστε να υπάρχει υγιής ανταγωνισμός σε μια πολύ δύσκολη οικονομική-αναπτυξιακή περίοδο για τη χώρα.

ARTION Φορολογικές Λογιστικές Συμβουλευτικές Λογιστικό Γραφείο


Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Η πρώτη δικαίωση δανειολήπτη

Του Γιώργου Δαλιάνη,
με τη συνεργασία του νομικού τμήματος της ARTION ΑΕ.
Στο άρθρο της 5ης-3-2014 με τίτλο «Δάνεια σε ελβετικό φράγκο» στην ιστοσελίδα του capital.gr, έγινε αναφορά στο οξύ κοινωνικό πρόβλημα και στις σημερινές δυσμενείς συνέπειες που υφίστανται οι δανειολήπτες οι οποίοι προέβησαν στη σύναψη στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο, τα οποία χορηγούνταν από το σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων κυρίως κατά την περίοδο 2006-2009. Πιο συγκεκριμένα παρατέθηκαν η ιστορία, το μέγεθος του προβλήματος, καθώς και οι παράνομες, αυθαίρετες και καταχρηστικές πρακτικές των τραπεζών, οι οποίες επιδόθηκαν τότε σε έναν αγώνα ακατάσχετης κερδοσκοπίας, αθετώντας τους γενικούς όρους συναλλαγών, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, λειτουργώντας με αυτόν τον τρόπο κατά παράβαση κάθε έννοιας ηθικής και δικαίου.

Σκοπός του άρθρου δεν ήταν να γίνει μία ακόμα διαπίστωση, παρουσιάζοντας απλά και μόνο τη δυσκολία να αποπληρωθούν οι ανωτέρω συναφθείσες δανειακές συμβάσεις, λειτουργώντας ως απλοί σχολιαστές των προβλημάτων των δανειοληπτών, σε συνθήκες μάλιστα πρωτόγνωρης οικονομικής καχεξίας.

Ξεκάθαρη και σαφής στόχευση ήταν να προταθούν ταυτόχρονα και λύσεις, τις οποίες είχαμε αποκρυσταλλώσει, μετά από ενδελεχή μελέτη όλων των παραμέτρων και των συνιστωσών του οξύτατου αυτού οικονομικού και κοινωνικού προβλήματος, που αγγίζει περίπου 70.000 συμπολίτες μας. Προς τούτο, υπενθυμίζω ότι με το άρθρο της 5ης Μαρτίου 2014, προτάθηκε, ως μέσο προστασίας των δανειοληπτών, η προσφυγή στα ελληνικά δικαστήρια με αίτημα την επαναφορά των δανείων τους στην αρχική ισοτιμία, και την απάλειψη των καταχρηστικών όρων των δανειακών συμβάσεων που συνήψαν οι δανειολήπτες με τις πιστώτριες τράπεζες. Η άμεση απήχηση του εν λόγω άρθρου σε πολλούς δανειολήπτες από όλη την ελληνική επικράτεια, φάνηκε από την επιδίωξή τους να επικοινωνήσουν αυθημερόν μαζί μας, με σκοπό να λάβουν περαιτέρω ενημέρωση και πληροφόρηση για την τύχη των δανείων τους.

Προς επίρρωσιν των ανωτέρω, σε αντίθεση με την πολιτεία, η ελληνική δικαιοσύνη, ακολουθώντας την απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου, «πήρε θέση» επιβεβαιώνοντας με τον πιο αξιόπιστο τρόπο την ορθή ανάγνωσή μας στο σύνθετο και οξύ πρόβλημα που ταλανίζει τόσους δανειολήπτες. Ειδικότερα, με την πρόσφατη απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης έκρινε καταχρηστικό και άκυρο, τον όρο της δανειακής σύμβασης δανείου σε ελβετικό φράγκο, με τον οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς την τράπεζα σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα καταβολής. Αποτέλεσμα αυτών είναι πλέον οι καταβολές που πραγματοποιείo οφειλέτης σε ευρώ, να πρέπει να υπολογίζονται από την τράπεζα σε ελβετικά φράγκα, με βάση την μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου.

