ΙΚΕ: Μια μορφή εταιρείας με τεράστιες δυνατότητες που η αγορά δεν έχει ακόμη αξιοποιήσει

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Διονύση Σαμόλη και της Νάνσυ Καλλιανιώτη*

Η Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ), όπως θεσπίστηκε με το Νόμο 4072/2012, παρουσιάστηκε αρχικά ως μια ευέλικτη και οικονομική εναλλακτική της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης και, σε αρκετές περιπτώσεις, ως απλούστερη λύση σε σχέση με την Ανώνυμη Εταιρεία. Στην πράξη, η αγορά σχεδόν εξάντλησε τη χρήση της σε αυτή τη στενή αντίληψη: «μια πιο εύκολη ΕΠΕ». Όμως αυτή η προσέγγιση είναι περιοριστική και σε μεγάλο βαθμό άδικη για το θεσμό.

Η ΙΚΕ δεν είναι απλώς μια μικρή κεφαλαιουχική εταιρεία. Είναι η πιο ευέλικτη εταιρική μορφή του ελληνικού δικαίου, ένα εργαλείο σύνθεσης κεφαλαίου, εργασίας και επιχειρηματικού ρίσκου, με δυνατότητες που θυμίζουν περισσότερο σύγχρονα επενδυτικά σχήματα παρά κλασικές οικογενειακές εταιρείες.

Η βασική καινοτομία: η αποσύνδεση συμμετοχής και κεφαλαίου

Το πραγματικό άλμα της ΙΚΕ δεν βρίσκεται στο χαμηλό κόστος σύστασης ούτε στην απλότητα διοίκησης. Βρίσκεται στη θεσμική αποσύνδεση της εταιρικής συμμετοχής από την αποκλειστική χρηματική εισφορά.

Ο νόμος επιτρέπει τρία είδη εισφορών:

  • κεφαλαιακές εισφορές,
  • εξωκεφαλαιακές εισφορές,
  • εγγυητικές εισφορές.

Η έννοια της «συμμετοχής» παύει να ταυτίζεται αποκλειστικά με το χρήμα. Η εργασία, η τεχνογνωσία, η ανάληψη διοικητικής ευθύνης ή ακόμη και η παραχώρηση χρήσης περιουσιακών στοιχείων μπορούν να μετατραπούν σε εταιρικά μερίδια. Αυτή η θεσμική επιλογή αλλάζει τη φιλοσοφία της επιχειρηματικής οργάνωσης. Η ΙΚΕ δεν είναι απλώς κεφαλαιουχική εταιρεία. Είναι εταιρεία σύνθεσης αξίας.

Εξωκεφαλαιακές εισφορές: εργασία, τεχνογνωσία και… χρήση ακινήτου

Οι εξωκεφαλαιακές εισφορές, κατά το άρθρο 78 του ν. 4072/2012, αποτελούν παροχές που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κεφαλαιακής εισφοράς, όπως είναι η ανάληψη υποχρέωσης παροχής εργασίας ή υπηρεσιών.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένας εταίρος μπορεί να εισέλθει στην εταιρεία αναλαμβάνοντας:

  • τη διοίκηση και οργάνωση της επιχείρησης,
  • την ανάπτυξη τεχνογνωσίας ή λογισμικού,
  • τη δημιουργία δικτύου πελατών,
  • τη διαχείριση και προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξωκεφαλαιακή εισφορά χρήσης ακινήτου. Σε πολλές οικογενειακές ή μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ο ιδιοκτήτης ενός επαγγελματικού χώρου δεν επιθυμεί να μεταβιβάσει την κυριότητα του ακινήτου στην εταιρεία, αλλά να το διαθέσει για τη λειτουργία της. Η παραχώρηση της χρήσης του ακινήτου μπορεί να οργανωθεί ως εξωκεφαλαιακή εισφορά, με καταστατικά προσδιορισμένη αξία και συγκεκριμένη διάρκεια.

Η διάκριση είναι κρίσιμη: δεν πρόκειται για εισφορά σε είδος (μεταβίβαση κυριότητας), αλλά για ανάληψη υποχρέωσης παραχώρησης χρήσης. Η νομική και φορολογική τεκμηρίωση της επιλογής αυτής απαιτεί προσοχή, όμως το εργαλείο υπάρχει και μπορεί να αξιοποιηθεί στρατηγικά.

Η ΙΚΕ ως «γέφυρα» για νέους επιστήμονες και νεοφυείς επιχειρήσεις

Σε μια οικονομία όπου μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού διαθέτει υψηλή εξειδίκευση αλλά περιορισμένο κεφάλαιο, η ΙΚΕ λειτουργεί ως θεσμική γέφυρα προς την επιχειρηματικότητα. Νέοι επιστήμονες, μηχανικοί, προγραμματιστές, σύμβουλοι ή στελέχη ανάπτυξης μπορούν να αποκτήσουν εταιρική συμμετοχή μέσω εξωκεφαλαιακής εισφοράς, χωρίς να απαιτείται άμεση χρηματική καταβολή. Η συμβολή τους μεταφράζεται σε εταιρικά μερίδια και δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η συμμετοχή αυτή δεν είναι στατική. Με την ωρίμανση της εταιρείας, ο εταίρος που αρχικά εισήλθε με εργασία μπορεί, μέσω αύξησης κεφαλαίου και τροποποίησης καταστατικού, να μετατρέψει τη συμμετοχή του σε καθαρά κεφαλαιουχική, αποκτώντας πλήρη κεφαλαιακά δικαιώματα. Η μετάβαση αυτή, όταν οργανώνεται ορθά ως εταιρική πράξη, δεν συνιστά φορολογητέο γεγονός αλλά εσωτερική αναδιάρθρωση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΙΚΕ είναι ίσως η πιο φυσική εταιρική μορφή για πολλές start-up εταιρείες. Οι νεοφυείς επιχειρήσεις ξεκινούν με υψηλή προσωπική συμβολή, περιορισμένους πόρους και ανάγκη ευελιξίας. Η ΙΚΕ επιτρέπει την αρχική οργάνωση της ομάδας ιδρυτών, τη ρύθμιση vesting, τον περιορισμό μεταβιβάσεων και τη μελλοντική ανακατανομή ποσοστών χωρίς τη διοικητική βαρύτητα μιας ΑΕ.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές περιπτώσεις η ΙΚΕ λειτουργεί ως πρώτο στάδιο εταιρικής ανάπτυξης, πριν από ενδεχόμενη μετατροπή σε ΑΕ εφόσον εισέλθουν θεσμικοί επενδυτές.

Η ΙΚΕ ως holding και εργαλείο οικογενειακής οργάνωσης

Η ΙΚΕ μπορεί να λειτουργήσει και ως εταιρεία συμμετοχών, κατέχοντας μερίδια ή μετοχές άλλων εταιρειών. Για μικρομεσαίες ή οικογενειακές δομές, η επιλογή ΙΚΕ αντί ΑΕ προσφέρει χαμηλότερο λειτουργικό κόστος και μεγαλύτερη καταστατική ευελιξία. Παράλληλα, η ΙΚΕ μπορεί να αποτελέσει μηχανισμό σταδιακής μεταβίβασης σε επόμενη γενιά, ρυθμίζοντας δικαιώματα ψήφου, περιορισμούς μεταβίβασης και μηχανισμούς αποτίμησης. Η μεγάλη της δύναμη είναι η καταστατική αυτονομία: η δυνατότητα να «γραφτεί» στα μέτρα του επιχειρηματικού μοντέλου.

Φορολογική αρχιτεκτονική

Η ΙΚΕ φορολογείται ως νομικό πρόσωπο με συντελεστή 22%, ενώ τα διανεμόμενα κέρδη επιβαρύνονται με 5% φόρο μερισμάτων. Όμως η ουσία δεν βρίσκεται στους συντελεστές, αλλά στη δομή.

Πώς αμείβεται ο διαχειριστής;

Πώς διακρίνεται η εξωκεφαλαιακή εισφορά από μισθολογική σχέση;

Πώς τεκμηριώνονται συναλλαγές με εταίρους;

Πώς αποφεύγονται συγκρούσεις μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας;

Η ΙΚΕ προσφέρει ευελιξία, αλλά απαιτεί σοβαρό καταστατικό σχεδιασμό. Η ελευθερία μεταβίβασης μεριδίων, οι κανόνες λήψης αποφάσεων και οι ρήτρες εξόδου πρέπει να διαμορφώνονται συνειδητά. Εκεί που η ΑΕ «κλειδώνει» διαδικασίες μέσω αυστηρής τυποποίησης, η ΙΚΕ μεταφέρει την ευθύνη στον νομικό σχεδιασμό.

Συμπέρασμα: Η ΙΚΕ ως αναπτυξιακό εργαλείο

Η ΙΚΕ δεν είναι απλώς μια οικονομική εναλλακτική της ΕΠΕ.

Ούτε μια μικρότερη εκδοχή της ΑΕ.

Είναι ένα σύγχρονο εταιρικό εργαλείο που επιτρέπει:

  • τη σύνθεση κεφαλαίου και γνώσης,
  • την είσοδο νέων επιστημόνων στην επιχειρηματικότητα,
  • την οργάνωση start-up σχημάτων,
  • τη δημιουργία holding δομών,
  • την οικογενειακή διαδοχή με ελεγχόμενο τρόπο.

Οι δυνατότητές της είναι πράγματι τεράστιες.

Το ερώτημα δεν είναι αν η ΙΚΕ είναι κατάλληλη.

Το ερώτημα είναι αν οι σύμβουλοι και οι επιχειρηματίες την αξιοποιούν στο εύρος που πραγματικά επιτρέπει ο νόμος.

Διαβάστε την Αναλυτική Μελέτη για εταιρείες ΙΚΕ εδώ.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στo CAPITAL.gr

 

* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

Ο  Διονύσης Σαμόλης είναι Μέτοχος και μέλος Δ.Σ., Γενικός Διευθυντής της Artion. A.E.

H Νάνσυ Καλλιανιώτη είναι Μέτοχος και μέλος Δ.Σ. της Artion Α.Ε. & Διευθύνουσα Σύμβουλος της Artion Μυκόνου Α.Ε.

 


Κοινοί λογαριασμοί και Κοινές Επενδυτικές Μερίδες. Η ισχύς δεν τίθεται σε αμφιβολία.

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου και της Αλεξάνδρας Δαλιάνη*

Πάντα επίκαιρη, κάθε δικαστική απόφαση που αφορά τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς έχει τεράστιο ενδιαφέρον λόγω της ευρείας εφαρμογής τους στην πράξη. Χιλιάδες οικογένειες, επιχειρηματίες και επενδυτές – στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό – χρησιμοποιούν κοινούς λογαριασμούς και κοινές επενδυτικές μερίδες ως εργαλείο οργάνωσης ρευστότητας και περιουσίας. Όταν λοιπόν εκδίδεται απόφαση ανώτατού δικαστηρίου που αγγίζει το ζήτημα των τραπεζικών κινήσεων ή της προσαύξησης περιουσίας, η συζήτηση αναζωπυρώνεται. Το κρίσιμο, όμως, είναι να διαχωρίσουμε καθαρά τα νομικά πεδία: άλλο η χρήση ποσών από συνδικαιούχους εν ζωή και άλλο η μεταβίβαση μετά θάνατον λόγω ρήτρας επιζώντων. Άλλο η αστική αντιδικία μεταξύ κληρονόμων και άλλο η φορολογική αντιμετώπιση.

