Χρόνος υποχρέωσης διαφύλαξης εγγράφων από τους φορολογούμενους

Του Γιώργου Δαλιάνη και της Νίκης Χατζοπούλου*

Η παραγραφή των φορολογικών υποθέσεων και ο χρόνος της υποχρεωτικής διαφύλαξης βιβλίων, στοιχείων και εν γένει εγγράφων από  τους φορολογούμενους είναι επί της ουσίας οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Όπως έχουμε τονίσει επανειλημμένα καταρχήν το δικαίωμα του Δημοσίου για διενέργεια φορολογικού ελέγχου είναι η πενταετία, με σημείο αφετηρίας που ποικίλει ανάλογα με το φορολογικό αντικείμενο. Παραδείγματος χάριν για το εισόδημα η πενταετής προθεσμία εκκινεί από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης, άρα 31.12.2020 παραγράφεται η διαχειριστική χρήση 2014, ενώ όσον αφορά τα τέλη χαρτοσήμου στις 31.12.2020 παραγράφονται τα τέλη από σύμβαση δανείου που συνάφθηκε το 2015, καθώς η υποχρέωση χαρτοσήμανσης είναι 5 ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης.

Για πόσο, όμως, χρονικό διάστημα οφείλουν να διατηρούν άθικτο το αρχείο τους οι φορολογούμενοι;

α. Χρόνος διαφύλαξης βιβλίων, στοιχείων, εγγράφων κ.λπ.

Για τις χρήσεις από 1.1.2014 ισχύει ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) και ορίζει στο άρθρο 13 παρ. 2 ότι:

«Τα λογιστικά αρχεία, φορολογικοί ηλεκτρονικοί μηχανισμοί, φορολογικές μνήμες και αρχεία που δημιουργούν οι φορολογικοί ηλεκτρονικοί μηχανισμοί πρέπει να διαφυλάσσονται κατ’ ελάχιστον:

α) για διάστημα πέντε (5) ετών από τη λήξη του αντίστοιχου φορολογικού έτους εντός του οποίου υπάρχει η υπάρχει η υποχρέωση υποβολής δήλωσης ή

β) εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Κώδικα, έως ότου παραγραφεί το δικαίωμα έκδοσης από τη Φορολογική Διοίκηση πράξης προσδιορισμού του φόρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή

γ) έως ότου τελεσιδικήσει η απαίτηση της Φορολογικής Διοίκησης σε συνέχεια διενέργειας φορολογικού ελέγχου ή έως ότου αποσβεστεί ολοσχερώς η απαίτηση λόγω εξόφλησης».

Με άλλα λόγια η προθεσμία παραγραφής συμπαρασύρει και την υποχρέωση διαφύλαξης βιβλίων και στοιχείων.

Με βάση το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 4174/2013 ορίζονται οι περιπτώσεις παράτασης της παραγραφής ως εξής:

«Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παρατείνεται στις εξής περιπτώσεις:

(α) εάν, εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, υποβάλλεται αρχική ή τροποποιητική δήλωση ή περιέρχονται σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης νέα στοιχεία κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 25 σε υπόθεση που έχει διενεργηθεί πλήρης έλεγχος ή σε κάθε άλλη περίπτωση περιέρχονται σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης πληροφορίες από οποιαδήποτε πηγή εκτός Φορολογικής Διοίκησης, από τις οποίες προκύπτει φορολογική οφειλή και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν, για περίοδο ενός (1) έτους από τη λήξη της πενταετίας.

β) εάν ζητηθούν πληροφορίες από χώρα της αλλοδαπής, για όσο χρονικό διάστημα απαιτηθεί για τη διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών προσαυξημένο κατά ένα έτος από την παραλαβή τους από τη Φορολογική Διοίκηση,

γ) εάν ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, ένδικο βοήθημα ή μέσο, για περίοδο ενός έτους μετά την έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής ή την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά.