Η πρώτη ελληνική δικαστική απόφαση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, αποτελεί ένα πρώτο σημαντικό δεδικασμένο για τους δανειολήπτες, η οποία σε συνδυασμό με την προδικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου της 30ης Απριλίου 2014 και με την υπ’αριθμ.2014/17/ΕΕ οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είναι τα πλέον ισχυρά «όπλα» στη διάθεση αυτών για την οριστική απαλλαγή από τα συσσωρευμένα χρέη που αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια. Η πλήρης δικαίωση των απόψεών μας από την ελληνική δικαιοσύνη, πείθει και τον πιο επιφυλακτικό δανειολήπτη, ότι δε μπορεί άλλο να μη διεκδικεί τα νόμιμα δικαιώματα του και ότι είναι επιτακτική ανάγκη να καταθέσει αγωγές, ενώπιον των αρμοδίων ελληνικών δικαστηρίων, προκειμένου να αρθεί η αδικία που έχει υποστεί, έχοντας πάντα υπόψη ότι αν και οι όροι των δανειακών του συμβάσεων είναι προδιατυπωμένοι και περίπου οι ίδιοι, εντούτοις η υπό κρίση περίπτωση του δανείου του θα έχει πάντα νομικές ιδιαιτερότητες, και κατά συνέπεια η περίπτωσή του θα πρέπει να λογίζεται και να αντιμετωπίζεται ως εξατομικευμένη.

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ

ARTION Φορολογικές Λογιστικές Συμβουλευτικές Λογιστικό Γραφείο


Η πρώτη απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης για δανειολήπτη με δάνειο σε ελβετικό φράγκο

Η πρώτη απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης για δανειολήπτη με δάνειο σε ελβετικό φράγκο.

Δείτε την απόφαση


Πότε η μείωση κεφαλαίου Α.Ε. μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάλυψη τεκμηρίων

Του Γιώργου Δαλιάνη

Η λειτουργία της Ανώνυμης Εταιρείας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστου ορίου καταβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Για οποιαδήποτε μεταβολή – θετική ή αρνητική- του μετοχικού κεφαλαίου, απαιτούνται συγκεκριμένες διαδικασίες που προβλέπονται από το νόμο 2190/1920. Οι μεταβολές αυτές είναι ουσιώδεις για την χρηματοοικονομική εικόνα μίας ανώνυμης εταιρείας, καθώς η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ισοδυναμεί με μεγαλύτερη εξασφάλιση των πιστωτών και δανειστών της εταιρείας, ενώ αντίθετα η μείωση του κεφαλαίου υποδεικνύει συνήθως μία κακή πορεία της αποδοτικότητας της εταιρείας. Πάντως, σε καμία περίπτωση το κεφάλαιο δεν μπορεί να μειωθεί κάτω από το κατώτερο νόμιμο όριο που προβλέπει ο ν.2190/20 και σήμερα είναι 24.000 ευρώ. Αν όμως, η εταιρεία έχει κάνει χρήση των διατάξεων των αναπτυξιακών νόμων ν.1297/1972 και 2166/1993, με σκοπό την μετατροπή από άλλο νομικό πρόσωπο σε ΑΕ, την απόσχιση κλάδου ή την απορρόφηση, το ελάχιστο νόμιμο όριο του μετοχικού κεφαλαίου ανέρχεται σήμερα σε 300.000 ευρώ.

Η μείωση κεφαλαίου διακρίνεται στη πραγματική και ονομαστική.

Η πραγματική μείωση συντελείται με την επιστροφή πλεονάζοντος κεφαλαίου στους μετόχους, με μείωση της αξίας της κάθε μετοχής ή με την ακύρωση μέρους του αριθμού των μετοχών.

Η μείωση μπορεί να γίνει αναλογικά για όλους τους μετόχους ή κάποιος μέτοχος με την ανάληψη του κεφαλαίου να μειώσει τη συμμετοχή του στην εταιρεία, ή ακόμη και να αποχωρίσει ολοσχερώς από αυτή.