Ο γνήσιος κοινός λογαριασμός και η ρήτρα επιζώντων

Ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός με ρήτρα επιζώντων ερείδεται στο ν.5638/1932. Όταν στη σύμβαση προβλέπεται ρητώς ότι σε περίπτωση θανάτου ενός συνδικαιούχου η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στον επιζώντα ή στους επιζώντες, τότε η μεταβίβαση δεν συντελείται μέσω της κλασικής κληρονομικής διαδοχής αλλά ενεργοποιείται συμβατικά. Η ρήτρα αυτή έχει πλήρη ισχύ τόσο για κοινούς λογαριασμούς που τηρούνται σε ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα όσο και για αντίστοιχους λογαριασμούς που τηρούνται σε τράπεζες του εξωτερικού, εφόσον η συμβατική σχέση παραπέμπει στο ελληνικό δίκαιο ή εφαρμόζεται αναλογικά το καθεστώς του κοινού λογαριασμού με ρήτρα επιζώντων. Στην εξωτερική σχέση με την τράπεζα, η υποχρέωση καταβολής στον επιζώντα είναι άμεση. Η τράπεζα δεν καλείται να επιλύσει διαφορές κληρονόμων. Η ύπαρξη ρήτρας επιζώντων αρκεί.

Το ισχύον φορολογικό καθεστώς

Ο Νόμος 2961/2001 προβλέπει ειδική απαλλαγή από τον φόρο κληρονομιάς για τις καταθέσεις που περιέρχονται στον επιζώντα λόγω ρήτρας κοινού λογαριασμού. Η απαλλαγή είναι ρητή και νομοθετικά θεμελιωμένη.

Στην γνήσια περίπτωση:

  • Η μεταβίβαση στον επιζώντα δεν φορολογείται ως κληρονομική κτήση.
  • Δεν θεωρείται δωρεά.
  • Δεν γεννάται φόρος λόγω του θανάτου.

Η νομική βάση είναι η σύμβαση με το πιστωτικό ίδρυμα και όχι η κληρονομική διαδοχή υπό στενή έννοια.

Υποχρέωση δήλωσης φόρου κληρονομιάς

Παρότι η μεταβίβαση είναι απαλλασσόμενη, η υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς παραμένει υποχρεωτική.

Το ποσό του κοινού λογαριασμού πρέπει να αποτυπωθεί στη δήλωση, ώστε:

  • να εμφανιστεί η περιουσιακή κατάσταση του θανούντος,
  • να εφαρμοστεί ρητά η απαλλαγή,
  • να διασφαλιστεί πλήρης φορολογική διαφάνεια.

Η μη δήλωση μπορεί να οδηγήσει σε ερμηνευτικές επιβαρύνσεις σε ενδεχόμενο έλεγχο.

Αναγραφή και στην ετήσια δήλωση Ε1

Η κτήση του ποσού από τον επιζώντα, παρότι απαλλασσόμενη, πρέπει να αναγράφεται στην ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος (Ε1) ως απαλλασσόμενο ποσό. Η αναγραφή αυτή δεν δημιουργεί φόρο. Λειτουργεί όμως ως τεκμηρίωση προέλευσης κεφαλαίων, ιδίως σε περίπτωση μελλοντικής χρήσης των ποσών (αγορά περιουσιακών στοιχείων, επενδύσεις, κάλυψη τεκμηρίων). Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων δύναται πάντοτε να ελέγξει τη γνησιότητα της ρήτρας και την προέλευση των κεφαλαίων. Η απαλλαγή δεν σημαίνει απουσία ελέγχου, σημαίνει εφαρμογή ειδικού καθεστώτος όταν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Τι αφορά πραγματικά η ΣτΕ 1490/2025

Η ΣτΕ 1490/2025 αφορά διαφορετικό ζήτημα. Στην υπόθεση αυτή εξετάστηκαν κινήσεις και καταθέσεις σε κοινούς λογαριασμούς κατά χρονικές περιόδους που ο φορολογούμενος ζούσε και ενεργούσε. Τα επίμαχα ποσά είχαν χρησιμοποιηθεί από συν δικαιούχους και κρίθηκαν ως προσαύξηση περιουσίας, επειδή δεν καλύπτονταν από δηλωθέντα εισοδήματα. Η απόφαση αφορά χρήση χρημάτων εν ζωή και έλεγχο αδικαιολόγητων καταθέσεων. Δεν αφορά μεταβίβαση λόγω θανάτου, δεν αφορά τη ρήτρα επιζώντων και δεν τροποποιεί την ειδική απαλλαγή του κοινού λογαριασμού.

Η διάκριση αυτή είναι απολύτως σαφής και κρίσιμη.

Η κοινή επενδυτική μερίδα – Νομική θεμελίωση και ειδική αναφορά στις μη εισηγμένες μετοχές

Η κοινή επενδυτική μερίδα δεν αποτελεί απλώς τραπεζική πρακτική, αλλά θεσμικό μηχανισμό που στηρίζεται στην ίδια λογική με τον κοινό λογαριασμό και παραπέμπει ρητώς στις διατάξεις του ν. 5638/1932 περί ρήτρας επιζώντων. Στις συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών προβλέπεται ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των συν δικαιούχων, οι τίτλοι και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που τηρούνται στην κοινή μερίδα περιέρχονται αυτοδικαίως στον επιζώντα, κατ’ αναλογία του καθεστώτος του κοινού λογαριασμού.

Για εισηγμένες μετοχές και άυλους τίτλους που τηρούνται στο Σύστημα Άυλων Τίτλων, η πρακτική αυτή εφαρμόζεται επί πολλά έτη και έχει παγιωθεί τόσο συμβατικά όσο και διοικητικά. Ιδιαίτερη σημασία έχει η εξέλιξη που επήλθε μετά το 2018, με το ν. 4569/2018, περί Κεντρικών Αποθετηρίων Τίτλων, ο οποίος επέτρεψε τη συστηματική καταχώριση και διαχείριση και μη εισηγμένων κινητών αξιών μέσω οργανωμένων συστημάτων τήρησης. Με τη ρύθμιση αυτή κατέστη εφικτή η εφαρμογή της κοινής επενδυτικής μερίδας και σε μετοχές μη εισηγμένων εταιρειών, υπό την προϋπόθεση τήρησης των διαδικασιών καταχώρισης και θεματοφυλακής.

Η εξέλιξη αυτή είχε πρακτική σημασία κυρίως για οικογενειακές επιχειρήσεις και συμμετοχές σε μη εισηγμένες ανώνυμες εταιρείες, όπου πλέον μπορεί να εφαρμοστεί μηχανισμός κοινής κατοχής με ρήτρα επιζώντων και σε επίπεδο άυλων τίτλων. Φορολογικά, η μεταβίβαση τίτλων λόγω ενεργοποίησης της ρήτρας επιζώντων ακολουθεί την ίδια λογική με τις τραπεζικές καταθέσεις: η απαλλαγή του ν. 2961/2001 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για γνήσια εφαρμογή του θεσμού και ότι υποβάλλεται δήλωση φόρου κληρονομιάς.

Εάν, όμως, μετά τον θάνατο ακολουθήσει μεταβίβαση τίτλων σε τρίτο πρόσωπο, ανακατανομή συμμετοχών ή ιδιωτική συμφωνία διαφορετικής κατανομής, τότε η πράξη αυτή αξιολογείται αυτοτελώς φορολογικά (π.χ. δωρεά, μεταβίβαση μετοχών, υπεραξία).

Η κοινή επενδυτική μερίδα, συνεπώς, δεν αποτελεί εξωθεσμικό σχήμα, αλλά προέκταση της νομικής λογικής του κοινού λογαριασμού, προσαρμοσμένη στο σύγχρονο καθεστώς άυλων τίτλων και μη εισηγμένων συμμετοχών.

Παράδειγμα αστικής διαφοράς – Νόμιμη μοίρα και αναδιανομή

Ας δούμε όμως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που δεν αφορά τη φορολογία αλλά την αστική διάσταση.

Έστω πατέρας με δύο τέκνα. Διατηρεί κοινό λογαριασμό με ρήτρα επιζώντων μόνο με το ένα τέκνο. Στον λογαριασμό αυτόν βρίσκονται 400.000 ευρώ, τα οποία προέρχονται αποκλειστικά από εισοδήματα και αποταμιεύσεις του πατέρα. Με τον θάνατό του, το ποσό περιέρχεται αυτοδικαίως στο συνδικαιούχο τέκνο.

Φορολογικά, η μεταβίβαση απαλλάσσεται. Δηλώνεται στη δήλωση φόρου κληρονομιάς και εφαρμόζεται η απαλλαγή.

Όμως το άλλο τέκνο – που δεν ήταν συνδικαιούχος – ασκεί αγωγή, επικαλούμενο προσβολή της νόμιμης μοίρας του. Υποστηρίζει ότι ο πατέρας δεν είχε πρόθεση να αποκλείσει τον ίδιο από την περιουσία του και ότι ο κοινός λογαριασμός λειτουργούσε για λόγους διαχείρισης.

Τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν:

  • Τη βούληση του καταθέτη.
  • Την προέλευση των κεφαλαίων.
  • Τη συνεισφορά των μερών.
  • Τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πατέρα και συνδικαιούχου.

Σε υποθέσεις όπως αυτή, η νομολογία έχει δεχθεί ότι, παρότι η ρήτρα επιζώντων ισχύει έναντι της τράπεζας, οι λοιποί κληρονόμοι μπορούν να αξιώσουν μέρος του ποσού εάν αποδειχθεί ότι πρόκειται ουσιαστικά για έμμεση δωρεά που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα. Χαρακτηριστικά, έχει κριθεί από τα πολιτικά δικαστήρια ότι οι κληρονόμοι που δεν ήταν συνδικαιούχοι μπορούν να στραφούν κατά του επιζώντος με αγωγή αναγωγής και να ζητήσουν ανακατανομή του οφέλους (ενδεικτικά, βλ. ΜΕφΑθ 196/2024).

Σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει στο μη συνδικαιούχο αδελφό ή στη σύζυγο ποσό που αντιστοιχεί στη νόμιμη μοίρα ή σε μέρος της κατάθεσης, κρίνοντας ότι η ρήτρα επιζώντων δεν μπορεί να καταστρατηγήσει το προστατευτικό πλαίσιο της αναγκαστικής διαδοχής.

Το αποτέλεσμα είναι ότι, ενώ ο επιζών έλαβε αρχικά το σύνολο του ποσού, τελικώς – κατόπιν δικαστικής απόφασης – υποχρεούται να καταβάλει μέρος αυτού στον άλλο κληρονόμο.

Η διάκριση: Αναδιανομή οφέλους χωρίς ανατροπή φορολογικού καθεστώτος

Εδώ βρίσκεται η ουσία.

Η δικαστική απόφαση μπορεί να αναδιανείμει το όφελος μεταξύ των κληρονόμων. Μπορεί να αναγνωρίσει ότι ο μη συνδικαιούχος αδελφός ή η σύζυγος δικαιούνται ποσό λόγω νόμιμης μοίρας. Μπορεί να επιβάλει επιστροφή χρημάτων.

Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ακυρώνεται αναδρομικά η φορολογική απαλλαγή της αρχικής μεταβίβασης. Η φορολογική μεταχείριση κρίνεται κατά τον χρόνο κτήσης του ποσού λόγω ρήτρας επιζώντων. Αν ακολουθήσει μεταγενέστερη καταβολή, αυτή εξετάζεται αυτοτελώς ως νέα πράξη.

Η αστική δικαιοσύνη ρυθμίζει τη δίκαιη κατανομή μεταξύ των προσώπων. Η φορολογική αρχή εξετάζει αν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της απαλλαγής και οι δηλωτικές υποχρεώσεις.

Συμπέρασμα

Οι κοινοί λογαριασμοί έχουν πλήρη νομική ισχύ. Η ρήτρα επιζώντων λειτουργεί κανονικά και δεσμευτικά. Η φορολογική απαλλαγή εφαρμόζεται όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις.

Παράλληλα, το αστικό δίκαιο προστατεύει τη νόμιμη μοίρα και επιτρέπει ανακατανομή του οφέλους όταν αποδεικνύεται καταστρατήγηση ή έμμεση δωρεά.

