Άφεση χρέους και Φορολογία

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία της Δήμητρας Δεμιτσόγλου (Senior Accountant Artion Α.Ε.) και του Φίλιππου Ζήρα (Δικηγόρος Artion Α.Ε.)

To αδιάκοπα μεταβαλλόμενο φορολογικό καθεστώς, επιτείνει το κλίμα αβεβαιότητας και επενδυτικής ξηρασίας αφήνοντάς μας από έτος σε έτος να αναμένουμε την επάνοδο της χώρας σε τροχιά ανάπτυξης. Η συνακόλουθη οικονομική δυσπραγία αρκετών εκ των επιχειρηματικά συμβαλλόμενων οδήγησε σε συμβιβαστικές επιλογές μιας και η δικαστική διεκδίκηση για τον υγιώς σκεπτόμενο επιχειρηματία είναι η ύστατη διέξοδος. Η λύση με την οποία τα μέρη επιλέγουν να βάλουν τέλος σε μια ιδιωτική οικονομική (συνήθως) εκκρεμότητα μπορεί να  έχει την έννοια του συμβιβασμού η οποία παρέχεται από τον ΑΚ 871 επ. Πρόκειται για σύμβαση με την οποία η μεταξύ δύο προσώπων έριδα ή αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση αίρεται με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Οι υποχωρήσεις πρέπει να είναι αμοιβαίες. Αν δεν έχουμε αμοιβαίες υποχωρήσεις αλλά έχουμε μια μονομερή εγκατάλειψη βέβαιων αξιώσεων, τότε τα μέρη συμφωνούν σε μια άφεση χρέους(ΕφΑθ 8912/1991).

Α.Η άφεση χρέους κατά το Δίκαιο

Τα ιδιωτικά ενοχικά δικαιώματα, στις περισσότερες περιπτώσεις μπορούν να διατεθούν ελεύθερα. Αυτό σημαίνει πως ο έχων το εκάστοτε δικαίωμα μπορεί επί παραδείγματι να παραιτηθεί από αυτό. Μια τέτοια παραίτηση ενέχει και η διάταξη του άρθρου 454 του Αστικού Κώδικα περί «άφεσης χρέους».

«Όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους, ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής.»

Για να γίνουμε κατανοητοί, η ενοχή που αποσβένεται είναι η αξίωση του δανειστή απέναντι στον οφειλέτη να του καταβάλει την οφειλή του (π.χ. ανεξόφλητα τιμολόγια).  Από τη διάταξη αυτή του Αστικού Κώδικα συνάγεται ότι η περί αφέσεως συμφωνία μεταξύ δανειστού και οφειλέτου προϋποθέτει υφιστάμενο χρέος.  Η άφεση του χρέους μπορεί να αφορά και μέρος της αξίωσης.

Συμφωνία για άφεση χρέους μπορούμε να έχουμε τόσο σε εμπορικές όσο και σε αστικές συμβάσεις, οι οποίες αποτελούν υποκατηγορίες του Ιδιωτικού Δικαίου. Χάριν της πληρότητας του άρθρου θα αναφέρουμε εδώ παραδείγματα συμβάσεων στα οποία μπορούμε να έχουμε άφεση χρέους στο Ιδιωτικό Δίκαιο.

Παραδείγματα Εμπορικών Συμβάσεων: Ανεξόφλητα τιμολόγια, συμβάσεις franchising, leasing, ασφαλιστικές συμβάσεις κ.α.

Παραδείγματα Αστικών Συμβάσεων (συμβάσεις δλδ που δεν έχουν την εμπορική ιδιότητα με βάση το υποκειμενικό, αντικειμενικό ή τυπικό κριτήριο): Κλασικότερο παράδειγμα όλων είναι οι μισθωτικές συμβάσεις.

Β.Προβλεπόμενος τύπος για συμφωνία άφεσης χρέους

Για τη σύναψη της συμφωνίας άφεσης χρέους δεν απαιτείται κάποιος συγκεκριμένος τύπος. Σε κάθε περίπτωση βέβαια αν η άφεση αυτή γίνεται για αιτία για την οποία απαιτείται η τήρηση συστατικού τύπου, τότε και η άφεση χρέους θα έχει τον ίδιο τύπο όπως στις περιπτώσεις των άρθρων 369 και 842 AK.

Η κατάρτιση της σύμβασης παρότι δεν καθίσταται υποχρεωτική κατά τον Αστικό Κώδικα, κρίνεται σκόπιμη η υπογραφή και κατάθεσή της στην αρμόδια οικονομική εφορία.

Όπως κάθε σύμβαση, έτσι και εδώ για τη σύναψή της πρέπει ο οφειλέτης να αποδεχθεί την παραίτηση του δανειστή, και η πρόταση αυτή προς τον οφειλέτη πρέπει να είναι σαφής και αναμφίβολη. Υπάρχει και η δυνατότητα να γίνει άτυπα η πρόταση για άφεση χρέους από τον δανειστή προς τον οφειλέτη. Λόγω της προφανούς ωφελείας που έχει για τον οφειλέτη η σύμβαση αυτή, μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, σιωπή εκ μέρους του οφειλέτη τεκμαίρεται ως αποδοχή της πρότασης άφεσης χρέους (Μον.Πρ.Δραμ. 81/1992).

Γ.Φορολογική αντιμετώπιση της άφεσης χρέους

Η σύμβαση αυτή ως αυτοτελής πράξη υπόκειται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Τελών και Χαρτοσήμου σε χαρτόσημο 3% (πλέον 20% ΟΓΑ χαρτοσήμου) εφόσον αναφέρεται σε αστική σχέση και 2% (πλέον 20% ΟΓΑ χαρτοσήμου) εφόσον αναφέρεται σε εμπορική σχέση.  Η υποχρέωση για την καταβολή του τέλους χαρτοσήμου και το βάρος της δαπάνης αυτού, ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας, βαρύνει τον οφειλέτη κατά τον Α.Κ.

Η ως άνω σύμβαση άφεσης χρέους επηρεάζει τον προσδιορισμό του αποτελέσματος των συναλλασσομένων.  Σκόπιμο θα ήταν λοιπόν στο σημείο αυτό να εξετάσουμε την αντιμετώπιση της προκύπτουσας ζημίας λόγω της παραίτησης της πιστώτριας επιχείρησης από την είσπραξη του χρέους , καθώς και  της ωφέλειας που αποκομίζει ο οφειλέτης, ερμηνεύοντας τον Κ.Φ.Ε.

Για να γίνουμε κατανοητοί, όταν πωλούμε με κάποια προϊόντα ή υπηρεσίες επί πιστώσει, προχωράμε και στην αντίστοιχη εγγραφή στα βιβλία μας τόσο ως προς τα έσοδα όσο και προς τον ΦΠΑ. Μεταφερόμενες απαιτήσεις από έτος σε έτος γίνονται δυσχερείς ως προς την είσπραξή τους (π.χ. επισφάλειες) και με σκοπό να κάνουν κάποιο ξεκαθάρισμα στις οικονομικές τους καταστάσεις ή για επιχειρηματικούς σκοπούς προκειμένου να συνδράμουν τον οφειλέτη, οι επιχειρήσεις διαγράφουν ένα χρέος-απαίτηση. Τι γίνεται όμως με τον οφειλέτη που είχε επωφεληθεί από την αγορά την οποία καταχώρησε στις δαπάνες του και δεν πλήρωσε ποτέ; Τι γίνεται με τον δανειστή-πωλητή ο οποίος εξέδωσε τιμολόγια και δήλωσε έσοδα τα οποία δεν εισέπραξε και για τα οποία πιθανότατα ήδη φορολογήθηκε;

Γ.1) Προϋποθέσεις υπαγωγής της άφεσης χρέους στις εκπιπτόμενες δαπάνες

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 21 του Ν.4172/2013 ως «επιχειρηματική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη ή συμπτωματική πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους.  Στην έννοια του κέρδους βάσει του άρθρου 47 του Κ.Φ.Ε. εμπίπτει και η κεφαλαιοποίηση ή διανομή κερδών για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων.

Εν συνεχεία βάσει του άρθρου 22 του Ν.4172/2013 κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε., οι οποίες:

α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της,

β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση,

γ) εγγράφονται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά.

Επιπρόσθετα σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 47 του Ν.4172/2013 όλα τα έσοδα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις του άρθρου 45 θεωρούνται έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα.

Άρα, η δαπάνη η οποία προκύπτει για τον δανειστή-πωλητή από την άφεση χρέους, με την παραίτησή του από την αξίωση για το τίμημα που του οφείλεται, μπορεί να υπαχθεί στις εκπιπτόμενες δαπάνες του εφόσον πρόκειται για παραίτηση από απαίτηση που:

  • εμπίπτει στις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές του δανειστή-πωλητή
  • αντιστοιχεί σε πραγματική συναλλαγή ίσης αξίας με τα φορολογικά της στοιχεία τα οποία επικαλείται στην άφεση χρέους
  • έχει γραφτεί κανονικά στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης συναλλαγών της αντίστοιχης περιόδου

Να σημειώσουμε πως η ζημία λόγω άφεσης χρέους δεν εμπίπτει στις περιοριστικά αναφερόμενες μη εκπιπτόμενες δαπάνες του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε..

Γ.2) Λόγοι απόρριψης της εκπιπτόμενης δαπάνης από την Φορολ. Διοίκηση (εδώ της άφεσης χρέους)

Απαραίτητη προϋπόθεση για να έχουν εφαρμογή τα ανωτέρω είναι οι επιχειρηματικές συναλλαγές να γίνονται στα πλαίσια των εμπορικών συναλλαγών της εκάστοτε εταιρείας και να μην στερούνται οικονομικής ή εμπορικής ουσίας καθώς σύμφωνα με το άρθρο 38 του Ν.4174/2013 κατά τον προσδιορισμό φόρου, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αγνοεί κάθε τεχνητή διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων που αποβλέπει σε αποφυγή της φορολόγησης και οδηγεί σε φορολογικό πλεονέκτημα. Στην περίπτωσή μας, ως διευθέτηση μπορούμε να εννοήσουμε και την συμφωνία για άφεση χρέους. Οι δαπάνες οι οποίες απορρίπτονται από τον έλεγχο χαρακτηρίζονται και ως μη παραγωγικές.

Λογιστικές διαφορές είναι τα έξοδα ή το μέρος των εξόδων τα οποία, ενώ έχουν καταχωρισθεί στα τηρούμενα βιβλία, με επάρκεια και ακρίβεια και συγκεντρώνουν όλες τις λοιπές προϋποθέσεις ως προς τη νομιμότητά τους, δεν αναγνωρίζονται ως εκπιπτόμενα από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης. Η μη αναγνώρισή τους οφείλεται κυρίως σε λόγους που, κατά την άποψη του νομοθέτη, συνδέονται με την μη παραγωγικότητα της δαπάνης.

Για τον καθορισμό του τεχνητού ή μη χαρακτήρα μιας διευθέτησης ή σειράς διευθετήσεων, η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει εάν αυτές αφορούν μια ή περισσότερες από τις ακόλουθες καταστάσεις:

α) ο νομικός χαρακτηρισμός των μεμονωμένων σταδίων από τα οποία αποτελείται μια διευθέτηση είναι ασυμβίβαστος με τη νομική υπόσταση της διευθέτησης στο σύνολό της (όταν χρησιμοποιείται δλδ. διαδικασία μη προβλεπόμενη από το νόμο). Αν για παράδειγμα γίνεται μια άφεση χρέους ή ένας διακανονισμός με ιδιωτικό συμφωνητικό ενώ απαιτείται συμβολαιογραφική πράξη, αυτή η άφεση χρέους δεν θα εκπέσει (π.χ. άφεση χρέους κληρονομιάς).

β) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων εφαρμόζεται κατά τρόπο που δεν συνάδει με μια συνήθη επιχειρηματική συμπεριφορά

γ) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων περιλαμβάνει στοιχεία που έχουν ως αποτέλεσμα την αλληλοαντιστάθμιση ή την αλληλοακύρωσή τους (υπάρχουν δλδ αντιφάσεις, στην περίπτωσή μας, μεταξύ της άφεσης χρέους και άλλων συναλλαγών)

δ) η σύναψη συναλλαγών είναι κυκλικού χαρακτήρα (δηλαδή επαναλαμβάνονται συστηματικά και είναι προφανώς εγγραφές εικονικών συναλλαγών)

ε) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων οδηγεί σε σημαντικό φορολογικό πλεονέκτημα αλλά αυτό δεν αντανακλάται στους επιχειρηματικούς κινδύνους, τους οποίους αναλαμβάνει ο φορολογούμενος ή στις ταμειακές ροές του

στ) το αναμενόμενο περιθώριο κέρδους πριν από το φόρο είναι σημαντικό σε σύγκριση με το ύψος του αναμενόμενου φορολογικού πλεονεκτήματος. Με άλλα λόγια το φορολογητέο κέρδος μειώνεται χαρακτηριστικά λόγω κάποιων, πιθανώς, τεχνητών δαπανών τις οποίες για τον λόγο αυτό δεν αναγνωρίζει ο έλεγχος.

 Γ.3) Ωφέλεια και υποχρεώσεις άφεσης χρέους για οφειλέτη και δανειστή

Κατ΄ εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, από την μεν πλευρά του οφειλέτη η ωφέλεια της άφεσης του χρέους, ως κέρδος, βαρύνει τα αποτελέσματα της διαχειριστικής χρήσης στην οποία συνάφθηκε η σύμβαση άφεσης χρέους και συναθροίζεται με τα λοιπά έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Έτσι το ακαθάριστο φορολογητέο εισόδημα αυξάνεται.

Από την δε πλευρά του πιστωτή, η προκύπτουσα ζημιά της άφεσης του χρέους που έγινε μέσα στα πλαίσια της ασκούμενης εμπορικής του δραστηριότητας, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά του ως δαπάνη, και αναγνωρίζεται φορολογικά για τον προσδιορισμό τους κέρδους του, μειώνοντας έτσι το ακαθάριστο εισόδημά του.

Διευκρινίζεται, ότι αν η επωφελούμενη επιχείρηση από τη ρύθμιση (ο οφειλέτης) έχει ζημίες εντός του φορολογικού έτους, η υπόψη ωφέλεια συμψηφίζεται µε τη ζημία και το θετικό αποτέλεσμα που προκύπτει ενδεχόμενα υπόκειται σε φορολογία. Σε αντίθετη περίπτωση, αν προκύπτει ζημία, αυτή μεταφέρεται για συμψηφισμό διαδοχικά στα επόμενα πέντε φορολογικά έτη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του Κ.Φ.Ε. Η ζημία του προγενέστερου έτους συμψηφίζεται κατά προτεραιότητα έναντι της ζημίας μεταγενέστερου έτους.