Η ονομαστική μείωση του κεφαλαίου μιας εταιρείας, που στην ουσία δεν υπάρχει επιστροφή κεφαλαίου στους μετόχους, πραγματοποιείται στην περίπτωση ύπαρξης ζημιών που μειώνουν τη καθαρή θέση της εταιρείας προκειμένου να γίνει απόσβεση αυτών. Στην ουσία είναι ένα χρηματοοικονομικό εργαλείο εξυγίανσης και πολλές φορές συνδυάζεται με παράλληλη αύξηση κεφαλαίου για ενίσχυση της κεφαλαιουχικής επάρκειας.
Πολλές εταιρείες υποχρεούνται εμμέσως να προβούν σε ονομαστική μείωση, όταν οι ζημιές καλύπτουν το 50% και πλέον του κατατεθειμένου μετοχικού κεφαλαίου, διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας από τη Διεύθυνση Εμπορίου.
Οι αποσβεσθείσες κατ’ αυτόν τον τρόπο, φορολογικά εκπιπτόμενες ζημιές για την μείωση κεφαλαίου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν πλέον για την μείωση φορολογητέων κερδών της τρέχουσας ή μελλοντικών χρήσεων.
Κατά την πραγματική μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, με την επιστροφή μετρητών στους μετόχους, δεν επιβάλλεται φορολογία διότι δεν θεωρείται εισόδημα για τους μετόχους, αλλά απλή επιστροφή κεφαλαίου που σε προγενέστερο χρόνο είχαν καταθέσει. Αν κατά το χρόνο της μείωσης του κεφαλαίου υπάρχουν μεταφερόμενες ζημιές, πριν την επιστροφή γίνεται απόσβεση αυτών και μετά πραγματοποιείται η πραγματική μείωση.
Η μείωση του κεφαλαίου γίνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, η οποία δημοσιεύεται και η ανάληψη των μετρητών έπεται της δημοσιευμένης απόφασης της Διεύθυνσης Εμπορίου.

Ο σχηματισμός του κεφαλαίου μιας εταιρείας μπορεί εκτός από τις εισφορές των μετόχων σε μετρητά και είδος, να έγινε με κεφαλαιοποίηση κερδών, αφορολόγητων αποθεματικών των νόμων 1828/89 και 1892/1990, υπεραξίας ακινήτων του άρθρου 26 του ν.2065/1992 και των αναπτυξιακών νόμων 1297/1972 και 2166/1993.
Τα αφορολόγητα αποθεματικά 1828/ 1989 και 1892/1990 μπορούν να διανεμηθούν με τη πάροδο δέκα (10) ετών από την κεφαλαιοποίηση τους, τα αποθεματικά του ν.2065/92 με τη πάροδο πέντε (5) ετών από την κεφαλαιοποίηση.
Τα αφορολόγητα αποθεματικά των αναπτυξιακών νόμων 1297/1972 και 2166/1993 σε περίπτωση που κεφαλαιοποιηθούν, η επιστροφή τους στους μετόχους μέσω μείωσης κεφαλαίου ή κατά την εκκαθάριση της εταιρείας θα υπαχθούν κανονικά σε φορολόγηση.
Αν διανεμηθούν πριν τη πάροδο των προαναφερθέντων προθεσμιών προβλέπεται αυτοτελής φορολόγηση της προκύπτουσας υπεραξίας, μη συναθροιζόμενης με το προκύπτον αποτέλεσμα του Ισολογισμού, κατά το χρόνο που γίνεται η διανομή. Με απλά λόγια δεν συμψηφίζονται οι τυχόν ζημιές της χρήσης, αλλά υπάρχει ανεξάρτητη και αυτοτελής φορολόγηση με τον ισχύοντα φορολογικό συντελεστή.
Κατά την μείωση του κεφαλαίου το ποσό που αντιστοιχεί σε νόμιμη κεφαλαιοποιηθείσα υπεραξία, η οποία διανέμεται μετά τον προβλεπόμενο χρόνο δεν υπόκειται σε φορολόγηση και το ποσό αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη δαπανών διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. Είναι στην ουσία νέο κεφάλαιο το οποίο δημιουργήθηκε από αφορολόγητη αύξηση κεφαλαίου
Προς κατανόηση της προαναφερθείσας ανάλυσης παραθέτουμε το ακόλουθο παράδειγμα.

Ανώνυμη ξενοδοχειακή εταιρεία είχε την 31 Δεκεμβρίου 2013 μετοχικό κεφάλαιο ύψους 1.000.000 ευρώ το οποίο έχει σχηματιστεί ως ακολούθως.
• Κατάθεση μετρητών κατά τη σύσταση 12/5/2002, 600.000€.
• Την κεφαλαιοποίηση κερδών την 15/4/2003, 250.000€.
• Την κεφαλαιοποίηση υπεραξίας την 30/6/2005 αναπροσαρμογής ακινήτων ν.2065/92, 100.000€.
• Την κεφαλαιοποίηση αφορολόγητου αποθεματικού την 12/3/2010 του ν.1892/1990, 50.000€.