δ) για όσο διάστημα διαρκεί η προθεσμία υποβολής αιτήματος Διαδικασίας Αμοιβαίου Διακανονισμού του άρθρου 63Α, όπως αυτή ορίζεται στις ειδικότερες διατάξεις που προβλέπουν τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος ΔΑΔ, και μόνο για την υποβολή και αποδοχή του σχετικού αιτήματος, καθώς επίσης και, εφόσον υποβληθεί τέτοιο αίτημα, για όσο χρόνο διαρκεί η Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού, και μόνο για το ζήτημα το οποίο αφορά ή σχετίζεται με αυτή.

Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης Αμοιβαίου Διακανονισμού, παρατείνεται για ένα (1) έτος μετά την έκδοση της απόφασης η περίοδος παραγραφής του Δικαιώματος του Δημοσίου να προβεί σε έκδοση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου με έρεισμα την απόφαση αυτή και με σκοπό τη συμμόρφωση με αυτήν.

ε) εάν υποβληθεί αίτηση για ακύρωση ή τροποποίηση σύμφωνα με το άρθρο 63Β ή ακυρωθεί ή τροποποιηθεί άμεσος προσδιορισμός φόρου, πράξη προσδιορισμού φόρου ή πράξη επιβολής προστίμου χωρίς αίτηση του φορολογούμενου, σύμφωνα με το άρθρο 63Β, για περίοδο ενός (1) έτους μετά την έκδοση της πράξης ακύρωσης ή τροποποίησης του άρθρου 63Β, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά».

Σχετικά με τον χρόνο διαφύλαξης, όμως, δεν ισχύει η δεκαετής παραγραφή που προβλέπεται από το άρθρο 36 παρ. 3 του ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) (10ετής παραγραφή επί μη υποβολής δήλωσης ή για συμπληρωματικά στοιχεία), καθώς σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 2 του ίδιου νόμου που αναφέρουμε πιο πάνω η εξαίρεση αυτή δεν επηρεάζει τον χρόνο διαφύλαξης βιβλίων και στοιχείων, διότι δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις που παρατείνουν τον χρόνο διαφύλαξης βιβλίων και στοιχείων.

β. Τηρούμενο Αρχείο φορολογουμένων

Περαιτέρω, δεδομένου ότι οι φορολογικοί έλεγχοι πραγματοποιούνται πλέον καταρχήν με τη διασταύρωση των τραπεζικών κινήσεων και ενίοτε με τη χρήση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου πρέπει ο φορολογούμενος να έχει στη διάθεση του ελέγχου τα παρακάτω:

  • Όλα τα πρωτότυπα δικαιολογητικά που αφορούν τις ηλεκτρονικά υποβληθείσες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των ελεγχόμενων ετών (π.χ. ασφάλιστρα, δίδακτρα σχολείων κ.λπ.).
  • Τα τηρηθέντα βιβλία και εκδοθέντα και ληφθέντα στοιχεία εσόδων και δαπανών, σε περίπτωση που ασκείται ελευθέριο επάγγελμα.
  • Επικυρωμένα αντίγραφα των συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων που έλαβαν χώρα κατά τις ελεγχόμενες χρήσεις, ανεξαρτήτως αιτίας (κτήση μέσω αγοράς-πώλησης-δωρεάς-κληρονομιάς).
  • Αντίγραφα όλων των οικοδομικών αδειών ανέγερσης ακινήτων (αν και όπου συντρέχει περίπτωση) των διαχειριστικών περιόδων οι οποίες υπόκεινται ή ενδεχομένως υπαχθούν σε έλεγχο.
  • Μισθωτήρια συμβόλαια για τυχόν εκμίσθωση ή μίσθωση οικοδομών, οικοπέδων, αγροτεμαχίων καθώς και οικοπέδων σας επί των οποίων ανεγέρθηκαν οικοδομές από τρίτους.
  • Τα αποδεικτικά στοιχεία των εμβασμάτων που στάλθηκαν στο εξωτερικό ή από το εξωτερικό καθώς και οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό παραστατικό σχετικό μ’ αυτά.
  • Κατάσταση με το σύνολο των χρηματοοικονομικών προϊόντων (ομόλογα, μετοχές, ρέπος κλπ) και των τραπεζικών λογαριασμών (ταμιευτηρίου, προθεσμίας όψεως κλπ) στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, ατομικά ή ως συνδικαιούχος με οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, στην οποία να αναγράφονται: α) το Πιστωτικό Ίδρυμα, β) το είδος προϊόντος (π.χ. λογαριασμός ταμιευτήριου, ομόλογο κλπ), γ) ο αριθμός ταυτοποίησης του προϊόντος, δ) τα στοιχεία (ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, Α.Φ.Μ.) των τυχόν συνδικαιούχων, τις αναλυτικές κινήσεις των χρηματοοικονομικών προϊόντων και τραπεζικών λογαριασμών κατά τις χρήσεις που αφορά το ληφθέν αίτημα παροχής πληροφοριών. Επειδή στον έλεγχο πρέπει να δικαιολογούνται όλες οι πραγματοποιηθείσες κινήσεις που έχουν λάβει χώρα, θα πρέπει να τηρούνται αντίγραφα και δικαιολογητικά όλων των συναλλαγών.
  • Σε περίπτωση που συμμετέχετε σε οποιασδήποτε μορφής νομικό πρόσωπο, απαιτείται η φύλαξη παραστατικών για το πλήθος και το είδος των συναλλαγών με αυτό, αυξήσεις ή μειώσεις κεφαλαίων καθώς και τυχόν αμοιβές ή μερίσματα που εισπράξατε.
  • Στοιχεία για τυχόν εισοδήματά σας ή έσοδα από ασφαλιστικά προγράμματα.
  • Για τη συμμετοχή σας σε εταιρείες, ανεξαρτήτως αν δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ή και εκτός αυτής, κατάσταση στην οποία να περιέχονται τα στοιχεία των εταιρειών αυτών (επωνυμία, έδρα, χρόνος σύστασης, κεφάλαιο, αντικείμενο εργασιών, δ/νση επικοινωνίας, τηρούμενοι εταιρικοί τραπεζικοί λογαριασμοί), το ποσοστό συμμετοχής σας και το είδος της σχέσης σας με τις εν λόγω εταιρείες (μέτοχος, νόμιμος ιδιοκτήτης, εκπρόσωπος κλπ), προσκομίζοντας έγγραφα, συμφωνητικά, καταστατικά, μετοχολόγιο και οποιαδήποτε λοιπά στοιχεία που διαθέτετε και αποδεικνύουν τη σχέση σας με τις εταιρείες αυτές.
  • Αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες για την πραγματική πηγή ή αιτία προέλευσης των χρηματικών ποσών των τραπεζικών σας λογαριασμών και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα εσόδων που πρέπει να δικαιολογηθούν με την προσκόμιση των αποδεικτικών τους είναι τα κέρδη από λαχεία, αμοιβαία κεφάλαια, η πώληση μετοχών για την ενδεχόμενη υπεραξία τους κ.α.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω και επειδή στην πράξη πολύ συχνά έχουμε αντιμετωπίσει περιπτώσεις όπου ελεγκτικές αρχές αναζητούν βιβλία και στοιχεία που ανάγονται σε χρήση δέκα ετών προ του ελέγχου, στην περίπτωση π.χ. εικονικών τιμολογίων, για τον λόγο αυτό προτρέπουμε τους αναγνώστες και ειδικά τις επιχειρήσεις να διαφυλάττουν για χρονικό διάστημα δεκαετίας τουλάχιστον τα στοιχεία που έχουν λάβει.

Περισσότερη ανάλυση και υλικό σχετικά με το θέμα θα βρείτε στο βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, με τον τίτλο: «ΟΔΗΓΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ – «Παραδοσιακές» και «Έμμεσες» Μέθοδοι Ελέγχου – Θεωρία και Πράξη».