Γ.4) Συνδυασμός άφεσης χρέους με αναγνώριση χρέους.

Στην πράξη η πιο συνηθισμένη περίπτωση άφεσης χρέους είναι αυτή της μερικής άφεσης χρέους από ανεξόφλητα τιμολόγια, η οποία συνδυάζεται με ένα διακανονισμό για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό.

Π.χ. Ο Α οφείλει στον Β 20.000 ευρώ από αγορές εμπορευμάτων και υπηρεσιών για τιμολόγια που εκδόθηκαν προ 4 ετών. Προκειμένου να μην επέλθει ρήξη και άσκοπες δικαστικές διεκδικήσεις αλλά και λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών, τα δύο μέρη έρχονται σε έναν συμβιβασμό.

Ο Α διαγράφει τα 10.000 ευρώ της οφειλής του Β και διακανονίζει σε δόσεις τα υπόλοιπα. Με αυτόν τον τρόπο έχουμε μια αμοιβαία επικερδή συμφωνία για τα μέρη με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Ο μεν Α θα εκπέσει από τις δαπάνες του την ζημία από τα διαγραμμένα 10.000 ευρώ αλλά θα έχει ταυτόχρονα στα χέρια του και μια αναγνώριση της υπόλοιπης οφειλής οπότε ανανεώνεται ο χρόνος παραγραφής της απαίτησής του. Ο Β θα καταβάλει το φόρο εισοδήματος επί της ωφέλειας και για τα υπόλοιπα θα καταβάλει σε δόσεις σε βάθος χρόνου.

Γ.5) Διαφορά άφεσης χρέους και δωρεάς

Δεν πρέπει να συγχέεται η ωφέλεια η οποία αποκομίζεται από τον οφειλέτη λόγω της άφεσης χρέους με τη δωρεά χρημάτων καθώς αποτελούν εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις. Στην μεν άφεση χρέους ο παραιτούμενος της απαίτησης έχει ωφέλεια με την έκπτωση από το ακαθάριστο εισόδημα της επιχείρησης, στην δε δωρεά δεν υφίσταται τέτοια ξεκάθαρη ωφέλεια, πρέπει δε να καλύπτει την δωρεά βάσει της φορολογικής του δήλωσης. Επίσης, ο συντελεστής φορολογίας είναι διαφορετικός ανάλογα την περίπτωση.

Να σημειώσουμε πως η άφεση χρέους απαιτεί προγενέστερη σύμβαση από την οποία πηγάζει η απαίτηση, μπορεί δε να γίνει οποιαδήποτε στιγμή στο μέλλον. Η δωρεά από την άλλη πρέπει μόνο να δηλωθεί στο οικείο έτος στο οποίο συντελέστηκε.

Βλέπουμε εδώ πως αυτή η διμερής ωφέλεια για τους συμβαλλόμενους υφίσταται στην άφεση χρέους, ενώ η περίπτωση της δωρεάς γεννά φοροδοτικές υποχρεώσεις μόνο για τον δωρεοδόχο (με την προϋπόθεση πως ο δωρητής καλύπτει με ανάλωση κεφαλαίου ή άλλο μέσο την δωρεά).

ΑΦΕΣΗ ΧΡΕΟΥΣ ΔΩΡΕΑ
ΠΙΣΤΩΤΗΣ Εμπίπτει η εκχώρηση στις δαπάνες Η δωρεά πρέπει να καλύπτεται με βάση τα τεκμήρια
ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ Φορολογείται ως εισόδημα η ωφέλεια Φορολογείται με τον συντελεστή δωρεάς (από 10 ως 40% ανάλογα την περίπτωση)

 

Δ. Πρόταση σταδιακής φορολόγησης της ωφέλειας για τον οφειλέτη

Οφείλουμε να δεχτούμε πως οι επιχειρήσεις οι οποίες προβαίνουν σε τέτοιες λύσεις-ρυθμίσεις όπως αυτή της διαγραφής χρέους, πιθανότατα έχουν ήδη εξαντλήσει τις περισσότερες διαθέσιμες οδούς οι οποίες θα είχαν πιθανότητα να φέρουν αποτέλεσμα. Σίγουρα ο πιστωτής-δανειστής για να αποδέχεται να μην έχει αξίωση στα χρήματα που του οφείλονται, έχει σιγουρευτεί πως κατά πάσα βεβαιότητα ο οφειλέτης είναι σε πραγματική αδυναμία να αποπληρώσει και είναι μάταιο να διατηρεί την αξίωση αυτή, η οποία με το πέρασμα των ετών είναι δυνατόν και να παραγραφεί. Απλά αναφέρουμε εδώ πως ο γενικός κανόνας της παραγραφής των εμπορικών αξιώσεων είναι η πενταετία (αρ. 250 ΑΚ).

Με βάση το υπάρχον πλαίσιο η φορολόγηση της πιο πάνω ωφέλειας για τον οφειλέτη σε μία (1) χρήση δημιουργεί σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τις επωφελούμενες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα τη δημιουργία αντίθετων από των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων. Επειδή πολλές από τις ως άνω επιχειρήσεις είναι σε δυσμενή οικονομική κατάσταση θα πρέπει στο σημείο αυτό να πάρει θέση η  Διοίκηση τροποποιώντας τη νομοθεσία ώστε να καταστεί δικαιότερη και αναλογικότερη των πραγματικών οικονομικών δυνατοτήτων των οφειλετών, δίνοντας τη δυνατότητα ρυθμίσεων που θα συνδράμουν στην επιβίωσή τους και όχι απλά στο να αλλάξουν πιστωτή και από τον ιδιώτη να περάσουν στο Δημόσιο.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο η ωφέλεια που προκύπτει από την άφεση χρέους θα πρέπει να φορολογηθεί εφάπαξ στο έτος που συνάφθηκε η σύμβαση και όχι ισόποσα π.χ. σε πέντε (5) συνεχείς χρήσεις ή και περισσότερες εφόσον το ποσό της άφεσης χρέους υπερβαίνει ένα ποσό που θα ορίσει η Διοίκηση , αρχής γενομένης από τη χρήση μέσα στην οποία προκύπτει η ωφέλεια από την άφεση του χρέους.

Ε. Ειδικές περιπτώσεις

Ε1) Άφεση χρέους στην εξυγίανση του άρθρου 99.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι τυγχάνει ειδικής φορολογικής μεταχείρισης η ωφέλεια που προκύπτει από τη διαγραφή υποχρεώσεων των επιχειρήσεων που έχουν υπαχθεί στη διαδικασία εξυγίανσης του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα .  Σχετικές οδηγίες είχαν δοθεί με την ΠΟΛ 1150/20.06.2013, σύμφωνα με την οποία το ποσό το οποίο ωφελείται εταιρία από τη μείωση των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών στα πλαίσια συμφωνίας πτωχευτικού συμβιβασμού με βάση τις διατάξεις των άρθρων 600 έως 609 του Εμπορικού Νόμου, δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα διότι δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εισοδήματος το οποίο προκύπτει από άσκηση εμπορικής δραστηριότητας και περαιτέρω, δεν εμπίπτει στις διατάξεις της περίπτωση ι΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του Ν.2238/1994, καθόσον ο πτωχευτικός συμβιβασμός δεν θεωρείται ως παραίτηση της πιστώτριας επιχείρησης από την είσπραξης χρέους μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους συνεργασίας (σχετικό  έγγραφο αριθ.1043963/10531/Β0012/17.7.2007). Με το  ποσό της ωφέλειας , η ωφελούμενη επιχείρηση θα σχηματίσει αφορολόγητο αποθεματικό.

Ε2) Πρόταση έκδοσης ενιαίας εγκυκλίου

Σήμερα, και ενώ οι επιχειρήσεις που κατάφεραν να επιβιώσουν συνεχίζουν να παλεύουν με το κράτος περισσότερο να δρα εχθρικά απέναντί τους παρά υποστηρικτικά, πιστωτές και οφειλέτες καθημερινά προχωρούν σε ρυθμίσεις και διαγραφές παλαιότερων εκκρεμοτήτων. Είναι λοιπόν άμεσης προτεραιότητας η ανάγκη έκδοσης μια νέας εγκυκλίου η οποία θα ρυθμίζει όλες τις περιπτώσεις φορολογικής μεταχείρισης της άφεσης χρέους ώστε νομοθετήματα που έπεσαν σε αχρηστία κατά τα προηγούμενα χρόνια να γίνουν εργαλεία στα χέρια των επιχειρήσεων και της ανασυγκρότησής τους, όπως για παράδειγμα ο ν.4307/2014 περί εξωδικαστικού συμβιβασμού (νόμος Δένδια). Πρέπει να λάβει τέλος η έκδοση εγκυκλίων για την μεταχείριση συγκεκριμένων περιπτώσεων ανά νόμο και άρθρο και οι εγκύκλιοι να αποκτούν τη δομή και χρηστικότητα κωδικοποιήσεων.


Κατάσχεση κοινού λογαριασμού από το ΚΕΔΕ

Του Φίλιππου Ζήρα, δικηγόρος του νομικού τμήματος της Artion A.E.

Με τη άρση των capital controls (έστω αυτή την μερική) επανήλθε στο προσκήνιο το ζήτημα των κατασχέσεων για οφειλές προς το Δημόσιο, θέμα το οποίο είχε μπει προσωρινά στον πάγο λόγω του προαναφερθέντος περιορισμού στην κίνηση κεφαλαίων.

Με πρόσφατη εγκύκλιό του, το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Εισφορών, όρισε την έναρξη στις διαδικασίες κατάσχεσης για ληξιπρόθεσμες οφειλές σε Ταμεία, μέσω απευθείας κατασχέσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς οφειλετών.

Για τις υπόλοιπες οφειλές προς το Δημόσιο (πέραν των ασφαλιστικών) ομοίως η αναστολή έχει παύσει και πλέον κοινοποιούνται κατασχετήρια. Εξαίρεση αποτελούν κάποιες περιπτώσεις φοροδιαφυγής, μη απόδοσης ή παρακράτησης ΦΠΑ με χρήση πλαστών και εικονικών τιμολογίων -εφόσον οι παραβάσεις υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα προκύπτει εύλογα το ερώτημα των κοινών λογαριασμών. Φορολογούμενοι και οφειλέτες του Δημοσίου αναρωτιούνται τι τύχη θα έχουν οι καταθέσεις τους οι οποίες δεν βρίσκονται σε προσωπικούς αλλά σε κοινούς (και συνήθως οικογενειακούς) λογαριασμούς και αν κινδυνεύουν τα χρήματα των συζύγων ή των παιδιών τους. Ας δούμε λοιπόν τι ισχύει.

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΑΠΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

Οι εκκαθαρισμένες απαιτήσεις του Δημοσίου εισπράττονται βάσει δύο θεμελιωδών κωδικοποιημένων νομοθετημάτων:

  • Του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας – ν.4174/2013
  • Του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων – ν.δ. 356/1974

Ο λόγος συνύπαρξης αυτών των δύο νομοθετημάτων είναι πως ο 4174/13 ήρθε να συνδράμει τον ισχύοντα Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν.4172/13) με διατάξεις οι οποίες να εξειδικεύονται σε ορισμένες φορολογικές παραβάσεις κατά τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετεί τους σκοπούς της χώρας στη προσπάθεια άμεσου (βίαιου μπορεί κανείς να πει) εκσυγχρονισμού της την τελευταία πενταετία. Επί παραδείγματι, η λογική δημιουργίας συνεκτικών εισπρακτικών μηχανισμών κατάλληλα νομικά πλαισιωμένων, που θα εξασφαλίζουν την αποδοτικότητά τους, γίνεται αντιληπτή από την ίδρυση μέσω του εν λόγω ΚΦΕ, του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών, η λειτουργία του οποίου διέπεται από τον Κ.Φ.Δ. και τον Κ.Ε.Φ.Ε..

Αυτό που ισχύει grosso modo είναι πως το γενικό πλαίσιο είσπραξης από το Δημόσιο καθορίζεται από τον Κ.Ε.Δ.Ε. ενώ ο Κ.Φ.Δ. έρχεται να υπερισχύσει στα σημεία που αυτός ορίζει διαφορετικά.

ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ

Η Φορολογική Διοίκηση, προκειμένου να διασφαλίζει την είσπραξη φόρων, μπορεί σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος για την είσπραξη των φόρων, να προβαίνει με βάση τον εκτελεστό τίτλο του άρθρου 45 του Κ.Φ.Δ. πριν τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της οφειλής και χωρίς δικαστική απόφαση στην επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης κινητών, ακινήτων, εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε αυτά, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του Δημοσίου είτε βρίσκονται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτου (συνεπώς και Τράπεζας).

Σε αναλογική εφαρμογή των άρθρων 707 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τα μέτρα κατάσχεσης αυτά διατάσσονται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου της έδρας της Δ.Ο.Υ. που υπάγεται η φορολογική υπόθεση. Μάλιστα μπορεί να διαταχθεί και προσωρινή διαταγή χωρίς προηγούμενη κλήτευση του φορολογούμενου στο δικαστήριο ώστε να δεσμευτούν τα χρήματα μέχρι την προσδιορισθείσα δικάσιμο.

Φυσικά, στην οριστική κατάσχεση των δεσμευμένων χρημάτων, μπορεί να προχωρήσει το Δημόσιο όταν θα έχει τον απαραίτητο εκτελεστό τίτλο. Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις που η κατάσχεση (συντηρητική ή όχι) γίνεται σε κοινόχρηστο τραπεζικό λογαριασμό;

ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ

Οι καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό διέπονται από τον ν.5638/1932 «Περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν». Το άρθρο 4 του νόμου αυτού προβλέπει πως η κατάσχεση των καταθέσεων επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ` ίσα μέρη. Αυτό σημαίνει ότι σε έναν οικογενειακό λογαριασμό τεσσάρων ατόμων, η αξία που ανήκει σε κάθε έναν από τους συνδικαιούχους ανέρχεται στο ¼. Η εν λόγω διάταξη έχει επικυρωθεί και νομολογιακά αφού πλείστες υπήρξαν οι δικαστηριακές αποφάσεις που απέκρουαν τις βλέψεις των δανειστών σε κατάσχεση ολόκληρου του ποσού κοινόχρηστου λογαριασμού (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης – Αριθμός απόφασης 20409/2005)

Κ.Ε.Δ.Ε. &  ΝΕΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΟΥ

– Ακατάσχετο και όριο αυτού

Σε περίπτωση κατάσχεσης εκ μέρους του Δημοσίου για οφειλές προς αυτό, θεσπίζει ο νόμος το λεγόμενο ακατάσχετο. Μετά από πολλές τροποποιήσεις (τελευταία με τον 4336/2015) το ακατάσχετο αυτό έχει ως εξής: «Καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα.» . Δεν θα περάσουμε σε λεπτομέρειες όσον αφορά εξαιρέσεις για ειδικές περιπτώσεις καθώς εκφεύγουν του αντικειμένου του παρόντος άρθρου, αλλά θα περιοριστούμε στον γενικό αυτό κανόνα.