Στον ισολογισμό της εταιρείας την 31/12/2013 αναφέρεται και ζημία, 120.000 ευρώ.
Την 30 Απριλιου 2014 η Γενική συνέλευση των μετόχων αποφάσισε μείωση του κεφαλαίου κατά 500.000 ευρώ.
Πριν την πραγματική μείωση του κεφαλαίου θα προηγηθεί η απόσβεση της ζημίας των 120.000 ευρώ και το υπόλοιπο θα γίνει με την μέθοδο της prorata, ανάλογα με το τρόπο σχηματισμού.

Μείωση

500.000

Μειον Απόσβεση ζημίας                           

120.000

Υπόλοιπο προς απόδοση   

Τελική πραγματική διανομή               

380.000

Μέρος μετρητών                                                                                                          380.000 Χ600.000:1.000.000

228.000

Μέρος κεφαλαιοποίησης κερδών                                                                                 380.000 Χ 250.000:1.000.000

95.000

Μέρος κεφαλ. αναπροσαρμογής ακινήτων ν.2065 / 1992                                          380.000 Χ 100.000:1.000.000

38.000

Μέρος κεφαλ. αφορολόγητου αποθεματικού ν.1892/1990                                        380.000 Χ  50.000:1.000.000

19.000

Το ποσό των 19.000€ που αντιστοιχεί στο μέρος της μείωσης που αφορά το αφορολόγητο αποθεματικό του ν.1892/1990, θα φορολογηθεί γιατί η διανομή έγινε πριν την πάροδο της 10ετίας από την κεφαλαιοποίηση, θα μπορέσει όμως να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη τεκμηρίων επειδή φορολογήθηκε. Φυσικά για την κάλυψη τεκμηρίων θα χρησιμοποιηθούν και τα ποσά των 95.000 από την κεφαλαιοποίηση κερδών και 38.000€ από την κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας ακινήτων, καθώς παρήλθαν 5 έτη από την κεφαλαιοποίησή της.
Το ποσό των 228.000 δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί γιατί είναι ποσό επιστρεφόμενο αυτούσιο στους μετόχους, που το είχαν επενδύσει σε προγενέστερο χρόνο και για την επένδυση αυτή δεν είχαν επικαλεστεί φορολογηθέντα εισοδήματα. Σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών 1092405/Α0012/11.11.2003.
Η μείωση του κεφαλαίου μπορεί να γίνει εφάπαξ ή τμηματικά ανάλογα με τα ταμειακά διαθέσιμα.
Ο τρόπος εξόφλησης μπορεί να γίνει με ανάληψη μετρητών, λήψη επιταγών, λήψη συναλλαγματικών η με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό των μετόχων.

ARTION Φορολογικές Λογιστικές Συμβουλευτικές Λογιστικό Γραφείο


Μεταβίβαση ακινήτου στο Δημόσιο για εξόφληση φόρου

Με το ν.4261/5-5-2014 τροποποιήθηκε η παράγραφος 6 του ν.2961/2001 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, δωρεών κλπ. Η τροποποίηση αυτή ισχύει από 5-5-2014 και προβλέπει τα ακόλουθα:
«Με πράξη της Φορολογικής Διοίκησης επιτρέπεται η εξόφληση του συνόλου ή μέρους οφειλόμενου φόρου κληρονομιάς από τον οφειλέτη, που βρίσκεται σε αδυναμία να τον καταβάλει σε μετρητά, μετά από αιτησή του, με μεταβίβαση στο Ελληνικό Δημόσιο της πλήρους κυριότητας ολόκληρου αξιόλογου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης και δεν βαρύνεται με οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα, αγωγή ή άλλο βάρος. Σε καμία περίπτωση δεν αποδίδεται στον οφειλέτη, η τυχόν διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου, που προσφέρεται και του φόρου κληρονομιάς που οφείλεται. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται η διαδικασία εξόφλησης του φόρου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.»

Για ακόμη μια φορά, ο νομοθέτης αφήνει την ερμηνεία του νόμου στη διοίκηση.