Οι δύο κόσμοι – φορολογικός και αστικός – συνυπάρχουν. Η ισχύς των κοινών λογαριασμών δεν τίθεται σε αμφιβολία. Εκείνο που μεταβάλλεται, ενίοτε, είναι η εσωτερική κατανομή μεταξύ των δικαιούχων.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στo CAPITAL.gr

 

* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.

H Αλεξάνδρα Δαλιάνη είναι Ασκούμενη Δικηγόρος.

 


Δέουσα επιμέλεια λογιστή: όρια επαγγελματικής ευθύνης και το φαινόμενο της «τεκμαιρόμενης» συνέργειας

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου και της Αλεξάνδρας Δαλιάνη*

Όπως είναι γνωστό, το επάγγελμα του λογιστή είναι συνδεδεμένο με την έννοια της δέουσας επιμέλειας. Η δέουσα επιμέλεια των λογιστών, όπως αποτυπώθηκε στον ν. 4557/2018 είναι η νομική και επαγγελματική υποχρέωση για τη λήψη μέτρων πρόληψης κατά της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα μαύρου χρήματος) και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την ταυτοποίηση πελατών, τον εντοπισμό πραγματικών δικαιούχων και την αναφορά ύποπτων συναλλαγών στην ΑΑΔΕ.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένας αυξανόμενος αριθμός περιπτώσεων, όπου η έννοια της δέουσας επιμέλειας του λογιστή επιστρατεύεται από τη Φορολογική Διοίκηση ως βάση για την απόδοση ευθυνών που αφορούν πρωτίστως τη διοίκηση της επιχείρησης. Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο όπου κάποιες σοβαρές φορολογικές αστοχίες, ελλείψεις στοιχείων, ακόμη και ο εξωλογιστικός προσδιορισμός τείνουν να συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα, με δήθεν έλλειψη επιμέλειας του εξωτερικού λογιστή.

Η προσέγγιση αυτή οδηγεί σε ένα στρεβλό και θεσμικά επικίνδυνο αποτέλεσμα: η δέουσα επιμέλεια μετατρέπεται από επαγγελματικό καθήκον σε μηχανισμό ποινικοποίησης.

Όμως δεν άπτονται όλα τα ζητήματα της δέουσας επιμέλειας. Και, κυρίως, η δέουσα επιμέλεια δεν σημαίνει ότι ο λογιστής καθίσταται εγγυητής της επιχειρηματικής συμπεριφοράς, ούτε ότι ευθύνεται για κάθε επιλογή ή παράλειψη της διοίκησης. Σε αντίθετη περίπτωση θα καλούνταν ο εκάστοτε λογιστής να υποκαταστήσει τον ελεγκτικό μηχανισμό του κράτους, χωρίς να διαθέτει ούτε την απαιτούμενη γνώση ούτε τα απαραίτητα εργαλεία.

Η νομολογία της ΔΕΔ και των διοικητικών δικαστηρίων, έστω αποσπασματικά, έχει ήδη θέσει σαφή όρια σε απόπειρες να αντιμετωπιστεί ο εξωτερικός λογιστής ως αυτονόητος «συνυπαίτιος» σε κάθε σοβαρή φορολογική παράβαση.

Ο ρόλος του εξωτερικού λογιστή: συντονιστής και σύμβουλος, όχι επιχειρησιακός ελεγκτής

Ο εξωτερικός λογιστής οργανώνει το λογιστικό και φορολογικό σύστημα της επιχείρησης, καθοδηγεί ως προς τις νόμιμες διαδικασίες και τις υποχρεώσεις, απεικονίζει λογιστικά και φορολογικά τα δεδομένα που του παραδίδονται, συντάσσει και υποβάλλει τις φορολογικές δηλώσεις.

Δεν αποτελεί μέρος του front office, δεν έχει φυσική παρουσία σε κάθε συναλλαγή και δεν ασκεί διοίκηση. Στη δομή μιας οργανωμένης επιχείρησης, οι επιχειρησιακές λειτουργίες, όπως η παραλαβή και αποθήκευση εμπορευμάτων, η φυσική έκδοση παραστατικών και η ταυτοποίηση αντισυμβαλλομένων, ανήκουν σε διακριτά πρόσωπα: αποθηκάριους, οδηγούς, υπαλλήλους γραμματείας, βοηθούς λογιστών και, φυσικά, τη διοίκηση.

Η σύγχυση αυτών των ρόλων είναι νομικά επικίνδυνη, διότι μετατρέπει τον σύμβουλο σε de facto διαχειριστή, χωρίς αντίστοιχες εξουσίες και χωρίς θεσμική βάση. Η διάκριση αυτή έχει επανειλημμένα αναδειχθεί στη νομολογία, ιδίως όταν επιχειρείται να αποδοθεί στον λογιστή ρόλος αυτουργού ή συνεργού χωρίς συγκεκριμένη απόδειξη γνώσης και συμμετοχής.

Η συστημική στρέβλωση: από τη μη προσκόμιση βιβλίων στον καταλογισμό ευθύνης στον λογιστή.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και σε μια πρακτική που, αν και δεν είναι συνήθης, εμφανίζεται σε ορισμένους φορολογικούς ελέγχους, όπου, όταν η επιχείρηση δεν προσκομίζει βιβλία και στοιχεία για οποιονδήποτε λόγο, ο έλεγχος προβαίνει σε εξωλογιστικό προσδιορισμό και, στη συνέχεια, αποδίδει πλημμέλεια στον εξωτερικό λογιστή, με την αιτιολογία ότι δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται ότι τα βιβλία και τα στοιχεία βρίσκονταν στην κατοχή ή στον έλεγχό του.

Η συλλογιστική αυτή είναι νομικά εσφαλμένη.

Η μη προσκόμιση βιβλίων αποτελεί σοβαρή παράβαση της επιχείρησης και του νομίμου εκπροσώπου της και μπορεί να δικαιολογήσει εξωλογιστικό προσδιορισμό για σκοπούς φορολογίας. Δεν συνιστά, όμως, αυτοτελή βάση καταλογισμού ευθύνης σε τρίτο πρόσωπο.

Για να αποδοθεί ευθύνη στον λογιστή απαιτείται εξατομικευμένη κρίση της δικής του συμπεριφοράς και όχι απλή μεταφορά του αποτελέσματος του ελέγχου. Εφόσον ο λογιστής δεν είχε τα βιβλία και τα στοιχεία στην κατοχή ή στον έλεγχό του, τίθεται εύλογα το κρίσιμο ερώτημα: πώς τεκμηριώνεται η πλημμέλειά του; Χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία ότι αρνήθηκε να τα προσκομίσει, ότι συνέπραξε στη μη τήρησή τους ή ότι κάλυψε συνειδητά τη μη συμμόρφωση της διοίκησης, η απόδοση ευθύνης συνιστά τεκμαιρόμενη μεταφορά ευθύνης και ανεπίτρεπτη αντιστροφή του βάρους απόδειξης.

Τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα από τη νομολογία της ΔΕΔ

Σε απόφαση της ΔΕΔ, η Φορολογική Διοίκηση θεώρησε ότι λόγω μη προσκόμισης βιβλίων το σύνολο των συναλλαγών ήταν εικονικό. Η ΔΕΔ έκρινε ότι η μη προσκόμιση βιβλίων και στοιχείων, αν και συνιστά σοβαρή παράβαση, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να τεκμηριώσει την εικονικότητα όλων των συναλλαγών χωρίς περαιτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η έλλειψη στοιχείων δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε απόδειξη εικονικότητας και, πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να αποτελέσει έμμεσο θεμέλιο ευθύνης του λογιστή.

Σε πρόσφατη υπόθεση επιχείρησης ανακύκλωσης scrap, ο έλεγχος διαπίστωσε μεγάλο κύκλο εργασιών, αγορές από φυσικά πρόσωπα χωρίς επαγγελματική ιδιότητα, έκδοση τίτλων κτήσης και εξόφληση με μετρητά για ποσά κάτω των πεντακοσίων ευρώ. Η δραστηριότητα αυτή αντανακλά κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα. Ο έλεγχος εντόπισε ελάχιστες περιπτώσεις αναντιστοιχιών στοιχείων και από αυτές επιχείρησε να γενικεύσει ότι το σύνολο σχεδόν των συναλλαγών ήταν εικονικό, αποδίδοντας ευθύνη και στον εξωτερικό λογιστή. Η προσέγγιση αυτή οδηγεί σε ανεπίτρεπτη γενίκευση και αντιστροφή του βάρους απόδειξης.

Σε άλλη υπόθεση, η Διοίκηση στήριξε βαριές κρίσεις σε τραπεζικές κινήσεις και ελλιπή στοιχεία. Η ΔΕΔ τόνισε ότι η χρήση τεκμηρίων και ενδείξεων πρέπει να είναι συγκεκριμένη και να συνδέεται αιτιωδώς με τα αποδιδόμενα πραγματικά περιστατικά και ότι η γενική αναγωγή υποθέσεων δεν επαρκεί για τη θεμελίωση ευθύνης.

Τι συνιστά πραγματικά δέουσα επιμέλεια για τον λογιστή

Η δέουσα επιμέλεια του λογιστή εξαντλείται σε πράξεις που μπορεί να αποδείξει: ότι υπέδειξε εγγράφως τις υποχρεώσεις τήρησης και διαφύλαξης βιβλίων, ότι ενημέρωσε τη διοίκηση για τις συνέπειες μη συμμόρφωσης, ότι σχεδίασε διαδικασίες, ότι προέβη σε δειγματοληπτικό έλεγχο και ότι απεικόνισε ορθά τα στοιχεία που του παραδόθηκαν.

Δεν σημαίνει φυσική εποπτεία όλων των συναλλαγών, ούτε ανάληψη ευθύνης για τη μη συνεργασία της διοίκησης.

Πότε ο λογιστής κινδυνεύει πραγματικά

Ο λογιστής εκτίθεται μόνο όταν αποδεικνύεται ότι γνώριζε συγκεκριμένη παρανομία, ότι την αποδέχθηκε ή την συγκάλυψε ή ότι συνέβαλε ενεργά στη διαμόρφωση ψευδούς φορολογικής εικόνας. Η συνέργεια δεν τεκμαίρεται, αποδεικνύεται.

Όπως προκύπτει από το σκεπτικό αποφάσεων ΔΕΔ (1250/2025, 10/2025), όταν κριθεί και αποδειχθεί ότι με τις ενέργειές του ο λογιστής βοήθησε στην τέλεση φοροδιαφυγής, τότε καθίσταται συνεργός και επιβάλλονται σε αυτόν τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία πρόστιμα.

Συμπερασματικά, λόγω του κομβικού ρόλου που διαδραματίζει ο λογιστής ως ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ φορολογούμενου και φορολογικής διοίκησης, οπωσδήποτε φέρει ευθύνη για την ορθή άσκηση των καθηκόντων του με την δέουσα επιμέλεια. Ωστόσο οι υποχρεώσεις της δέουσας επιμέλειας δεν είναι απεριόριστες. Δεν είναι εργαλείο μετακύλισης ευθύνης ούτε υποκατάστατο της απόδειξης.

Ο λογιστής είναι σύμβουλος και συντονιστής, όχι εγγυητής της συμμόρφωσης της επιχείρησης. Η ορθή κατανομή ευθυνών, με σαφή διάκριση μεταξύ διοίκησης, επιχειρησιακών στελεχών και εξωτερικού λογιστή, αποτελεί προϋπόθεση για νόμιμη και συνταγματικά ανεκτή εφαρμογή του ΚΦΔ και του Ν. 4557/2018.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στo E-FOROLOGIA

 

* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.