  • Κατασχέσεις βάσει του Κ.Ε.Δ.Ε. από κοινούς λογαριασμούς

Αβίαστα προκύπτει το ερώτημα για το τι γίνεται με τις κατασχέσεις στις οποίες σίγουρα θα προβεί το Δημόσιο και οι οποίες γίνονται από κοινόχρηστους λογαριασμούς. Αν διαβάσουμε το άρθρο 31 «Ακατάσχετα εις  χείρας τρίτων», η τελευταία πρόταση της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού αναφέρει πως «Κάθε άλλη διάταξη, που ρυθμίζει αντίθετα προς τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, δεν εφαρμόζεται στις κατασχέσεις που επιβάλλονται στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου».

Ιδιαίτερα προβληματική και επιδεχόμενη πολλών ερμηνειών θα μπορούσε να είναι η φράση αυτή, με κύρια και σπουδαιότερη την ευθεία σύγκρουση με την ως άνω αρχή περί ισοκατανομής των ποσών εντός των κοινών λογαριασμών η οποία ως προγενέστερη καταργείται από την νεότερη και ειδικότερη. Αν ερμηνεύσουμε καθαρά γραμματικά την διάταξη αυτή μπορεί εύλογα να συναχθεί το συμπέρασμα πως για τις απαιτήσεις του Δημοσίου προς οφειλέτες με κοινούς λογαριασμούς, είναι δυνατόν να κατασχεθεί όλο το ποσό έως τα 1.250 ευρώ, αποστερώντας έτσι τους συνδικαιούχους από τις προσωπικές τους οικονομίες.

ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

Η εγκύκλιος 39759/1983/27.10.2015 δεν ρίχνει καθόλου φως στο θέμα αυτό. Για τον λόγο αυτό ήρθαμε σε επικοινωνία με το Υπουργείο Οικονομικών για να διευκρινίσουμε πως δεν έχουμε κάποια τέτοια αλλαγή σε ένα τόσο επίκαιρο και καυτό θέμα. Η Διεύθυνση Εισπράξεων του Υπουργείου μας επιβεβαίωσε πως εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο καθεστώς και στους κοινούς λογαριασμούς θα κατάσχεται το τεκμαιρόμενο αναλογούν ποσό καταθέσεων του οφειλέτη έως και το όριο του ακατάσχετου, εφόσον ο λογαριασμός αυτός έχει δηλωθεί με την ιδιότητα αυτή.

ΑΜΥΝΑ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο οφειλέτης κατά των πράξεων εκτέλεσης έχει τη δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής ή τακτικής προσφυγής ή ανακοπής-αναστολής ανάλογα με τη φύση της οφειλής του. Άλλη διαδικασία ακολουθείται αν έχουμε οφειλές σε ταμεία και άλλη για φορολογικές οφειλές. Στα πλαίσια της άμυνας αυτής θα  πρέπει να τεθεί και όποιο ζήτημα πιθανόν ανακύψει με κοινόχρηστους λογαριασμούς.

Κατά την άποψή μας το Υπουργείο δεν θα έπρεπε να αφήνει τέτοιες γενικές διατυπώσεις να αιωρούνται χωρίς τις απαραίτητες διευκρινήσεις ειδικά σε τέτοια ευαίσθητα ζητήματα οικονομικού και κοινωνικού αντίκτυπου. Επιπρόσθετα, θα θέλαμε να τονίσουμε την ανάγκη διαμόρφωσης ενιαίας διαδικασίας επίλυσης διαφορών με το Δημόσιο (εν ευρεία έννοια) και να καταργηθεί η πολυνομία. Κ.Ε.Δ.Ε., Κ.Φ.Δ. και Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας θα πρέπει να ενσωματώσουν μια ενιαία διαδικασία.


Η Δωρεά ως μέσο κάλυψης Φορολογικών Τεκμηρίων

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα (Senior Accountant – Φορολογία Φυσικών Προσώπων) και του Φίλιππου Ζήρα (Δικηγόρος) της Artion A.E.

Α. Νομοθετική ανασκόπηση

Τα κρατικά έσοδα μέσω της φορολόγησης των φυσικών και των νομικών προσώπων αποτελούν στη σύγχρονη οικονομία την κύρια πηγή δημοσίων εσόδων. Σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, «Φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων» είναι ο φόρος που επιβάλλεται ετησίως στο εισόδημα που αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα. Αυτή είναι η σύγχρονη διατύπωση του ν.4172/2013 όπως εξελίχθηκε μέσα από τις προϊσχύσασες νομοθεσίες φορολόγησης εισοδήματος. Ο ενιαίος φόρος εισοδήματος, που επιβάλλεται στο συνολικό εισόδημα των φυσικών προσώπων, θεσπίστηκε με το ν.δ. 3323/1955. Ο φόρος αυτός διαδέχθηκε το φόρο των αναλυτικών κατηγοριών (καθαρών) προσόδων που είχε εισαχθεί στη χώρα μας με το ν. 1640, στα πλαίσια της φορολογικής μεταρρύθμισης που πραγματοποίησε η Κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου το έτος 1919, πριν από 96 χρόνια περίπου. Με το ν.δ. 3843/1958, θεσπίστηκε η φορολόγηση του εισοδήματος που αποκτούν οι ανώνυμες εταιρίες, οι συνεταιρισμοί του ν.602, οι αλλοδαπές επιχειρήσεις, καθώς και τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Β. Έννοια τεκμηρίων διαβίωσης

Κατ’ εξαίρεση και προκειμένου να υλοποιηθεί ο συνταγματικός κανόνας της ισότητας των πολιτών και της συνεισφοράς στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις, ο φόρος εισοδήματος δύναται να υπολογιστεί, όχι πάνω στα πραγματικά εισοδήματα αλλά με βάση τα τεκμήρια δαπανών διαβίωσης  και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. (Το τεκμήριο εισοδήματος επιβλήθηκε δια του Ν. 3842/2010 άρθρο 3 παρ. 2 (ΦΕΚ Α’ 58 / 23-4-2010 «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις»)

H φορολογική νομοθεσία δύναται, για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής που αποτελεί σκοπό δημόσιου συμφέροντος, όταν ο πραγματικός προσδιορισμός του φορολογητέου εισοδήματος είναι ανέφικτος ή αλυσιτελής, να προβλέπει τον τεκμαρτό προσδιορισμό του. Κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας η θέσπιση τεκμηρίων περιορίζει τη φοροδιαφυγή, την καταπολέμηση της οποίας επιτάσσει η αρχή της φορολογικής ισότητας.

Με τα τεκμήρια δεν επιβάλλεται φόρος επί πλασματικής φορολογητέας ύλης, αλλά καθιερώνεται ειδική μέθοδος εξεύρεσης υπαρκτής µεν αλλά µη εμφανούς φορολογητέας ύλης (ΣτΕ 4897/1987).

Σε ένα ευνομούμενο κράτος, δεν νοείται να υπάρχουν πολίτες των οποίων οι δαπάνες διαβίωσης καθώς και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, δεν δικαιολογούνται από τα εισοδήματά τους με αποτέλεσμα να μην καταβάλλονται φόροι. Για το λόγο αυτό, η πολιτεία εισήγαγε το θεσμό των τεκμηρίων. Με την εφαρμογή του τεκμηρίου, εφαρμόζεται αυτοτελώς ο έλεγχος του πόθεν έσχες σε κάθε φορολογούμενο, σε αντίθεση με το καθεστώς άλλων κρατών, όπου ο έλεγχος προχωράει σε μεγαλύτερο βάθος.

Γ. Ισχύον καθεστώς υπολογισμού τεκμηρίου διαβίωσης (ν.4172/2013)

Ο προϊσχύσας Κώδικας Φορολογίας εισοδήματος ν. 2238/1994 καθόριζε με τις διατάξεις των άρθρων 15-19 τον τρόπο φορολογίας των τεκμαιρόμενων εισοδημάτων. Η μετάβαση στον 4172/2013 (άρθρα 30-34) έγινε με τη χρήση περισσότερο ουδέτερης ορολογίας αλλά και ακριβέστερης αποκαλώντας πλέον την φορολόγηση αυτή ως εναλλακτική. Πράγματι δε, είναι τέτοια, καθώς ο φόρος με βάση τα τεκμήρια εφαρμόζεται εφόσον δεν επαρκεί το δηλωθέν φορολογητέο εισόδημα.  Το τεκμαρτό εισόδημα υπολογίζεται με βάση τις αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης και τις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του φορολογούμενου και των εξαρτώμενων μελών του, σύμφωνα με τα άρθρα 31 και 32. Με το άρθρο 33 ορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες δεν εφαρμόζεται η ετήσια αντικειμενική δαπάνη και η δαπάνη απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. Εάν το συνολικό δηλωθέν εισόδημα, το οποίο προσδιορίζεται από τις τέσσερις κατηγορίες (πηγές) ακαθάριστων εισοδημάτων του άρθρου 7 του ΚΦΕ, είναι μικρότερο του τεκμαρτού εισοδήματος (αντικειμενικές δαπάνες και δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων), τότε η διαφορά που θα προκύψει θα φορολογηθεί εκτός και αν καλυφθεί ή περιορισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις που ορίζονται στο άρθρο 34.

Δ. Τεκμήρια διαβίωσης και Τεκμήρια απόκτησης

Ο φορολογούμενος λοιπόν πέραν του δηλωθέντος εισοδήματός έχει και έναν παράλληλο φόρο που υπολογίζεται με βάση α) τα κινητά και ακίνητα που του ανήκουν, β) τις αγορές που κάνει για να τα αποκτήσει. Αυτές οι παράμετροι αποκαλούνται τεκμήρια διαβίωσης και τεκμήρια απόκτησης αντίστοιχα.

Τεκμήρια διαβίωσης αποτελούν:

  • Ιδιοκατοικούμενες ή μισθωμένες ή δωρεάν παραχωρηθείσες κύριες κατοικίες
  • Ιδιοκατοικούμενες ή μισθωμένες ή δωρεάν παραχωρηθείσες δευτερεύουσες κατοικίες
  • Ετήσια αντικειμενική δαπάνη επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης
  • Ετήσια αντικειμενική δαπάνη επιβατικών αυτοκινήτων Ι.Χ. εταιρειών
  • Ετήσια αντικειμενική δαπάνη ιδιωτικών σχολείων
  • Αντικειμενική δαπάνη οικιακών βοηθών, οδηγών αυτοκινήτων κλπ
  • Δαπάνες σκαφών αναψυχής ιδιωτικής χρήσης
  • Δαπάνες αεροσκαφών, ελικοπτέρων, ανεμόπτερων
  • Δαπάνες δεξαμενών κολύμβησης
  • Ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης (3000€ για άγαμο και 5000€ για έγγαμο)

Τεκμήρια απόκτησης αποτελούν:

  • Αγορά ή χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων, δίτροχων ή τρίτροχων αυτ/νων οχημάτων, πλοίων αναψυχής και λοιπών σκαφών αναψυχής, αεροσκαφών και κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας.
  • Αγορά επιχειρήσεων ή σύσταση ή αύξηση του κεφαλαίου επιχειρήσεων που λειτουργούν ατομικώς ή με τη μορφή ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης ή ανώνυμης εταιρείας ή περιορισμένης ευθύνης εταιρίας ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας ή κοινωνίας ή κοινοπραξίας ή αστικής εταιρίας ή αγορά εταιρικών μερίδων και χρεογράφων γενικώς.
  • Αγορά ή χρονομεριστική ή χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών ή κατασκευή δεξαμενής κολύμβησης συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων μεταβίβασης.
  • Χορήγηση δανείων προς οποιονδήποτε
  • Η ετήσια δαπάνη για δωρεές, γονικές παροχές ή χορηγίες (άνω των 300€ ετησίως)
  • Απόσβεση δανείων ή πιστώσεων οποιασδήποτε μορφής. Στο ποσό της δαπάνης αυτής περιλαμβάνεται και το ποσό των οικείων τόκων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι τυχόν τόκοι υπερημερίας.

 

Ε. Τρόποι κάλυψης των τεκμηρίων

Προκειμένου να μπορέσει κάποιος να καλύψει τη διαφορά μεταξύ πραγματικών και τεκμαρτών εισοδημάτων, μπορεί να επικαλεστεί

  • ανάλωση κεφαλαίων προηγούμενων ετών
  • σύναψη δανείου
  • δωρεά σε χρήμα.

ΣΤ. Δωρεά σε χρήμα

Προκειμένου να μπορέσει κάποιος να κάνει στη φορολογική του δήλωση χρήση ποσού που έχει προέλθει από δωρεά ώστε να καλύψει τεκμήρια, αυτή θα πρέπει να δηλωθεί  μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του οικείου φορολογικού έτους με δήλωση στην αρμόδια ΔΟΥ και να καταλογιστεί ο φόρος που αναλογεί.

ΣΤ1. Δήλωση δωρεάς στην εφορία, και έλεγχος εικονικότητας

Υπόχρεος για κατάθεση δήλωσης φόρου δωρεάς είναι ο δωρεοδόχος εφόσον η δωρεά δεν έχει καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο (άρθρο 85 παρ.2 ν.2961/2001). Σε διαφορετική περίπτωση πάντες οι συμβαλλόμενοι είναι υπόχρεοι υποβολής δήλωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 του ν. 2961/2001, η αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής κτήση χρηματικών ποσών υπόκειται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται αυτοτελώς με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στην Α΄ κατηγορία, με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στη Β΄ κατηγορία και με συντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%), προκειμένου για δικαιούχους που υπάγονται στη Γ΄ κατηγορία.