Θα πρέπει έγκαιρα να εκδοθεί ερμηνευτική εγκύκλιος, που θα ορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της αξίας του εκχωρούμενου ακινήτου, αν και πιστεύουμε, πως τελικά η αξία θα υπολογίζεται βάσει της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Επίσης, προβληματισμό δημιουργεί η αναφορά στον νόμο, ότι το ακίνητο που θα μεταβιβαστεί να είναι αξιόλογο. Αυτό σημαίνει άραγε, ότι το Δημόσιο θα επιλέξει ακίνητο της αρεσκείας του;

Στο ίδιο άρθρο (82 του ν.2961/2001) και συγκεκριμένα στην παράγραφο επτά (7) ορίζεται ότι: «Στην περίπτωση επιβολής φόρου κληρονομιάς, κληροδοσίας και δωρεάς με αντικείμενο εικαστικά ή άλλα έργα τέχνης, ο φόρος που αναλογεί μπορεί να καταβάλλεται σε είδος με παραχώρηση εικαστικών ή άλλων έργων τέχνης ίσης αξίας, που περιέρχονται στο Υπουργείο Πολιτισμού, μετά από πρόταση ειδικής εκτιμητικής επιτροπής, που συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού. Με κοινή επίσης απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού καθορίζονται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας εφαρμογής των παραπάνω εδαφίων.»

Το Ελληνικό Δημόσιο δεν τόλμησε, παρά τις προτάσεις των παραγωγικών τάξεων και τις πολυάριθμες εκατέρωθεν εισηγήσεις να αποδεχθεί έναντι οποιοδήποτε φόρου ή τέλους, ακίνητα φορολογούμενων. Απλά, χορήγησε φορολογική ενημερότητα την οποία με παλιότερο νόμο είχε στερήσει, όταν από την μεταβίβαση του ακινήτου δεν εξοφλείτο ολόκληρη η οφειλή προς το Ελληνικό Δημόσιο και έτσι με την παράγραφο 8 του άρθρου 43 τουν.4174 /2013, που τέθηκε σε ισχύ την 1-1-2014, ορίζεται ότι: «Με πράξη της Φορολογικής Διοίκησης επιτρέπεται η εξόφληση του συνόλου ή μέρους οφειλόμενου φόρου από τον οφειλέτη, που βρίσκεται σε αδυναμία να τον καταβάλει σε μετρητά, μετά από αίτησή του, με μεταβίβαση σε τρίτον της πλήρους κυριότητας του ακινήτου και ταυτόχρονη εκχώρηση της απαίτησης καταβολής του τμήματος ή μέρους αυτού στο Ελληνικό Δημόσιο. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, καθορίζεται η διαδικασία εξόφλησης του φόρου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.»

Σε συνέχεια του ανωτέρω άρθρου εκδόθηκε η ερμηνευτική ΠΟΛ 1278/27-12-2013, που περιγράφει τη σχετική διαδικασία.

ARTION Φορολογικές Λογιστικές Συμβουλευτικές Λογιστικό Γραφείο


Η Εισαγωγή χρηματικών κεφαλαίων ως μέσο για κάλυψη τεκμηρίων

Του Γιώργου Δαλιάνη,
με τη συνεργασία του Παναγιώτη Παπασταύρου (partner και διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού της ARTION ΑΕ).

Διαχρονικά η κάλυψη τεκμηρίων αποτελούσε πονοκέφαλο για κάθε φορολογούμενο, δεδομένου ότι έπρεπε να παρουσιάζει πηγές εισοδημάτων προκειμένου να αποφευχθεί η φορολόγησή του σε τεκμαρτά εισοδήματα. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, οι επιλογές που έχει είναι αρκετές, μια από αυτές είναι και η επίκληση κεφαλαίων τα οποία προέρχονται από εισαγωγή συναλλάγματος. Οι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, αλλά και αυτοί, οι οποίοι ζούσαν και εργάζονταν στο εξωτερικό και έχουν επιστρέψει ως μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδος, μπορούν να κάνουν χρήση αυτής της επιλογής, εφόσον υπάρχει διαθέσιμο φορολογημένο εισόδημα.

Μέχρι και την 31/12/2001, που το νόμισμα ήταν η δραχμή, η βεβαίωση εισαγωγής συναλλάγματος (με το χαρακτηριστικό ροζ χρώμα) αποτελούσε το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο της εισαγωγής μέσω τραπεζικού συστήματος.

