Παροχή σε είδος οι δοσοληπτικοί λογαριασμοί

Του Γιώργου Δαλιάνη,

Με την ψήφιση του ισχύοντος Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013) άλλαξε ριζικά από 1.1.2014 η φορολογική αντιμετώπιση των λεγόμενων δοσοληπτικών λογαριασμών, δηλαδή των συναλλαγών μεταξύ των επιχειρήσεων με τον επιχειρηματία, τους εταίρους, τους διαχειριστές, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τους διευθυντές ή εργαζομένους.

Προϊσχύον καθεστώς (έως 31.12.2013)

Υπό το προγενέστερο καθεστώς δεν προέκυπτε κάποια φορολογική υποχρέωση για τους λήπτες των ποσών αυτών (βλ. και ΠΟΛ 1162/27.7.2011), αλλά αυτές οι συναλλαγές ελέγχονταν για το ενδεχόμενο υποκρυπτόμενων δανείων και σε περίπτωση που τεκμηριωνόταν ότι τα ποσά των λογαριασμών αυτών συνιστούν δανεισμό των εταίρων, διαχειριστών, μελών Δ.Σ. κ.λπ. από την επιχείρηση ή το αντίστροφο, τότε, αναζητούνταν τα οικεία τέλη χαρτοσήμου, δηλαδή 1% πλέον ΟΓΑ 20% στην περίπτωση της ταμειακής διευκόλυνσης (ανάληψη χρημάτων από μέτοχο), η οποία προέκυπτε από τα βιβλία της επιχείρησης άνευ σχετικής συμβάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. γ’ της παρ. 5 του άρθ. 15 του Κ.Ν.Τ.Χ.. και επιπλέον αναζητείτο εισόδημα τόκων (τεκμαρτός υπολογισμός) για την εταιρεία.

Σχετικά δε με την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τέλη χαρτοσήμου, έχουμε αναφερθεί εκτενώς σε προηγούμενη πρόσφατη αρθρογραφία μας, στην οποία και παραπέμπουμε (https://www.artion.gr/epanelegxos-elegmenon-forologikon-upotheseon/).

Ισχύουσες διατάξεις (από 1.1.2014)

Συγκεκριμένα, με βάση το άρθρο 13 παρ 3 του νέου ΚΦΕ (ν. 4172/2013) ορίζεται ότι:

«Οι παροχές σε είδος με τη μορφή δανείου, προς εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα περιβάλλονται τη μορφή έγγραφης συμφωνίας και αποτιμώνται με βάση το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλε ο εργαζόμενος στη διάρκεια του ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβε την παροχή, εάν το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων ήταν το μέσο επιτόκιο αγοράς, του οποίου η μέθοδος υπολογισμού ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατά τον ίδιο μήνα και των τόκων που τυχόν κατέβαλε ο εργαζόμενος στη διάρκεια του εν λόγω ημερολογιακού μήνα. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται έγγραφη συμφωνία δανείου, το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου λογίζεται ως παροχή σε είδος. Η προκαταβολή μισθού άνω των τριών (3) μηνών θεωρείται δάνειο».

► Δοσοληψίες χωρίς σύμβαση

Με βάση τα νέα δεδομένα, οι συναλλαγές αυτές συνιστούν παροχή σε είδος, επί της οποίας επιβάλλεται και ο ανάλογος φόρος ως εισόδημα από μισθωτή εργασία στον λήπτη για την καθεμία απόληψη, καθώς ολόκληρο το ποσό αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής παροχή σε είδος, εάν δεν υφίσταται έγγραφη σύμβαση δανείου με βέβαιη ημερομηνία και  εμπρόθεσμη καταβολή των αναλογούντων τελών χαρτοσήμου.

Με άλλα λόγια, έχει πλέον καταργηθεί ο άτυπος δανεισμός μεταξύ εταιρείας και εταίρων, μετόχων κ.λπ. στα πλαίσια δοσοληπτικών λογαριασμών, καθώς ελλείψει σχετικής συμβάσεως, τα ληφθέντα ποσά θεωρούνται παροχή  σε είδος για τους λήπτες.

► Δοσοληψίες με σύμβαση

Σε αντίθετη περίπτωση, εφόσον δηλαδή συναφθεί δάνειο μεταξύ του φυσικού προσώπου και της εταιρείας, τότε θα λογίζονται τόκοι και μόνο η όποια διαφορά από το μέσο επιτόκιο αγοράς θα αντιμετωπίζεται ως παροχή σε είδος, ενώ παράλληλα θα εφαρμόζονται και οι διατάξεις περί χαρτοσήμου. Σε περίπτωση που δεν προβλέπονται τόκοι βάσει της σύμβασης, τότε οι τεκμαρτοί τόκοι θα αποτελέσουν παροχή σε είδος.  Παράδειγμα: Μία επιχείρηση χορηγεί σε μέτοχό της δάνειο ποσού 100.000,00 € άτοκο.  Επί του ποσού αυτού, οι τεκμαρτοί τόκοι υπολογίζονται υπό του ελέγχου σε ποσό 5.000 €. Το ποσό αυτό θεωρείται για το φυσικό πρόσωπο τεκμαρτό εισόδημα από μισθωτή εργασία και φορολογείται ανάλογα.

Σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των τόκων εφαρμόζεται η ΠΟΛ.1034/30.1.2014 «Προσδιορισμός μέσου επιτοκίου αγοράς κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 13 του Ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α΄ 167)»

Μεταβατικό καθεστώς

Με την ΠΟΛ 1219/6.10.2014 «Φορολογική μεταχείριση παροχών σε είδος του άρθρου 13 του ν. 4172/2013» δόθηκαν διευκρινίσεις σχετικά με την αντιμετώπιση των παροχών σε είδος και μάλιστα επισημάνθηκε ότι οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 13 ν. 4172/2013 δεν καταλαμβάνουν τα ποσά που είχαν καταβληθεί ή πιστωθεί στα υπόψη πρόσωπα (εργαζόμενους, εταίρους, μέτοχους κ.λπ.) πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 (μέχρι 31.12.2013), ανεξαρτήτως του αν τα υπόψη ποσά έχουν καταβληθεί ως δάνεια με έγγραφη συμφωνία ή άνευ αυτής ή ως προκαταβολές μισθών. Δηλαδή, εν ολίγοις, οι συναλλαγές που έλαβαν χώρα έως την 31.12.2013 δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νέου ΚΦΕ και αντιμετωπίζονται με βάση το προϊσχύον καθεστώς. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές αναζητούνται υπό του ελέγχου τα αναλογούντα τέλη χαρτοσήμου σε ετήσια μάλιστα βάση, διότι θεωρείται ότι υπάρχει ανανέωση της δανειακής σχέσης.

Παροχή σε είδος και παρακράτηση φόρου

Περαιτέρω, σύμφωνα με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1072/31.3.2015, στις παροχές σε είδος του άρθρου 13 του ν. 4172/2013, λόγω του ότι η αποτίμησή τους είναι δυσχερής, έως και αδύνατη, κατά τη στιγμή της χορήγησής τους, δεν διενεργείται παρακράτηση φόρου επί των παροχών αυτών, αλλά ο οφειλόμενος φόρος υπολογίζεται κατά την εκκαθάριση της δήλωσης, δεδομένου ότι η αξία τους (εφόσον αυτές φορολογούνται) προσαυξάνει το εισόδημα από μισθωτή εργασία των δικαιούχων.

Εταιρικό δίκαιο – Συμβάσεις με συνδεδεμένα μέρη

Από πλευράς εταιρικού δικαίου, επισημαίνουμε ότι υπό το ισχύον καθεστώς του ν. 4548/2018 (Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών (Νέος νόμος περί Ανωνύμων Εταιριών) είναι δυνατή η έγκυρη σύναψη συμβάσεων δανείου με συνδεδεμένα μέρη, εφόσον τηρηθούν οι προβλεπόμενες στα άρθρα 99 επόμενα του νόμου (ειδική άδεια παρεχόμενη με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή της γενικής συνέλευσης των μετόχων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα).

Προβληματισμοί σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του νέου καθεστώτος

Όπως είναι εύλογο, ως προς τον τρόπο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης («Σε περίπτωση που δεν υφίσταται έγγραφη συμφωνία δανείου, το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου λογίζεται ως παροχή σε είδος») γεννώνται ερωτήματα, όπως π.χ. τι θα συμβεί σε περίπτωση που το ποσό που ελήφθη ως δάνειο χωρίς εγγραφή συμφωνία επιστρέφεται εντός της οικείας χρήσεως ή της επόμενης χρήσεως κ.ο.κ.;

Με την στενή έννοια της διάταξης όλο το ποσό του αρχικού κεφαλαίου θεωρείται παροχή σε είδος παρά το γεγονός ότι νομικά δεν συνιστά παροχή αλλά δάνειο, αφού επιστρέφεται από τον λήπτη του. Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν, προκύπτει το παράδοξο της γέννησης φορολογικής υποχρέωσης χωρίς την ύπαρξη πραγματικού φορολογικού αντικειμένου, αλλά βάσει πλασματικής φορολογητέας ύλης, δυνάμει της σχετικής διάταξης, σημείο που φαίνεται προβληματικό.

Συνεπώς, υπό τα ισχύοντα δεδομένα, θα πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο χειρισμού των δοσοληψιών μεταξύ εταιρείας και εταίρων-μετόχων-εργαζομένων, προκειμένου να αποφευχθούν οι υπέρμετρες φορολογικές επιβαρύνσεις που δυνητικά θα προκύψουν για τα φυσικά αυτά πρόσωπα, εφόσον δεν τηρηθούν οι απαιτούμενες βάσει νόμου διατυπώσεις.

Κλείνοντας, επισημαίνουμε πως, δεδομένου ότι ήδη έχουν αρχίσει να ελέγχονται οι χρήσεις από 1.1.2014, το ζήτημα αυτό απασχολεί ήδη μεγάλη μερίδα των φορολογούμενων, καθώς ήδη επιβάλλονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα καταλογισμοί σε περιπτώσεις δοσοληπτικών λογαριασμών όπου δεν υφίσταται η απαιτούμενη βάσει νόμου σύμβαση δανείου. Όπως είναι φυσικό, ήδη οι ελεγχόμενοι προβαίνουν σε άσκηση προσφυγών και αναμένεται το θέμα να αχθεί και πάλι ενώπιον των Δικαστηρίων προς επίλυση, πολλαπλασιάζοντας τον όγκο των εκκρεμών υποθέσεων και δημιουργώντας υπέρμετρες καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης.

Στα πλαίσια αυτά, λοιπόν, θεωρούμε απαραίτητη την έκδοση διευκρινιστικών εγκυκλίων και την έστω και ετεροχρονισμένη λήψη μέτρων από την Φορολογική Διοίκηση για την ορθολογική αντιμετώπιση των ζητημάτων που προκύπτουν, ιδίως στις περιπτώσεις όπου τα αποληφθέντα ποσά επιστρέφονται από τα φυσικά πρόσωπα προς την εταιρεία κατά την οικεία ή την επόμενη χρήση, για τα οποία κρίνεται απαραίτητα μία ιδιαίτερη ρύθμιση, με γνώμονα τους κανόνες της δίκαιης φορολόγησης.

Δείτε το άρθρο και στο Capital.gr.


O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Επανέλεγχος ελεγμένων φορολογικών υποθέσεων

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου (δικηγόρου της Artion A.E.)

Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας έχουμε ασχοληθεί εκτενέστατα με ζητήματα που άπτονται των φορολογικών ελέγχων. Στο παρόν άρθρο επιλέξαμε να ασχοληθούμε με τις δυνατότητες που διαθέτει ο έλεγχος, ώστε να επανέλθει, ακόμη και σε περίπτωση που έχει ήδη διενεργηθεί έλεγχος για ορισμένο φορολογικό έτος. Εκ των προτέρων, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το ζήτημα αυτό συνδέεται άρρηκτα με το ζήτημα της παραγραφής. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν έχει διενεργηθεί έλεγχος για κάποιο φορολογικό έτος και έχει εκδοθεί και οριστική πράξη προσδιορισμού, ο έλεγχος δύναται να επανέλθει μέχρι την παραγραφή του επίμαχου φορολογικού έτους, διότι όλοι οι έλεγχοι που διενεργούνται είναι μερικοί και όχι οριστικοί.

Πλήρης ή μερικός έλεγχος

Πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, τέλους ή εισφοράς, που έχουν εκδοθεί ή εκδίδονται κατόπιν  μερικού  φορολογικού ελέγχου, δεν κωλύουν τη διενέργεια επανελέγχου σε περίπτωση συμπληρωματικών στοιχείων.

Πλήρης έλεγχος είναι αυτός που διενεργείται για όλες τις φορολογίες και όλα τα φορολογικά αντικείμενα καθώς και για τις εισφορές και τα τέλη ο οποίος είναι και οριστικός. Μερικός έλεγχος είναι αυτός που δεν συγκεντρώνει τα παραπάνω στοιχεία του πλήρους ελέγχου (εγκ. 1069048/2-5-2014).

Η Φορολογική Διοίκηση έχει δικαίωμα επανελέγχου φορολογικής περιόδου ή υπόθεσης για την οποία έχει ήδη διενεργηθεί πλήρης έλεγχος, μόνον εάν προκύψουν νέα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί κατόπιν του αρχικού ελέγχου. Σε περίπτωση, λοιπόν, μερικού ελέγχου (δηλαδή σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις), ο έλεγχος δύναται να επανέλθει μέχρι την παραγραφή του επίμαχου φορολογικού έτους.

Παραγραφή

Χρήσεις έως και το 2013

Η παραγραφή στη Φορολογία Εισοδήματος μέχρι και το 2013, καθορίζεται από το Ν 2238/1994 (πρώην Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος – ΚΦΕ) και ειδικότερα στο άρθρο 84 σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ.2 του ιδίου νόμου. Όπως γίνεται αντιληπτό από τις διατάξεις περί παραγραφής στη ΦΕ που προαναφέρθηκαν, ο βασικός κανόνας παραγραφής είναι τα πέντε (5) έτη, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης.