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.GR

 O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Η κα. Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι |

+30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


ΔΕΔ και Ενδικοφανής Προσφυγή – Το σημείο κλειδί για τους φορολογικούς ελέγχους

Του Γιώργου Δαλιάνη και της Νίκης Χατζοπούλου*

Πλησιάζοντας προς το τέλος του έτους, ολοκληρώνονται οι φορολογικοί έλεγχοι που ήταν σε εξέλιξη (ιδίως της χρήσης 2014 που παραγράφεται) και οι ελεγκτικές αρχές αποστέλλουν στους ελεγχόμενους τις οριστικές πράξεις με τις οποίες καταλογίζονται οι φόροι, τα πρόστιμα κ.λπ., εφόσον έχει προκύψει με βάση τον έλεγχο αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη ή παράβαση εκ μέρους του φορολογούμενου.

Μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κοινοποίηση της πράξης ο φορολογούμενος μπορεί να καταθέσει ενδικοφανή προσφυγή, που αποτελεί μία διαδικασία που οφείλει υποχρεωτικά να ακολουθήσει ο φορολογούμενος, όταν θελήσει να αμφισβητήσει μία πράξη της φορολογικής αρχής, ρητή ή σιωπηρή, πριν επιλέξει το δρόμο της άσκησης προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Οι ενδικοφανείς προσφυγές υποβάλλονται για την επανεξέταση των πράξεων της φορολογικής διοίκησης στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας. Στόχος είναι η επίλυση των φορολογικών διαφορών σε σύντομες προθεσμίες, ώστε να επιτυγχάνεται η συντομότερη είσπραξη δημόσιων εσόδων και η αποσυμφόρηση των διοικητικών δικαστηρίων από υποθέσεις που μπορούν να επιλυθούν σε επίπεδο φορολογικής διοίκησης. Ειδικά, για τους κατοίκους εξωτερικού η σχετική προθεσμία ορίζεται σε 60 ημέρες.

Για να ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή θα πρέπει η φορολογική αρχή να έχει εκδώσει ορισμένη πράξη (π.χ. πράξη επιβολής προστίμου, διορθωτικό προσδιορισμό φόρου εισοδήματος, διορθωτικό προσδιορισμό ΦΠΑ κ.λπ.) ή να έχει απορρίψει σιωπηρά αίτημα του φορολογούμενου (π.χ. αίτημα για επιστροφή φόρου. Για να θεωρείται ότι η φορολογική αρχή απορρίπτει σιωπηρά κάποιο αίτημα φορολογούμενου (συντέλεση παράλειψης-σιωπηρή απόρριψη) θα πρέπει κατά κανόνα να περάσουν 3 μήνες από την υποβολή του αιτήματος (άρθρο 63 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας), εκτός εάν από κάποιο νόμο ορίζεται άλλη προθεσμία για να απαντήσει επί του αιτήματος η φορολογική αρχή (συντομότερη ή μεγαλύτερη).

Ο φορολογούμενος με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής μπορεί να ζητήσει την τροποποίηση ή την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης μέσω της συνολικής επανεξέτασης της υπόθεσής του. Για το σκοπό αυτό μπορεί να προβάλλει και πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς προσκομίζοντας για την απόδειξή τους κάθε σχετικό έγγραφο που έχει στη διάθεσή του. Ένα σημείο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι ότι ο φορολογούμενος πρέπει με την ενδικοφανή προσφυγή να προβάλει όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που υπάρχουν σχετικά με την υπόθεσή του, διότι εάν παραλείψει να προβάλει κάποιον ισχυρισμό δεν θα μπορεί στο επόμενο στάδιο της προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων να τον επικαλεστεί. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η δυνατότητα προσκόμισης, ακόμη και μετά την κατάθεση της ενδικοφανούς προσφυγής, νέων αποδεικτικών στοιχείων με υπόμνημα ενώπιον της ΔΕΔ, εφόσον τα στοιχεία αυτά δεν ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής.