 Εδώ να σημειωθεί πως ενδέχεται οι φορολογικές αρχές, με σκοπό να ελέγξουν την εικονικότητα της δωρεάς, να ζητήσουν και απόδειξη μεταφοράς των χρημάτων (κίνηση λογαριασμών) ώστε να αποδειχθεί πως η δωρεά αποτελεί πραγματικό γεγονός και πως έγινε το ίδιο οικονομικό έτος με την δαπάνη εκ μέρους του φορολογούμενου πχ μιας αγοράς ακινήτου ή μιας αγοράς εταιρικών μεριδίων. Έχει παρατηρηθεί στο παρελθόν το φαινόμενο φορολογούμενοι με αδήλωτα εισοδήματα και αυξημένες δαπάνες να ισχυρίζονταν στον έλεγχο πως τα χρήματα αυτά για τις δαπάνες τους τα απέκτησαν μέσω δωρεάς από συγγενή ή φίλο.

ΣΤ2. Δωρεές από κοινούς λογαριασμούς

Ζητήματα τεκμηρίων εισοδήματος μπορούν να ανακύψουν και στις περιπτώσεις δωρεών από κοινόχρηστους τραπεζικούς λογαριασμούς (π.χ. οικογενειακούς). Σε αυτές τις περιπτώσεις η δωρεά δεν είναι βέβαιο πως θα χρεωθεί στον ένα συνδικαιούχο ή θα επιμεριστεί σε όλους από την εφορία. Εάν αμφισβητηθεί από τον ελεγκτή η δωρεά από κοινό λογαριασμό τότε πιθανόν να υπάρξουν θέματα

  • πόθεν έσχες ή
  • διαφορετικού συντελεστή φορολόγησης.

Επίσης πρέπει να τονιστεί πως ο δωρητής θα πρέπει να συμπεριλάβει το ποσό της δωρεάς στη φορολογική του δήλωση αφού όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το ποσό αυτό αποτελεί τεκμήριο.

ΣΤ3. Προϋποθέσεις φορολόγησης δωρεάς

Για να επιβληθεί φόρος δωρεάς, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά  οι προϋποθέσεις που ορίζει ο ΑΚ. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:

α) η παροχή ενός περιουσιακού στοιχείου,

β) η συγκεκριμένη παροχή να γίνεται άνευ ανταλλάγματος

γ) να υπάρχει μείωση της περιουσίας του δωρητή με ταυτόχρονη αύξηση της περιουσίας του δωρεοδόχου και αυτό να γίνεται εξαιτίας βουλήσεως του δωρητή.

Ζ. Παράδειγμα τεκμηρίων διαβίωσης και κάλυψης με δωρεά

Έστω ο Χ ο οποίος είναι άγαμος και έχει εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες  10.000€ και από ενοίκια 15.000€, άρα συνολικό πραγματικό εισόδημα 25.000€. Σημειώνεται πως ο Χ δεν έχει υπόλοιπο κεφαλαίου προς ανάλωση από προηγούμενα έτη.

Έστω επίσης πως έχει και ένα διαμέρισμα 100τμ, ένα αυτοκίνητο 1600 κυβικά με πρώτη κυκλοφορία το 2010, ενώ μέσα στο έτος αγόρασε και μετοχές μιας μη εισηγμένης ΑΕ, αξίας 100.000€.

Επομένως τα τεκμήριά διαβίωσης του είναι:

για το διαμέρισμα 4.500€

για το αυτοκίνητο 6.400€,

ελάχιστο ποσό διαβίωσης 3.000€

και το τεκμήριο απόκτησης περιουσιακών στοιχείων είναι 100.000€.

Σύνολο λοιπόν τεκμηρίων 113.900€.

Εάν ο Χ φορολογείτο με βάση το πραγματικό του εισόδημα, δηλαδή τις 25.000€, εκεί θα τελείωνε η φορολογική του υποχρέωση. Αυτό θα αντίβαινε στην αρχή της φορολογικής ισότητας αφού δεν θα είχε εισφέρει στα δημόσια βάρη με βάση τις πραγματικές οικονομικές του δυνάμεις οι οποίες προφανώς είναι μεγαλύτερες από τις δηλωθείσες στην εφορία.

Έρχεται εδώ λοιπόν ο νομοθέτης και αντί ο Χ να φορολογηθεί για τα 25.000€ του πραγματικού του εισοδήματος , φορολογείται με βάση το τεκμαιρόμενο εισόδημά του, δηλαδή τα 113.900€.

Έστω ότι ο πατέρας του Χ δικαιολογεί τα 88.900€ της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του πραγματικού και του τεκμαρτού εισοδήματος,  θα έπρεπε μέχρι 31/12 του οικείου φορολογικού έτους ο Χ να είχε προβεί σε δήλωση φόρου δωρεάς στην αρμόδια ΔΟΥ και το ποσό αυτό να το αναγράψει στη φορολογική του δήλωση ώστε να μη φορολογηθεί επιπλέον. Από την άλλη πλευρά ο πατέρας  θα πρέπει να δηλώσει το δωριζόμενο ποσό στη δική του δήλωση ώστε να υπολογιστούν και τα δικά του τεκμήρια.

Αξίζει να σημειώσουμε πως περιμένουμε να δούμε την ενσωμάτωση και τον τρόπο με τον οποίο θα αξιοποιηθεί το αναμενόμενο περιουσιολόγιο, το οποίο προσπαθεί να θεσπίσει η διοίκηση ώστε με τη δήλωση της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης και όπως αυτή μεταβάλλεται ανά έτος και σε συνδυασμό, με τη χρήση πλαστικού χρήματος και την αυτόματη ανταλλαγή τραπεζικών πληροφοριών μεταξύ των κρατών, οι φορολογικές αρχές να έχουν ένα ισχυρό όπλο απέναντι στη φοροδιαφυγή.


Η φορολογία των δανείων μεταξύ ιδιωτών

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Γιώργου Τεριζή senior accountant της Artion A.E. και του Φίλιππου Ζήρα δικηγόρου της Artion A.E.

Στην Ελληνική οικονομία, ο νόμος επιτρέπει τη σύναψη δανειακής σύμβασης μεταξύ ιδιωτών. Μάλιστα, ο υπόλοιπος αναπτυγμένος ή αναπτυσσόμενος κόσμος αναγνωρίζοντας την ανάγκη των ιδιωτών να εξεύρουν και άλλες μεθόδους χρηματοδότησης εκτός των τραπεζικών ιδρυμάτων, έχει επιτρέψει την χρηματοδότηση και από άλλα σχήματα πέραν των τραπεζικών με μεγάλη μάλιστα επιτυχία. Ας μείνουμε όμως στα ελληνικά δεδομένα. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι φορολογούμενοι για κάλυψη τεκμηρίων απόκτησης περιουσιακών στοιχείων ή τεκμηρίων διαβίωσης επικαλούνται δάνεια που συνήφθησαν μεταξύ ιδιωτών. Ένα σύνολο προϋποθέσεων απαντούν στο ερώτημα πότε μπορεί το δάνειο μεταξύ ιδιωτών να προταχθεί από τον φορολογούμενο για κάλυψη τεκμηρίων.

Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα και το άρθρο 806: «Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.». Το δάνειο αποτελεί παραδοτική σύμβαση και ως τέτοια ανήκει στην κατηγορία των αμφοτεροβαρών συμβάσεων. Ο Αστικός Κώδικας δεν ορίζει συγκεκριμένο τύπο για την κατάρτιση του δανείου οπότε μπορεί να καταρτιστεί έγγραφα ή και προφορικά. (βλ. και ΑΚ 158).

Α. Είδη δανείων

Τα δάνεια χωρίζονται σε δύο κύριες κατηγορίες, τα ιδιωτικά και τα επιχειρηματικά.

  • Ιδιωτικά                         [ Στεγαστικά, Καταναλωτικά  ]                                                         
  • Επιχειρηματικά[1] [Αγορά ακινήτου/επιχείρησης, Ανακαίνιση επιχειρηματικής στέγης, Προμήθεια εμπορευμάτων, Εξόφληση οφειλών]

Β.  Έγγραφη ή προφορική δανειακή σύμβαση

  1. Η δανειακή σύμβαση μπορεί να καταρτισθεί εγγράφως ή προφορικά. Σε περίπτωση που γίνει προφορική κατάρτιση της σύμβασης τότε δεν οφείλεται τέλος χαρτοσήμου αλλά τίθενται ζητήματα απόδειξης για τον δανειστή ως προς την απαίτησή του. Απεναντίας, με την ύπαρξη ιδιωτικού συμφωνητικού καθορίζονται επακριβώς σημαντικά στοιχεία της δανειακής σύμβασης όπως ο σκοπός του δανείου, το επιτόκιο (εντός του νόμιμου ορίου), ο αριθμός και η περιοδικότητα των δόσεων, επιπλέον όροι όπως ποινικές ρήτρες κλπ. Σαν έγγραφο που αποδεικνύει τη σύμβαση λογίζεται και κάθε σχετική εγγραφή στα βιβλία των επιτηδευματιών (άρθρο 12 Ν.Δ. 3717/1957).[2]

Γ. Επίκληση δανείου για κάλυψη τεκμηρίων

Για να χρησιμοποιηθεί το δάνειο υπό την μορφή ιδιωτικού συμφωνητικού για κάλυψη τεκμηρίων θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά και οι παρακάτω προϋποθέσεις:

  1. Ο σκοπός του δανείου να έχει σχέση με το επικαλούμενο τεκμήριο προς κάλυψη
  2. Το έγγραφο πρέπει να φέρει βέβαια χρονολογία θεωρημένη από αρμόδια αρχή
  • Το δάνειο να έχει ληφθεί πριν την πραγματοποίηση της σχετικής δαπάνης (εφόσον το επικαλούμαστε για κάλυψη τεκμηρίου)
  1. Η μη εικονικότητα αυτού. Αυτή μπορεί να αποδειχθεί από το αν ακολουθήθηκαν άλλες ενέργειες που προβλέπει ο νόμος για τη σύναψη ιδ. Δανείου (πχ χαρτοσήμανση, καταβολές δόσεων αποπληρωμής κλπ). Αν τα παραπάνω ισχύουν σωρευτικά, η μη χαρτοσήμανση του δανείου μπορεί να παραβλεφθεί και να γίνει δεκτή η κάλυψη τεκμηρίου από τη Δ.Ο.Υ.

Θα θέλαμε να τονίσουμε σε αυτό το σημείο πως ελεγκτές της εφορίας κατά καιρούς κάνουν αποδεκτά αποδεικτικά από εμβάσματα τραπέζης ή άλλα σχετικά έγγραφα παρεπόμενα μια τραπεζικής συναλλαγής, ως απόδειξη σύναψης δανειακής σύμβασης του συναλλασσόμενου. Έτσι ενίοτε ο φορολογούμενος μπορεί να καλύψει τα τεκμήριά του. Όμως δυστυχώς δεν υπάρχει πάγια τακτική από πλευράς Φορολογικής Διοίκησης στην αξιολόγηση τέτοιων τραεζικών αποδεικτικών. Η θέση μας είναι δεν είναι δυνατόν από άποψη ισονομίας μεταξύ των φορολογούμενων να μην υπάρχει ομοιόμορφη αντιμετώπιση αντίστοιχων περιπτώσεων από όλους τους ελεγκτές και καλούμε το Υπουργείο να εκδώσει σχετική Εγκύκλιο οδηγία για να διασαφηνίσει το θέμα αυτό οριστικά.

Δ. Θεώρηση στη ΔΟΥ – Απόδοση χαρτοσήμου

Η υποχρέωση θεώρησης αφορά τους επιτηδευματίες (πλέον ασκούντες επιχειρηματική δραστηριότητα) και όχι τα λοιπά  φυσικά πρόσωπα οι οποίοι δεν υποβάλλουν για θεώρηση τη σύμβαση αυτή. Ουσιαστικά η θεώρηση του εγγράφου στην Δ.Ο.Υ. αποτελεί η χαρτοσήμανση του δανείου η οποία πρέπει να λάβει χώρα εντός 5 ημερών από την κατάρτιση και υπογραφή του δανείου. Σε περίπτωση σύναψης δανείου μεταξύ ιδιωτών που λειτουργούν ως επιτηδευματίες υποχρεούται βάσει της παρ.16,άρθρου 8 του Ν.1882/1990 για την υποβολή του εν λόγω δανείου στην τριμηνιαία κατάσταση συμφωνητικών (η υποβολή τους γίνεται πλέον ηλεκτρονικά μέσω gsis-ΦΕΚ Β 246/17.2.2015). Η μη υποβολή του δεν επηρεάζει την ισχύ του δανείου όσον αφορά το δικαστικό επίπεδο διεκδικήσεων (ΑΠ 1638/2001).

Δ. Χαρτοσήμανση και απόδοση χαρτοσήμου

Τα δάνεια μεταξύ ιδιωτών και μεταξύ ιδιώτη και επιτηδευματία υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου 3% (+20% υπέρ ΟΓΑ) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων  15 παρ. 5 γ, 15 παρ. 1α , 13παρ. 1α, του Κώδικα Χαρτοσήμου. Το χαρτόσημο αυτό είναι αναλογικό καθώς υπολογίζεται επί της χρηματικής αξίας που αναφέρεται στη δανειακή σύμβαση(άρθρο 2 του Π.Δ. της 28.7.1931/1931). Χαρτόσημο επίσης οφείλεται και από την εξόφληση των τόκων της δανειακής σύμβασης. Τα δάνεια που συνάπτονται και εκτελούνται στην αλλοδαπή απαλλάσσονται του τέλους χαρτοσήμου (οι καταβολές του δεν γίνονται σε ημεδαπό τραπ. κατάστημα). Επιπλέον αν συναφθεί έντοκο δάνειο και το προϊόν του δανείου ο οφειλέτης το δανειοδοτήσει περαιτέρω σε τρίτους εντόκως, θα οφείλονται τέλη χαρτοσήμου επί των τόκων και των δύο δανείων, γιατί απορρέουν από δύο διαφορετικές και αυτοτελείς δανειακές συμβάσεις. Όσον αφορά τα δάνεια στα οποία συμβάλλεται άτομο με την επιχειρηματική του ιδιότητα , η απόδοση του οφειλόμενου χαρτοσήμου γίνεται εντός του πρώτου δεκαπενθήμερου του επόμενου μήνα που έγινε η εγγραφή στα λογιστικά βιβλία (άρθρο 3 του Π.Δ. της 28.7.1931/1931). Το αποδεικτικό πληρωμής υπέρ Δημοσίου για το τέλος χαρτοσήμου πρέπει να αναφέρει τα ουσιώδη στοιχεία της δανειακής σύμβασης και να προσαρτάται επί αυτής. Υπόχρεος απόδοσης χαρτοσήμου είναι αυτός που καθορίζεται ελεύθερα από την σύμβαση. Σε περίπτωση μη καθορισμού αυτό καταβάλλεται από τον οφειλέτη του δανείου.