Εν τούτοις η νομοθεσία ορίζει πλήθος εξαιρέσεων στις οποίες ο χρόνος παραγραφής επιμηκύνεται, σε σύγκριση με τον βασικό κανόνα.

α. Επιμήκυνση της παραγραφής λόγω συμπληρωματικών στοιχείων

Εφόσον, μετά τον βασικό χρόνο παραγραφής (ήτοι μετά την βασική 5ετία), περιέλθουν σε γνώση των φορολογικών αρχών συμπληρωματικά στοιχεία τα οποία στοιχειοθετούν φορολογητέα ύλη, η παραγραφή επιμηκύνεται στα 10 έτη.

Όταν τα συμπληρωματικά στοιχεία περιέρχονται στις φορολογικές αρχές κατά το τελευταίο έτος της παραγραφής (δηλ. το 5ο έτος), η παραγραφή παρατείνεται για 1 ακόμη ημερολογιακό έτος, όχι δηλαδή για 10.

Γενικά τα στοιχεία για να θεωρηθούν ως συμπληρωματικά και συνεπώς ικανά για να παρατείνουν την παραγραφή, θα πρέπει δικαιολογημένα η φορολογική αρχή να μην τα είχε υπόψη της κατά την περίοδο της 5ετίας.

Σχετικώς, έχει κριθεί ότι ούτε η ανώνυμη καταγγελία για φοροδιαφυγή πολίτη ούτε η λεγόμενη «πληροφοριακή έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος» του ΣΔΟΕ, ούτε οι καταθέσεις σε ημεδαπές τράπεζες δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία (ΣτΕ 172/2018 και 2934/2017 ΣτΕ). Υπό την έννοια αυτή, μπορεί να υποστηριχθεί ότι σε περίπτωση που βρέθηκαν καταθέσεις σε τράπεζα της αλλοδαπής, οι οποίες όμως προήλθαν από ημεδαπό πιστωτικό ίδρυμα (π.χ. μέσω εμβάσματος), δεν προκύπτει συμπληρωματικό στοιχείο που να παρατείνει την παραγραφή, διότι στη συγκεκριμένη συναλλαγή αναμιγνύεται ημεδαπή τράπεζα και τα στοιχεία αυτής ήταν στη διάθεση του φορολογικού ελέγχου.

β. Επιμήκυνση σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως

Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως εντός της κατ’ άρθρον 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994 προθεσμίας πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον οικείο φόρο ισχύει, κατ’ αρχήν, η πενταετής προθεσμία παραγραφής από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Σε περίπτωση, όμως, που η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί κατά το τελευταίο έτος της ως άνω πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, τότε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 5 εδ. β’ του ν. 2238/1994, το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει φύλλο ελέγχου παραγράφεται μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης.

Σε περίπτωση υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης κατά το τελευταίο έτος της δεκαπενταετούς προθεσμίας παραγραφής του άρθρου 84 παρ. 5 εδ. α’ του ν.2238/1994, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 5 εδ. β’ του ν.2238/1994 και, επομένως, δεν χωρεί περαιτέρω παρέκταση της (δεκαπενταετούς) προθεσμίας παραγραφής. Και τούτο διότι επιμήκυνση της προθεσμίας παραγραφής μετά το δέκατο πέμπτο έτος από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της δήλωσης, με αποτέλεσμα το συνολικό διάστημα παραγραφής να εκτείνεται στα δεκαοκτώ έτη από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας, αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου και στην αρχή της αναλογικότητας. Στα πλαίσια αυτά, η κατ’ άρθρο 84 παρ. 5 εδ. α’ του ν.2238/1994 δεκαπενταετής προθεσμία για την έκδοση και κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης τίθεται κατά νόμο ως ανώτατο χρονικό όριο παραγραφής και επί εκπρόθεσμης δηλώσεως (βλ. ΣτΕ 732/219 και Ε2123/2019 που τροποποιεί την ΠΟΛ 1165/2018).

Χρήσεις από το 2014 και εξής

Από 1.1.2014 τέθηκε σε ισχύ ν. 417/2013 που ορίζει σχετικά με την παραγραφή ως κανόνα την 5ετία και περιορίζει τις εξαιρέσεις, δυνάμει των οποίων παρατείνεται η παραγραφή.

Συγκεκριμένα:

α) εάν ο φορολογούμενος υποβάλει αρχική ή τροποποιητική δήλωση εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, για περίοδο ενός έτους από τη λήξη της πενταετίας,

β) εάν ζητηθούν πληροφορίες από χώρα της αλλοδαπής, για όσο χρονικό διάστημα απαιτηθεί για τη διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών προσαυξημένο κατά ένα έτος από την παραλαβή τους από τη Φορολογική Διοίκηση,

γ) εάν ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, ένδικο βοήθημα ή μέσο, για περίοδο ενός έτους μετά την έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής ή την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά.

Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για περιπτώσεις φοροδιαφυγής μπορεί να εκδοθεί εντός είκοσι (20) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.

Παρατάσεις της παραγραφής

Με την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (1738/2017), δόθηκε τέλος στην καταχρηστική πρακτική που ακολουθούσε το κράτος για όλα αυτά τα έτη, καθότι, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση-σταθμό, οι νόμοι που παρέτειναν το χρόνο παραγραφής κρίθηκαν ως αντισυνταγματικοί και συνεπώς ως νομικά ανίσχυροι.

Παραγραφή τελών χαρτοσήμου

Από 1.1.2014 εφαρμόζεται η παραγραφή του άρθρου 36 του ΚΦΔ, δηλαδή ισχύει καταρχήν η πενταετής παραγραφή τελών χαρτοσήμου και η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε έκδοση πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου εντός 5 ετών από τη λήξη του εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.

Για τις χρήσεις έως 31.12.2013 δεν υπάρχει διάταξη που να ρυθμίζει τον χρόνο παραγραφής του εν λόγω δικαιώματος του Δημοσίου.

Σύμφωνα με παλαιότερη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων, ελλείψει υφισταμένης στον Κώδικα Νόμων περί Τελών Χαρτοσήμου διατάξεως περί παραγραφής, γινόταν δεκτό ότι η σχετική αξίωση του Δημοσίου για την επιβολή τελών χαρτοσήμου υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή.

Ωστόσο, σχετικά με το θέμα αυτό έχουν εκδοθεί πρόσφατα δύο Εφετειακές αποφάσεις (υπ’ αριθ. ΔΕφΘεσσ 1655/2018 και ΔΕφΑθ 1107/2019), σύμφωνα με τις οποίες κρίθηκε ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει τέλη χαρτοσήμου υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει να τρέχει από το τέλος της ίδιας διαχειριστικής περιόδου και συμπληρώνεται με την παρέλευση της πενταετίας.

Κατόπιν των ανωτέρω, βρισκόμαστε ενώπιον μίας σημαντικής νομολογιακής μεταστροφής, που αναμένεται να επικυρωθεί και από το Συμβούλιο της Επικρατείας στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου, σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει τέλη χαρτοσήμου για τις χρήσεις έως 31.12.2013 υπόκειται σε πενταετή παραγραφή αρχόμενη από το τέλος της διαχειριστικής περιόδου.

Φορολογικό Πιστοποιητικό

Τέλος, λόγω των πρόσφατων εξελίξεων θα θέλαμε να αναφερθούμε και στο φορολογικό πιστοποιητικό που προβλέπεται από τον ν. 2238/1994 αρθ. 82, παρ.5 (παλιός ΚΦΕ), από την διαχειριστική περίοδο 2011 και μετά.  Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, αν το φορολογικό πιστοποιητικό από τους Ορκωτούς Ελεγκτές εκδίδεται χωρίς επιφύλαξη (λευκό), δεν διενεργείται τακτικός φορολογικός έλεγχος, εκτός αν η υπόθεση έχει επιλεγεί προς έλεγχο από την Φορολογική Διοίκηση με το δειγματοληπτικό σύστημα βάσει μεθόδων ανάλυσης κινδύνου (Ν 3842/2010 αρθ.80).

Σχετικώς εκδόθηκε η ΠΟΛ.1159/22.7.2011, σύμφωνα με την οποία μετά την παρέλευση 18μήνου,  οι φορολογικές υποθέσεις των επιχειρήσεων που ελέγχθηκαν και απεδείχθησαν συνεπείς καθίσταντο οριστικές χωρίς δυνατότητα άλλου ελέγχου, εκτός αν υπάρχουν ενδείξεις για σημαντικές παραβάσεις (όπως άσκηση δίωξης κατά μελών του ΔΣ για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, πλαστά – εικονικά στοιχεία, συναλλαγές με ανύπαρκτες φορολογικά εταιρίες και περιπτώσεις παραβάσεων της νομοθεσίας transfer pricing), όπου τότε οι έλεγχοι μπορούν να γίνουν μέχρι την ημερομηνία παραγραφής της χρήσης.

Με την υπ’ αριθ. 1490/2016 Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι σε περίπτωση λευκού πιστοποιητικού, ανατροπή των οριστικών αποτελεσμάτων της συγκεκριμένης χρήσης είναι δυνατή μόνο με τη χρησιμοποίηση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου και την εφαρμογή των κριτηρίων που ορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού εκδοθείσα Πολ. 1178/2011 και όχι με βάση υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται κατ΄ εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του ως άνω άρθρου 80, με τις οποίες ορίζεται τυχαίο δείγμα υποθέσεων προς έλεγχο χωρίς τη χρησιμοποίηση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου.

Επισημαίνεται ότι το θέμα αυτό αφορά τα έτη 2011-2013, καθώς από το 2014 και μετά, για τις επιχειρήσεις που λαμβάνουν φορολογικά πιστοποιητικά χωρίς επιφυλάξεις, δεν ισχύουν οι διατάξεις για εξαίρεση από τον έλεγχο της Φορολογικής Διοίκησης μετά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος.

Πρόσφατα το ΣτΕ παρέπεμψε το ζήτημα σε «δίκη πιλότο» με την υπ’ αριθ. 12/2019 Πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, συνεπώς αναμένεται η έκδοση απόφασης που θα επιλύσει οριστικά το ζήτημα αυτό.

Συμπεράσματα

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο φορολογικός έλεγχος μπορεί να επανέλθει οποιαδήποτε στιγμή μέχρι να παραγραφεί το δικαίωμα του Δημοσίου, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, σύμφωνα με όσα αναπτύξαμε ανωτέρω. Το Δημόσιο έκανε όλα αυτά τα χρόνια κατάχρηση του δικαιώματος προς έλεγχο και καταλογισμό φόρων μέσω των αρμόδιων οργάνων του. Βλέπουμε, όμως, με αφορμή τις πρόσφατες αποφάσεις δικαστηρίων ότι μπαίνει πλέον ένα φρένο στις παλιές πρακτικές, με απώτερο σκοπό να μην θίγονται υπέρμετρα τα δικαιώματα των φορολογούμενων και να τηρείται το συνταγματικό πλαίσιο σχετικά με την επιβολή του φόρου.

Δείτε το άρθρο και στη Naftemporiki.gr


O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.
H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

 

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Διπλή φορολόγηση στις επιχειρήσεις για ενδοομιλικές συναλλαγές

Του Γιώργου Δαλιάνη

Όπως είναι γνωστό, ενδοομιλικές συναλλαγές πραγματοποιούνται μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες θεωρείται ότι μοιράζονται κοινά συμφέροντα είτε με τη μορφή κοινής διοίκησης είτε λόγω της σύνθεσής τους.

Νομικό πλαίσιο

Στην χώρα μας ο όρος ενδοομιλική τιμολόγηση (transfer pricing) καθώς και η τεκμηρίωση των ενδοομιλικών συναλλαγών καθιερώθηκαν με τον νόμο 3728/2008 «Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς και άλλες διατάξεις [Κανόνες Τεκμηρίωσης Τιμών Ενδοομιλικών Συναλλαγών]».

Υπό το καθεστώς του προϊσχύοντος Κ.Φ.Ε. και μέχρι την κατάργησή του υπήρχαν κάποιες γενικές διατάξεις στα άρθρα 39, 39Α, 39Β και 39Γ του ν. 2238/1994 (Κ.Φ.Ε) «περί υπερτιμολογήσεων – υποτιμολογήσεων».

Εν συνεχεία, ο  ν. 2238/1994 καταργήθηκε από τον ν. 4172/2013, ο οποίος στο άρθρο 50 ορίζει ότι:

«1. Νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες όταν πραγματοποιούν συναλλαγές, μία ή περισσότερες, διεθνείς ή και εγχώριες, με συνδεδεμένα πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 2 του Κ.Φ.Ε. με οικονομικούς ή εμπορικούς όρους διαφορετικούς από εκείνους που θα ίσχυαν μεταξύ μη συνδεδεμένων προσώπων (ανεξάρτητων επιχειρήσεων) ή μεταξύ συνδεδεμένων προσώπων και τρίτων, οποιαδήποτε κέρδη τα οποία χωρίς τους όρους αυτούς θα είχαν πραγματοποιηθεί από το νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, αλλά τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω των διαφορετικών όρων (αρχή των ίσων αποστάσεων) περιλαμβάνονται στα κέρδη του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας μόνον στο βαθμό που δεν μειώνουν το ποσό του καταβλητέου φόρου. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και ερμηνεύονται σύμφωνα με τις γενικές αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για τις ενδοομιλικές συναλλαγές».

Επίσης, στον ν. 4174/2013 και συγκεκριμένα στα άρθρα 21 και 22 ορίζονται οι υποχρεώσεις των εταιρειών σχετικά με τη σύνταξη φακέλου τεκμηρίωσης για τις διενεργούμενες ενδοομιλικές συναλλαγές.