H Aλεξάνδρα Δαλιάνη είναι Ασκούμενη Δικηγόρος.

 


Επιστροφές ΦΠΑ και μόνιμη εγκατάσταση: Η λεπτή γραμμή μεταξύ καταχρηστικής δομής και διοικητικής υπερβολής

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νάνσυ Καραγιάννη και της Δήμητρας Τσομπάνογλου*

Οι έλεγχοι επιστροφών ΦΠΑ αποτελούν ίσως το πιο ευαίσθητο πεδίο της φορολογικής διοίκησης. Ο ΦΠΑ, ως ουδέτερος φόρος κατανάλωσης, στηρίζεται σε έναν μηχανισμό συμψηφισμού εισροών και εκροών. Όταν ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί ορθά, διασφαλίζεται η φορολογική ουδετερότητα. Όταν όμως εργαλειοποιείται καταχρηστικά, δημιουργούνται σοβαρές απώλειες εσόδων και στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι επιστροφές ΦΠΑ αντιμετωπίζονται με αυξημένη προσοχή. Τα τελευταία χρόνια, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η καταπολέμηση της απάτης στον ΦΠΑ αποτέλεσε προτεραιότητα. Κυκλώματα εικονικών ενδοκοινοτικών συναλλαγών, εταιρείες-«κέλυφος» και τεχνητές αλυσίδες τιμολόγησης έχουν πράγματι δημιουργήσει σημαντικές απώλειες δημοσίων εσόδων. Όμως, όπως συχνά συμβαίνει, η αντίδραση σε πραγματικές καταχρήσεις μπορεί να οδηγήσει σε υπερδιεύρυνση ερμηνευτικών εννοιών. Μία από αυτές είναι η «μόνιμη εγκατάσταση» στον ΦΠΑ.

Η πραγματικότητα έχει δύο όψεις

Από τη μία πλευρά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου επιχειρήσεις εκμεταλλεύτηκαν το διασυνοριακό περιβάλλον της ενιαίας αγοράς για να δημιουργήσουν τεχνητές δομές. Δημιουργούνται εταιρείες σε διαφορετικά κράτη-μέλη χωρίς ουσιαστική δραστηριότητα, τιμολογούνται υπηρεσίες χωρίς πραγματικό αντικείμενο και ζητούνται επιστροφές ΦΠΑ χωρίς αντίστοιχη οικονομική λειτουργία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αυστηρή διοικητική στάση δεν είναι απλώς θεμιτή — είναι αναγκαία. Από την άλλη πλευρά, όμως, η συστηματική έκθεση των ελεγκτικών μηχανισμών σε τέτοιες πρακτικές δημιουργεί έναν μηχανισμό «αυξημένης επιφυλακής». Κάθε holding, κάθε ενδοομιλική συναλλαγή, κάθε διασυνοριακή σύμβαση, αντιμετωπίζεται ενίοτε ως εν δυνάμει καταχρηστική.

Εδώ ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα:

Πού τελειώνει η καταπολέμηση της απάτης και πού αρχίζει η υπερβολική διοικητική ερμηνεία;

Η έννοια της μόνιμης εγκατάστασης στον ΦΠΑ

Στον ΦΠΑ, η μόνιμη εγκατάσταση δεν ταυτίζεται με τη μόνιμη εγκατάσταση της φορολογίας εισοδήματος. Δεν αφορά τη φορολόγηση κερδών αλλά τον προσδιορισμό του τόπου παροχής υπηρεσιών.

Για να υφίσταται μόνιμη εγκατάσταση απαιτείται:

  • σταθερή δομή,
  • επαρκής βαθμός μονιμότητας,
  • ίδια ανθρώπινα και τεχνικά μέσα,
  • δυνατότητα λήψης και χρήσης υπηρεσιών μέσω αυτών,
  • ουσιαστικός έλεγχος επί των μέσων αυτών.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την απόφαση: C-533/22

υπενθύμισε ότι η έννοια πρέπει να ερμηνεύεται στενά και βάσει πραγματικών δεδομένων. Η ύπαρξη θυγατρικής, η 100% συμμετοχή ή η κοινή διοίκηση δεν αρκούν. Απαιτείται πραγματική επιχειρησιακή παρουσία.

Οι ψηφιακές πλατφόρμες: Όταν η λειτουργία μεταφέρεται

Οι υποθέσεις ψηφιακών πλατφορμών αποτελούν χαρακτηριστικό πεδίο σύγκρουσης. Σε πολλές περιπτώσεις, η ιδιοκτησία της πλατφόρμας και η τιμολόγηση βρίσκονται σε αλλοδαπή εταιρεία.

Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα υπάρχει εταιρεία που:

  • απασχολεί προσωπικό,
  • διαχειρίζεται την καθημερινή λειτουργία,
  • υποστηρίζει τεχνικά την πλατφόρμα,
  • επικοινωνεί με χρήστες και συνεργάτες,
  • οργανώνει εμπορικές καμπάνιες.

Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει θυγατρική. Το ερώτημα είναι:

Πού ασκείται ουσιαστικά η δραστηριότητα;

Στην απόφαση: ΔΕΔ 421/2025 κρίθηκε ότι υφίσταται μόνιμη εγκατάσταση όταν:

  • το ελληνικό προσωπικό λειτουργούσε αποκλειστικά για λογαριασμό της αλλοδαπής,
  • η αλλοδαπή ασκούσε ουσιαστικό έλεγχο επί των πόρων,
  • η πλατφόρμα δεν μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη μόνιμη ελληνική δομή,
  • η ελληνική παρουσία δεν είχε πραγματική επιχειρησιακή αυτονομία.

Εδώ η ελληνική μονάδα δεν ήταν απλός πάροχος υπηρεσιών. Ήταν ο επιχειρησιακός πυρήνας. Και τότε η διοίκηση ορθώς έκρινε ότι η οικονομική δραστηριότητα ασκείται στην Ελλάδα.

Το παράδειγμα marketing και δικτύου πωλήσεων

Εξίσου κρίσιμες είναι οι δομές όπου η ελληνική εταιρεία παρέχει υπηρεσίες marketing και υποστήριξης πωλήσεων, ενώ οι πωλήσεις τιμολογούνται από το εξωτερικό.

Το μοντέλο είναι συνηθισμένο:

  • Η αλλοδαπή εταιρεία τιμολογεί απευθείας τους πελάτες.
  • Η ελληνική εταιρεία οργανώνει προώθηση, εκδηλώσεις, παρουσιάσεις.
  • Παρέχει υποστήριξη πωλήσεων.
  • Αμείβεται με cost-plus βάσει τεκμηρίωσης transfer pricing.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ελληνική εταιρεία έχει εξουσία σύναψης συμβάσεων ή αν δεσμεύει την αλλοδαπή.

Εάν:

  • οι τελικοί όροι καθορίζονται στο εξωτερικό,
  • οι συμβάσεις υπογράφονται στο εξωτερικό,
  • η τιμολόγηση εγκρίνεται στο εξωτερικό,
  • ο πιστωτικός κίνδυνος αναλαμβάνεται στο εξωτερικό,
  • η ελληνική εταιρεία δεν έχει εξουσία εκπροσώπησης,

τότε δεν υπάρχει μόνιμη εγκατάσταση.

Εάν όμως:

  • η ελληνική εταιρεία διαπραγματεύεται και δεσμεύει,
  • καθορίζει εμπορικούς όρους,
  • λειτουργεί ως αποκλειστικός εμπορικός βραχίονας,
  • και η αλλοδαπή περιορίζεται σε τυπική υπογραφή,

τότε η λειτουργία μεταβάλλεται και μπορεί να στοιχειοθετηθεί εγκατάσταση.

Η διαφορά είναι ουσιαστική:

Η προώθηση δεν είναι πώληση.

Η υποστήριξη δεν είναι σύναψη συμβάσεων.

Το κρίσιμο κριτήριο: Έλεγχος και ανάληψη κινδύνου

Τελικά, όλα καταλήγουν σε δύο έννοιες:

  1. Ποιος ασκεί τον έλεγχο;
  2. Ποιος αναλαμβάνει τον επιχειρηματικό κίνδυνο;

Η ύπαρξη holding ή ενδοομιλικής σχέσης δεν απαντά σε αυτά τα ερωτήματα. Η μόνιμη εγκατάσταση δεν τεκμαίρεται. Αποδεικνύεται.

Το θεσμικό διακύβευμα

Η υπερβολικά διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της μόνιμης εγκατάστασης:

  • δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου,
  • ενισχύει τον κίνδυνο διπλής φορολόγησης,
  • αποθαρρύνει επενδύσεις,
  • διαταράσσει την ενιαία αγορά.

Αντίστοιχα, η ανεκτικότητα σε τεχνητές δομές υπονομεύει τη φορολογική ισότητα. Η ισορροπία είναι κρίσιμη. Η διοίκηση οφείλει να αιτιολογεί συγκεκριμένα: Ποια μέσα; Ποιος έλεγχος; Ποια διάρκεια; Ποια λειτουργία; Η γενική επίκληση «ομίλου» δεν επαρκεί.

Συμπέρασμα

Η έννοια της μόνιμης εγκατάστασης στον ΦΠΑ δεν είναι ούτε εργαλείο υποψίας ούτε εργαλείο φοροαποφυγής. Είναι μηχανισμός εντοπισμού του πραγματικού τόπου άσκησης οικονομικής δραστηριότητας. Σε ένα περιβάλλον διασυνοριακών υπηρεσιών, ψηφιακών πλατφορμών και δομών marketing, η εφαρμογή της απαιτεί νομική ακρίβεια και θεσμική ψυχραιμία. Η καταπολέμηση της απάτης είναι απαραίτητη. Η υπερβολή όμως δεν είναι λύση. Και η φορολογική σταθερότητα παραμένει προϋπόθεση επενδυτικής εμπιστοσύνης.

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

 

* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

Η Νάνσυ Καραγιάννη είναι Partner της Artion A.E.

H Δήμητρα Τσομπάνογλου είναι Λογίστρια του τμήματος Διπλογραφικών της Artion A.Ε.

 


Σύγχρονος φορολογικός σχεδιασμός: δεδομένα, κανόνες και στρατηγική

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Διονύση Σαμόλη και του Παναγιώτη Παπασταύρου*

Η φορολογία στην Ελλάδα έχει εισέλθει σε μια νέα, σαφώς πιο απαιτητική φάση. Οι ψηφιακές πλατφόρμες, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές, οι διασταυρώσεις σε πραγματικό χρόνο και η διεθνής ανταλλαγή πληροφοριών έχουν αλλάξει ριζικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι κρίσιμο να γίνει μια βασική διάκριση: ο φορολογικός σχεδιασμός δεν είναι φοροδιαφυγή. Αποτελεί θεμιτή και απολύτως νόμιμη διαδικασία, όταν στηρίζεται σε ρητές προβλέψεις της νομοθεσίας, σε πραγματική οικονομική ουσία και σε συνεπή εφαρμογή των κανόνων. Η εποχή όπου κυριαρχούσαν πρόχειρες λύσεις και οι γνωστοί «καταφερτζήδες», που υπόσχονταν αποτελέσματα με ένα τηλεφώνημα ή μια αμφίβολη κατασκευή, έχει ουσιαστικά παρέλθει.

Από τον περιστασιακό έλεγχο στη μόνιμη ψηφιακή εποπτεία

Η ΑΑΔΕ έχει μεταβεί από το μοντέλο του αποσπασματικού ελέγχου σε καθεστώς συνεχούς ψηφιακής εποπτείας.

Τα myDATA, η διασύνδεση ταμειακών με POS και η καθολική χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών επιτρέπουν διαρκείς διασταυρώσεις μεταξύ δηλώσεων, συναλλαγών και τραπεζικών δεδομένων.