Ε. Υπολογισμός , δήλωση και φορολόγηση τόκων. Ύψος επιτοκίου και άτοκος δανεισμός.

Εκτός από την υποχρέωση απόδοσης του κεφαλαίου, ο δανειολήπτης ενδέχεται να υποχρεούται σε καταβολή τόκων.

Ε1. Άτοκο δάνειο

Τόκοι δεν οφείλονται οπωσδήποτε, το δάνειο δηλαδή, καθαυτό, μπορεί να είναι άτοκο. Ακόμη και σε περίπτωση άτοκου δανείου, αν ο οφειλέτης καταστεί υπερήμερος ως προς την αποπληρωμή του, ο δανειστής μπορεί να απαιτήσει τόκους υπερημερίας. Το επιτόκιο πρέπει να συμβαδίζει των συναλλακτικών ηθών και να μην είναι καταχρηστικό. Αν το δάνειο είναι άτοκο η φορολογική αρχή μπορεί να αναζητήσει τεκμαρτούς τόκους ως εισόδημα του δανειστή. Οι τεκμαρτοί τόκοι μπορεί να υπολογιστούν βάσει του ελάχιστου επιτοκίου που ισχύει στα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας παρά την μη πρόβλεψη που υπάρχει για το θέμα αυτό στον Ν.4172/2013.

Ε2.Φορολόγηση έντοκου δανείου

Οι τόκοι θα φορολογηθούν στο όνομα του δανειστή ως εισόδημα, βάσει των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 40 του ΚΦΕ, με συντελεστή 15%. Στους φορολογητέους τόκους συμπεριλαμβάνονται και τυχόν τόκοι υπερημερίας που μπορεί να απορρέουν από το ιδιωτικό συμφωνητικό.

Ε3. Φορολογική δήλωση εισοδήματος από τόκους

Το ποσό του δανείου που θα δοθεί από τον δανειστή στον δανειζόμενο αποτελεί τεκμήριο διαβίωσης και θα πρέπει να δικαιολογείται από τα εισοδήματα του έτους ή από εισοδήματα παρελθόντων ετών και θα καταχωρηθεί στην δήλωση της οικείας χρονιάς  στον κωδικό 759-760 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος το ποσό που αφορά το χρεολύσιο στον κωδικό  781-782 και το ποσό των τόκων στους κωδικούς 667-668.

Από την πλευρά του δανειζόμενου το ποσό της επιστροφής του δανείου και οι τόκοι-τόκοι υπερημερίας που μπορεί να προκύψουν από αυτό αποτελεί τεκμήριο και θα καταχωρηθεί στους κωδικούς 727-728 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Στην περίπτωση που το δάνειο είναι άτοκο ως τοκοχρεωλυτική απόσβεση δανείου και συνεπώς ως τεκμήριο διαβίωσης θα υπολογιστεί μόνο το ποσό της αποπληρωμής δόσης του δανείου. Το αρχικό ποσό του δανείου που θα χρησιμοποιηθεί ως κάλυψη τεκμηρίων θα καταγραφεί στον κωδικό 781-782.

[1] Επιχειρηματικά είναι τα δάνεια που χορηγούνται προς ατομικές επιχειρήσεις, προσωπικές εταιρίες και κεφαλαιουχικές εταιρείες. Ας σημειώσουμε εδώ πως το δάνειο που λαμβάνει η ατομική επιχείρηση-ελεύθερος επαγγελματίας είναι επιχειρηματικό εφόσον σκοπός του είναι η υποστήριξη των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων. Το παραπάνω πήρξε ζήτημα που απασχόλησε έντονα τα δικαστήρια καθώς πολλοί υπήρξαν οι επαγγελματίες που για να ενταχθούν στον νόμο Κατσέλη προσπάθησαν να παρουσιάσουν τον δανεισμό τους ως ιδιωτικό και όχι επιχειρηματικό.

[2] Εδώ υπάρχει ένα θέμα για το αν καταγραφή που έγινε σε βιβλία εταιρείας για δανειακή σύμβαση (που μπορεί να καταρτίστηκε και να εξοφλήθηκε στο εξωτερικό) τεκμαίρεται ότι η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε στην Ελλάδα οπότε φορολογείται και στην Ελλάδα, μια άποψη που εντάσσεται στην πάγια θέση της Διοίκησης ότι θεωρεί εκ των προτέρων φοροφυγά τον ιδιώτη επιχειρηματία και τον υποχρεώνει να αποδεικνύει την αθωότητά του αντί η αθωότητά του να αποτελεί το τεκμήριο. Προτείνουμε να ανατρέξετε στις αποφάσεις του ΣτΕ 3639/2013 και 124/2014 όπου υποστηρίζεται πως το τέλος χαρτοσήμου είναι καταβλητέο επί συμβάσεων των οποίων η εξόφληση γίνεται στην Ελλάδα (ακόμη κι αν η εντολή του εμβάσματος δίδεται από το εξωτερικό αλλά ο τελικός παραλήπτης λογαριασμός είναι ελληνικός).


Το νέο φορολογικό ποινολόγιο μετά τον ν.4337/2015

Tης Μαρίας Πουρνιά, Partner και Διευθύντρια του τμήματος Φορολογίας Φυσικών Προσώπων της Artion ΑΕ

Η ψήφιση του ν.4337/2015 επέφερε αρκετές αλλαγές και προσθήκες στα φλέγοντα άρθρα των προστίμων του Κώδικα Φορολογικών Διαδικασιών και αφορά ελέγχους και πρόστιμα που έλαβαν χώρα μετά την κατάθεση του νέου νόμου και για παραβάσεις φορολογικών ετών μετά την 31η Δεκεμβρίου 2013. Οι νέες αυτές διατάξεις έχουν εφαρμογή εφόσον συνεπάγονται ευνοϊκότερο καθεστώς από τις προηγούμενες για τον υπόχρεο (άρθρο 7 παρ. 1 ν.4337/2015). Αξίζει να σημειώσουμε την δυνατότητα που δίνει στον φορολογούμενο ο νόμος για εκκρεμείς ενώπιον δικαστηρίων ή της διεύθυνσης επίλυσης διαφορών υποθέσεις, να υπαγάγει την περίπτωσή του στο νέο καθεστώς και με ανέκκλητη δήλωσή του να αποδεχτεί να υπαχθεί στις νέες διατάξεις και να καταβάλει εντός δύο εργάσιμων ημερών (από την αποδοχή υπαγωγής) την νεοπροσδιορισθείσα οφειλή του. Στην ανάλυση μας επεξηγούμε και παραθέτουμε παραδείγματα για την σημερινή ισχύ των άρθρων 53 – 54 – 58 – 58α και 59 του ν.4174/2013.

Ο γενικός κανόνας είναι πως:

  • Εάν η δήλωση υποβληθεί έως την έκδοση της εντολής ελέγχου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 54
  • Εάν η δήλωση υποβληθεί μετά την έκδοση της εντολής ελέγχου εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 58, 58Α και 59, κατά περίπτωση

Τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής – άρθρο 53 ν.4174/2013

Σε κάθε περίπτωση μη καταβολής φόρου υπολογίζεται από την επόμενη μέρα της λήξης της ημερομηνίας καταβολής, τόκος επί του οφειλόμενου ποσού. Ο Υπουργός Οικονομικών με απόφασή του, ορίζει τα επιτόκια υπολογισμού τόκων. Το ετήσιο επιτόκιο που έχει καθοριστεί είναι 8,76%, το αντίστοιχο μηνιαίο επιτόκιο είναι 0,73% (8,76% / 12 μήνες) και ισχύει μέχρι 31/12/2017.

Διαδικαστικές παραβάσεις – άρθρο 54 ν.4174/2013

Ο ν. 4337/2015 επέφερε αλλαγές στο άρθρο 54 το οποίο εφαρμόζεται πλέον και για την φορολογία κεφαλαίου και αναλύεται ως έξης:

1) Φορολογούμενος ο οποίος δεν είναι υπόχρεος στην τήρηση λογιστικών βιβλίων

Επιβάλλεται πρόστιμο 100 ευρώ στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση ή υποβάλει ελλιπή δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογική δήλωση από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση καταβολής φόρου, π.χ. εκπρόθεσμη υποβολή Ε9 ή ακόμα και εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος από την οποία προκύπτει μηδενικός φόρος ή επιστροφή,
  • δεν υποβάλλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου,
  • δεν ανταποκριθεί σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων,

Επιβάλλεται πρόστιμο 2.500 ευρώ στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • δεν συνεργαστεί στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου π.χ. μη προσκόμιση στοιχείων σε φορολογικό έλεγχο
  • δεν προβαίνει σε εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ή εγγράφεται στο φορολογικό μητρώο περισσότερες φορές
  • δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του κατά το άρθρο 13 – Βιβλία και Στοιχεία του ν. 4174/2013, π.χ. μη έκδοση στοιχείου

2) Φορολογούμενος που τηρεί βιβλία με απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα (Απλογραφικά βιβλία) πρώην β’ κατηγορίας βιβλία

Επιβάλλεται πρόστιμο 100 ευρώ στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα ή υποβάλει ελλιπή δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογική δήλωση από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση καταβολής φόρου π.χ. εκπρόθεσμη κατάθεση τριμηνιαίων καταστάσεων συμφωνητικών

Επιβάλλεται πρόστιμο 250 ευρώ στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση π.χ. εκπρόθεσμη υποβολή φορολογικής δήλωσης
  • δεν υποβάλλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου π.χ. μη υποβολή φόρου μισθωτών υπηρεσιών
  • δεν ανταποκριθεί σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων
  • δεν γνωστοποιήσει στη Φορολογική Διοίκηση το διορισμό του φορολογικού εκπροσώπου του

Επιβάλλεται πρόστιμο 2.500 ευρώ στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • δεν συνεργαστεί στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου
  • δεν προβαίνει σε εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ή εγγράφεται στο φορολογικό μητρώο περισσότερες φορές
  • δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του κατά το άρθρο 13 – Βιβλία και Στοιχεία του ν. 4174/2013, π.χ. μη έκδοση στοιχείου.

3) Φορολογούμενος που τηρεί βιβλία με πλήρη λογιστικά πρότυπα (Διπλογραφικά βιβλία) πρώην Γ’ κατηγορίας βιβλία

Επιβάλλεται πρόστιμο 100 ευρώ στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα ή υποβάλει ελλιπή δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογική δήλωση από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση καταβολής φόρου, π.χ. εκπρόθεσμη αλλαγή στο μητρώο έναρξης ενδοκοινοτικών συναλλαγών

Επιβάλλεται πρόστιμο 500 ευρώ στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση π.χ. μη υποβολή φορολογικής δήλωσης
  • δεν υποβάλλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου π.χ. εκπρόθεσμη υποβολή παρακρατούμενων φόρων από επιχειρηματική δραστηριότητα
  • δεν ανταποκριθεί σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων
  • δεν γνωστοποιήσει στη Φορολογική Διοίκηση το διορισμό του φορολογικού εκπροσώπου του

Επιβάλλεται πρόστιμο 2.500 ευρώ στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • δεν συνεργαστεί στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου
  • δεν προβαίνει σε εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ή εγγράφεται στο φορολογικό μητρώο περισσότερες φορές
  • δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του κατά το άρθρο 13 – Βιβλία και Στοιχεία του ν.4174/2013, π.χ. μη έκδοση στοιχείου.
  • Δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης ΦΠΑ ή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου, εφόσον η σχετική αρχική δήλωση έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα.
  •  Σε περίπτωση διαπίστωσης, στο πλαίσιο ελέγχου, εκ νέου διάπραξης της ίδιας παράβασης, εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, τα σύμφωνα με το παρόν άρθρο πρόστιμα επιβάλλονται στο διπλάσιο και, στην περίπτωση κάθε επόμενης ίδιας παράβασης, στο τετραπλάσιο του αρχικώς επιβληθέντος προστίμου.

Μια σημαντική αλλαγή που επέφερε η ψήφιση του ν.4337/2015 είναι ότι τα άρθρα 58 – 58α και 59 του ν.4174/2013 ισχύουν μόνο εφόσον διαπιστωθούν από έλεγχο με βάση την περίπτωση 7 του άρθρου 62 ν.4174/2013. Με βάση την ίδια περίπτωση δεν επιβάλλεται το άρθρο 58 ταυτόχρονα με την επιβολή των άρθρων 58α και 59.

  • Πρόστιμο ανακριβούς ή μη υποβολής δήλωσης – άρθρο 58 ν.4174/2013

Τα πρόστιμα για τις παραβάσεις του άρθρου 58 αναλύονται ως εξής:

Α) Υποβολή δήλωσης με διαφορά στον φόρο που καταβλήθηκε:

  • δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό από πέντε (5%) έως είκοσι (20%) τοις εκατό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση, π.χ.  υποβολή δήλωσης με βεβαίωση φόρου 1.000,00 ευρώ, κατά την διενέργεια έλεγχου προκύπτει βεβαίωση φόρου 1.150,00 ευρώ, το πρόστιμο ανέρχεται στο ύψος 15,00 ευρώ (150,00 Χ 10%).
  • είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό από είκοσι τοις εκατό (20%) έως πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση, π.χ.  υποβολή δήλωσης με βεβαίωση φόρου 1.000,00 ευρώ, κατά την διενέργεια έλεγχου προκύπτει βεβαίωση φόρου 1.400,00 ευρώ, το πρόστιμο ανέρχεται στο ύψος 100,00 ευρώ (400,00 Χ 25%).
  • πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση. π.χ.  υποβολή δήλωσης με βεβαίωση φόρου 1.000,00 ευρώ, κατά την διενέργεια έλεγχου προκύπτει βεβαίωση φόρου 1.600,00 ευρώ, το πρόστιμο ανέρχεται στο ύψος 300,00 ευρώ (600,00 Χ 50%).