Αποφυγή διπλής φορολόγησης

Μέσω της ενσωμάτωσης στο ελληνικό δίκαιο (με τον ν. 2216/1994) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας «Κύρωση Σύμβασης μεταξύ των Κρατών – Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεόμενων επιχειρήσεων και των προσαρτημένων σε αυτήν κοινών και μονομερών δηλώσεών τους και άλλες διατάξεις» υιοθετήθηκαν μέτρα για την αποφυγή διπλής φορολόγησης των συνδεδεμένων επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στα Κράτη-Μέλη σε περίπτωση διόρθωσης των κερδών μίας επιχείρησης από τις φορολογικές αρχές κράτους-μέλους. Σχετικώς μάλιστα θεσπίσθηκε και η διαδικασία του Αμοιβαίου Διακανονισμού (άρθρο 63Α του ν. 4174/2013), η οποία συνδυαστικά με τα άρθρα 41 παρ. 4 και 45 παρ. 2 (τρόπος πληρωμής του φόρου βάσει της διαδικασίας του Αμοιβαίου Διακανονισμού) λειτουργούν ως δικλείδα ασφαλείας για την αποφυγή διπλής φορολόγησης των αλλοδαπών επιχειρήσεων που διενεργούν ενδοομιλικές συναλλαγές και είναι εγκατεστημένες στην χώρα μας.

Στα πλαίσια αυτά, όταν στις εμπορικές ή οικονομικές σχέσεις μεταξύ δύο συγγενών επιχειρήσεων, δημιουργούνται ή επιβάλλονται όροι που διαφέρουν από εκείνους που θα συμφωνούνταν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τα οποιαδήποτε κέρδη που θα έπρεπε να είχαν πιστωθεί σε μια από τις επιχειρήσεις, αλλά λόγω των όρων δεν έχουν πιστωθεί, μπορούν να συμπεριληφθούν στα κέρδη αυτής της επιχείρησης και να φορολογηθούν ανάλογα. Στην περίπτωση, λοιπόν, που στο ένα κράτος διενεργηθεί πρωτογενής αναμόρφωση της φορολογητέας ύλης, λόγω μη εφαρμογής της αρχής των ίσων αποστάσεων, τότε θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μια δευτερογενής αναμόρφωση στο άλλο κράτος.

Αντίστοιχη πρόβλεψη, ωστόσο, για τις ημεδαπές συνδεδεμένες συναλλασσόμενες επιχειρήσεις δεν υπάρχει.

Παράδειγμα

α. Μία αλλοδαπή εταιρεία που είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα έχει ενδοομιλικές συναλλαγές με την μητρική της που είναι εγκατεστημένη στην Γερμανία ύψους 1.000.000 €. Κατά τον έλεγχο προέκυψε ότι έγινε υποτιμολόγηση των συναλλαγών κατά 100.000 €, με αποτέλεσμα οι ενδοομιλικές δαπάνες να αποτιμώνται κατόπιν διόρθωσης από τις φορολογικές αρχές σε ποσό 1.100.000 €. Έτσι, αυξάνεται η φορολογική υποχρέωση της εταιρείας που βρίσκεται στην Ελλάδα. Το ποσό που θα προκύψει από την αναμόρφωση των συναλλαγών θα μεταφερθεί είτε αυτούσιο είτε προσαρμοσμένο κατόπιν της διαδικασίας του αμοιβαίου διακανονισμού, ως κόστος στην εταιρεία που βρίσκεται στην Γερμανία, αυξάνοντας έτσι τα κόστη της επιχείρησης αυτής και μειώνοντας τη φορολογική της υποχρέωση έναντι του Γερμανικού Δημοσίου. Συνεπώς, το υπερβάλλον ποσό που καταλόγισε ο έλεγχος δεν «πηγαίνει χαμένο», αλλά μεταφέρεται ως κόστος στη μητρική.

β. Αντίθετα, εάν μεταξύ δύο συγγενών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα επαναπροσδιορισθεί το ύψος των ενδοομιλικών συναλλαγών τους βάσει ελέγχου, το υπερβάλλον ποσό προσαυξάνει μεν τη φορολογική υποχρέωση της μίας επιχείρησης, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί κόστος για την άλλη επιχείρηση, λόγω της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας που το απαγορεύει (άρθρο 50 ν. 4172/2013), με αποτέλεσμα τη διπλή φορολόγηση κερδών.

Συμπεράσματα

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι στην περίπτωση των ενδοομιλικών συναλλαγών μεταξύ των ελληνικών επιχειρήσεων δεν έχει ληφθεί καμία πρόνοια από τον Έλληνα νομοθέτη για την αποφυγή της διπλής φορολόγησης, όπως συμβαίνει για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις. Συνεπώς, με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ανταγωνιστικό πλεονέκτημα υπέρ των ομίλων με διεθνή παρουσία έναντι των ημεδαπών επιχειρήσεων, κατά παράβαση της προστατευόμενης από το Σύνταγμα και από την Ευρωπαϊκή νομοθεσία αρχής της ισότητας – ίσης μεταχείρισης, αλλά και της αρχής της αποφυγής της διπλής φορολόγησης.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

 

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Η μεταφορά φορολογικής κατοικίας στο εξωτερικό και οι πρόσφατες εξελίξεις – Διαδικασία & Δικαιολογητικά – Χωριστές δηλώσεις συζύγων

Οφέλη – Παγίδες – Λύσεις

 

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα (Senior Accountant – Φορολογία Φυσικών Προσώπων)

Στις αρχές του έτους είχαμε δημοσιεύσει στον ιστότοπο του Capital ένα άρθρο με το οποίο εξηγούσαμε την έννοια της φορολογικής κατοικίας, τα βήματα που απαιτούνται για να αλλάξει κάποιος τη φορολογική του κατοικία αλλά και τον τρόπο φορολόγησης των Ελλήνων οι οποίοι μεταναστεύουν και δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό. Ήδη βρισκόμαστε στα τέλη του έτους και οι εξελίξεις στο θέμα αυτό είναι πολλές τόσο σε επίπεδο νομοθεσίας όσο και σε επίπεδο αποφάσεων.

Συγκεκριμένα:
– Θεσπίστηκε η δυνατότητα υποβολής χωριστών φορολογικών δηλώσεων από τους συζύγους εφόσον το επιθυμούν και με δεδομένο ότι δεν συντρέχει κάποιος λόγος δημοσίου συμφέροντος ο οποίος να επιβάλλει την υποβολή κοινής δήλωσης. Η ρύθμιση θα ισχύει για δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2018 και επόμενων.

– Η ΔΕΔ δεν είναι αρμόδια να κρίνει σε περίπτωση που η Φορολογική Αρχή απορρίπτει αίτημα μεταβολής φορολογικής κατοικίας. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή από τον φορολογούμενο. Αρμόδιο να κρίνει σχετικώς είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας, (ΣτΕ 2105/2018), μετά από άσκηση αίτησης ακύρωσης.

– Η ιδιότητα απλού μέλους σε εταιρείες και η ύπαρξη ατομικής επιχείρησης στην Ελλάδα υπό προϋποθέσεις δεν επηρεάζουν τη φορολογική κατοικία (υπ’ αριθ. 1445/29.7.2018 απόφαση ΔΕΔ Θες/νίκης).

– Για τον εντοπισμό του κέντρου των ζωτικών συμφερόντων φορολογουμένου δεν αρκεί το κριτήριο της κατοικίας των μελών της οικογένειάς του (προσωπικοί δεσμοί), αλλά θα πρέπει να συνεκτιμώνται και οι οικονομικοί και κοινωνικοί δεσμοί του προσώπου. Γενικά, με βάση την νομολογία των δικαστηρίων, αλλά και αποφάσεις της ΔΕΔ που δικαίωσαν φορολογούμενους, κρίθηκε ότι η Φορολογική Διοίκηση πρέπει να προβαίνει μία ευρύτερη συνεκτίμηση όλων των στοιχείων (οικονομικών, κοινωνικών, προσωπικών), χωρίς να προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα σε ένα μόνο στοιχείο (π.χ. προσωπικούς δεσμούς, όπως είναι η κατοικία των μελών της οικογένειας ενός προσώπου). Εξάλλου το κέντρο ζωτικών συμφερόντων δεν μπορεί να αποτελεί αυτοτελές κριτήριο για τον καθορισμό της φορολογικής κατοικίας. (ΣτΕ 2105/2018, ΔΕΔ 10/2018). Ανοίγει, λοιπόν, ο δρόμος για τη μεταφορά φορολογικής κατοικίας, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και αναμένεται οι Φορολογικές Αρχές να κάνουν δεκτές τις σχετικές αιτήσεις πιο «εύκολα» σε αντίθεση με τα όσα συνέβαιναν έως σήμερα. Σε συνδυασμό δε με το γεγονός ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης μεταφοράς φορολογικής κατοικίας δεν μπορεί να ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή αλλά θα πρέπει κάποιος να ακολουθήσει απευθείας τη δικαστική οδό, ενδεχομένως να σημαίνει ότι οι σχετικές αιτήσεις θα γίνονται δεκτές σε ευρύτερη κλίμακα.

– Η καταγραφή και διαβίβαση από τους αερομεταφορείς των δεδομένων που περιέχονται στα ονομαστικά αρχεία επιβατών (PNR-passenger name record) που ταξιδεύουν είναι γεγονός. Τα στοιχεία που συλλέγονται διαβιβάζονται προς τις αρμόδιες αρχές των κρατών και θα είναι διαθέσιμα στα πλαίσια ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών. Και ναι μεν με βάση το άρθρο 2 του ν. 4579/2018 η επεξεργασία των δεδομένων PNR που συλλέγονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού γίνεται μόνο για το σκοπό της πρόληψης, διερεύνησης και δίωξης τρομοκρατικών και σοβαρών εγκλημάτων, ωστόσο η ως άνω καταγραφή θα μπορούσε δυνητικά στο μέλλον και κατόπιν νέου νομοθετήματος να θέσει στο μικροσκόπιο των φορολογικών αρχών το ζήτημα της μεταφοράς φορολογικής κατοικίας. Σε περίπτωση που στο μέλλον οι φορολογικές αρχές αποκτήσουν πρόσβαση στο πλήρες ιστορικό μεταβάσεων των φορολογουμένων από και προς την Ελλάδα, θα μπορούν με βεβαιότητα να διασταυρώσουν την τήρηση ή μη του κανόνα των 183 ημερών φυσικής παρουσίας στην Ελλάδα κατ’ έτος (κατ’ άρθρο 4 του ν. 4172/2013) και που αποτελεί ένα βασικό κριτήριο για το εάν κάποιος είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας.

Έστω λοιπόν ότι κάποιο πρόσωπο παίρνει την απόφαση να μεταναστεύσει για ένα άλλο κράτος στο οποίο θα δραστηριοποιείται και θα είναι εγκατεστημένο. Από τη στιγμή της μετεγκατάστασης και μετά γεννούνται τα ερωτήματα:

i. ποιου κράτους φορολογικός κάτοικος είναι το φυσικό πρόσωπο;
ii. πώς θα φορολογηθεί;

Έννοια φορολογικής κατοικίας

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 4172/2013, ένα φυσικό πρόσωπο είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, εφόσον:

1.α) έχει στην Ελλάδα τη μόνιμη ή κύρια κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του ή το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων ήτοι τους προσωπικούς ή οικονομικούς ή κοινωνικούς δεσμούς του ή β) είναι προξενικός, διπλωματικός ή δημόσιος λειτουργός παρόμοιου καθεστώτος ή δημόσιος λειτουργός παρόμοιου καθεστώτος ή δημόσιος υπάλληλος που έχει την ελληνική ιθαγένεια και υπηρετεί στην αλλοδαπή.
2. έχει φυσική παρουσία στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα άνω των εκατόν ογδόντα τριών (183) ημερών εντός οποιασδήποτε δωδεκάμηνης περιόδου, αδιαλείπτως ή με διαλείμματα, είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας για το φορολογικό έτος στη διάρκεια του οποίου συμπληρώνεται η δωδεκάμηνη περίοδος.

Μεταφορά φορολογικής κατοικίας, διαδικασία – δικαιολογητικά

Τα φυσικά πρόσωπα που επιθυμούν να μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στο εξωτερικό οφείλουν να υποβάλουν, το αργότερο έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του πρώτου δεκαήμερου του μηνός Μαρτίου του φορολογικού έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος αναχώρησης, στο αρμόδιο τμήμα της ΔΟΥ στην οποία ανήκουν, αίτηση (έντυπο Μ0) με συνημμένα τα προτυπωμένα έντυπα του υπουργείου οικονομικών καθώς και τις απαραίτητες υπεύθυνες δηλώσεις. Παράλληλα, και εφόσον τα διαθέτουν, συνυποβάλλουν και τα σχετικά δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη φορολογική κατοικία. Σε διαφορετική περίπτωση ο φορολογούμενος θα πρέπει να τα προσκομίσει το αργότερο έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του πρώτου δεκαήμερου του μηνός Σεπτεμβρίου του φορολογικού έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος αναχώρησης.

Τα δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται είναι τα εξής:

1. πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας  
2. σύμβαση εργασίας στην αλλοδαπή
3. βεβαίωση υγειονομικής ασφάλισης στο εξωτερικό και
4. αποδεικτικό ύπαρξης τραπεζικού λογαριασμού στην αλλοδαπή
5. δικαιολογητικό ύπαρξης μισθωμένης ή ιδιόκτητης κατοικίας
6. αποδεικτικό από Λογαριασμούς Κοινής Ωφέλειας

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος, δεν εργάζεται στο εξωτερικό, είτε ως μισθωτός, είτε ως ελεύθερος επαγγελματίας κλπ επομένως υπάρχει αδυναμία προσκόμισης των προηγουμένων, προσκομίζεται βεβαίωση από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική ή άλλη αναγνωρισμένη αρχή από την οποία να προκύπτει η συνήθης διαμονή του φορολογούμενου.
Για τη γνησιότητα των αλλοδαπών δημοσίων εγγράφων, τα οποία έχουν συνταχθεί στο έδαφος του αλλοδαπού κράτους, απαιτείται σφραγίδα της Χάγης (apostille) καθώς και επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα είτε από εγκεκριμένο μεταφραστικό κέντρο (ή την Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπ.Εξωτερικών), είτε από δικηγόρο. Από τη διαδικασία αυτή εξαιρούνται τα πιστοποιητικά φορολογικής κατοικίας που εκδίδουν οι φορολογικές αρχές των ΗΠΑ και της Τουρκίας, στο πλαίσιο των ΣΑΔΦΕ που έχουν συναφθεί με τη χώρα μας.