Παράλληλα, εργαλεία ανάλυσης κινδύνου και τεχνητής νοημοσύνης αξιολογούν συνολικά τη φορολογική εικόνα κάθε επιχείρησης και φυσικού προσώπου. Σε αυτό το περιβάλλον, οι τεχνητές κατασκευές και η απόκρυψη εισοδήματος δεν αποτελούν «ρίσκο», αλλά σοβαρή απειλή βιωσιμότητας.

Φορολογικός σχεδιασμός και φοροδιαφυγή: σαφή όρια

Η φοροδιαφυγή αφορά τη συνειδητή παραβίαση της νομοθεσίας: αδήλωτα εισοδήματα, εικονικές συναλλαγές, μη απόδοση φόρων. Ο φορολογικός σχεδιασμός, αντίθετα, αφορά τη νόμιμη οργάνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της περιουσίας, με στόχο τη φορολογική προβλεψιμότητα και τη μείωση κινδύνων. Η σύγχυση μεταξύ των δύο εννοιών –συχνά αποτέλεσμα πρακτικών του παρελθόντος– έχει οδηγήσει πολλούς φορολογούμενους σε επιλογές που σήμερα κρίνονται επισφαλείς.

Εταιρικοί μετασχηματισμοί και Ν. 5162/2024

Ο Νόμος 5162/2024 ενισχύει ουσιαστικά το θεσμικό πλαίσιο των εταιρικών μετασχηματισμών. Μετατροπές, συγχωνεύσεις, διασπάσεις και αποσχίσεις κλάδων αντιμετωπίζονται πλέον ως εργαλεία επιχειρηματικής και φορολογικής αναδιάρθρωσης, εφόσον υπάρχει πραγματική επιχειρηματική αιτιολόγηση. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο διαχωρισμός λειτουργικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων, η καθαρότερη αποτύπωση κινδύνων και η αναδιοργάνωση ομίλων με μεγαλύτερη διαφάνεια.

Ομόρρυθμες και Ετερόρρυθμες: ευελιξία στην κατανομή κερδών

Στις προσωπικές εταιρείες (Ομόρρυθμες και Ετερόρρυθμες), ο φορολογικός και εταιρικός σχεδιασμός επιτρέπει ευελιξία στην κατανομή και απόληψη των κερδών, όταν αυτό προβλέπεται ρητά στο εταιρικό συμφωνητικό.

Η κατανομή δεν είναι υποχρεωτικό να ακολουθεί αυστηρά τα ποσοστά συμμετοχής, αλλά μπορεί να αντανακλά:

  • διαφορετική συμβολή εταίρων,
  • ενεργή συμμετοχή στη διοίκηση,
  • ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου.

Πρόκειται για θεσμική δυνατότητα των προσωπικών εταιρειών, η οποία, όταν εφαρμόζεται με σαφή τεκμηρίωση, αποτελεί εργαλείο ορθολογικού σχεδιασμού και όχι καταστρατήγηση.

ΙΚΕ και εξωκεφαλαιακές εισφορές: ο πυρήνας της ευελιξίας

Η Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία αναδεικνύεται σε βασικό εργαλείο σύγχρονου εταιρικού σχεδιασμού, όχι λόγω ασύμμετρων διανομών, αλλά λόγω της θεσμοθετημένης δυνατότητας εξωκεφαλαιακών εισφορών.

Οι εξωκεφαλαιακές εισφορές:

  • δεν αποτιμώνται σε χρήμα,
  • αφορούν εργασία, τεχνογνωσία, διοίκηση ή παροχή υπηρεσιών,
  • προβλέπονται ρητά στο καταστατικό,
  • έχουν συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα.

Με τον τρόπο αυτό, η ΙΚΕ επιτρέπει τη συμμετοχή εταίρων χωρίς χρηματική εισφορά, με σαφή διαχωρισμό μεταξύ κεφαλαίου και προσωπικής συμβολής, ενισχύοντας τη διαφάνεια και τη λειτουργική δικαιοσύνη εντός της εταιρείας.

Holding εταιρείες και family structures

Οι holding εταιρείες και οι οικογενειακές δομές (family structures) αποτελούν πλέον βασικό εργαλείο οργανωμένου επιχειρηματικού και περιουσιακού σχεδιασμού. Μέσω αυτών συγκεντρώνονται συμμετοχές και περιουσιακά στοιχεία, οργανώνεται η είσοδος της επόμενης γενιάς και ρυθμίζεται η κατανομή αποδόσεων με μεγαλύτερη προβλεψιμότητα. Σε συνδυασμό με εταιρικούς μετασχηματισμούς, οι holding λειτουργούν ως κόμβοι στρατηγικής, μειώνοντας μελλοντικούς φορολογικούς και διοικητικούς κινδύνους.

Κοινές Επενδυτικές Μερίδες

Οι Κοινές Επενδυτικές Μερίδες αποτελούν ένα σύγχρονο εργαλείο συγκέντρωσης επενδυτικών τίτλων, με σαφή φορολογική αντιμετώπιση και απλότητα στη διαχείριση.

Ιδίως στον οικογενειακό σχεδιασμό και στη διαδοχή, προσφέρουν λύσεις με μεγαλύτερη διαφάνεια και λιγότερες τριβές σε σχέση με αποσπασματικές μεταβιβάσεις.

Συμπέρασμα

Ο σύγχρονος φορολογικός σχεδιασμός δεν είναι φοροδιαφυγή και δεν είναι υπόθεση αυτοσχεδιασμού. Απαιτεί γνώση των δεδομένων, σεβασμό στους κανόνες και ενσωμάτωση της φορολογίας στη συνολική επιχειρηματική και οικογενειακή στρατηγική. Η μετάβαση από τις πρακτικές των «καταφερτζήδων» σε θεσμικές, τεκμηριωμένες λύσεις δεν είναι απλώς ζήτημα συμμόρφωσης. Είναι προϋπόθεση βιωσιμότητας σε ένα περιβάλλον που γίνεται διαρκώς πιο διαφανές και απαιτητικό.

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

 

* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

Ο  Διονύσης Σαμόλης είναι Μέτοχος και μέλος Δ.Σ., Γενικός Διευθυντής της ARTION. A.E.

O Παναγιώτης Παπασταύρου είναι Μέτοχος και μέλος Δ.Σ., Διευθυντής Επιμόρφωσης της ARTION A.E.

 


ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ, Ψηφιακή Κάρτα και Μισθοδοσία: Η εποχή των ανοχών τελείωσε

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Κατερίνας Μουσελίμη και του Πέτρου Παπαπέτρου*

Η μισθοδοσία έχει πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί μια τυπική, εσωτερική διαδικασία που «κλείνει» στο τέλος του μήνα. Σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο ενός καθεστώτος διαρκούς ψηφιακής επιτήρησης, όπου κάθε απόκλιση καταγράφεται, διασταυρώνεται και αξιολογείται σε πραγματικό χρόνο.

Δεν πρόκειται απλώς για αυστηρότερο πλαίσιο, αλλά για αλλαγή φιλοσοφίας: η μισθοδοσία δεν συγχωρεί κενά, δεν αντέχει πρόχειρες λύσεις και δεν επιτρέπει πλέον ανοχές. Σε ένα περιβάλλον όπου το ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και η Ψηφιακή Κάρτα λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα ελέγχου, η συμμόρφωση παύει να είναι θεωρητική έννοια και μετατρέπεται σε καθημερινό ζητούμενο.

Από τη δήλωση στον διαρκή έλεγχο

Το πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ δεν περιορίζεται πλέον στην καταγραφή προσλήψεων και αποχωρήσεων. Παρακολουθεί δηλωμένα ωράρια, αλλαγές βαρδιών, ευέλικτα σχήματα απασχόλησης, τροποποιήσεις συμβάσεων και ετήσιες καταστάσεις προσωπικού, που υποβάλλονται υποχρεωτικά ηλεκτρονικά.

Η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας, όπως θεσπίστηκε με το άρθρο 74 του ν. 4808/2021, συνδέει την πραγματική παρουσία του εργαζόμενου με τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ. Στην πράξη λειτουργεί ως μηχανισμός άμεσου ελέγχου: κάθε ασυμφωνία μεταξύ δηλωμένου και πραγματικού χρόνου εργασίας δημιουργεί ελεγκτικό ίχνος χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.

Το πραγματικό κόστος των λαθών στη μισθοδοσία

Στο νέο αυτό περιβάλλον, τα λάθη στη μισθοδοσία δεν είναι ουδέτερα. Ένα μη δηλωμένο μεταβαλλόμενο ωράριο, μια λανθασμένη υπερωρία ή μια ασυνέπεια μεταξύ Ψηφιακής Κάρτας και ΕΡΓΑΝΗ μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμα, πρόσθετες ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και διορθωτικές δηλώσεις.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι τα πρόστιμα της Επιθεώρησης Εργασίας δεν εκπίπτουν φορολογικά. Το πραγματικό τους κόστος, επομένως, είναι σημαντικά υψηλότερο από το ονομαστικό και συχνά συνοδεύεται από διατάραξη της καθημερινής λειτουργίας της επιχείρησης.

Εστίαση και τουρισμός: οι κλάδοι χωρίς περιθώρια σφάλματος

Οι επιχειρήσεις εστίασης και τουρισμού βρίσκονται διαχρονικά στο επίκεντρο των ελέγχων. Κυλιόμενα ωράρια, εποχικότητα, μεταβαλλόμενες βάρδιες, υπερωρίες και υψηλή κινητικότητα προσωπικού δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένης πολυπλοκότητας.

Σε περιοχές έντονης τουριστικής δραστηριότητας, όπως η Μύκονος, οι έλεγχοι είναι συστηματικοί και εξονυχιστικοί. Εκεί αποδεικνύεται στην πράξη ότι η απλή τήρηση τύπων δεν αρκεί. Απαιτείται εξειδικευμένη υποστήριξη μισθοδοσίας, συνεχής παρακολούθηση και ουσιαστική γνώση του εργατικού και ασφαλιστικού πλαισίου.

Η αυταπάτη του “ενός ατόμου στη μισθοδοσία”

Πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη μισθοδοσία ως έργο που μπορεί να καλυφθεί από ένα μόνιμο εσωτερικό στέλεχος. Στην πράξη, όμως, ένα άτομο στη μισθοδοσία ισοδυναμεί με κανένα σύστημα.

Απουσία, ασθένεια, αποχώρηση ή απλή αδυναμία παρακολούθησης των συνεχών αλλαγών της νομοθεσίας δημιουργούν κενά που δεν φαίνονται άμεσα, αλλά αποκαλύπτονται βίαια στον έλεγχο. Η αγορά έμπειρων στελεχών μισθοδοσίας είναι πλέον εξαιρετικά περιορισμένη, ενώ το κόστος διατήρησής τους αυξάνεται διαρκώς.

Η εξωτερική ανάθεση ως υποκατάσταση στελεχών και διαχείριση ρίσκου

Η ανάθεση της μισθοδοσίας σε εξειδικευμένο εξωτερικό πάροχο δεν αποτελεί απλώς επιλογή κόστους. Λειτουργεί ως υποκατάσταση μόνιμων στελεχών με οργανωμένη ομάδα, προσφέροντας συνέχεια, εφεδρείες και πολλαπλά επίπεδα ελέγχου.

Η επιχείρηση αποκτά πρόσβαση σε συσσωρευμένη εμπειρία, γνώση σύνθετων περιπτώσεων και πραγματική τριβή με ελέγχους, χωρίς να εξαρτάται από ένα και μόνο πρόσωπο. Παράλληλα, διασφαλίζεται αυξημένο επίπεδο εχεμύθειας, μέσα από τυποποιημένες διαδικασίες και σαφή διαχωρισμό ρόλων.