Β) Μη υποβολή δήλωσης με καταβολή φόρου

  • επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού του φόρου που αναλογεί στη μη υποβληθείσα δήλωση. π.χ.  μη υποβολή δήλωσης με υποχρέωση φόρου 2.000,00 ευρώ, μετά την διενέργεια έλεγχου, το πρόστιμο ανέρχεται στο ύψος 1.000,00 ευρώ (2.000,00 Χ 50%).
  • Πρόστιμα για παραβάσεις σχετικές με τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας – άρθρο 58α v.4174/2013

Τα πρόστιμα για τις παραβάσεις του άρθρου 58α αναλύονται ως εξής:

  1. Σε περίπτωση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχείου για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ,
  • επιβάλλεται πρόστιμο πενήντα τοις εκατό (50%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα. π.χ. μη έκδοση τιμολογίου ύψους 10.000 ευρώ ΦΠΑ 2.300 επιβληθέν πρόστιμο 2.300 Χ 50% = 1.150 ευρώ
  1. Σε περίπτωση υποβολής ανακριβών δηλώσεων ή μη υποβολή δηλώσεων, υποβολή δηλώσεων, με συνέπεια τη μη απόδοση ή τη μειωμένη απόδοση ή την επιπλέον έκπτωση ή επιστροφή ΦΠΑ,
  • επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού του φόρου που θα προέκυπτε από την μη υποβληθείσα δήλωση ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα.
  1. Σε περίπτωση άσκησης οικονομικής δραστηριότητας χωρίς να έχει υποβληθεί δήλωση έναρξης εργασιών, παρά την ύπαρξη σχετικής υποχρέωσης,
  • επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού του ΦΠΑ που θα έπρεπε να είχε αποδοθεί για όλη τη διάρκεια λειτουργίας της οικονομικής δραστηριότητας.
  1. Σε κάθε πρόσωπο μη υπόχρεο σε υποβολή δηλώσεων ΦΠΑ που εκδίδει φορολογικά στοιχεία με ΦΠΑ, χωρίς να έχει τέτοια υποχρέωση,
  • επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί του αναγραφόμενου φόρου που δεν αποδόθηκε.
  • Πρόστιμα σχετικά με τους παρακρατούμενους φόρους – άρθρο 59 ν.4174/2013

Για τις παραβάσεις του άρθρου 59 σχετικές με παρακρατούμενους φόρους οι οποίες διαπιστώνονται κατόπιν ελέγχου, επιβάλλονται τα ακόλουθα πρόστιμα:

  1. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης παρακρατούμενου φόρου από την οποία θα προέκυπτε υποχρέωση απόδοσης φόρου,
  • επιβάλλεται πρόστιμο ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού του φόρου που αναλογεί στη μη υποβληθείσα δήλωση.
  1. Σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς δήλωσης παρακρατούμενου φόρου,
  • επιβάλλεται πρόστιμο ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) επί της διαφοράς του φόρου.

Παραδείγματα

  1. Υποχρέωση υποβολής Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών φορολογικής περιόδου Σεπτέμβριος 2015 ύψους 2000 ευρώ. Η οντότητα τηρεί απλογραφικά βιβλία.

Η δήλωση έπρεπε να υποβληθεί 30 Νοεμβρίου 2015 και εκ παραδρομής υποβάλλεται 31 Ιανουαρίου 2016 (62 μέρες καθυστέρηση ή 2 μήνες καθυστέρηση )

Τα πρόστιμα που θα επιβληθούν είναι τα κάτωθι:

  • Τόκος εκπρόθεσμης υποβολής (άρθρο 55)

υπολογισμός (2.000,00 Χ 8,76% Χ 2/12) =                                         29,20

  • Αυτοτελές πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής (άρθρο 54)          250,00

Συνολικό ποσό προστίμων = 279,20

  1. Στο παράδειγμά μας στην περίπτωση που η οντότητα τηρεί διπλογραφικά βιβλία τα πρόστιμα της περίπτωσης 1 (της εκπρόθεσμης κατάθεσης) υπολογίζονται ως εξής:
  • Τόκος εκπρόθεσμης υποβολής (άρθρο 55)

υπολογισμός (2.000,00 Χ 8,76% Χ 2/12) =                                         29,20

  • Αυτοτελές πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής (άρθρο 54)          500,00

 

Συνολικό ποσό προστίμων = 529,20


Εγγυητές – Υποχρεώσεις και Δικαιώματα

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Φίλιππου Ζήρα δικηγόρου της Artion A.E.

Η αύξηση των κόκκινων δανείων, έφερε στην επιφάνεια  τα προβλήματα που σχετίζονται με τις ευθύνες των εγγυητών. Η διόγκωση των κόκκινων δανείων και ο αγώνας δρόμου των τραπεζών για τη διαχείρισή τους, ώστε να περιοριστούν οι κεφαλαιακές τους ανάγκες οδηγεί στις πόρτες των εγγυητών (συχνά συγγενών), οι οποίοι καλούνται να αποπληρώσουν ολόκληρο το απαιτούμενο ποσό.

Το πρόβλημα των εγκλωβισμένων εγγυητών σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είναι δεδομένα μεγάλο και αφορά εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, συνήθως μάλιστα συγγενικά πρόσωπα των δανειοληπτών για χάρη των οποίων έθεσαν την περιουσία τους υπέγγυα στους δανειστές.

Οι εγγυητές δανείων (σύζυγοι, τέκνα, γονείς, οικογενειακοί φίλοι ή άλλοι τρίτοι) κάτω από συναισθηματική πίεση υπέγραψαν ως εγγυητές και όπως είναι φυσικό δεν έλεγξαν την οικονομική δυνατότητα και την φερεγγυότητα αυτού για τον οποίο εγγυήθηκαν, είναι σίγουρα περισσότεροι από τους δανειολήπτες και είναι τα πραγματικά θύματα της κακής διαχείρισης από μέρους των τραπεζών, αλλά και της πολύ κακής εποπτείας του τραπεζικού συστήματος, οι οποίες Τράπεζες κατά τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων δεν ήλεγχαν το αξιόχρεο του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή και χορηγούσαν άκριτα τα δάνεια. Όμως οι εγγυητές είναι επίσης θύματα ενός απαρχαιωμένου νομοθετικού πλαισίου δανειοδότησης, εγγυήσεων και εκποιήσεων.

 Οι ευθύνες των Τραπεζών

Εμείς όμως θα σταθούμε και στις πιθανές ευθύνες των τραπεζικών ιδρυμάτων  για τα χορηγηθέντα δάνεια και τις συμβάσεις εγγυητών. Οι επενδυτικές αποφάσεις (δανεισμός) είναι τόσο καλές όσο και η πληροφόρηση πάνω στην οποία στηρίζονται. Η ύπαρξη ενός εγγυητή με περιουσία που δεχόταν να υπογράψει τη σύμβαση ήταν αρκετή ώστε να χορηγηθεί το δάνειο. Είναι εκτός λογικής, ένα συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο να εγγυάται ένα  πρωτοφειλέτη , ο οποίος εν γνώσει του δανειστή είναι αφερέγγυος και δεν πρόκειται να εξοφλήσει την οφειλή να μπαίνει εγγυητής.

Έλεγχος πιστοληπτικής ικανότητας δανειολήπτη

Ειδικά για τα καταναλωτικά δάνεια, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΥΑ 699/2010,η οποία ενσωμάτωσε στην  Ελλάδα την υπ αριθμό 2008/48/ΕΚ οδηγία για την καταναλωτική πίστη , θεσπίζεται ρητά η υποχρέωση του πιστωτή για έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας και φερεγγυότητας του δανειολήπτη πριν την παροχή της πίστωσης με τον υπολογισμό του πιστωτικού κινδύνου του κάθε δανεισμού.   Το πιστωτικό ίδρυμα, σε αρκετές περιπτώσεις είχε αποδείξεις ή πολύ σοβαρές ενδείξεις και ασφαλείς πληροφορίες από τις τράπεζες πληροφοριών για την συμπεριφορά του οφειλέτη, τις οποίες αγνόησε, και για την εξασφάλισή του ενέπλεξε τον αδαή εγγυητή , που σε πολλές περιπτώσεις δεν είχε κανένα όφελος.

Εγγυητής σε ρύθμιση οφειλών

Εγκληματική επίσης, η εμπλοκή  από τις τράπεζες, των εγγυητών (συνήθως συγγενών) οι οποίοι παραπλανήθηκαν και  υπέγραψαν ως εγγυητές σε ρύθμιση οφειλών. Στις περιπτώσεις αυτές οι τράπεζες γνώριζαν με μαθηματική ακρίβεια τις δυνατότητες και την φερεγγυότητα των  δανειοληπτών και τις αιτίες καθυστέρησης αποπληρωμής των δανείων που αναπότρεπτα θα οδηγούσαν τελικά στην εξασφάλιση της απαίτησης από τον εγγυητή.

Εμπράγματη ασφάλεια εγγυητών (προσημείωση υποθήκης)

Επίσης θα πρέπει να επισημανθούν και οι περιπτώσεις  , όπου οι εγγυητές προσέφεραν προσημείωση υποθήκης σε συγκεκριμένο ακίνητο και όχι εγγύηση με όλη τους την περιουσία. (Απόφαση 1096/2006 Α.Π.).

Οι όροι και η υπογραφή της σύμβασης εγγύησης

Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εγγυητές δεν γνωρίζουν ότι ο εγγυητής ευθύνεται με όλη την περιουσία του και φυσικά είναι ψιλά γράμματα για τον εγγυητή ο επιβαλλόμενος στη σύμβαση όρος περί παραίτησης από την ένσταση διζήσεως.

Η νομολογία διίσταται για το κατά πόσο πρέπει να επεξηγείται εντός της σύμβασης η έννοια του όρου αυτού ή αρκεί η απλή αναφορά του. Κατά την υπογραφή των συμβάσεων, οι υπάλληλοι των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν έθεταν (ακόμη και σήμερα) σε γνώση των εγγυητών τις υποχρεώσεις, αλλά αντιθέτως επηρέαζαν τον εγγυητή (τέκνο ή σύζυγο) να βάλει στη σύμβαση «για τυπικούς λόγους» μια υπογραφή.

Υπήρξαν ακόμη και περιπτώσεις που οι συμβάσεις υπογράφονταν δια περιφοράς στη κουζίνα της  συζύγου νοικοκυράς.  Όπως είναι φυσικό, η κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερη και έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όμως, τα πιστωτικά ιδρύματα στέκονται (κρύβονται) πίσω από τις συνηθισμένες ρήτρες που υπάρχουν σε προδιατυπωμένους  όρους συμβάσεων, όροι οι οποίοι έχουν κριθεί κατ’ επανάληψη καταχρηστικοί από την Δικαιοσύνη.

Εκπρόθεσμες ενέργειες και καθυστερημένη ενημέρωση εγγυητή από Τράπεζα

Ένα άλλο προς εξέταση θέμα είναι, οι ενέργειες των πιστωτικών ιδρυμάτων και η καθυστέρηση λήψης των απαραιτήτων μέτρων έναντι των οφειλετών.  Υπάρχουν, σωρεία περιπτώσεων που οι δανειστές (τράπεζες) δεν κινήθηκαν έγκαιρα κατά των πρωτοφειλετών.

Σιωπηρές παρατάσεις που φθάνουν και ολόκληρα έτη ενώ οι τόκοι δανεισμού έτρεχαν κανονικά. Σε άλλες περιπτώσεις ρύθμισης δεν κλήθηκαν οι εγγυητές όπως και θα έπρεπε αφού ο εγγυητής μπορούσε να προβάλει ενστάσεις ή εναλλακτικές μεθόδους εξόφλησης της οφειλής με βάση το δικό του έννομο συμφέρον. Επίσης δεν ενημέρωσαν έγκαιρα και εγγράφως (ως όφειλαν) τους εγγυητές, ότι οι οφειλέτες είναι σε κακή οικονομική κατάσταση και δεν εξυπηρετούν  τα δάνεια.

Υπάρχουν περιπτώσεις, που οι εγγυητές ενημερώθηκαν όταν ξεκίνησαν μέτρα εναντίον τους.  Η νομοθεσία, που διέπει τους εγγυητές (άρθρο 12, Ν.197/2003) , αναφέρει ότι «..σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του, για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων από τον πρωτοφειλέτη.».

Αν η τράπεζα, δεν ενημερώσει τον εγγυητή, τότε ο εγγυητής προφανώς δεν είναι υπεύθυνος για οποιαδήποτε αύξηση του δανείου λόγω τόκων, τόκων υπερημερίας και άλλων επιβαρύνσεων. Θα μπορούσε να καταβάλει αυτός τις οφειλές και να είχε αποφύγει τους πρόσθετους τόκους , τους τόκους υπερημερίας και τις λοιπές επιβαρύνσεις και με βάση το αναγωγικό του δικαίωμα (ΑΚ 858) να διευθετήσει την απαίτησή του από τον πρωτοφειλέτη με δικούς του όρους.

Ο εγγυητής, δεν μπορεί να γνωρίζει την συνέπεια του οφειλέτη απέναντι στην Τράπεζα και τις δόσεις του. Για την ενημέρωση αυτή αποκλειστικά αρμόδια και παράλληλα υποχρεωμένη είναι η Τράπεζα. Ο εγγυητής δεν έχει άλλη πρόσβαση στην έγκαιρη ενημέρωση.

Εγγυητής και νόμος Κατσέλη (υπερχρεωμένα)

Όπως προαναφέρθηκε, ο εγγυητής έχει υποχρέωση για την καταβολή ολοκλήρου του δανείου που έχει εγγυηθεί, ξεχωριστά από τον κυρίως οφειλέτη και εδώ πρέπει να επισημάνουμε τα εξής: Έστω, ότι ο κύριος οφειλέτης προσφύγει στο Δικαστήριο και εκδοθεί μια ευνοϊκή απόφαση για αυτόν (π.χ. υπερχρεωμένα), τότε ο εγγυητής δεν προστατεύεται από την απόφαση αυτή και πρέπει να κάνει ξεχωριστή αίτηση και ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση θα εκδοθεί η απόφαση, η οποία μπορεί να είναι διαφορετική, ίσως μη απαλλακτική, σε σχέση με του κυρίως οφειλέτη.

Για παράδειγμα μπορεί ο σύζυγος να υπαχθεί στο νόμο και να κουρευτεί το χρέος του αλλά η εγγυήτρια σύζυγος δεν υπάγεται αυτόματα με μόνη την αίτηση του οφειλέτη συζύγου της. Δηλαδή, ένα πιθανό κούρεμα των οφειλών του πρωτοφειλέτη θα  το καταβάλει ο εγγυητής ο οποίος εγγυήθηκε για ολόκληρο το ποσό.

Για παράδειγμα πρωτοφειλέτης με οφειλή 50.000 του κουρεύει το δικαστήριο το χρέος κατά 20.000 ευρώ. Αυτά τα 20.000 ευρώ θα τα καταβάλει ο εγγυητής που είχε εγγυηθεί για τα 50.000 ευρώ.