Επισημαίνεται ότι έχει καταργηθεί η υποχρέωση για επικύρωση με την επισημείωση της Χάγης των δημοσίων εγγράφων ορισμένων χωρών, έγγραφα τα οποία είναι απαραίτητα για τη διαπίστωση από τις Ελληνικές Αρχές της φορολογικής κατοικίας ενός ατόμου, διευκολύνοντας και επιταχύνοντας έτσι τη διαδικασία (έγγραφο Δ. ΟΡΓ. Δ 1172275 ΕΞ2017/16-11-2017). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το αρ. πρωτ. Δ. ΟΡΓ. Δ 1172275 ΕΞ2017/16-11-2017 έγγραφο-απάντηση, της Διεύθυνσης Οργάνωσης, με υπογραφή του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, απαλλάσσονται από την υποχρέωση επικύρωσης με σφραγίδα της Χάγης, τα έγγραφα τα οποία αφορούν στη φορολογική κατοικία ή διαμονή φυσικών προσώπων όταν αυτά προέρχονται από κράτη τα οποία έχουν υπογράψει τη σχετική Διεθνή σύμβαση που τα εξαιρεί (κυρωτικός ν. 4231/2014 – Α’ 19), με την προϋπόθεση ότι φέρουν ημερομηνία και υπογραφή και, ενδεχομένως, τη σφραγίδα της αρμόδιας Αρχής του κράτους που τα χορήγησε.

Τα κράτη τα οποία έχουν υπογράψει την παραπάνω σύμβαση είναι: Αυστρία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία, Τουρκία, Πολωνία και Ελλάδα.
Σημείωση: Σε κάθε περίπτωση, επειδή δεν είναι όλες οι χώρες, μέλη της σύμβασης της Χάγης, καλό θα είναι να ενημερώνεται ο καθένας ανάλογα με τη χώρα προορισμού του για το ποιες διαδικασίες πρέπει να ακολουθηθούν ώστε τα δημόσια έγγραφα της χώρας αυτής να αναγνωριστούν και από το Ελληνικό Δημόσιο. Για παράδειγμα, ενώ η Κίνα είναι πλέον ένας διεθνής προορισμός με αρκετούς οικονομικούς μετανάστες, δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση της Χάγης (εκτός από το Χονγκ Κονγκ και την επαρχία Μακάο) και έτσι ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να απευθυνθεί στο εκεί ελληνικό προξενείο. Παρόμοια είναι και η περίπτωση του Καναδά όπου ο ενδιαφερόμενος πρέπει να επικυρώσει τα καναδικά έγγραφα είτε στο Υπ. Εξωτερικών στον Καναδά, είτε μέσω της Πρεσβείας στην Ελλάδα.

Μετά την κατάθεση των δικαιολογητικών για την μεταφορά της φορολογικής κατοικίας, η ΔΟΥ εντός προθεσμίας δύο μηνών οφείλει να αποφανθεί σχετικά.
Λόγοι απόρριψης από τη ΔΟΥ της αίτησης μεταφοράς φορολογικής κατοικίας

Με το νέο νομικό πλαίσιο, οι ΔΟΥ εξετάζουν πλέον τα πραγματικά δεδομένα πριν τη μεταφορά στη ΔΟΥ κατοίκων εξωτερικού. Πέραν των κριτηρίων της κατοικίας, για να καθοριστεί αν μπορεί κανείς να είναι φορολογικός κάτοικος εξωτερικού, εξετάζονται και άλλες παράμετροι όπως η οικονομική του δραστηριότητα ή οι προσωπικοί του δεσμοί (άρθρο 4παρ.1α Ν.4172/2013). Οι πιο συνηθισμένες περιπτώσεις που απορρίπτεται η αίτηση μεταφοράς είναι οι ακόλουθες:

1. Στην περίπτωση που υπάρχει ενεργή ατομική επιχείρηση στην Ελλάδα.
2. Στην περίπτωση που κάποιος είναι ομόρρυθμος εταίρος σε ΟΕ ή ΕΕ.
3. Στην περίπτωση ύπαρξης σχέσης διευθύνοντος συμβούλου σε ΑΕ
4. Στην περίπτωση ύπαρξης σχέσης διαχειριστή ή μονοπρόσωπου εταίρου σε ΕΠΕ ή ΙΚΕ.

Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 1445/29.7.2018 απόφαση της ΔΕΔ Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι η ιδιότητα απλού μέλους σε εταιρείες και η ύπαρξη ατομικής επιχείρησης στην Ελλάδα υπό προϋποθέσεις δεν επηρεάζουν τη φορολογική κατοικία. Συγκεκριμένα, η ΔΕΔ με την ως άνω απόφασή της δικαίωσε φορολογούμενο ο οποίος ήταν φορολογικός κάτοικος Η.Π.Α. από το έτος 1999 αλλά το έτος 2011 προέβη σε έναρξη ατομικής επιχείρησης στην Ελλάδα με αντικείμενο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά συστήματα και η Δ.Ο.Υ. τον επανέφερε σε καθεστώς φορολογικού κατοίκου Ελλάδος. Στην περίπτωση αυτή συνεκτιμήθηκε το γεγονός ότι όλες οι επιχειρηματικές κινήσεις που αφορούσαν την δραστηριότητά του αυτή διενεργούνταν μέσω πληρεξουσίων του προσφεύγοντος καθώς και το ότι η συμμετοχή του ανωτέρω εταιρείες περιορίστηκε στην ιδιότητα του απλού μέλους χωρίς να συμμετέχει με οποιαδήποτε ιδιότητα στη διοίκηση της εταιρείας.

Εξάλλου, για τη θεμελίωση της φορολογικής υποχρέωσης ενός φυσικού προσώπου, η φορολογική αρχή πρέπει να προβαίνει σε ειδικώς αιτιολογημένη κρίση αναφορικά με το εάν το πρόσωπο αυτό έχει κατοικία στην Ελλάδα, φέρουσα κατ’ αρχήν και το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που τεκμηριώνουν, επαρκώς, ενόψει των συνθηκών, την ύπαρξή της (ΣτΕ 1445/2016).

Σύζυγοι με χωριστή φορολογική κατοικία.

Κατά το παρελθόν, η ύπαρξη συζυγικών δεσμών με Έλληνα φορολογούμενο συνεπαγόταν αυτόματα για τις Δ.Ο.Υ. πως οι προσωπικοί δεσμοί του προσώπου που ζει και δραστηριοποιείται στο εξωτερικό, ακόμη και για το μεγαλύτερο διάστημα του φορολογικού έτους, βρίσκονται de facto στην Ελλάδα. Έτσι, θεωρούταν αυτόματα φορολογικός κάτοικος Ελλάδας και δεν εξετάζονταν άλλοι παράμετροι όπως σύνολο ημερών διαμονής στο εξωτερικό, οικονομικοί δεσμοί κ.α..

Με την έκδοση της ΠΟΛ 1201/2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) επεξηγείται το πλαίσιο κανόνων με βάση τους οποίους δικαιολογείται για συζύγους να έχουν διαφορετική φορολογική κατοικία. Η οδηγία αυτή της Φορολογικής Αρχής ενσωματώνει τις αποφάσεις 1445/2016 και 1215/2017 του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη δυνατότητα μεταβολής της φορολογικής κατοικίας του ενός εκ των δύο συζύγων, σύμφωνα με τα πραγματικά δεδομένα.

Στο άρθρο 3 παρ. β, της προαναφερθείσας εγκυκλίου αναλύεται ότι για την περίπτωση που ένας εκ των συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης αιτείται τη μεταβολή της φορολογικής του κατοικίας ενώ ο άλλος παραμένει φορολογικός κάτοικος Ελλάδος, θα πρέπει να προσκομίζονται επιπλέον και αθροιστικά τα κάτωθι δικαιολογητικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο αιτούμενος τη μεταβολή πράγματι βρίσκεται εκτός Ελλάδος και έχει οργανώσει τη ζωή του στην αλλοδαπή κατά τρόπο μόνιμο ή διαρκή:

  • στοιχεία για την απασχόληση του στην αλλοδαπή, από τα οποία αποδεικνύεται ο μόνιμος ή μακροπρόθεσμος χαρακτήρας της απασχόλησης,
  • στοιχεία για την ύπαρξη τραπεζικού λογαριασμού στην αλλοδαπή,
  • στοιχεία για την ύπαρξη ιδιόκτητης ή μισθωμένης κατοικίας του και λογαριασμών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στην αλλοδαπή καθώς και
  • στοιχεία για την απόκτηση φορολογικού, ασφαλιστικού ή αντίστοιχου Μητρώου στην αλλοδαπή (πχ AM κοινωνικής ασφάλισης).

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, είναι δυνατόν οι σύζυγοι να έχουν διαφορετική φορολογική κατοικία, εφόσον για τον έναν από τους δύο συντρέχουν οι προϋποθέσεις μεταφοράς της φορολογικής του κατοικίας στο εξωτερικό και μπαίνει πλέον τέλος στην ταλαιπωρία και την άδικη φορολόγηση χιλιάδων νοικοκυριών, στα οποία ο ένας εκ των συζύγων δουλεύει στο εξωτερικό και η υπόλοιπη οικογένεια παραμένει στην Ελλάδα.

Περαιτέρω, με αφορμή την αντιμετώπιση του θέματος της διαφορετικής φορολογικής κατοικίας των συζύγων, πλέον θεσπίζεται και νομοθετικά η δυνατότητα υποβολής ξεχωριστής φορολογικής δήλωσης από τους συζύγους, σύμφωνα με το σχετικό κατατεθέν νομοσχέδιο. Με την προτεινόμενη διάταξη γίνεται εναρμόνιση με την αριθμ. 330/2018 απόφαση του Β’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε ότι, εφόσον δεν συντρέχει λόγος και μάλιστα προφανής λόγος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί την υποχρεωτική υποβολή κοινής δήλωσης φόρου εισοδήματος των συζύγων, η διάταξη του άρθρου 67 παρ.4 του Κ.Φ.Ε. (ν.4172/2013, Α’ 167) έχει την έννοια ότι ο σύζυγος υποβάλλει κατ’ αρχήν κοινή δήλωση και για το εισόδημα της συζύγου του, εφόσον αμφότεροι οι σύζυγοι συναινούν. Σε αντίθετη περίπτωση, οι σύζυγοι διατηρούν το δικαίωμα τους να υποβάλλουν αυτοτελώς δηλώσεις φόρου για τα εισοδήματά τους, εφόσον υποβάλουν σχετική αίτηση.

Φορολογικές συνέπειες από την αλλαγή της φορολογικής κατοικίας

Εφόσον γίνει δεκτή η μεταφορά στη ΔΟΥ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ, οι φορολογικές αλλαγές οι οποίες επέρχονται έχουν ως εξής:

1. Ο φορολογούμενος που έχει τη φορολογική του κατοικία στην αλλοδαπή, φορολογείται στην Ελλάδα μόνο για το εισόδημα που αποκτά εντός της επικράτειας.
Αντιθέτως ο φορολογούμενος που έχει τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημα που απέκτησε μέσα στη φορολογική χρήση.

2. Στην περίπτωση που ο μεταφερθείς, φορολογικός κάτοικος εξωτερικού δεν αποκτά πραγματικό εισόδημα στην Ελλάδα, δεν έχει υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης στην Ελλάδα.

3. Οι φορολογικοί κάτοικοι εξωτερικού δεν δικαιούνται τις μειώσεις φόρου στην Ελλάδα για το εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις, εκτός εάν διατηρούν τη φορολογική τους κατοικία σε άλλο κράτος – μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. και

α) τουλάχιστον το ενενήντα τοις εκατό (90%) του παγκόσμιου εισοδήματος τους αποκτάται στην Ελλάδα ή
β) αποδεικνύουν ότι το φορολογητέο εισόδημα τους είναι τόσο χαμηλό ώστε θα δικαιούνταν της μείωσης του φόρου δυνάμει της φορολογικής νομοθεσίας του κράτους της κατοικίας τους.

4. Οι φορολογικοί κάτοικοι εξωτερικού δεν υπόκεινται σε τεκμήρια διαβίωσης (πχ ο φορολογικός κάτοικος εξωτερικού δεν υπόκειται σε τεκμήρια για την παραθεριστική του κατοικία ή για το αυτοκίνητο που έχει στην Ελλάδα). Εάν ο φορολογικός κάτοικος εξωτερικού αποκτά πραγματικό εισόδημα στην Ελλάδα τότε είναι υποχρεωτική η υποβολή φορολογικής δήλωσης στην Ελλάδα. Σύμφωνα όμως με την τροποποίηση του άρθρου 33 του Ν.4172/2013 «Μη εφαρμογή αντικειμενικών δαπανών και υπηρεσιών» και συγκεκριμένα στην παρ. “η” αναφέρεται ότι
a. Δεν εφαρμόζονται οι αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης για τους φορολογικούς κατοίκους εξωτερικού (δεν τεκμαίρεται εισόδημα λόγω κατοχής-ιδιοκτησίας κάποιου αντικειμένου π.χ. ακινήτου)
b. Δεν εφαρμόζονται οι αντικειμενικές δαπάνες απόκτησης (τεκμήρια απόκτησης) περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα για φορολογικούς κατοίκους εξωτερικού εφόσον ο κάτοικος αυτός δεν έχει εισόδημα στην Ελλάδα.