Όταν η εμπειρία μετριέται στο αποτέλεσμα

Η διαχείριση μισθοδοσίας σε περιβάλλον πλήρους σεζόν, με εκατοντάδες ή και χιλιάδες εργαζόμενους, δεν αφήνει περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς. Εκεί η εμπειρία δεν αποδεικνύεται θεωρητικά, αλλά μέσα από το αποτέλεσμα των ελέγχων.

Η πρόληψη παραβάσεων δεν είναι ζήτημα τύχης. Είναι αποτέλεσμα σωστής οργάνωσης, συνέπειας, εφεδρειών και καθημερινής παρουσίας δίπλα στην επιχείρηση. Σε αυτό το επίπεδο κρίνεται και η πραγματική αξία της εξειδίκευσης στη μισθοδοσία.

Μισθοδοσία ως μηχανισμός προστασίας της επιχείρησης

Σήμερα η μισθοδοσία λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας απέναντι στον κανονιστικό κίνδυνο. Η ακρίβεια, η έγκαιρη υποβολή, η πλήρης κατανόηση των ειδικών ρυθμίσεων κάθε κλάδου και η συνεχής προσαρμογή στο μεταβαλλόμενο πλαίσιο δεν αποτελούν πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση βιώσιμης λειτουργίας.

Συμπέρασμα

Καθώς τα πληροφοριακά συστήματα διασυνδέονται και οι έλεγχοι αυτοματοποιούνται, η εποχή των ανοχών έχει πράγματι τελειώσει. Οι επιχειρήσεις που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη μισθοδοσία ως δευτερεύουσα διαδικασία εκτίθενται σε κινδύνους που δεν είναι πλέον αόρατοι.

Αντίθετα, όσες επενδύουν σε εμπειρία, οργάνωση και συνέπεια μετατρέπουν τη μισθοδοσία από σημείο αβεβαιότητας σε παράγοντα σταθερότητας. Και σε ένα περιβάλλον διαρκούς ελέγχου, αυτή η σταθερότητα είναι ίσως το σημαντικότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

 

Δείτε πώς μπορεί να οργανωθεί αποτελεσματικά η μισθοδοσία της επιχείρησής σας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε και στo CAPITAL.gr

 

* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

H Κατερίνα Μουσελίμη είναι Μέτοχος & Διευθύνουσα Σύμβουλος της ARTION ΜΥΚΟΝΟΥ ΑΕ.

O Πέτρος Παπαπέτρος είναι Partner, Διευθυντής του Τμήματος Μισθοδοσίας του Ομίλου ARTION.


Η επίκληση παλαιών κεφαλαίων χωρίς πλήρη τεκμηρίωση δεν γίνεται δεκτή

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα και της Νίκης Χατζοπούλου*

Με την πρόσφατη απόφαση ΣτΕ 1499/2025, το Συμβούλιο της Επικρατείας διευκρίνισε με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η γενική επίκληση παλαιών κεφαλαίων, χωρίς πλήρη και συγκεκριμένη τεκμηρίωση της προέλευσής τους και της διαδρομής τους στον χρόνο, δεν αρκεί για τη δικαιολόγηση τραπεζικών καταθέσεων ή λοιπής προσαύξησης περιουσίας στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου.

Η φορολογική διοίκηση δύναται να στηρίζεται όχι μόνο σε άμεσες αποδείξεις αλλά και σε έμμεσες ενδείξεις, ιδίως στις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών, και να θεωρεί τις πιστώσεις ως εισόδημα άγνωστης προέλευσης, εφόσον ο φορολογούμενος δεν αποδεικνύει με σαφή και επαρκή στοιχεία την προέλευσή τους. Το βάρος απόδειξης φέρει αποκλειστικά ο φορολογούμενος και όχι ο έλεγχος.

Κρίσιμο στοιχείο που αναδεικνύεται από τη νομολογία είναι ότι δεν αρκεί η απλή απόδειξη πως κάποτε υπήρξαν κεφάλαια. Απαιτείται η τεκμηρίωση της χρονικής και ποσοτικής αντιστοιχίας μεταξύ της πηγής των χρημάτων και της εμφάνισής τους ως τραπεζική κατάθεση ή περιουσιακή προσαύξηση σε μεταγενέστερο χρόνο. Εάν δεν προκύπτει η συνεχής διατήρηση ή η συγκεκριμένη ροή των κεφαλαίων, ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται.

Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση φορολογουμένου που επικαλείται πώληση ακινήτου πριν από είκοσι έτη, χωρίς όμως να προκύπτει από κανένα στοιχείο η αποταμίευση των χρημάτων, η διατήρησή τους σε τραπεζικό ή άλλο λογαριασμό ή η διαδρομή τους από τον χρόνο της πώλησης έως σήμερα. Η απλή επίκληση της παλαιάς πώλησης, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία για την πορεία των χρημάτων στο μεσοδιάστημα, δεν γίνεται δεκτή και δεν αρκεί για να δικαιολογήσει μεταγενέστερες τραπεζικές καταθέσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι ακόμη και στις περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος, κατά την υποβολή της φορολογικής του δήλωσης, έχει δηλώσει κέρδη από μετοχές ή λοιπά κινητά αξίας, ανεξαρτήτως αν κατά τον χρόνο εκείνο υπεβλήθησαν ή όχι τα σχετικά δικαιολογητικά, ο φορολογικός έλεγχος διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει εκ νέου τα έγγραφα που τεκμηριώνουν την προέλευση και τη διαδρομή των χρημάτων.

Το δικαίωμα αυτό του ελέγχου υφίσταται ακόμη και αν η χρήση στην οποία ανάγονται τα κέρδη έχει παραγραφεί, καθώς η παραγραφή αφορά τον καταλογισμό φόρου και όχι την υποχρέωση απόδειξης της προέλευσης των κεφαλαίων, όταν αυτά εμφανίζονται σε μεταγενέστερο χρόνο ως τραπεζικές καταθέσεις ή περιουσιακή προσαύξηση.

Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις πώλησης ακινήτων. Η επίκληση παλαιάς πώλησης ακινήτου δεν αρκεί από μόνη της· ο φορολογούμενος οφείλει να προσκομίσει τα σχετικά συμβόλαια, τις βεβαιώσεις μεταγραφής και κάθε στοιχείο που αποδείκνυε τη ροή των χρημάτων από την πώληση έως την εμφάνισή τους στον τραπεζικό λογαριασμό.

Αντίστοιχα, σε πωλήσεις λοιπών κινητών περιουσιακών στοιχείων (μετοχές, ομόλογα, συμμετοχές, λοιπά επενδυτικά προϊόντα) απαιτείται η προσκόμιση των σχετικών δικαιολογητικών (βεβαιώσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών, αποδείξεις εκκαθάρισης, κινήσεις λογαριασμών), προκειμένου να τεκμηριώνεται τόσο η ύπαρξη της υπεραξίας όσο και η σύνδεσή της με τα επίμαχα ποσά.

Η απλή αναφορά σε δηλωθέντα κέρδη προηγούμενων ετών, χωρίς την προσκόμιση των αντίστοιχων αποδεικτικών στοιχείων, δεν επαρκεί και δεν δεσμεύει τον έλεγχο, ιδίως όταν δεν αποδεικνύεται η συνεχής διατήρηση ή η συγκεκριμένη διαδρομή των κεφαλαίων μέχρι τον χρόνο της κατάθεσης.

Η μη τεκμηρίωση της προέλευσης των ποσών επιβαρύνει τον φορολογούμενο με ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες, καθώς τα επίμαχα ποσά αντιμετωπίζονται ως προσαύξηση περιουσίας άγνωστης προέλευσης και φορολογούνται με συντελεστή 33%, ενώ παράλληλα επιβάλλονται πρόστιμα και προσαυξήσεις, ανάλογα με τον χρόνο και τα ευρήματα του ελέγχου.

Συνεπώς, η επίκληση παλαιών κεφαλαίων, είτε αυτά προέρχονται από πώληση ακινήτων, είτε από υπεραξίες μετοχών, είτε από λοιπές επενδυτικές πράξεις, χωρίς πλήρη, συγκεκριμένη και χρονικά συνδεδεμένη τεκμηρίωση, δεν γίνεται δεκτή και οδηγεί σε σημαντικές φορολογικές επιβαρύνσεις.

Η συγκεκριμένη νομολογία λειτουργεί ως σαφές προειδοποιητικό μήνυμα: η κατοχή ή η επίκληση παλαιών κεφαλαίων δεν αρκεί. Αυτό που ελέγχεται είναι η δυνατότητα απόδειξης της προέλευσης και της διαδρομής των χρημάτων στον χρόνο. Η έγκαιρη συγκέντρωση και διατήρηση των σχετικών δικαιολογητικών δεν αποτελεί τυπική υποχρέωση, αλλά κρίσιμο στοιχείο φορολογικής ασφάλειας και προστασίας από βαρύτατους καταλογισμούς.

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

 

* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

O Γιάννης Αρτσίτας είναι Partner και Διευθυντής Φορολογίας Φυσικών Προσώπων της Artion A.E.

Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.


Υποχρεώσεις και ευθύνη λογιστών σε περιπτώσεις θανάτου εταίρων, διαχειριστών και επιχειρηματιών

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου και της Αλεξάνδρας Δαλιάνη*

Ο θάνατος προσώπου που κατέχει θέση εταίρου, διαχειριστή ή επιχειρηματία δεν αποτελεί μόνο προσωπικό ή οικογενειακό γεγονός. Δημιουργεί άμεσα νομικό κενό εκπροσώπησης, το οποίο – εάν δεν αντιμετωπιστεί ορθά – μετακυλίεται στην πράξη στους λογιστές, οι οποίοι συχνά, στο πλαίσιο της «εξυπηρέτησης», συνεχίζουν ενέργειες χωρίς νόμιμη βάση. Η πρακτική αυτή είναι εξαιρετικά επικίνδυνη και οδηγεί τον λογιστή σε κατάσταση προσωπικής έκθεσης, καθώς από βοηθητικό πρόσωπο μετατρέπεται σε υπόχρεο.

Βασική αρχή (κανόνας χωρίς εξαιρέσεις)

 Ο λογιστής δεν δικαιούται να προβεί σε καμία απολύτως πράξη μετά τον θάνατο, πριν από:

  • τη νόμιμη εκλογή και νομιμοποίηση εκπροσώπου στις εταιρείες, ή
  • την αποδοχή κληρονομιάς και τη νομιμοποίηση των κληρονόμων στην ατομική επιχείρηση.

Οποιαδήποτε ενέργεια πριν από τα παραπάνω δεν συνιστά διευκόλυνση, αλλά παράνομη υποκατάσταση εκπροσώπησης.

 

1. Θάνατος ομόρρυθμου εταίρου σε Ετερόρρυθμη Εταιρεία (ΕΕ)

Ο ομόρρυθμος εταίρος φέρει απεριόριστη ευθύνη και ασκεί κατά κανόνα τη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας.

Με τον θάνατό του:

  • η εταιρεία στερείται νόμιμου διοικούντος προσώπου, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στο καταστατικό,
  • οι κληρονόμοι δεν καθίστανται αυτοδικαίως ομόρρυθμοι εταίροι.

Μέχρι την αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομίας και την τροποποίηση του καταστατικού, δεν υπάρχει νόμιμη εκπροσώπηση. Ο λογιστής δεν μπορεί να υποβάλει δηλώσεις, να αποδώσει φόρους ή εισφορές ή να ενεργήσει έναντι τρίτων. Κάθε πράξη γίνεται χωρίς εντολή και δημιουργεί προσωπική έκθεση.

 

2. Θάνατος Διαχειριστή σε ΕΠΕ

Ο διαχειριστής αποτελεί το αποκλειστικό όργανο εκπροσώπησης της ΕΠΕ.