Εγγύηση και κληρονόμοι-συγγενείς εγγυητή

Πρέπει, επίσης να επισημανθεί ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εγγύησης (η οποία υπάγεται στη γενική παραγραφή του ΑΚ) επηρεάζει και τους συγγενείς ή κληρονόμους των εγγυητών. Πολλοί σύζυγοι, δεν γνωρίζουν ότι το έτερο ήμισυ είναι εγγυητής σε δάνειο συγγενικού ή φιλικού προσώπου. Είναι χιλιάδες οι οικογένειες που αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί πληθώρα ενδοοικογενειακών ερίδων και αντιπαραθέσεις μεταξύ συγγενών και φίλων. Η άσχημη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τους «εγκλωβισμένους» εγγυητές θα έχει τεράστιο κοινωνικό κόστος. Αξιοσημείωτο είναι , ότι σε πολλές άλλες χώρες δεν υπάρχουν εγγυητές ούτε προσωπικές εγγυήσεις. Στις χώρες αυτές, οι τράπεζες δεν ζητούν προσωπικές εγγυήσεις διότι μπορούν να εκποιήσουν τις ενυπόθηκες εξασφαλίσεις (των οφειλετών) σε σύντομο χρονικό διάστημα και εισπράττουν τα οφειλόμενα.

Η επιτάχυνση των εκποιήσεων είναι μια ορθή πρακτική, αλλά η περίοδος που διανύουμε είναι απαγορευτική για τέτοιες λύσεις ειδικά όταν για να εξοφληθεί η οφειλή θα λαμβάνεται υπόψη το τελικό πλειστηρίασμα το οποίο με βάση την αγορά σε πολλές περιπτώσεις δεν θα καλύπτει την οφειλή, με άλλα λόγια μπορεί κάποιου να του πλειστηριάσουν το σπίτι και πάλι να μην εξοφλήσει.

Πως μπορεί να αντιδράσει ένας εγγυητής ; 

Κάθε εγγυητής, θα πρέπει να γνωρίζει ότι βάσει νόμου, έχει δικαιώματα, και ανάλογα την περίπτωση μπορεί να επιλέξει την υπερασπιστική του γραμμή. Άλλωστε ο εγγυητής δανείου προστατεύεται από τις διατάξεις του νόμου περί Προστασίας Καταναλωτή όπως προκύπτει από το άρθρο 1 παράγραφος 4 του ν.2251/1994. Πολλές συμβάσεις πάσχουν ελαττωμάτων. Ενδεικτικά αναφέρουμε  μερικές περιπτώσεις  που θα μπορούσαν να ακυρώσουν μια σύμβαση εγγύησης ή δικαστικά να δικαιώσουν έναν εγγυητή:

  • δόλος για εξαπάτησή του κατά την υπογραφή της σύμβασης,
  • καθυστέρηση στη λήψη μέτρων κατά του οφειλέτη,
  •  υπέρογκοι τόκοι συναλλαγής ή άλλοι καταχρηστικοί όροι,
  •  απόκρυψη από τον εγγυητή ουσιωδών περιστατικών ή στοιχείων για τη κατάσταση του πρωτοφειλέτη ή των υποχρεώσεών του
  • η μη έγκαιρη ενημέρωση για την πορεία αποπληρωμής του δανείου και την φερεγγυότητα του οφειλέτη
  • πλάνη μεταξύ βούλησης και δήλωσης κατά την υπογραφή

Είναι εκτός λογικής, ένα συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο να εγγυάται για ένα  πρωτοφειλέτη , ο οποίος εν γνώσει του δανειστή είναι αφερέγγυος και δεν πρόκειται να εξοφλήσει την οφειλή. Κάθε περίπτωση όμως είναι ξεχωριστή και χρήζει της δικής της προσέγγισης για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εγγυητών που βρίσκονται άθελά τους συνήθως  να αντιμετωπίζουν τους μηχανισμούς των τραπεζών.


Φορολογία στα κοινά αποκτήματα συζύγων

Του Γιώργου Δαλιάνη

Σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 1400, του Αστικού Κώδικα, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή υπάρχει διάσταση των συζύγων διάρκειας μεγαλύτερης των τριών ετών και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτής της περιουσίας, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης , το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται δε, ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο (1/3) της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή µε διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.

Η ικανοποίηση της απαίτησης του δικαιούχου, εάν είναι χρηματική ή συνίσταται σε παροχή κινητού πράγματος, υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου 3,6%. Εάν όμως συνίσταται σε μεταβίβαση ακινήτου, υπόκειται σε φόρο μεταβίβασης (ΦΜΑ) βλ. Υπουργείο Οικονομικών Κ 6728/86, ΠΟΛ 282.

Η επίλυση της διαφοράς μπορεί να γίνει με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, αλλά και συμβιβαστικά. Σε κάθε όμως, περίπτωση πρέπει να αποδεικνύεται όχι μόνο η ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης που αναγνωρίστηκε με δικαστική ή με σύμβαση μεταξύ δικαιούχου ή υπόχρεου, αλλά και η εξόφληση της απαίτησης αυτής με συμβολαιογραφικό έγγραφο το οποίο ως δημόσιο έγγραφο παρέχει τα εχέγγυα διασφάλισης του δικαιώματος του Δημοσίου από τα τέλη χαρτοσήμου 3,6%, όταν η παροχή αφορά απόδοση στο δικαιούχο χρήματα ή κινητά περιουσιακά στοιχεία.

Ο υπολογισμός της αξίας των μεταβιβαζόμενων ακινήτων γίνεται βάσει των αντικειμενικών αξιών. Αν, αντί της μεταβίβασης ακινήτου, αποδίδεται στο δικαιούχο χρηματική παροχή, ή παροχή κινητού πράγματος, δεν ανακύπτει φορολογική υποχρέωση (εισόδημα ή δωρεά), αφού η παροχή αυτή αποτελεί εκπλήρωση προβλεπόμενης από το νόμο υποχρέωσης. Τούτο βεβαίως θα πρέπει να ισχύει εφόσον αποδεδειγμένα η χρηματική αυτή παροχή που δίδεται στο δικαιούχο σύζυγο αντιπροσωπεύει την συμβολή αυτού στην αύξηση τη περιουσίας του άλλου συζύγου η οποία τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο (1/3) της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη, ή μικρότερη, ή καμία συμβολή. Δεδομένου δε ότι το Δημόσιο, δεν δεσμεύεται από το δικαστικό δεδικασμένο ( απόφαση 728/1984 των νομικών συμβούλων του Δημοσίου) και εφόσον ο έφορος διαθέτει ικανά στοιχεία ανταπόδειξη του νόμιμου τεκμηρίου του άρθρου 1400 ΑΚ, τότε ως προς το υπερβάλλον χρηματικό ποσό ( δηλαδή από το ποσό που δεν αφορά σε πραγματική συμβολή σε επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου) θα ανακύπτει ζήτημα φορολογίας δωρεάς.

Κληρονομείται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου ;

Στο άρθρο 1401 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Η αξίωση του άρθρου 1400, δεν γεννιέται σε περίπτωση θανάτου, στο πρόσωπο κληρονόμων του συζύγου που πέθανε. Επίσης δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωριστεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί αγωγή. Η αξίωση παραγράφεται δύο χρόνια μετά την λύση ή ακύρωση του γάμου».                                   Εάν ο γάμος λυθεί με το θάνατο του ενός συζύγου, η αξίωση του επιζώντος για συμμετοχή στα κοινά αποκτήματα κατευθύνεται κατά των κληρονόμων του θανόντος, καθένας από τους οποίους βαρύνεται με την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής από το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας (βλ. ΠΟΛ 1082/2004).

Το ύψος της αξίωσης πρέπει να καθορίζεται με τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου ή με συμβιβασμό μεταξύ συζύγου (δικαιούχου) και κληρονόμων του θανόντος υπόχρεου, σε διαφορετική περίπτωση δεν αναγνωρίζεται προς έκπτωση από την κληρονομιά. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αξίωση συμμετοχής του επιζώντος συζύγου στα αποκτήματα του γάμου, συνιστά χρέος της κληρονομιάς, που βαρύνει τους κληρονόμους του θανόντος  και αφαιρείται από το παθητικό της κληρονομιάς.

Σημειώνουμε ότι η δικαστική απόφαση, όπως και η πράξη συμβιβασμού, που καθορίζει το ύψος της αξίωσης του συζύγου, δεν είναι δεσμευτική για τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., εάν μπορεί να αποδείξει, κατά τη φορολογική διαδικασία, κάτι διαφορετικό με πλήρη τεκμηρίωση των απόψεών του. Άλλωστε, η έκπτωση του συγκεκριμένου χρέους ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια και θα πρέπει να πεισθεί για την ύπαρξή του.  Ωστόσο, η διακριτική αυτή ευχέρεια υφίσταται μόνο , εφόσον η Δ.Ο.Υ. διαθέτει ικανά στοιχεία ανταπόδειξης του νόμιμου τεκμηρίου του άρθρου 1400 του Αστικού Κώδικα.

Όταν, ο επιζών σύζυγος είναι και ο μοναδικός κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου, όμως επειδή τα αποκτήματα αυτά, κατά το μέρος που προέρχεται από τη συμμετοχή του συζύγου στην επαύξηση της κληρονομιαίας  περιουσίας, περιέρχεται σε αυτόν «εξ ιδίου δικαίου και όχι εξ κληρονομίας», πρέπει να θεωρείται παθητικό της κληρονομιάς και να εκπίπτει από τη φορολογητέα αξία.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση αναγνώρισης (συμβατικώς ή δικαστικώς ) της αξίωσης πρέπει να αποδεικνύεται και η εκπλήρωση αυτής, διαφορετικά ανακύπτει φορολογικό ενδιαφέρον.  Ως απόδειξη εκπλήρωσης είναι, κατ’ αρχήν, εκείνη που έχει υπέρ της «το τεκμήριο της αλήθειας του περιεχομένου και της γνησιότητας της υπογραφής έναντι τρίτων», χωρίς να αποκλείσει το δικαίωμα της φορολογικής αρχής να αποδείξει το εναντίον σε κάθε περίπτωση. Τέτοια απόδειξη είναι εκείνη που προκύπτει από αναγκαστική εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή από συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Τέλος, η απόδοση στον δικαιούχο της αξίωσής του, σε χρήματα, μετοχές, εταιρικά μερίδια και γενικά  σε κινητά πράγματα υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου 3,6%. Η απόδοση σε αυτόν ακινήτου ή ποσοστού ακινήτου υπόκειται σε φόρο μεταβίβασης ακινήτων. Σε καμία περίπτωση δεν υπόκειται σε φόρο δωρεάς.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αξιώσεις των αδικημένων συζύγων για συμμετοχή στα αποκτήματα, οι οποίες στρέφονται κατά των πιστωτών (τραπεζών κλπ) και κατά του Δημοσίου για περιουσιακά στοιχεία που κατασχέθηκαν για οφειλές του άλλου συζύγου. Το θέμα αυτό εξετάζεται από τη συνεργάτη μας νομικό, Ευαγγελία Πολύμερου και θα επανέλθουμε με νέο άρθρο.


Η καταστατική και η πραγματική έδρα των εταιρειών

Του Γιώργου Δαλιάνη

Στο πλαίσιο του διεθνοποιημένου και άκρως ανταγωνιστικού οικονομικού περιβάλλοντος, διαρκώς αυξανόμενη εμφανίζεται η τάση για διεθνείς συμπράξεις, κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες, συγχωνεύσεις και άλλες μορφές διασύνδεσης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που εξασφαλίζουν καλύτερη πρόσβαση στην παγκόσμια αγορά. Η ανάγκη αυτή για διεθνείς συνεργασίες απαντάται με μεγαλύτερη συχνότητα στην περίπτωση επιχειρήσεων προερχόμενων από μικρές αγορές, όπως η ελληνική, οι οποίες δεν διαθέτουν τέτοιο μέγεθος, ώστε να επιτυγχάνουν οικονομίες κλίμακας αντίστοιχες των ανταγωνιστών τους.

Για τις Ελληνικές επιχειρήσεις η εξωστρέφεια είναι σήμερα παρά ποτέ αδήριτη ανάγκη για την επιβίωσή τους όχι μόνο στην διεθνή αλλά και στην εγχώρια σκακιέρα όπου έρχονται αντιμέτωπες με ανταγωνίστριες επιχειρήσεις οι οποίες δρέπουν ήδη τα οφέλη της δραστηριοποίησής τους σε ευνοϊκότερες συνθήκες. Κατά συνέπεια είναι προφανής η προσπάθεια για κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες διεθνείς συμπράξεις και συνεργασίες οι οποίες θα τις καταστήσουν πρωτοπόρες και καινοτόμες στη διεθνή αγορά. Έχουμε φθάσει στο χρονικό σημείο, όπου η οικονομική δραστηριότητα των επιχειρήσεων επεκτείνεται πέρα από τα Εθνικά σύνορα και για το λόγο αυτό έχουν θεσμοθετηθεί συγκεκριμένοι κανόνες, οι οποίοι προβλέπουν και καθορίζουν όλες τις μορφές διασυνοριακών δράσεων (ν.3777/2009). Με τη ψήφιση αυτού του νόμου ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο, η οδηγία 2005/56/ΕΚ ,η οποία  προβλέπει τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις εταιρειών διαφορετικών κρατών-μελών ή μεταφοράς  της έδρας σε άλλο κράτος-μέλος.   Η οδηγία αυτή της ΕΚ στόχο είχε την εναρμόνιση των Νομοθετικών πλαισίων των κρατών μελών με στόχο την περαιτέρω προώθηση του σχεδίου της Λισαβόνας όπως ομολογεί και η Επιστημονική Έκθεση της Βουλής των Ελλήνων για την ενσωμάτωση της ως άνω οδηγίας.

Κεφαλαιώδους σημασίας στις διασυνοριακές συγχωνεύσεις είναι η διάκριση μεταξύ καταστατικής (registered or statutory seat) και πραγματικής έδρας εταιριών (real seat).

Καταστατική έδρα, είναι αυτή, η οποία συμπίπτει με το κράτος όπου συστάθηκε η εταιρεία, με αποτέλεσμα την καταγραφή της έδρας της στο καταστατικό της εταιρίας και συνακολούθως  στο σχετικό μητρώο εταιρειών του κράτους, στο οποίο ιδρύθηκε.

Πραγματική έδρα, είναι ο τόπος που λαμβάνονται οι αποφάσεις των οργάνων, γίνεται η πραγματική διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και λειτουργιών της εταιρείας.