Φορολογικός κάτοικος Ελλάδος με εισοδήματα από την αλλοδαπή

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ο φορολογικός κάτοικος Ελλάδος φορολογείται στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημά του.
Στην περίπτωση λοιπόν που κάποιος αποκτά εισόδημα από την αλλοδαπή, θα πρέπει να δηλώσει το εισόδημα αυτό στη φορολογική του δήλωση και να φορολογηθεί με βάση την πρόβλεψη που υπάρχει στη Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας (Σ.Α.Δ.Φ) μεταξύ της Ελλάδος και του κράτους από το οποίο προέρχεται το εισόδημα.
Σημείωση: Αν και η δομή των περισσότερων ΣΑΔΦ ομοιάζει, εν τούτοις δεν είναι όλες ίδιες. Π.χ. Άλλες συμβάσεις προβλέπουν ειδικό τρόπο φορολόγησης για τα μερίσματα, ενώ άλλες συμβάσεις θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις προκειμένου να θεωρηθεί κάτοικος της μίας αντισυμβαλλόμενης χώρας, φορολογικός κάτοικος της έτερης αντισυμβαλλόμενης (βλ. ΣΑΔΦ με Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα).

Παραδείγματα:

Α) Έστω ότι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος αποκτά εισόδημα από διανεμημένα μερίσματα αλλοδαπής εταιρείας. Ο συγκεκριμένος φορολογούμενος θα πρέπει να δηλώσει τα εισοδήματα αυτά στη φορολογική του δήλωση, ανεξάρτητα από το αν εισάγονται στην Ελλάδα ή όχι και να φορολογηθεί γι’ αυτά με το φόρο που προβλέπεται για τα μερίσματα (σήμερα 15%). Έτσι λοιπόν στους κωδικούς 295-296 αναγράφεται το ποσό του μερίσματος προ φόρου, ενώ στους κωδικούς 683-684 αναγράφεται ο φόρος ο οποίος παρακρατήθηκε στην αλλοδαπή, προκειμένου να εκπέσει. Αν ο φόρος της αλλοδαπής είναι μικρότερος του Ελληνικού, τότε στην Ελλάδα θα αποδοθεί η διαφορά. Στην περίπτωση που η Ελλάδα δεν έχει, σύμφωνα με την Σ.Α.Δ.Φ., δικαίωμα φορολόγησης ήδη φορολογηθέντος στην αλλοδαπή χώρα μερίσματος, το ποσό του μερίσματος αναγράφεται στους κωδικούς 659-660 προκειμένου να υπολογιστεί η έκτακτη εισφορά.

Β) Έστω φορολογικός κάτοικος Ελλάδος αποκτά εισόδημα από σύνταξη του εξωτερικού. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τη Σ.Α.Δ.Φ., ποιό κράτος είναι αρμόδιο ώστε να παρακρατήσει το φόρο. Εδώ υπάρχουν τρεις περιπτώσεις:

1. Φορολόγηση και στα δύο κράτη. Αναγράφεται το καθαρό ποσό της σύνταξης στους
κωδικούς 389-390 και ο φόρος που έχει παρακρατηθεί στην αλλοδαπή, αναγράφεται στους κωδικούς 651-652. Υπενθυμίζεται πως ο φόρος που παρακρατήθηκε στην αλλοδαπή αναγνωρίζεται μέχρι του ποσού που αναλογεί για το ίδιο εισόδημα στην Ελλάδα. Για την απόδειξη της παρακράτησης απαιτείται βεβαίωση του αλλοδαπού φυσικού ή νομικού προσώπου που παρακράτησε το φόρο θεωρημένο από την αρμόδια φορολογική αρχή και με σφραγίδα της Χάγης (apostille). Η βεβαίωση πρέπει να είναι πρωτότυπη και επίσημα μεταφρασμένη (μέσω δημόσιας ή ιδιωτικής αναγνωρισμένης υπηρεσίας ή μέσω δικηγόρου).

2. Φορολόγηση μόνο στο κράτος κατοικίας (Ελλάδα). Στους κωδικούς 391-392 αναγράφεται το καθαρό ποσό της σύνταξης που έχει αποκτηθεί στην αλλοδαπή ενώ τυχόν φόρος που έχει παρακρατηθεί στο άλλο κράτος, δεν αναγνωρίζεται. Προκειμένου να εφαρμοστούν οι διατάξεις της οικίας Σ.Α.Δ.Φ και να μην παρακρατηθεί φόρος στο άλλο κράτος, ο φορολογούμενος θα πρέπει να υποβάλλει στις εκεί φορολογικές αρχές το πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας που εκδίδεται μετά από αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών. Στην περίπτωση που η παραπάνω διαδικασία δεν είχε γίνει και έχει παρακρατηθεί φόρος, τότε ο φορολογούμενος μπορεί να ζητήσει επιστροφή του φόρου, προσκομίζοντας το προαναφερόμενο πιστοποιητικό στις αρμόδιες φορολογικές αρχές του άλλου συμβαλλόμενου κράτους.

3. Φορολόγηση μόνο στο κράτος από το οποίο προέρχεται η σύνταξη. Το καθαρό ποσό της σύνταξης αναγράφεται στους κωδικούς 659-660 προκειμένου να υπολογιστεί έκτακτη εισφορά.
Επισημαίνεται πως η παραπάνω λογιστική μεταχείριση ισχύει και για εισοδήματα από μισθωτή εργασία εξωτερικού.

Όπως προαναφέραμε, είναι πολύ σημαντικό πριν από οποιαδήποτε δήλωση εισοδημάτων εξωτερικού, να ελέγχεται το τι προβλέπει η Σ.Α.Δ.Φ προκειμένου να αποφεύγονται πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Στις περιπτώσεις που αποκτάται εισόδημα από κράτος χωρίς Σ.Α.Δ.Φ με την Ελλάδα ή από μη συνεργαζόμενα κράτη, τότε ενδέχεται να δημιουργηθούν προβλήματα και ενδεχομένως να υπάρξει διπλοφορολόγηση.

Έντυπα φορολόγησης κατοίκων εξωτερικού

Παρακάτω θα βρείτε τα έντυπα Μ0, Μ1, Μ7 και τις υπεύθυνες δηλώσεις ορισμού και αποδοχής φορολογικού εκπροσώπου στην Ελλάδα, που απαιτούνται κατα την αίτηση μεταφοράς στην ΔΟΥ κατοίκων εξωτερικού.

M0
M1
M7
Ορισμός φορολογικού εκπροσώπου
Αποδοχή

 

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός και ο Γιάννης Αρτσίτας Senior Accountant – Φορολογία Φυσικών Προσώπων της ίδιας εταιρείας.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Δεν καταλογίζεται χαρτόσημο σε υπόλοιπα πελατών/προμηθευτών

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου (δικηγόρου της Artion A.E.), 

Αποτελεί γενικότερη διαπίστωση ότι οι διενεργούμενοι έλεγχοι σε επιχειρήσεις  καταλήγουν πολύ συχνά σε αμφιλεγόμενους καταλογισμούς, οι οποίοι δεν βρίσκουν έρεισμα στην εφαρμοστέα φορολογική νομοθεσία. Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με τον καταλογισμό τελών χαρτοσήμου σε προκαταβολές πελατών-προμηθευτών με την αιτιολογία ότι πρόκειται για ταμειακές διευκολύνσεις/δάνεια. Εισαγωγικά, θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι σχετικώς εφαρμοστέες φορολογικές διατάξεις περί επιβολής τελών χαρτοσήμου θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά και να μη γίνεται παραβίαση του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος που προβλέπει ότι κανένας φόρoς δεν επιβάλλεται oύτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμo πoυ καθoρίζει τo υπoκείμενo της φoρoλoγίας και τo εισόδημα, τo είδoς της περιoυσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγoρίες τoυς, στις oπoίες αναφέρεται o φόρoς. Θα πρέπει μάλιστα να τονίσουμε ότι σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις, η ΔΕΔ στα πλαίσια ενδικοφανούς προσφυγής, δικαιώνει τους ελεγχόμενους.

α. Η περίπτωση του ανεξόφλητου υπολοίπου πελάτη

Σε φορολογικό έλεγχο, οι ελεγκτές της Δ.Ο.Υ. καταλόγισαν τέλη χαρτοσήμου και εισφορά υπέρ ΟΓΑ, επικαλούμενοι ότι μία εταιρεία διατηρεί πάγιες χρηματικές απαιτήσεις προς εταιρεία-πελάτη της χωρίς να προβαίνει στην έγκαιρη εξόφλησή της. Θεώρησαν, λοιπόν, εσφαλμένα στην περίπτωση αυτή οι ελεγκτές ότι πρόκειται για δάνειο της μίας εταιρείας προς την άλλη, με την αιτιολογία ότι ουδέποτε ζητήθηκε από τον πελάτη έγκαιρα το υπόλοιπο του λογαριασμού. Εξάλλου, μια εταιρεία μπορεί να συνάψει ειδικές συμφωνίες με μέρος των πελατών της και να εφαρμόζει διαφορετική πιστωτική πολιτική.

Το πόρισμα αυτό, όπως ήταν φυσικό, ανατράπηκε από την απόφαση που εκδόθηκε από την ΔΕΔ κατόπιν ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής από την ελεγχόμενη επιχείρηση. Συγκεκριμένα, η ΔΕΔ στηρίχθηκε σε σχετικώς εκδοθείσα νομολογία, με βάση την οποία, η μη αναζήτηση από δικαιούχο χρεωστικού υπολοίπου πελάτη, δεν σημαίνει ότι το χρεωστικό υπόλοιπο που παραμένει ανεξόφλητο επί μακρόν, αποτελεί δάνειο, εφόσον από σχετική εγγραφή στα βιβλία ή από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο δεν προκύπτει ότι συνήφθη σύμβαση δανείου μεταξύ των δύο επιχειρήσεων και ότι δεν συνιστά σύμβαση δανείου. Εάν, όμως, στο τέλος το υπόλοιπο παραμείνει ανεξόφλητο και διευθετηθεί με άλλο τρόπο π.χ. με ολική ή μερική άφεση χρέους, τότε πράγματι οφείλονται τέλη χαρτοσήμου, διότι πρόκειται για νέα και αυτοτελή πράξη υποκείμενη σε τέλη χαρτοσήμου.

Το ίδιο ισχύει και αν ακόμα πρόκειται για συγγενείς επιχειρήσεις (συνδεδεμένες), με βάση τις σχετικώς εκδοθείσες αποφάσεις ΔΕΔ.

β. Η περίπτωση προκαταβολής σε προμηθευτή

Σε άλλη περίπτωση ελέγχου, καταλογίσθηκαν τέλη χαρτοσήμου σε ελεγχόμενη επιχείρηση, επειδή μία εταιρεία έδωσε μεγάλη προκαταβολή σε εταιρεία- προμηθευτή της και ο έλεγχος κατέληξε εσφαλμένα στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για δάνειο. Η ΔΕΔ με την υπ’ αριθ. 4458/2016 απόφασή της δικαίωσε την ελεγχόμενη επιχείρηση, καθώς έκρινε ότι μεταξύ των δύο επιχειρήσεων υπήρχε ένας μεγάλος όγκος και συνεχής ροή συναλλαγών κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης χρήσης. Τέλος, η συνολική κίνηση του λογαριασμού ήταν τέτοιου ύψους, η οποία δικαιολογούσε την ύπαρξη σε μια δεδομένη στιγμή μεγάλου υπολοίπου, το οποίο εξάλλου μειώθηκε πολύ σύντομα με τις πραγματοποιηθείσες αγορές. Και σε αυτή την περίπτωση, η ΔΕΔ δικαίωσε την ελεγχόμενη επιχείρηση κάνοντας δεκτή την ενδικοφανή προσφυγή και ακυρώνοντας ως μη νόμιμο τον καταλογισμό.

Συμπεράσματα

Κατόπιν των ανωτέρω, βλέπουμε ότι οι ελεγκτικές αρχές με γνώμονα την είσπραξη ποσών από το Ελληνικό Δημόσιο συχνά καταλήγουν σε υπερβολικούς και αναιτιολόγητους καταλογισμούς. Ειδικά, αν λάβει κανείς υπόψιν τον όγκο των συναλλαγών που λαμβάνουν χώρα μεταξύ των επιχειρήσεων σε καθημερινή βάση, αλλά και τη συνήθη επιχειρηματική συναλλακτική πρακτική, οι προκαταβολές και τα υπόλοιπα μεταξύ πελατών προμηθευτών είναι ένα μεγάλο κομμάτι των συναλλαγών. Με τη λογική που συχνά εφαρμόζουν οι ελεγκτικές αρχές όλα σχεδόν τα υπόλοιπα και οι προκαταβολές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως δάνειο μεταξύ των επιχειρήσεων. Ωστόσο, απαιτούνται πολύ περισσότερες προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ότι έχει χορηγηθεί δάνειο και η πιο σημαντική είναι ο έγγραφος τύπος. Και σε κάθε περίπτωση η εγγραφή στα βιβλία, ως αναπλήρωση του  εγγράφου περί δανείου, πρέπει να περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία της συμβάσεως του δανείου, ώστε από την εγγραφή αυτή και μόνο να προκύπτει η συνομολόγηση της συμβάσεως αυτής, χωρίς να επιτρέπεται να συναχθεί ότι συνομολογήθηκε σύμβαση δανείου από εγγραφές στα βιβλία που αναφέρονται σε άλλες σχέσεις. Καταλήγοντας, διαπιστώνουμε ότι πολλές φορές οι ελεγκτικές αρχές παίρνουν το ρίσκο να προβούν σε καταλογισμού ποσών, τα οποία εν συνεχεία ανατρέπονται από τη ΔΕΔ και την Ελληνική Δικαιοσύνη. Ωστόσο, αυτή η πρακτική θα πρέπει να σταματήσει διότι συνεπάγεται αδικαιολόγητη ταλαιπωρία των φορολογουμένων και είναι αρνητικός δείκτης σχετικά με την ορθότητα των καταλογισμών. Πέραν τούτων, ο καταλογισμός υπέρογκων ποσών που εξαναγκάζει τις επιχειρήσεις σε άσκηση ενδικοφανών προσφυγών αποστερεί από τις επιχειρήσεις πολύτιμους πόρους (cash flow) με βλαπτικές τόσο για τις ίδιες επιχειρήσεις όσο και για την αγορά γενικότερα συνέπειες. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί οποιαδήποτε δοσοληψία μεταξύ επιχειρήσεων να χαρακτηρίζεται de facto ως σύμβαση δανείου «ελαφρά τη καρδία» από τον φορολογικό έλεγχο. Κλείνοντας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι χρήζει επανεξέτασης και το ζήτημα της υπέρογκης προκαταβολής των ποσών των φορολογικών καταλογισμών, που είναι προϋπόθεση για την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, δεδομένου μάλιστα ότι είναι ιδιαιτέρως δύσκολο να δοθεί αναστολή για τα ποσά αυτά.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.
H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε..