Σε περίπτωση θανάτου του:

  • αν δεν υπάρχει άλλος διαχειριστής, η εταιρεία μένει χωρίς νόμιμη διοίκηση,
  • απαιτείται απόφαση των εταίρων ή δικαστικός διορισμός.

Μέχρι τότε, καμία πράξη δεν μπορεί να παραχθεί νόμιμα. Ο λογιστής δεν καλύπτεται από προηγούμενες εξουσιοδοτήσεις και δεν νομιμοποιείται να ενεργεί.

 

3. Θάνατος Διαχειριστή σε ΙΚΕ

Στην ΙΚΕ, ιδίως στις μονοπρόσωπες ή όταν ο εταίρος ήταν και διαχειριστής, με τον θάνατο:

  • παύει αυτοδικαίως η διαχειριστική ιδιότητα,
  • οι κληρονόμοι δεν αποκτούν δικαίωμα εκπροσώπησης χωρίς αποδοχή κληρονομίας και καταχώριση στο ΓΕΜΗ.

Μέχρι τον ορισμό νέου διαχειριστή, κάθε λογιστική ή φορολογική ενέργεια είναι νομικά ανυπόστατη.

 

4. Θάνατος Διευθύνοντος Συμβούλου σε Ανώνυμη Εταιρεία

Ο Διευθύνων Σύμβουλος αποτελεί βασικό εκτελεστικό όργανο της ΑΕ.

Σε περίπτωση θανάτου:

  • απαιτείται άμεση ανασυγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου ή ορισμός νέου Διευθύνοντος Συμβούλου,
  • μέχρι τότε δεν υπάρχει νόμιμη υπογραφή.

Οι φορολογικές ή εργατικές προθεσμίες δεν νομιμοποιούν ενέργειες χωρίς εκπροσώπηση.

 

5. Θάνατος ιδιοκτήτη ατομικής επιχείρησης

Με τον θάνατο του επιχειρηματία, η ατομική επιχείρηση παύει ουσιαστικά να υφίσταται ως ενεργό υποκείμενο. Οι κληρονόμοι δεν υποκαθίστανται αυτοδικαίως. Μέχρι την αποδοχή της κληρονομίας και τη νομιμοποίησή τους στο Μητρώο, ο λογιστής δεν δικαιούται να υποβάλει δηλώσεις ή να αποδώσει υποχρεώσεις. Κάθε τέτοια ενέργεια θεωρείται πράξη χωρίς εντολέα.

 

Το κρίσιμο πρακτικό πρόβλημα: ο λογιστής ως υπόχρεος

Στην πράξη παρατηρείται συχνά το φαινόμενο ο λογιστής, στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης, να συνεχίζει υποβολές και πληρωμές «για να μη χαθούν προθεσμίες».

Με τον τρόπο αυτό:

  • υποκαθιστά άτυπα τη διοίκηση,
  • ενεργεί χωρίς νόμιμη εντολή,
  • και καθίσταται υπόχρεος για πράξεις που δεν του ανήκουν.

Η καλή πρόθεση δεν αίρει την προσωπική ευθύνη

 

Συμπέρασμα – μήνυμα προς λογιστές

Καμία πράξη χωρίς νόμιμο εκπρόσωπο.

Καμία υποβολή χωρίς νομιμοποίηση.

Καμία εξυπηρέτηση εις βάρος της προσωπικής ευθύνης.

Ο ρόλος του λογιστή είναι τεχνικός και συμβουλευτικός, όχι υποκατάστασης διοίκησης.

 

Δείτε το άρθρο και στo E-FOROLOGIA.gr

 

* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.

H Aλεξάνδρα Δαλιάνη είναι Ασκούμενη Δικηγόρος.

 


Όταν η φορολογία αποκόπτεται από την οικονομική πραγματικότητα

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα και της Νίκης Χατζοπούλου*

Δύο διαφορετικές διατάξεις – το ίδιο καταστροφικό αποτέλεσμα

Η φορολογική διοίκηση καλείται να εφαρμόζει τον νόμο με συνέπεια και αυστηρότητα, όχι όμως να παράγει αποτελέσματα που αποκόπτονται πλήρως από την οικονομική πραγματικότητα και τη φοροδοτική ικανότητα των επιχειρήσεων. Στην πράξη, η εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, ιδίως όταν γίνεται χωρίς στάθμιση και χωρίς αναλογικότητα, οδηγεί συχνά σε καταλογισμούς χωρίς μέτρο, όπου το πραγματικό κέρδος παύει να έχει σημασία για τον έλεγχο. Δύο διαφορετικές φορολογικές διατάξεις, με διαφορετική νομική αφετηρία, καταλήγουν τελικά στο ίδιο άδικο αποτέλεσμα: στην κατασκευή φορολογητέων κερδών και στην οικονομική εξόντωση επιχειρήσεων χαμηλού περιθωρίου κέρδους, κυρίως σε κλάδους εμπορίας καπνοβιομηχανικών, υγρών καυσίμων και προπληρωμένων υπηρεσιών, όπως κάρτες τηλεφωνίας.

Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι υπαρκτό, επαναλαμβανόμενο και πλέον αναδεικνύεται ξεκάθαρα μέσα από τη διοικητική νομολογία.

Πρώτο σκέλος – Η ΔΕΔ 3976/2025 και οι εξωπραγματικοί συντελεστές μικτού κέρδους

Η απόφαση ΔΕΔ 3976/2025 φέρνει στο προσκήνιο ένα σοβαρό σφάλμα που παρατηρείται συχνά στους φορολογικούς ελέγχους: την αποδοχή των αγορών μιας επιχείρησης, αλλά ταυτόχρονα την αυθαίρετη ανακατασκευή των εσόδων μέσω εφαρμογής συντελεστών μικτού κέρδους που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα του κλάδου.

Στην εξεταζόμενη υπόθεση, ο έλεγχος:

– δεν αμφισβήτησε την πραγματοποίηση των αγορών,

– δεν διαπίστωσε εικονικότητα,

– δεν εντόπισε απόκρυψη πωλήσεων,

και παρ’ όλα αυτά προχώρησε σε προσδιορισμό κερδών με βάση εξωπραγματικούς συντελεστές.

Παράδειγμα 1

Κατάστημα που πωλεί τσιγάρα με πραγματικό συντελεστή μικτού κέρδους 2,5%.

Ετήσιες αγορές τσιγάρων: 400.000 ευρώ
Πραγματικό μικτό κέρδος (2,5%): 10.000 ευρώ

Ο έλεγχος, εφαρμόζοντας αυθαίρετο συντελεστή μικτού κέρδους 15%, προσδιορίζει:

Τεκμαρτό μικτό κέρδος: 60.000 ευρώ
Διαφορά: 50.000 ευρώ

Με τον τρόπο αυτό, το πραγματικό αποτέλεσμα της επιχείρησης πολλαπλασιάζεται τεχνητά, χωρίς κανένα πραγματικό ή συγκριτικό δεδομένο. Η ΔΕΔ έκρινε ορθά ότι τέτοιου είδους προσέγγιση στερείται επαρκούς αιτιολογίας και δεν μπορεί να σταθεί νομικά.

Δεύτερο σκέλος – Οι δαπάνες άνω των 500 ευρώ και η έμμεση οικονομική εξόντωση

Η δεύτερη περίπτωση αφορά τη γνωστή διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 4172/2013, σύμφωνα με την οποία δαπάνες άνω των 500 ευρώ δεν εκπίπτουν εάν δεν έχουν εξοφληθεί με τραπεζικό μέσο.

Τυπικά, πρόκειται για εφαρμογή του νόμου. Ουσιαστικά όμως, σε συγκεκριμένους κλάδους, η διάταξη αυτή παράγει αποτελέσματα πλήρως δυσανάλογα.

Παράδειγμα 2

Το ίδιο κατάστημα τσιγάρων, με αγορές 400.000 ευρώ, οι οποίες – από άγνοια ή πρακτική αδυναμία – δεν εξοφλήθηκαν με τραπεζικό μέσο.

Μη αναγνώριση δαπανών: 400.000 ευρώ

Φορολογικό αποτέλεσμα:

Λογιστικό κέρδος: 400.000 ευρώ
Πραγματικό κέρδος: 10.000 ευρώ

Η επιχείρηση φορολογείται για εισόδημα σαράντα φορές μεγαλύτερο από αυτό που πραγματικά απέκτησε. Το πρόβλημα επιτείνεται όταν οι ίδιες αυτές δαπάνες, οι οποίες δεν αναγνωρίζονται φορολογικά, χρησιμοποιούνται εκ νέου από τον έλεγχο στο πλαίσιο των έμμεσων τεχνικών ελέγχου (αναλογία κόστους πωληθέντων), οδηγώντας σε διπλή και πολλαπλή επιβάρυνση.

Χαρακτηριστική της ακραίας αυτής προσέγγισης είναι και η απόφαση ΔΕΔ 1759/2023, όπου ο έλεγχος, εφαρμόζοντας τυφλά τη διάταξη περί μη αναγνώρισης δαπανών άνω των 500 ευρώ, προχώρησε σε καταλογισμό δυσανάλογων ποσών φόρων, προσαυξήσεων και τόκων. Από το συνολικό προφίλ του φορολογουμένου, όπως αυτό αποτυπώνεται στην ίδια την απόφαση, προκύπτει με σαφήνεια ότι οι επιβληθείσες επιβαρύνσεις δεν είναι απλώς μη εισπράξιμες, αλλά οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια τον φορολογούμενο σε αδυναμία αποπληρωμής και, τελικώς, στον κίνδυνο ποινικής δίωξης και φυλάκισης για χρέη προς το Δημόσιο.

Το κοινό αποτέλεσμα των δύο πρακτικών

Παρά τη διαφορετική νομική τους βάση, και οι δύο πρακτικές οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα: η φορολογική επιβάρυνση αποσυνδέεται πλήρως από τη φοροδοτική ικανότητα του φορολογούμενου. Η επιχείρηση δεν φορολογείται για το πραγματικό της εισόδημα, αλλά για λογιστικές κατασκευές.

Συνταγματική διάσταση

Όταν μία επιχείρηση που αποκομίζει 10.000 ευρώ κέρδος φορολογείται σαν να κέρδισε 60.000 ή 400.000 ευρώ, τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και της συνταγματικής αρχής της ισότητας στη συνεισφορά στα δημόσια βάρη.

Τελική επισήμανση – Εκεί όπου εντοπίζεται το πραγματικό πρόβλημα

Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή στον προσδιορισμό των κερδών μέσω έμμεσων τεχνικών ελέγχου, η εφαρμογή του νόμου δεν είναι μηχανική. Ο έλεγχος ασκεί διακριτική ευχέρεια, η οποία εξαρτάται από την οξυδέρκεια αλλά και τον υπερβάλλοντα ζήλο του ελεγκτή. Σε κάθε περίπτωση, η διακριτική αυτή ευχέρεια μπορεί και πρέπει να τίθεται εντός ορίων, όπως ακριβώς υπενθυμίζει η ΔΕΔ 3976/2025.

Αντίθετα, στην περίπτωση των δαπανών άνω των 500 ευρώ, ο ελεγκτής είναι απολύτως δέσμιος της νομοθεσίας. Δεν έχει τη δυνατότητα να εξετάσει την ουσία της συναλλαγής, ούτε να σταθμίσει την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, ακόμη και όταν δεν τίθεται κανένα ζήτημα εικονικότητας.

Για το ζήτημα αυτό έχουμε αρθρογραφήσει ήδη από το 2023, επισημαίνοντας ότι η συγκεκριμένη διάταξη, όπως εφαρμόζεται, δεν πλήττει την παραβατικότητα αλλά την άγνοια και την αδυναμία συμμόρφωσης μικρών επιτηδευματιών.