Η κινητικότητα, των εταιρειών δύναται να επιτευχθεί με τη μεταφορά και εγκατάσταση εκτός του τόπου ιδρύσεως είτε της καταστατικής, είτε της πραγματικής έδρας. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία η καταστατική έδρα δε συμπίπτει με την πραγματική συνεπάγεται πως εμπλέκονται δύο διαφορετικές έννομες τάξεις περί της υποστάσεως και λειτουργίας αυτής της εταιρείας.

Το δίκαιο της πραγματικής έδρας ισχύει στην πλειονότητα των Ευρωπαϊκών κρατών, όπως και στην Ελλάδα (Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα αξιολογείται η ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας επιχειρήσεων βάσει του δικαίου της πραγματικής τους διοικητικής έδρας), καθορίζει την καταστατική έδρα του νομικού προσώπου ως συνδετικό στοιχείο με την έννομη τάξη του κράτους, στο οποίο ιδρύθηκε, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αυτή συμπίπτει και με την πραγματική έδρα. Εν ολίγοις υπερισχύει το δίκαιο της έδρας στην οποία λαμβάνονται οι αποφάσεις και διοικείται η εταιρεία έναντι της έδρας που αναφέρεται στο καταστατικό. Επομένως, αν μεταφερθεί η πραγματική έδρα σε άλλο κράτος, τότε το νομικό πρόσωπο χάνει τη νομική προσωπικότητα και υποχρεούται σε λύση και εκκαθάριση. Ο μοναδικός τρόπος αναβίωσης της είναι να επανασυσταθεί  στο κράτος όπου εγκατέστησε την πραγματική έδρα, εφαρμόζοντας , πλέον, το δικό του δικαιικό καθεστώς. Πριν προχωρήσουμε την εξέταση του τεχνικού κομματιού, θα πρέπει να ορίσουμε τις έννοιες «διασυνοριακή συγχώνευση» και «διασυνοριακή διάσπαση».

Διασυνοριακή συγχώνευση: πραγματοποιείται (επέρχεται ένωση) των περιουσιών δύο ή περισσοτέρων εταιρειών με έδρα σε διαφορετικά κράτη, χωρίς εκκαθάριση, κατά τρόπο ώστε τουλάχιστον μια από αυτές να παύει να υπάρχει, ενώ η εταιρεία που θα προκύψει από την συγχώνευση (απορροφούσα) να αποτελεί συνέχεια των συγχωνευθεισών, οι μέτοχοι δε της εξαφανιζόμενης (απορροφούμενης) να μετέχουν εφεξής στις απομένουσες  ή στη νέα εταιρεία. Η απορροφούσα είναι προφανές ότι είναι καθολική διάδοχος, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, της ή των απορροφημένων εταιρειών .

Διασυνοριακή διάσπαση, είναι η πράξη με την οποία η περιουσία μιας εταιρείας (διασπώμενη) διανέμεται και συγχρόνως μεταβιβάζεται με καθολική διαδοχή σε άλλες, δύο τουλάχιστον εταιρείες (επωφελούμενες), οι οποίες είτε υπήρχαν (διάσπαση με απορρόφηση)  είτε ταυτόχρονα ( διάσπαση με σύσταση νέων εταιρειών) είτε άλλες μεν υπήρχαν και άλλες ιδρύονται για πρώτη φορά.

Τόσο στις διασυνοριακές συγχωνεύσεις ή διασπάσεις προκύπτουν νομικά θέματα (μάλλον κωλύματα) και προϋποθέσεις, από την εφαρμογή της νομοθεσίας στο κράτος που εγκαθίσταται η εταιρεία ,που αποσκοπούν στην προστασία των πιστωτών, των μειοψηφούντων μετόχων και των μισθωτών, καθώς και στη διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων, μεταφοράς ζημιών, ληφθέντων αποθεματικών και επιδοτήσεων. Κεφαλαιώδη σημασία  έχει και η διασφάλιση της εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων για την διείσδυση στην αγορά.

Με τη διασυνοριακή μετατροπή, η κοινοτική εταιρεία, η οποία μεταφέρει την έδρα της σε άλλο κράτος μέλος, δεν αποσκοπεί στο να διατηρήσει της ιδιότητά της ως εταιρεία δικαίου του κράτους υποστάσεως.  Αντιθέτως, υποχρεούται στην εφαρμογή της ισχύουσας σε αυτή νομοθεσίας. Συνεπώς, η εταιρεία σπάει και αποβάλλει το συνδετικό στοιχείο μεταξύ της ίδιας και του κράτους, στο οποίο συστήθηκε. Συνακόλουθα, δημιουργείται αυτόματα ένα νέο συνδετικό στοιχείο μεταξύ της εταιρείας και της έννομης τάξης, η οποία είναι πλέον η Εθνική έννομη τάξη του κράτους όπου εγκαταστάθηκε. Αποτέλεσμα, αυτών, είναι το ότι η εταιρεία διατηρεί τη νομική της οντότητα και προσωπικότητα , μεταβάλλοντας, όμως , το εφαρμοστέο σε αυτή δίκαιο. Επομένως, το επιτρεπτό της μεταφοράς με διατήρηση της ταυτότητας και αλλαγή εταιρικού δικαίου κρίνεται από το κράτος υποδοχής, του κράτους, δηλαδή, της νέας εκ μετατροπής εταιρείας και όχι από το κράτος όπου συστάθηκε η εταιρεία.

Στον ν.3777/2009 (ΦΕΚ 127/τ.Α/28.07.2009)  ορίζονται επακριβώς οι διαδικασίες που απαιτούνται για διασυνοριακές πράξεις των Ελληνικών επιχειρήσεων. Οι πράξεις οι οποίες έχουν ολοκληρωθεί είναι λιγοστές και ως εκ τούτου, η Διοίκηση δεν έχει την εμπειρία  και έτσι συντείνει στην αύξηση της γραφειοκρατίας.

Η φορολογική Διοίκηση με την ψήφιση του ν.4172/2013  και στα άρθρα 52, 53, 54, 55 καθορίζει επακριβώς το φορολογικό καθεστώς και τις ισχύουσες απαλλαγές που ισχύουν στις περιπτώσεις διασυνοριακών μεταβολών.

Η Ευρωπαϊκή κοινότητα έχει εξασφαλίσει στις εταιρείες,  το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης σε άλλα κράτη μέλη και τα τελευταία χρόνια υπάρχει πληθώρα διασυνοριακών πράξεων.


Παγκόσμια, αυτόματη και υποχρεωτική τραπεζική ανταλλαγή πληροφοριών

Του Γιώργου Δαλιάνη

Η οδηγία 2014/107/ΕΕ, που υιοθετήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 2014, επεκτείνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών για φορολογικούς σκοπούς, μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.

Η σημασία της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, ως μέσο για την καταπολέμηση της διασυνοριακής φορολογικής απάτης και της φοροδιαφυγής έχει πρόσφατα αναγνωριστεί και σε διεθνές επίπεδο (G20 και G8). Μετά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των Η.Π.Α. και των χωρών, που ανήκουν στον ΟΟΣΑ, υπήρξε απόφαση των G20 για αξιοποίηση των συμφωνιών, που επιτεύχθηκαν για  την ανάπτυξη ενός ενιαίου παγκόσμιου προτύπου για την αυτόματη ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών.

Το κοινό πρότυπο αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών (AEOI – Automatic Exchange Of Information Standard) αναπτύχθηκε και υλοποιείται από τον ΟΟΣΑ,  βασίζεται και αξιοποιεί πολλά στοιχεία του περίφημου Αμερικάνικου πληροφοριακού συστήματος (FACTA).

Θα τεθεί σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2016 και η πρώτη τραπεζική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών, που το έχουν αποδεχθεί (σχεδόν το σύνολο των κρατών μελών του ΟΟΣΑ), θα γίνει μέχρι την 30η Νοεμβρίου 2017.

Στο σημείο αυτό θα καταγράψουμε ποιες πληροφορίες ανταλλάσσονται, ποιοι  φορείς εκτός από τις τράπεζες έχουν την υποχρέωση για την παροχή πληροφοριών και τέλος για ποια ακριβώς πρόσωπα παρέχονται οι πληροφορίες.

Πληροφορίες που ανταλλάσσονται

 Υπόλοιπα λογαριασμών τέλους ημερολογιακού έτους και αναλυτική καρτέλα κίνησης του λογαριασμού, στην οποία δεν θα αναφέρονται οι συνήθεις κινήσεις ανάληψης ή κατάθεσης, αλλά μόνο οι κινήσεις που αφορούν:

  • Τόκους,
  • Μερίσματα,
  • Αποδόσεις από ασφαλιστικά συμβόλαια,
  • Τίμημα πώλησης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων (ακίνητα, μετοχές κλπ.).

Φορείς διαβίβασης πληροφοριών 

  • Τράπεζες,
  • Χρηματιστηριακές εταιρείες,
  • Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων,
  • Ασφαλιστικές εταιρίες.

Δικαιούχοι 

Τα φυσικά πρόσωπα, βάσει της φορολογικής κατοικίας και του αριθμού φορολογικού μητρώου που δηλώνουν. Εδώ πρέπει να διευκρινισθεί,  ότι υπάρχει υποχρέωση ταυτοποίησης πραγματικού δικαιούχου  για νομικές οντότητες που το εισόδημά τους προέρχεται από:

  • Τόκους ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα παράγεται από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία
  • Δικαιώματα ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα παράγεται από πνευματική ιδιοκτησία
  • Μερίσματα και εισόδημα από τη μεταβίβαση μετοχών
  • Εισόδημα από κινητά περιουσιακά στοιχεία
  • Εισόδημα από ακίνητη περιουσία και τέλος
  • Εισόδημα από ασφαλιστικές, τραπεζικές και άλλες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.

Επιπτώσεις και μελλοντικές εξελίξεις 

Η πληροφορία πηγαίνει αυτόματα στον έλεγχο και όχι ο έλεγχος στην αναζήτησή της. Με αυτό τον τρόπο διαπιστώνεται φορολογητέα ύλη που ήταν άγνωστη στις φορολογικές αρχές. Παράλληλα η οδηγία 2011/16/ΕΕ (ν.4170/2013) προβλέπει αμοιβαία διοικητική συνδρομή στην είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων. Σήμερα, με την ανάπτυξη των πληροφοριακών συστημάτων, ιδιαίτερα των τραπεζών, το έργο της συλλογής πληροφοριών γίνεται ευκολότερο και όλα τα κράτη ελπίζουν να βάλουν εμπόδια στην εύκολη διακίνηση κεφαλαίων.

Συμπέρασμα 

Η αυτόματη τραπεζική ανταλλαγή πληροφοριών δημιουργεί νέες ευκαιρίες στις Ελληνικές φορολογικές αρχές, για τη συλλογή φόρων, αρκεί να επωφεληθεί και να αξιοποιήσει τις σημαντικές πληροφορίες, που θα της παρασχεθούν. Με την αναμενόμενη εφαρμογή του περιουσιολογίου είναι ανάγκη να θεσπιστούν κίνητρα για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων.


Επιστροφή στις παλιές μεθόδους ελέγχου

Του Γιώργου Δαλιάνη

Με την ανάληψη των καθηκόντων του νέου αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, οι ελεγκτικές υπηρεσίες ξεκίνησαν εντατικούς φορολογικούς ελέγχους με την παραδοσιακή μέθοδο. Έλεγχοι, στα καταστήματα και στο δρόμο, με σκοπό τη διαπίστωση αν τηρούνται οι κανόνες, στην έκδοση στοιχείων και της νομιμότητας στη διακίνηση των αγαθών .

Οι ανακοινώσεις του Υπουργείου ομιλούν για έξαρση της φοροδιαφυγής, αλλά και αδυναμία των ελεγκτικών υπηρεσιών στην πραγματοποίηση αποτελεσματικού ελέγχου. Στελέχη του Υπουργείου Οικονομικών, εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο επαναφοράς πολλών διατάξεων του παλιού Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), μεταξύ των οποίων είναι και η επαναφορά των πρόσθετων βιβλίων, για πολλές κατηγορίες επαγγελματιών, που κατά την άποψή τους, φοροδιαφεύγουν συστηματικά, στερώντας από το Δημόσιο τεράστια ποσά, κυρίως από ΦΠΑ.

Σε ένα παλαιότερο άρθρο μας (ίσως προφητικό), που δημοσιεύθηκε την 17η Δεκεμβρίου 2013, με τίτλο «Απέκτησαν οι Έλληνες φορολογική συνείδηση ή το κράτος ανασυγκρότησε τους φοροελεγκτικούς μηχανισμούς του;», είχαμε εκφράσει τους προβληματισμούς μας ,για το εγχείρημα κατάργησης του υφιστάμενου ελεγκτικού μοντέλου, χωρίς τον εκσυγχρονισμό των δομών του κράτους και την εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής. Δυστυχώς, ο εκσυγχρονισμός δεν επετεύχθη. Ηλεκτρονική τιμολόγηση ούτε καν ξεκίνησε, οι ταμιακές μηχανές δεν συνδέθηκαν, τα πληροφοριακά συστήματα απαρχαιώθηκαν και σέρνονται και στο  τέλος, έμεινε η ανομία.

Την 16η Απριλίου 2015 επανήλθαμε με ένα νέο άρθρο μας με τίτλο «Μπλόκο στη Φοροδιαφυγή του ΦΠΑ», στην οποία είχαμε προτείνει την «Επαναφορά τήρησης των ειδικών βιβλίων, όπου αυτά απαιτούνται και θέσπιση επιπλέον διασταυρωτικών ελέγχων. Η γενική κατάργηση πιστεύουμε ότι δεν απέδωσε». Σε αυτό το άρθρο καταθέσαμε πολλές συγκεκριμένες προτάσεις, ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες.

Με την επαναφορά, των πρόσθετων βιβλίων  δεν προτείνουμε την προμήθεια και θεώρηση ενός Βιβλίου, αλλά την απευθείας σύνδεση ενός μηχανισμού με  τη Γ.Γ.Π.Σ. (Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων) online ενημέρωση, ώστε η ελεγκτική διαδικασία να είναι εύκολη, έγκαιρη και ασφαλής.

Αν το Δημόσιο, αδυνατεί σήμερα να σηκώσει λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, το βάρος της μηχανοργάνωσης, κάλλιστα αυτό το έργο  μπορεί να ανατεθεί για κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα σε κάποια εταιρεία.  Η εργολαβική ανάθεση έργων στον ιδιωτικό τομέα δεν είναι κατ’ ανάγκη πηγή εκροής εσόδων και απόδειξη διαπλοκής.

Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι καλή η εμπιστοσύνη  καλύτερος, όμως, ο έλεγχος.