 

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Κριτήρια παραγωγικότητας δαπανών των επιχειρήσεων

Του Γιώργου Δαλιάνη, 

Είναι αυτονόητο ότι η καταστολή της φοροδιαφυγής, μέσω στοχευμένων φορολογικών ελέγχων, συνιστά επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Κατά την διαδικασία στου ελέγχου, το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σε ορισμένο πρόσωπο φορολογική παράβαση φέρει κατ’ αρχήν η φορολογική Διοίκηση, λόγω του τεκμηρίου αθωότητας, που εφαρμόζεται όχι μόνο στις ποινικές αλλά και στις διοικητικές διαδικασίες. Βέβαια αυτό δεν έχει την έννοια ότι η φορολογική αρχή υποχρεούται να τεκμηριώσει την παράβαση με αδιάσειστα στοιχεία, που αποδεικνύουν άμεσα και με πλήρη βεβαιότητα την τέλεσή της, διότι μια τέτοια απαίτηση θα επέβαλε στη Διοίκηση ένα υπέρμετρο και συχνά αδύνατο να επωμισθεί βάρος που θα καθιστούσε την πάταξη της φοροδιαφυγής ιδιαιτέρως δυσχερή αν όχι αδύνατη.

Για τον λόγο αυτό ο φορολογικός έλεγχος μπορεί να βασίζεται όχι μόνο σε άμεσες, αλλά και σε έμμεσες αποδείξεις (άλλως, “τεκμήρια”), εφόσον αυτές είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης φοροαποφυγής.

Δυνατότητες ελεγκτικών αρχών

Οι φορολογικές αρχές διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για την εξακρίβωση της τέλεσης ή μη φορολογικών παραβάσεων. Συγκεκριμένα, η ελεγκτική αρχή έχει τη δυνατότητα:

α) Να ζητά από τον υπόχρεο τις αναγκαίες διευκρινίσεις και να προσκομίσει κάθε λογαριασμό και κάθε στοιχείο που είναι χρήσιμο για την διενέργεια του ελέγχου.

β) Να ζητά πληροφορίες για τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.

γ) Να ζητά από τον ελεγχόμενο να δώσει προς την ελεγκτική αρχή τις αναγκαίες πληροφορίες και διευκρινίσεις για τις δαπάνες διαβίωσης και τον προσδιορισμό του διαφυγόντος εισοδήματος μέσω άλλων τεχνικών (π.χ. έμμεσες τεχνικές ελέγχου)

δ) Να προβαίνει σε διασταύρωση στοιχείων, κυρίως για τη διαπίστωση τυχόν εικονικότητας εκδοθέντων ή ληφθέντων τιμολογίων.

ε) Να προβαίνει σε επαλήθευση της γνησιότητας των προσκομισθέντων εγγράφων

στ) Να καλεί τρίτα πρόσωπα που δύνανται να παρέχουν χρήσιμες για τον έλεγχο πληροφορίες

ζ) Να συνεργάζεται με αλλοδαπές ελεγκτικές υπηρεσίες για παροχή στοιχείων και γενικότερης διοικητικής συνδρομής.

Εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες

Κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται καταρχήν η έκπτωση όλων των δαπανών οι οποίες:

α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της,

β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση

γ) εγγράφονται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά (άρθρο 22 ν. 4172/2013).

Ένα από τα συχνότερα σημεία τριβής μεταξύ ελεγκτικών αρχών και φορολογουμένων είναι η τεκμηρίωση της παραγωγικότητας των  επιχειρηματικών δαπανών.

Με βάση τη σχετική νομοθεσία, τίθεται ο γενικός κανόνας για την έκπτωση των επιχειρηματικών δαπανών με την έννοια ότι κατ’ αρχήν εκπίπτουν όλες οι δαπάνες που πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης και επιπροσθέτως πληρούν τα λοιπά κριτήρια που αναφέρουμε ανωτέρω. Συγκεκριμένα, στις εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες εμπίπτει κάθε δαπάνη, που κρίνεται απαραίτητη από τον επιχειρηματία ή τη διοίκηση της επιχείρησης, ανεξάρτητα εάν αυτή πραγματοποιείται δυνάμει νόμιμης ή συμβατικής υποχρέωσης, για την επίτευξη του επιχειρηματικού σκοπού, την ανάπτυξη των εργασιών, τη βελτίωση της θέσης της στην αγορά, εφόσον αυτή ενεργείται στα πλαίσια της οικονομικής αποστολής της ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της και μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία εισοδήματος ή άλλως αποβλέπει στη διεύρυνση των εργασιών της και στην αύξηση του εισοδήματός της. Δεν επιτρέπεται, δε, στη φορολογική αρχή να ελέγχει τη σκοπιμότητα και το προσήκον μέτρο των δαπανών αυτών, εκτός αν τούτο ορίζεται ρητά και ειδικά στο νόμο (π.χ. ενδοομιλικές συναλλαγές). Άλλωστε, ως παραγωγικές δαπάνες νοούνται όχι μόνο οι υποχρεωτικώς καταβλητέες δυνάμει νόμου ή συμβάσεως αλλά και οι καταβαλλόμενες οικειοθελώς από την επιχείρηση.

Ο έλεγχος της παραγωγικότητας των δαπανών

Κατά τη διαδικασία του ελέγχου, το βάρος απόδειξης ότι έχει τελεστεί μία φορολογική παράβαση έχουν καταρχήν οι ελεγκτικές αρχές, όπως αναφέραμε και ανωτέρω. Εντούτοις, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο αντιστροφής του βάρους απόδειξης από τις ελεγκτικές αρχές σε σχέση με την παραγωγικότητα της δαπάνης. Αυτό καθιστά σε πολλές περιπτώσεις, δυσχερή τη θέση των ελεγχόμενων επιχειρήσεων, ιδίως όταν ο έλεγχος υπεισέρχεται σε ουσιαστικά ζητήματα σχετικά με μία δαπάνη τα οποία άπτονται της επιχειρηματικής πρακτικής και των εμπορικών συμφωνιών-συναλλαγών μεταξύ επιχειρήσεων. Στο σημείο αυτό, συχνά είναι δυσδιάκριτα τα όρια έως τα οποία μπορεί να φτάσει η ελεγκτική αρμοδιότητα των αρχών σχετικά με την κρίση για την παραγωγικότητα της δαπάνης. Όπως αναφέραμε και ανωτέρω, δεν μπορεί να ελεγχθούν η σκοπιμότητα ή το προσήκον μέτρο της δαπάνης.

Συχνά, λοιπόν, παρότι μία δαπάνη τεκμηριώνεται με έγγραφα (παραστατικά) ο έλεγχος απορρίπτει την εν λόγω δαπάνη ως μη παραγωγική για λόγους που ανάγονται στην τεκμηρίωσή της. Ως γνωστόν, το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, για να αποτελεί νόμιμο δικαιολογητικό στοιχείο για την έκπτωση της σχετικής δαπάνης, πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και επαρκή προσδιορισμό των παρασχεθεισών υπηρεσιών, η δε έλλειψη τέτοιου προσδιορισμού δεν μπορεί να καλυφθεί με στοιχεία εκτός του σώματος αυτού τα οποία δεν μνημονεύονται στο τιμολόγιο. Η ως άνω απαίτηση του νόμου μπορεί, πάντως, να ικανοποιηθεί με αναφορά στο τιμολόγιο της σχετικής σύμβασης παροχής των συγκεκριμένων υπηρεσιών.

Πράγματι, πολλές φορές εκδίδονται τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με αόριστη περιγραφή των υπηρεσιών ή με παραπομπή σε ιδιωτικά συμφωνητικά που συχνά επίσης δεν αποτυπώνουν με ακρίβεια την πραγματοποιούμενη συναλλαγή. Ωστόσο, είναι εσφαλμένο να εξάγεται συμπέρασμα σχετικά με τον χαρακτήρα της δαπάνης αποκλειστικά με βάση το εκδοθέν τιμολόγιο ή το υπογραφέν συμφωνητικό, αλλά θα πρέπει να είναι δυνατή η αξιοποίηση όλων των υφιστάμενων αποδεικτικών μέσων τόσο από την ελεγκτική αρχή όσο και από την ελεγχόμενη επιχείρηση, ακριβώς με βάση το λεκτικό του νόμου, ο οποίος κάνει λόγο για «κατάλληλα δικαιολογητικά», αφήνοντας έτσι ένα ευρύτατο περιθώριο απόδειξης (π.χ. ανταλλαγή αλληλογραφίας με επιστολές ή e-mail).

Συμπερασματικά, η ερμηνεία της έννοιας της παραγωγικότητας των επιχειρηματικών δαπανών έχει απασχολήσει έντονα την ερμηνεία της νομοθεσίας, τις ελεγκτικές αρχές, αλλά και τα δικαστήρια που λαμβάνουν τελικά την οριστική απόφαση επί της κρίσης του ελέγχου. Δεδομένου ότι οι πραγματοποιούμενες δαπάνες είναι συνάρτηση της υλοποίησης επιχειρηματικών σχεδίων και της εφαρμογής εμπορικών συμφωνιών προκύπτει πολλές φορές δυσκολία ασφαλούς χαρακτηρισμού της δαπάνης ως παραγωγικής ή μη, λόγω και της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας της ιδιωτικής αυτονομίας και των συναλλαγών, που είναι συνυφασμένη με τον κανόνα «ό,τι δεν απαγορεύεται επιτρέπεται».

Συμπεράσματα

Η ερμηνεία της παραγωγικότητας έχει αποτελέσει ξεχωριστό κεφάλαιο στο άρθρο 31 του ν. 2238/1994. Έχει χυθεί πολύ μελάνι από τις ελεγκτικές αρχές, φοροτεχνικούς, δικηγόρους και δικαστικές αρχές σχετικά με το θέμα αυτό. Τάξη σε αυτή την κατάσταση ήρθε για να βάλει ο ισχύων Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013) με τα λιτά και περιεκτικά σχετικά άρθρα 22 και 23. Όμως, σε αρκετές περιπτώσεις, οι ελεγκτικές αρχές έχουν μείνει προσκολλημένες στο παλαιότερο καθεστώς και την ξεπερασμένη λογική που το συνοδεύει, με αποτέλεσμα η προσέγγιση και η ερμηνεία των ελεγκτικών αρχών να είναι γραφειοκρατική και αντιεπενδυτική, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν τα νέα δεδομένα που έχουν αλλάξει την παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, με τον τρόπο αυτό αποθαρρύνεται ο Έλληνας ή ο αλλοδαπός επενδυτής από το να επενδύσει στην χώρα μας. Και μάλιστα αυτή η νοοτροπία των ελεγκτικών αρχών εντοπίζεται κυρίως στις περιπτώσεις των συναλλαγών με το εξωτερικό και κυρίως όσον αφορά την απόκτηση δικαιωμάτων, τεχνολογιών και λοιπές συναφείς δαπάνες που σχετίζονται με την ανάπτυξη εργασιών. Κατά τον έλεγχο των δαπανών αυτών εντοπίζεται μία τιμωρητική, θα λέγαμε, διάθεση εκ μέρους των ελεγκτικών αρχών που βλάπτει την οικονομία της χώρας γενικότερα.

Δείτε το άρθρο και στη Naftemporiki.gr

O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Φορολογικός – Ασφαλιστικός εξορθολογισμός

Του Γιώργου Δαλιάνη, 

Οι φορολογικοί συντελεστές, η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος (με τον νόμο «Κατρούγκαλου») και ο φόβος απώλειας περιουσίας (τραπεζικών καταθέσεων) εξανάγκασε πλήθος Ελλήνων να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό μετακομίζοντας οικογενειακώς ή μεταφέροντας τη φορολογική τους κατοικία νόμιμα ή παράνομα. Η ανάγκη αυτή επιβίωσης οδήγησε μάλιστα πολλούς συμπολίτες μας σε «φορολογική μετανάστευση» κυρίως με προορισμό την Κύπρο και τη Βουλγαρία σε μία προσπάθεια να αποφύγουν τις «ληστρικές» οικονομικές επιβαρύνσεις, που στην πλειονότητα των περιπτώσεων ξεπερνούσαν ακόμη και το 60% του συνολικού εισοδήματος.

Πολύς λόγος έγινε και προεκλογικά για την επονομαζόμενη «μεσαία τάξη» στην οποία ανήκει και η ανωτέρω κατηγορία συμπολιτών μας και κατά την γνώμη μας, όλα όσα ειπώθηκαν προεκλογικά δεν θα πρέπει να ξεχαστούν μετεκλογικά.

Η επιστροφή στην κανονικότητα υπαγορεύει την ανάγκη για άμεση μείωση των υπέρογκων φορολογικών συντελεστών, καθώς και των υψηλότατων ασφαλιστικών εισφορών και την παράλληλη παροχή κινήτρων για τον επαναπατρισμό της φορολογικής κατοικίας χιλιάδων πολιτών με ταυτόχρονη παροχή των απαραίτητων προς τον σκοπό αυτόν «ασυλιών». Εφόσον γίνουν αυτές οι επανορθωτικές κινήσεις και δεν υπάρξει ανταπόκριση από τους ενδιαφερομένους, το επόμενο βήμα θα μπορούσε κατά τη γνώμη μας να είναι η διενέργεια ελέγχου νομιμότητας της ύπαρξης και λειτουργίας των εταιρειών που έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν επίπλαστα εκτός της χώρας. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός ότι η Κύπρος έχει αποκτήσει τη φήμη περί ανάπτυξης μίας στην κυριολεξία βιομηχανίας παραγωγής φορολογικής εξυπηρέτησης.