Θεσμική παρέμβαση – Έκκληση

Στο σημείο αυτό απαιτείται θεσμική παρέμβαση. Καλούνται το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος και οι σύλλογοι λογιστών – φοροτεχνικών να αντιμετωπίσουν συλλογικά το πρόβλημα. Η πλημμελής εφαρμογή της νομοθεσίας από μικρούς επιτηδευματίες δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αυτή την ακραία αυστηρότητα.

Η αναλογία που αποτυπώνει την υπερβολή

Οι ποινές και οι συνέπειες που επιβάλλονται σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις θυμίζουν ποινική δικαιοσύνη όπου, για παράβαση κοινής ησυχίας, επιβάλλεται πολυετής φυλάκιση. Όταν η κύρωση χάνει κάθε αναλογία με την παράβαση και οδηγεί σε οικονομική και ποινική εξόντωση, τότε δεν μιλάμε για φορολογική συμμόρφωση, αλλά για θεσμική αστοχία.

Συμπέρασμα

Η ΔΕΔ 3976/2025 δείχνει ότι υπάρχει ακόμη χώρος λογικής και μέτρου, όταν ο νόμος εφαρμόζεται με κρίση. Η περίπτωση του «500σαρικου» αποδεικνύει ότι χωρίς θεσμική διόρθωση, η τυφλή εφαρμογή της νομοθεσίας θα συνεχίσει να παράγει άδικα, δυσανάλογα και κοινωνικά επικίνδυνα αποτελέσματα.

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

 

O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

O Γιάννης Αρτσίτας είναι Partner & Διευθυντής Φορολογίας Φυσικών Προσώπων της Artion A.E.

Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E

 


ΙΚΕ: Αμοιβές διαχείρισης και πρόσληψη εταίρων

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νάνσυ Καλλιανιώτη και του Πέτρου Παπαπέτρου*

Το φορολογικό και ασφαλιστικό πλαίσιο υπό το πρίσμα των ελέγχων

Η Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ) έχει εξελιχθεί σε κυρίαρχη εταιρική μορφή, ιδίως σε τεχνικές και επιστημονικές δραστηριότητες. Παρά τη διάδοσή της, εξακολουθούν να παρατηρούνται σημαντικά λάθη στην πράξη ως προς τη φορολογική και ασφαλιστική αντιμετώπιση των αμοιβών διαχείρισης, αλλά και ως προς την πρόσληψη εταίρων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Τα ζητήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε ενδεχόμενο έλεγχο, τόσο από τη φορολογική διοίκηση όσο και από τον ΕΦΚΑ, καθώς συνδέονται άμεσα με τον κίνδυνο αμφισβήτησης της πραγματικότητας των δαπανών.


Αμοιβή διαχείρισης διαχειριστή ΙΚΕ – Φορολογικός χαρακτηρισμός

Σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, η αμοιβή που καταβάλλεται σε διαχειριστή ΙΚΕ λόγω της ιδιότητάς του αυτής χαρακτηρίζεται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία, ανεξαρτήτως του αν ο διαχειριστής είναι ταυτόχρονα και εταίρος της εταιρείας.

Κατά συνέπεια, οι αμοιβές διαχείρισης:

  • φορολογούνται με την κλίμακα του άρθρου 15,
  • υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου βάσει του άρθρου 60, μετά από αναγωγή σε ετήσιο εισόδημα,
  • δηλώνονται στο μηνιαίο αρχείο αποδοχών με τον ειδικό κωδικό που αφορά αμοιβές διαχειριστών ΙΚΕ.

Παράδειγμα

ΙΚΕ με κύκλο εργασιών 250.000 € αποφασίζει να καταβάλει στον διαχειριστή της μηνιαία αμοιβή 2.200 €. Το ποσό αυτό θεωρείται εισόδημα από μισθωτή εργασία και η παρακράτηση φόρου γίνεται με την κλίμακα μισθωτών, κατόπιν αναγωγής σε ετήσιο εισόδημα 26.400 €.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη διάκριση μεταξύ τακτικής και έκτακτης αμοιβής.


Τακτική και έκτακτη αμοιβή – Κρίσιμη διάκριση

Όταν η αμοιβή διαχείρισης:

  • καταβάλλεται σε σταθερή βάση (π.χ. μηνιαίως),
  • έχει εγκριθεί με απόφαση των εταίρων ή προβλέπεται στο καταστατικό,

τότε πρόκειται για κύρια – τακτική αμοιβή και η παρακράτηση φόρου γίνεται με την κλίμακα μισθωτών.

Αντίθετα, όταν χορηγείται:

  • εφάπαξ παροχή,
  • bonus που δεν συνδέεται με τις τακτικές αποδοχές,
  • πρόσθετη αμοιβή κατόπιν ειδικής απόφασης των εταίρων,

τότε εφαρμόζεται παρακράτηση φόρου 20% στο καταβαλλόμενο ποσό, χωρίς εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης.

Παράδειγμα

Στον ίδιο διαχειριστή καταβάλλεται, εκτός της μηνιαίας αμοιβής, εφάπαξ ποσό 6.000 € για την επιτυχή ολοκλήρωση ενός έργου. Το ποσό αυτό δεν αποτελεί τακτική αποδοχή και υπόκειται σε παρακράτηση φόρου 20%, ενώ θα επανεκκαθαριστεί στη φορολογική δήλωση.

Η εσφαλμένη εφαρμογή συντελεστή 20% σε πάγια αμοιβή διαχείρισης αποτελεί ένα από τα συχνότερα λάθη στην πράξη.


Εκπεσιμότητα της αμοιβής διαχείρισης για την ΙΚΕ

Η αμοιβή διαχείρισης μπορεί να εκπέσει από τα ακαθάριστα έσοδα της ΙΚΕ, εφόσον πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις των άρθρων 22 και 23 του ΚΦΕ.

Σε ενδεχόμενο έλεγχο, η φορολογική αρχή εξετάζει ιδίως:

  • αν υπάρχει απόφαση εταίρων που εγκρίνει την αμοιβή,
  • αν το ύψος της αμοιβής κινείται σε λογικά και επιχειρηματικά αποδεκτά πλαίσια,
  • αν υφίσταται πραγματική παροχή υπηρεσιών διαχείρισης,
  • αν η καταβολή γίνεται με τραπεζικό μέσο και αποτυπώνεται ορθά στα λογιστικά βιβλία.

Παράδειγμα

ΙΚΕ με δύο εταίρους και διαχειριστή τον έναν εξ αυτών καταβάλλει αμοιβή διαχείρισης 30.000€ ετησίως. Η αμοιβή έχει εγκριθεί με πρακτικό εταίρων, καταβάλλεται μέσω τραπέζης και αντιστοιχεί σε πραγματική διοικητική και εμπορική διαχείριση της εταιρείας. Υπό τα δεδομένα αυτά, η δαπάνη εκπίπτει κανονικά.

Εφόσον τα παραπάνω τηρούνται, η δαπάνη δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως εικονική ή καταχρηστική.


Ασφαλιστική αντιμετώπιση διαχειριστή ΙΚΕ

Η ασφαλιστική μεταχείριση του διαχειριστή ΙΚΕ είναι πλήρως αποσυνδεδεμένη από τη φορολογική.

Ο διαχειριστής ΙΚΕ:

  • υπάγεται στην ασφάλιση μη μισθωτών,
  • ασφαλίζεται βάσει του άρθρου 39 του ν. 4387/2016,
  • καταβάλλει εισφορές μέσω ειδοποιητηρίου, επιλέγοντας ασφαλιστική κατηγορία,
  • ασφαλίζεται με τον ίδιο τρόπο είτε λαμβάνει είτε δεν λαμβάνει αμοιβή διαχείρισης.

Παράδειγμα

Διαχειριστής ΙΚΕ που λαμβάνει αμοιβή διαχείρισης 2.000 € μηνιαίως συνεχίζει να ασφαλίζεται ως μη μισθωτός και καταβάλλει εισφορές αποκλειστικά μέσω του ειδοποιητηρίου ΕΦΚΑ. Η ΙΚΕ δεν υποβάλλει ΑΠΔ για την αμοιβή αυτή.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι οι αμοιβές διαχείρισης δεν υπάγονται σε ασφάλιση μέσω ΑΠΔ, γεγονός που συχνά παρερμηνεύεται στην πράξη.


Πρόσληψη εταίρου ΙΚΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας

Η πρόσληψη εταίρου ΙΚΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν απαγορεύεται εκ των προτέρων, ωστόσο εξετάζεται πάντοτε με βάση τα πραγματικά δεδομένα.

Για να θεωρηθεί νόμιμη και μη αμφισβητήσιμη:

  • πρέπει να υφίσταται πραγματική εξάρτηση (ωράριο, οδηγίες, έλεγχος),
  • το αντικείμενο εργασίας να είναι σαφώς προσδιορισμένο,
  • η μισθοδοσία και οι εισφορές να καταβάλλονται κανονικά.

Παράδειγμα

Εταίρος ΙΚΕ που δεν έχει διαχειριστική ιδιότητα προσλαμβάνεται ως μηχανικός έργου, με συγκεκριμένο ωράριο, αμοιβή και αναφορά στον διαχειριστή. Ο μισθός και οι εργοδοτικές εισφορές εκπίπτουν κανονικά ως λειτουργικό κόστος.

Το μισθολογικό κόστος (μισθοί και εργοδοτικές εισφορές) εκπίπτει κατ’ αρχήν φορολογικά, υπό τις γενικές προϋποθέσεις.


Ιδιαίτερη προσοχή: διαχειριστής και μισθωτός στην ίδια ΙΚΕ

Η περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο διαχειριστής της ΙΚΕ προσλαμβάνεται και ως μισθωτός στην εταιρεία αποτελεί σημείο αυξημένου ελεγκτικού κινδύνου.

Στην πράξη, συχνά αμφισβητείται:

  • η ύπαρξη πραγματικής εξαρτημένης εργασίας,
  • η διάκριση μεταξύ καθηκόντων διαχείρισης και μισθωτής απασχόλησης.

Παράδειγμα

Όταν ο διαχειριστής ΙΚΕ δηλώνεται παράλληλα ως «υπάλληλος γραφείου» χωρίς σαφή διαφοροποίηση καθηκόντων, ωραρίου και ιεραρχίας, η σχέση αυτή είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε αμφισβήτηση από ΕΦΚΑ και φορολογική διοίκηση.


Ψηφιακή κάρτα εργασίας

Οι εταίροι ΙΚΕ που κατέχουν ποσοστό άνω του 0,5% και δηλώνονται ως πρόσωπα με διευθυντική ή εμπιστευτική ιδιότητα εξαιρούνται από την υποχρέωση σήμανσης της ψηφιακής κάρτας εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ιδιότητα αυτή αποτυπώνεται ρητά στην ατομική σύμβαση και στο Π.Σ. «ΕΡΓΑΝΗ».


Συμπέρασμα

Η ορθή διαχείριση των αμοιβών διαχείρισης και της απασχόλησης εταίρων στην ΙΚΕ δεν αποτελεί απλώς τυπικό ζήτημα, αλλά κρίσιμο παράγοντα φορολογικής και ασφαλιστικής συμμόρφωσης.

Η σαφής διάκριση ρόλων, η τήρηση των διαδικασιών, η τεκμηρίωση της πραγματικής λειτουργίας της εταιρείας και η αποφυγή βεβιασμένων «φορολογικών λύσεων» αποτελούν τη μόνη ασφαλή επιλογή, ιδίως σε ένα περιβάλλον εντατικοποίησης των ελέγχων.

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

 

O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

H Νάνσυ Καλλιανιώτη είναι Μέτοχος και μέλος Δ.Σ. της Artion Α.Ε. & Διευθύνουσα Σύμβουλος της Artion Μυκόνου Α.Ε.

O Πέτρος Παπαπέτρος είναι Partner, Διευθυντής του Τμήματος Μισθοδοσίας της ARTION ΑΕ.