Με την είσοδό μας στο Ευρώ, εκδόθηκε η ΠΟΛ 1130/17-04-2002, η οποία ορίζει ότι από 01/01/2002 και μετά, αποδεικτικό στοιχείο εισαγωγής χρηματικών κεφαλαίων είναι το πρωτότυπο, του κατά περίπτωση εκδιδόμενου από κάθε τράπεζα παραστατικού, με την προϋπόθεση ότι περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του δικαιούχου, το ύψος του εισαγόμενου ποσού,το νόμισμα και την χώρα προέλευσης. Όταν τα χρηματικά κεφάλαια εισάγονται σε ξένο νόμισμα απαιτείται η μετατροπή τους σε ευρώ, η οποία αποδεικνύεται από το πιστοποιητικό ευρωποίησης της τράπεζας στην περίπτωση που δεν ενσωματώνεται στο παραστατικό εισαγωγής.

Οι φορολογούμενοι που μπορούν να επικαλεστούν την εισαγωγή συναλλάγματος διακρίνονται στις εξής κατηγορίες :

  • Μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, τα πρόσωπα αυτά μπορούν να δικαιολογήσουν τα τεκμήρια τους προσκομίζοντας μόνο την αντίστοιχη βεβαίωση εισαγωγής από την τράπεζα στην οποία πραγματοποιήθηκε.

Σημαντική επισήμανση: Για το οικονομικό έτος 2014 απαλλάσσονται των τεκμηρίων διαβίωσης οι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού.

  • Κάτοικοι Ελλάδος που είχαν διαμείνει τουλάχιστον τρία (3) έτη στην αλλοδαπή και η εισαγωγή των κεφαλαίων πραγματοποιείται μέσα σε δύο (2)έτη από την μετοικεσία τους .
  • Κάτοικοι Ελλάδος που είχαν διαμείνει τουλάχιστον πέντε (5) συνεχή έτη στην αλλοδαπή και το επικαλούμενο ποσό συναλλάγματος προέρχεται από καταθέσεις στο όνομα τους ή στο όνομα του συζύγου σε τράπεζα της Ελλάδας ή σε υποκατάστημα ελληνικής τράπεζας στο εξωτερικό κατά το χρόνο που διέμειναν στην αλλοδαπή ή από καταθέσεις τους μέσα σε ένα (1) έτος από τη μετοικεσία τους στην Ελλάδα χωρίς το συνάλλαγμα αυτό να έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή.
  • Κάτοικοι Ελλάδας οι οποίοι είχαν αποκτήσει εισοδήματα στην αλλοδαπή και εισάγουν τα κεφάλαια τους σε μεταγενέστερο χρόνο από την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα (Αρ. Πρωτ. 1091107/1771/Α0012).

Για παράδειγμα φορολογούμενος μόνιμος κάτοικος Ελλάδας από το 2000 επικαλείται εισαγωγή συναλλάγματος το έτος 2008 για να καλύψει τεκμήρια. Τα εισοδήματα που εισήγαγε προέρχονται από επιχειρηματική δραστηριότητα την περίοδο πριν από το 2000 που ήταν κάτοικος εξωτερικού. Επειδή η πράξη αυτή δεν εντάσσεται χρονικά στην έννοια της μετοικεσίας και ο φορολογούμενος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτοικος εξωτερικού, θα πρέπει υποχρεωτικά να δικαιολογήσει την απόκτηση του εισοδήματος αυτού προσκομίζοντας βεβαίωση της αντίστοιχης φορολογικής αρχής του εξωτερικού ή αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων που είχε υποβάλλει στην αλλοδαπή .

  • Κάτοικοι Ελλάδας οι οποίοι είχαν αποκτήσει εισοδήματα στην αλλοδαπή είχαν πραγματοποιήσει την εισαγωγή συναλλάγματος, αλλά δεν την είχαν δηλώσει στην φορολογική τους δήλωση. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να υποβληθεί συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος δηλώνοντας τα ποσά αυτά κατά το έτος στο οποίο πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή.

Πριν από τη χρήση των εισοδημάτων αυτών πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις διατάξεις, που διέπουν την φορολογική κατοικία και τον τόπο φορολόγησης του παγκόσμιου εισοδήματος, ώστε να είμαστε σίγουροι ότι τα εισοδήματα αυτά έχουν φορολογηθεί με σύννομο τρόπο. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όλη η διαδικασία εναπόκειται στην ελεγκτική εξουσία του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ του φορολογούμενου και να θυμίσουμε ότι με βάσει τις ισχύουσες διατάξεις, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος χαρακτηρίζεται ως ποινικό αδίκημα και επισύρει μεγάλα πρόστιμα και προσαυξήσεις.

ARTION Φορολογικές Λογιστικές Συμβουλευτικές Λογιστικό Γραφείο