Όπως είναι γνωστό, η ΑΑΔΕ διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία και τεχνικά μέσα προκειμένου να διενεργήσει τον κατά τα άνω έλεγχο μέσω διασταυρωτικών κινήσεων και να καταλήξει έτσι γρήγορα σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τη νομιμότητα των εταιρειών αυτών.

Σε αντίθετη περίπτωση, και εφόσον δεν ληφθούν από την Διοίκηση τα κατάλληλα μέτρα για την ανατροπή της σημερινής κατάστασης, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν στρεβλώσεις στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς και θα τροφοδοτείται έτσι ο αθέμιτος ανταγωνισμός σε βάρος των επιχειρήσεων που συμμορφώνονται με τη νομοθεσία, αλλά και σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου που έχει σημαντική απώλεια εσόδων λόγω των στρεβλωτικών μηχανισμών που περιγράφουμε ανωτέρω.

Περαιτέρω, θα πρέπει να δοθούν κίνητρα επαναπατρισμού των χρημάτων στην Ελλάδα από μεγάλη μερίδα ανθρώπων που έστειλαν τα χρήματά τους για ασφάλεια στο εξωτερικό. Είναι σαφές ότι δυστυχώς τα μεγάλα κεφάλαια είναι δύσκολο να επιστρέψουν στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα για ευνόητους λόγους και φυσικά θα παραμείνουν σε Τράπεζες του εξωτερικού, όμως το μέτρο αυτό θα έχει θετικό αντίκτυπο για χιλιάδες συμπολίτες μας που έστειλαν τις αποταμιεύσεις τους στο εξωτερικό για λόγους ασφάλειας. Προκειμένου, ωστόσο, να επιτύχει το εγχείρημα αυτί θα πρέπει να δοθούν κίνητρα για νόμιμη χρήση των χρημάτων, όπως π.χ. απόκτηση περιουσιακών στοιχείων, διότι διαφορετικά η όποια προσπάθεια επαναπατρισμού θα αποτύχει.

Σχετικά με το κόστος ασφάλισης στην Ελλάδα, επισημαίνουμε ότι είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα μείωσης και των ασφαλιστικών συντελεστών και μάλιστα η απώλεια αυτή θα μπορούσε να καλυφθεί από τον έλεγχο της «μαύρης»-αδήλωτης εργασίας, για τον εντοπισμό της οποίας επίσης η Διοίκηση διαθέτει αποτελεσματικά μέσα για διενέργεια διασταυρωτικών ελέγχων μέσω των αρμόδιων αρχών του Υπουργείου Εργασίας. Αντ’ αυτού σήμερα γίνονται μόνον έλεγχοι από Επιθεωρητές Εργασίας για την αδήλωτη εργασία, ενώ υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για τον αυτόματο εντοπισμό της αδήλωτης εργασίας με ασφάλεια και αξιοπιστία.

Παράδειγμα:
Μία καφετέρια, η οποία βάσει προγράμματος δουλεύει 7 ημέρες την εβδομάδα, 365 ημέρες τον χρόνο και επί 14 ώρες ημερησίως, δηλώνει όμως κάποια άτομα για λιγότερες ημέρες και με ημιαπασχόληση. Στην οφθαλμοφανή αυτή περίπτωση θα έπρεπε να μην γίνεται καν δεκτό από τις αρμόδιες αρχές το πρόγραμμα ωρών εργασίας (άλλως εναλλασσόμενες βάρδιες) που δηλώνει η επιχείρηση αυτή, καθώς δεν καλύπτει τις ώρες λειτουργίας της. Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, θα πρέπει να γίνει επιτόπιος εξακριβωτικός έλεγχος ή ο Εργοδότης να κληθεί να αποδείξει τον νόμιμο τρόπο απασχόλησης του προσωπικού.

Εν κατακλείδι, πρέπει επιτέλους να τελειώσει η έμμεση επιδότηση των παράνομων από τους νόμιμους. Κλείνοντας, ελπίζουμε η κανονικότητα να ισχύσει εφεξής και να σταματήσουν οι πολιτικοί να αντιμετωπίζουν με επιείκεια τους παρανομούντες προεκλογικά και στα πλαίσια πελατειακών σχέσεων.

Δείτε το άρθρο και στο Capital.gr.

O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Ρύθμιση 120 δόσεων στις επιχειρήσεις – Προεκλογική εξαγγελία;

Του Γιώργου Δαλιάνη, 

Ένας μόλις μήνας έχει περάσει από την ψήφιση στις 17.5.2019  του νόμου 4611/2019 για τη Ρύθμιση οφειλών προς Δ.Ο.Υ., Ασφαλιστικά Ταμεία και Δήμους σε έως και 120 δόσεις. Ήδη χιλιάδες φορολογούμενοι και επιχειρήσεις έχουν σπεύσει να υποβάλουν αιτήσεις, λαμβανομένης υπόψιν και της συντομότατης προθεσμίας για ρύθμιση των οφειλών ειδικά σε Δ.Ο.Υ. (αρχικά ήταν για ένα μόλις μήνα, δηλαδή έως 28.6.2019 και εν συνεχεία παρατάθηκε έως 30.9.2019) για να υπαχθούν στη ρύθμιση και να επωφεληθούν από τα «ευεργετήματα» της διαδικασίας αυτής. Δυστυχώς, όμως, όπως διαπιστώθηκε στην πράξη, απεδείχθη ότι υπάρχουν αξεπέραστες δυσκολίες και θα εξηγήσουμε άμεσα για ποιους λόγους.

Πρώτον, όπως προκύπτει και από την εφαρμογή της διαδικασίας, επιβεβαιώνονται οι εκτιμήσεις ότι η ρύθμιση των 120 δόσεων αφορά κυρίως ατομικές επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα-μικροοφειλέτες. Διότι, για τα νομικά πρόσωπα οι δόσεις διαμορφώνονται σε έως και 36 κατ’ ανώτατο όριο. Συνεπώς, η ρύθμιση των «120 δόσεων» δεν είναι 120 δόσεις για νομικά πρόσωπα, αλλά 36, για τα δε φυσικά πρόσωπα και τις ατομικές επιχειρήσεις μπορούν να φτάσουν έως 120, υπό προϋποθέσεις.

Δεύτερον, το άρθρο 104 του νόμου τιτλοφορείται ως «Ευεργετήματα από την υπαγωγή στη ρύθμιση» και συγκεκριμένα προβλέπει ότι:

«Η υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήματα:

(…) και γ) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται».

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν ρυθμιστούν οι οφειλές στο σύνολό τους, οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί δεν αίρονται, αλλά παραμένουν ισχυρές, με τα αποτελέσματα που θα αναλύσουμε και κατωτέρω, βάσει παραδείγματος που αντικατοπτρίζει την σκληρή πραγματικότητα με την οποία έρχεται αντιμέτωπη η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα.

Παράδειγμα:

Μία ατομική επιχείρηση έχει το franchise μιας εταιρείας κινητής τηλεφωνίας (πάροχος). Η επιχείρηση franchise έχει απαιτήσεις από την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, λόγω τιμολόγησης της προμήθειάς της. Η επιχείρηση franchise έχει οφειλές προς την Δ.Ο.Υ. και η Α.Α.Δ.Ε. κατέσχεσε εις χείρας τρίτων τις απαιτήσεις της επιχείρησης από την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας. Παρότι δε η επιχείρηση franchise κατάφερε να ρυθμίσει τις οφειλές της σε 120 δόσεις, η κατάσχεση συνεχίζει να ισχύει με αποτέλεσμα τον οικονομικό «στραγγαλισμό» της επιχείρησης, η οποία κατόπιν τούτων οδηγείται αναπόφευκτα σε «λουκέτο», ελλείψει ρευστότητας. Το παράδειγμα αυτό αφορά κατάσχεση εις χείρας τρίτων (εν προκειμένω ο τρίτος είναι η εταιρεία κινητής τηλεφωνίας) για απαίτηση της επιχείρησης franchise (και για μελλοντικές απαιτήσεις) η οποία (απαίτηση) αντί να καταλήξει στην εταιρεία franchise καταλήγει στην Α.Α.Δ.Ε., παρά τη ρύθμιση.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την κατάσχεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Στη συγκεκριμένη επιχείρηση, έστω ότι η επιχείρηση οφείλει 100.000 €. Με την κατάσχεση βρέθηκαν στον λογαριασμό 10.000 €. Την ίδια στιγμή η επιχείρηση ρύθμισε τις οφειλές της σε 120 δόσεις. Μετά τη ρύθμιση δημιουργήθηκε ως υπόλοιπο στον λογαριασμό ένα νέο ποσό άλλων 10.000 €, το οποίο επίσης κατέσχεσε η ΑΑΔΕ κ.ο.κ. για όλα τα ποσά που θα εισέλθουν στον λογαριασμό της επιχείρησης μέχρι την αποπληρωμή του ποσού για το οποίο είχε επιβληθεί η κατάσχεση.

Διερωτόμαστε εύλογα, λοιπόν, ποιο ακριβώς είναι το «ευεργέτημα» από τη ρύθμιση που είχε η εν λόγω επιχείρηση από τη στιγμή που τα έσοδά της αντί να χρησιμοποιούνται από την ίδια προκειμένου να επιστρέψει σε πορεία εξυγίανσης και ανάπτυξης καταλήγουν στην Α.Α.Δ.Ε.;

Το παράδοξο της όλης υπόθεσης επιβεβαιώνεται και από το ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει για τις οφειλές προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία, όπου «Αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη» και «Το μέτρο της κατάσχεσης εις χείρας τρίτων που έχει επιβληθεί στους οφειλέτες (…) για τη διασφάλιση των απαιτήσεων του Ιδρύματος, αίρεται με την υπαγωγή του οφειλέτη σε καθεστώς ρύθμισης, κατόπιν σχετικού αιτήματος» (βλ. άρθρο 15 ν. 4611/2019).

Καταλήγοντας, τονίζουμε με βάση τα ανωτέρω ότι αν πρόκειται για μια ακόμη προχειρότητα της διαδικασίας, η νέα Βουλή οφείλει να παρέμβει νομοθετικά και να δώσει λύση σε αυτό το θέμα άμεσα.

O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Φορολογικοί έλεγχοι: Ποια έγγραφα από το αρχείο θα χρειαστεί να προσκομίσετε

Του Γιώργου Δαλιάνη, 

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της ΑΑΔΕ και συγκεκριμένα του ίδιου του κ. Πιτσιλή, μέσα στο έτος 2019 θα διενεργηθούν 25.000 πλήρεις και μερικοί φορολογικοί έλεγχοι από τις αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες. Επίσης μέσα στο έτος 2019 αναμένουμε να διενεργηθούν από τις ελεγκτικές υπηρεσίες 2.500 έλεγχοι για τη διαπίστωση της ορθής εκπλήρωσης των μη ετήσιων υποχρεώσεων των φορολογιών κεφαλαίου. Από το σύνολο των υποθέσεων που θα ελεγχθούν, τουλάχιστον το 70% θα αφορά φορολογικά έτη, χρήσεις, υποθέσεις, περιόδους ή υποχρεώσεις της τελευταίας πενταετίας, ενώ ποσοστό τουλάχιστον 75% των ελέγχων θα αφορούν καταρχήν σε ελέγχους της τελευταίας τριετίας για τις οποίες έχει λήξει η προθεσμία υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

Οι υποθέσεις που ελέγχονται κατά προτεραιότητα επιλέγονται βάσει κριτηρίων ανάλυσης κινδύνων χρησιμοποιώντας δεδομένα από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που είναι διαθέσιμα ηλεκτρονικά στην Α.Α.Δ.Ε.

Βρισκόμαστε ήδη στη μέση του έτους και το μπαράζ αποστολής εντολών ελέγχου είναι σε πλήρη εξέλιξη γινόμαστε δε δέκτες ερωτημάτων όπου κοινή απορία είναι η εξής:

«Ποια έγγραφα οφείλουμε να διαφυλάττουμε στο αρχείο μας και ποια είναι απαραίτητο να προσκομισθούν στα πλαίσια ενός φορολογικού ελέγχου;»

Υπενθυμίζουμε, όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενη αρθρογραφία μας, ότι η διαφύλαξη των εγγράφων είναι υποχρεωτική για μία πενταετία από την αρχή του επόμενου φορολογικού έτους υποβολής της φορολογικής δήλωσης, επί της ουσίας δηλαδή για έξι έτη (π.χ. η χρήση 2013 παραγράφεται την 31.12.2019).

Οι απορίες αυτές δεν είναι όμως έγνοια μόνο όσων έχουν κληθεί σε φορολογικό έλεγχο. Ομοίως ενδιαφέρονται και πολλοί φορολογούμενοι, οι οποίοι ακούγοντας για τους ελέγχους, θέλουν να γνωρίζουν:

  • τι δικαιολογητικά πρέπει να έχουν στο αρχείο τους,
  • τι θα προσκομίσουν σε περίπτωση που κληθούν για έλεγχο

Η απάντησή μας στα ερωτήματα αυτά, η οποία βασίζεται τόσο στα προβλεπόμενα στο νόμο όσο και σε όσα ζητούνται στην πράξη από τις φορολογικές αρχές, είναι πως δεδομένου ότι οι φορολογικοί έλεγχοι πραγματοποιούνται πλέον καταρχήν με τη διασταύρωση των τραπεζικών κινήσεων και ενίοτε με τη χρήση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου πρέπει ο φορολογούμενος να έχει στη διάθεση του ελέγχου τα παρακάτω:

  1. Όλα τα πρωτότυπα δικαιολογητικά που αφορούν τις ηλεκτρονικά υποβληθείσες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των ελεγχόμενων ετών (π.χ. ασφάλιστρα, δίδακτρα σχολείων κ.λπ.).
  2. Τα τηρηθέντα βιβλία και εκδοθέντα και ληφθέντα στοιχεία εσόδων και δαπανών, σε περίπτωση που ασκείται ελευθέριο επάγγελμα.
  3. Επικυρωμένα αντίγραφα των συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων που έλαβαν χώρα κατά τις ελεγχόμενες χρήσεις, ανεξαρτήτως αιτίας (κτήση μέσω αγοράς-πώλησης-δωρεάς-κληρονομιάς).
  4. Αντίγραφα όλων των οικοδομικών αδειών ανέγερσης ακινήτων (αν και όπου συντρέχει περίπτωση) των διαχειριστικών περιόδων οι οποίες υπόκεινται ή ενδεχομένως υπαχθούν σε έλεγχο.
  5. Πίνακα ελάχιστου κόστους Οικοδομής (Ε.Κ.Ο), σε περίπτωση ανέγερσης οικοδομής.
  6. Μισθωτήρια συμβόλαια για τυχόν εκμίσθωση ή μίσθωση οικοδομών, οικοπέδων, αγροτεμαχίων καθώς και οικοπέδων σας επί των οποίων ανεγέρθηκαν οικοδομές από τρίτους.
  7. Τα αποδεικτικά στοιχεία των εμβασμάτων που στάλθηκαν στο εξωτερικό ή από το εξωτερικό καθώς και οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό παραστατικό σχετικό μ’ αυτά.
  8. Κατάσταση με το σύνολο των χρηματοοικονομικών προϊόντων (ομόλογα, μετοχές, ρέπος κλπ) και των τραπεζικών λογαριασμών (ταμιευτηρίου, προθεσμίας όψεως κλπ) στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, ατομικά ή ως συνδικαιούχος με οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, στην οποία να αναγράφονται: α) το Πιστωτικό Ίδρυμα, β) το είδος προϊόντος (π.χ. λογαριασμός ταμιευτήριου, ομόλογο κλπ), γ) ο αριθμός ταυτοποίησης του προϊόντος, δ) τα στοιχεία (ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, Α.Φ.Μ.) των τυχόν συνδικαιούχων, τις αναλυτικές κινήσεις των χρηματοοικονομικών προϊόντων και τραπεζικών λογαριασμών κατά τις χρήσεις που αφορά το ληφθέν αίτημα παροχής πληροφοριών. Επειδή στον έλεγχο πρέπει να δικαιολογούνται όλες οι πραγματοποιηθείσες κινήσεις που έχουν λάβει χώρα, θα πρέπει να τηρούνται αντίγραφα και δικαιολογητικά όλων των συναλλαγών.
  9. Σε περίπτωση που συμμετέχετε σε οποιασδήποτε μορφής νομικό πρόσωπο, απαιτείται η φύλαξη παραστατικών για το πλήθος και το είδος των συναλλαγών με αυτό, αυξήσεις ή μειώσεις κεφαλαίων καθώς και τυχόν αμοιβές ή μερίσματα που εισπράξατε.
  10. Στοιχεία για τυχόν εισοδήματά σας ή έσοδα από ασφαλιστικά προγράμματα.
  11. Για τη συμμετοχή σας σε εταιρείες, ανεξαρτήτως αν δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ή και εκτός αυτής, κατάσταση στην οποία να περιέχονται τα στοιχεία των εταιρειών αυτών (επωνυμία, έδρα, χρόνος σύστασης, κεφάλαιο, αντικείμενο εργασιών, δ/νση επικοινωνίας, τηρούμενοι εταιρικοί τραπεζικοί λογαριασμοί), το ποσοστό συμμετοχής σας και το είδος της σχέσης σας με τις εν λόγω εταιρείες (μέτοχος, νόμιμος ιδιοκτήτης, εκπρόσωπος κλπ), προσκομίζοντας έγγραφα, συμφωνητικά, καταστατικά, μετοχολόγιο και οποιαδήποτε λοιπά στοιχεία που διαθέτετε και αποδεικνύουν τη σχέση σας με τις εταιρείες αυτές.
  12. Αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες για την πραγματική πηγή ή αιτία προέλευσης των χρηματικών ποσών των τραπεζικών σας λογαριασμών και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα εσόδων που πρέπει να δικαιολογηθούν με την προσκόμιση των αποδεικτικών τους είναι τα κέρδη από λαχεία, αμοιβαία κεφάλαια, η πώληση μετοχών για την ενδεχόμενη υπεραξία τους κ.α..

Ενημερώνουμε τους αναγνώστες μας πως πλέον παράλληλα με τις εντολές ελέγχου, και τα αιτήματα παροχής πληροφοριών κοινοποιείται και έγγραφο με το οποίο καλούνται να υποβάλουν εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση για τα όποια ενδεχόμενα αδήλωτα εισοδήματα. Εφόσον υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο, η απόφαση δεν πρέπει να ληφθεί ελαφρά τη καρδία. Όλοι οι φορολογούμενοι που θα κάνουν συμπληρωματική δήλωση πρέπει να γνωρίζουν ότι η παραγραφή του δικαιώματος ελέγχου στην περίπτωση αυτή παρατείνεται.

 

O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Απολύσεις εργαζομένων: ανατροπή δεδομένων

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου (δικηγόρου της Artion A.E.)

Πρόσφατα ψηφίσθηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο ο πολυσυζητημένος ν. 4611/2019 «Ρύθμιση οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους Ο.Τ.Α. Α΄ βαθμού, Συνταξιοδοτικές Ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων και άλλες διατάξεις», ο οποίος – μεταξύ άλλων – περιέχει διατάξεις που εισάγουν σημαντικές αλλαγές στην εργατική νομοθεσία.

Συγκεκριμένα, στο άρθρο 48 του νόμου εντοπίζεται η πιο σημαντική από τις εργασιακές διατάξεις που περιέχει ο νόμος και η οποία αφορά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, δηλαδή την απόλυση εργαζομένου που έχει προσληφθεί με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

 

Το νέο νομικό πλαίσιο

Με βάση το άρθρο 48 του ν. 4611/2019 ορίζεται ότι:

«Η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, μόνο αν οφείλεται σε βάσιμο λόγο, κατά την έννοια του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016 (A΄ 5), έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για τον ΕΦΚΑ (τ. ΙΚΑ) μισθολόγια ή έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Σε περίπτωση αμφισβήτησης, το βάρος επίκλησης και απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων έγκυρης καταγγελίας φέρει ο εργοδότης».

Το προϊσχύον καθεστώς

Για να γίνει αντιληπτή η έκταση της μεταρρύθμισης να υπενθυμίσουμε ότι με βάση τα έως τώρα ισχύοντα, η καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου μπορούσε να γίνει για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο, υπό την προϋπόθεση τήρησης των διαδικαστικών προϋποθέσεων (έγγραφος τύπος, καταβολή αποζημίωσης) και εφόσον δεν υπήρχε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη για απόλυση του εργαζομένου. Επίσης, με τα έως τώρα ισχύοντα, εφόσον ο εργαζόμενος αμφισβητούσε την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, θα έπρεπε να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούσαν την απόλυση καταχρηστική και εντεύθεν άκυρη.

Οι μεταβολές

Οι δύο σημαντικές, λοιπόν, αλλαγές με  βάση τις ως άνω διατάξεις είναι ότι:

α. Για να είναι έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου θα πρέπει να υπάρχει βάσιμος λόγος (θα επεξηγήσουμε και κατωτέρω σε τι συνίσταται ο βάσιμος λόγος) και

β. Γίνεται αντιστροφή του βάρους απόδειξης, δηλαδή το βάρος επίκλησης και απόδειξης των λόγων που καθιστούν την καταγγελία έγκυρη φέρει ο εργοδότης.

Η ως άνω διάταξη καταγράφει ρητά στην νομοθεσία μας τις επιταγές του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (Αναθ. ΕΚΧ), μίας διεθνούς συνθήκης που είχε ήδη από το 2016 κυρωθεί (με τον ν. 4359/2016) αποκτώντας έτσι αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων.

Συνεπώς, αν και η έναρξη ισχύος του ν. 4611/2019 είναι από την δημοσίευσή του (17.5.2019), ωστόσο η ανάγκη ύπαρξης βάσιμου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας άρχισε να ισχύει ήδη από την κατά τα άνω κύρωση του Αναθ. ΕΚΧ (σχετικώς μάλιστα έχει εκδοθεί και η υπ’ αριθ. ΜονΠρωτΠειρ 3220/2017 απόφαση που επικαλείται ως εφαρμοστέες τις διατάξεις του Αναθ ΕΚΧ).

Τι συνιστά βάσιμο λόγο απόλυσης

Το άρθρο 48 του ν. 4611/2019 παραπέμπει στο άρθρο 24 του Αναθ ΕΚΧ για την αναζήτηση του «βάσιμου» του λόγου απολύσεως, που πρέπει με βάση το άρθρο 24 θα πρέπει να σχετίζεται με:

– την ικανότητα ή τη συμπεριφορά του εργαζομένου

ή

– τις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας

Συνεπώς, μόνον οι λόγοι που σχετίζονται άμεσα με αυτές τις δύο κατηγορίες μπορούν να καταστήσουν έγκυρη την απόλυση. Εξυπακούεται ότι ο «σπουδαίος λόγος» καταγγελίας που απαιτείται με βάση τα ισχύοντα (άρθρο 672 Αστικού Κώδικα) για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνο, όπως λόγου χάρη μη εκτέλεση της εργασίας, επανειλημμένες απουσίες, πράξεις ανταγωνισμού προς τον εργοδότη, μη τήρησης εχεμύθειας, μη συμμόρφωση με τις εντολές του εργοδότη, παράνομες πράξεις κ.λπ. αποτελεί κατά τα άνω βάσιμο λόγο απόλυσης.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ενώ στο προγενέστερο καθεστώς, το δικαίωμα απόλυσης εργαζομένου (με σύμβαση αορίστου χρόνου) ως απόρροια του διευθυντικού δικαιώματος μπορούσε να γίνει για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο εφόσον δεν υπήρχε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους του εργοδότη, υπό τα νέα δεδομένα το δικαίωμα αυτό του εργοδότη εντάσσεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο, προκειμένου να ασκείται νόμιμα.

Οι περιπτώσεις που εξ ορισμού συνιστούν μη βάσιμο λόγο απόλυσης

Το Παράρτημα του Αναθ ΕΚΧ καταγράφει μία σειρά από περιπτώσεις που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να συνιστούν βάσιμο λόγο απόλυσης, όπως μεταξύ άλλων:

  • Φυλή, χρώμα, φύλο, οικογενειακή κατάσταση, εγκυμοσύνη, θρησκεία, πολιτικές πεποιθήσεις, εθνικότητα, κοινωνική καταγωγή
  • Η υποβολή παραπόνου ή η προσφυγή σε αρμόδιες αρχές σχετικά με παράβαση νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων από τον εργοδότη

Η μετάθεση του βάρους απόδειξης από τον εργαζόμενο στον εργοδότη

Σύμφωνα με τα έως τώρα ισχύοντα, σε περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον ο εργαζόμενος αμφισβητούσε την εγκυρότητά της θα έπρεπε να αποδείξει τους λόγους που καθιστούσαν την καταγγελία άκυρη.

Αντιθέτως, με βάση τα νέα δεδομένα το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εργοδότη, ο οποίος σε περίπτωση που αμφισβητηθεί η εγκυρότητα της απόλυσης, θα πρέπει να είναι σε θέση να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ανάγεται σε λόγο βάσιμο που σχετίζεται, όπως αναφέραμε και ανωτέρω, είτε με τις ικανότητες-συμπεριφορά του εργαζομένου είτε με τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης.

Θα μπορούσαμε να πούμε, μάλιστα, ότι αυτό το σημείο απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή όσον αφορά τον εργοδότη, διότι εάν δεν είναι σε θέση να αποδείξει την εγκυρότητα της απόλυσης, πιθανόν να κληθεί να επαναπροσλάβει τον εργαζόμενο, εφόσον ο τελευταίος κινηθεί δικαστικά εναντίον του, καθώς και να του καταβάλει μισθούς (υπερημερίας) για όλο το διάστημα από την «άκυρη» απόλυση έως και την επαναπρόσληψη.

Σκόπιμο είναι τα αποδεικτικά στοιχεία να προκύπτουν εξ εγγράφων (π.χ. έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου για πλημμέλειες ή παραλείψεις κατά την παροχή της εργασίας του), διότι σε περίπτωση απουσίας εγγράφου, η αποδεικτική διαδικασία στηρίζεται μόνο σε μαρτυρικές καταθέσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς την τελική κρίση του δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά επισημαίνουμε ότι στην περίπτωση έγγραφης επίπληξης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του και προκειμένου αυτή να μπορεί να προσκομισθεί ενώπιον του δικαστηρίου ως αποδεικτικό στοιχείο δεν θα πρέπει να γίνεται αναφορά σε τρίτα πρόσωπα, καθώς στην περίπτωση αυτή μπορεί να εγείρεται ζήτημα ως προς τα προσωπικά δεδομένα του τρίτου προσώπου.

 

Εν κατακλείδι, είναι προφανές ότι οι εν λόγω μεταρρυθμίσεις στοχεύουν στην ισχυροποίηση της θέσης του εργαζομένου μέσω της ενίσχυσης των δικαιωμάτων, επιφέρουν δε μεταβολή των ρόλων σε σχέση με την περίπτωση της απόλυσης. Προφανώς αναμένουμε να δούμε την ερμηνεία που θα δοθεί στους νέους κανόνες δικαίου από τη νομολογία, αλλά αυτό που προέχει κατά το παρόν στάδιο είναι να προβεί η Διοίκηση σε έκδοση ερμηνευτικών εγκυκλίων με σαφείς κατευθύνσεις εφαρμογής της νομοθεσίας, ώστε να διασφαλισθεί η συμμόρφωση με αυτήν. Σε διαφορετική περίπτωση, είναι πολύ πιθανό να επικρατήσει αβεβαιότητα ως προς το τι ισχύει τελικά, με αποτέλεσμα οι μεν εργοδότες να μην εφαρμόζουν ορθά τη νομοθεσία, οι δε εργαζόμενοι να προσφεύγουν σωρηδόν στη δικαιοσύνη, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν σε πολλές άλλες περιπτώσεις.

 

O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.
H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)