Αρμόδιο όργανο για την κατάθεση της ενδικοφανούς προσφυγής είναι πάντα η φορολογική αρχή (αρμόδια ΔΟΥ) που εξέδωσε την πράξη εις βάρος του φορολογούμενου ή που αρνήθηκε σιωπηρώς ένα αίτημα που υπέβαλε ο φορολογούμενος, παραλείποντας την έκδοση της αντίστοιχης πράξης. Η φορολογική αρχή αποστέλλει την ενδικοφανή προσφυγή και τα σχετικά έγγραφα στο αρμόδιο όργανο εξέτασης εντός 7 ημερών από την κατάθεσή τους.

Η διαδικασία κατάθεσης της ενδικοφανούς προσφυγής δεν απαιτεί τη συνδρομή δικηγόρου. Αρκεί να υπογράφει το σχετικό έγγραφο ο υπόχρεος φορολογούμενος περί φυσικού προσώπου ή ο νόμιμος εκπρόσωπος περί νομικού προσώπου. Επίσης, η  ενδικοφανής προσφυγή κατατίθεται χωρίς την καταβολή παραβόλου.

Εντός 120 ημερών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη ή προέβη στην παράλειψη, η ΔΕΔ εκδίδει απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη την προσφυγή, τις πληροφορίες που έλαβε από τον υπόχρεο και τις απόψεις της αρμόδιας φορολογικής αρχής, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που είναι σχετική με την υπόθεση. Η προθεσμία αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου.

Αν εντός της ανωτέρω προθεσμίας δεν εκδοθεί απόφαση, συνάγεται σιωπηρά απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής από την ΔΕΔ και θεωρείται ότι ο υπόχρεος έχει λάβει γνώση της απόρριψης αυτής κατά την εκπνοή της προθεσμίας.

Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση επί της ενδικοφανούς προσφυγής περιέχει και την οριστική φορολογική υποχρέωση του υπόχρεου, το καταλογιζόμενο ποσό και την προθεσμία καταβολής αυτού.

Συμπερασματικά, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η ενδικοφανής προσφυγή ναι μεν είναι μία διαδικασία που μπορεί να διεκπεραιωθεί από οποιονδήποτε, ακόμη και από τον ίδιο τον φορολογούμενο, πλην όμως, εφιστούμε στους αναγνώστες την προσοχή σε αυτό που αναφέραμε και ανωτέρω, ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται με την ενδικοφανή είναι απαραιτήτως οι ίδιοι και εν συνεχεία στο δικαστήριο, συνεπώς αν και αποτελεί μία διοικητική διαδικασία, η ενδικοφανής προσφυγή καθορίζει εν πολλοίς ακόμη και την έκβαση της υπόθεσης και ενώπιον των δικαστηρίων.

Περισσότερη ανάλυση και υλικό σχετικά με το θέμα θα βρείτε στο βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, με τον τίτλο: «ΟΔΗΓΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ – «Παραδοσιακές» και «Έμμεσες» Μέθοδοι Ελέγχου – Θεωρία και Πράξη».

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.GR

 O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Η κα. Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι |

+30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Ίδρυση εταιρείας στη Βουλγαρία 2020

Του Γιώργου Δαλιάνη

Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ο επιχειρηματικός κόσμος στράφηκε στη λύση της ίδρυσης εξωχώριων εταιρειών. Η ίδρυση εταιρειών στη Βουλγαρία αποτελεί ένα φαινόμενο που έχει πάρει αρκετή έκταση τα τελευταία χρόνια.

Μάλιστα διαφημιστικές καταχωρήσεις για το άνοιγμα εταιρείας στη Βουλγαρία κατακλύζουν το διαδίκτυο και φυσικά όλοι μιλούν για πλεονεκτήματα και κανένας δεν αναφέρεται στα πιθανά μειονεκτήματα. Όλοι υπόσχονται, ότι θα μειώσουν το κόστος λειτουργίας των εταιρειών κι ιδιαίτερα τους φόρους, που αναλογούν από την επαγγελματική τους εγκατάσταση στην Ελληνική επικράτεια.

Πολλές ελληνικές επιχειρήσεις (ιδιαίτερα βιοτεχνικές/βιομηχανικές) κυρίως από τη Βόρεια Ελλάδα, έχουν μεταφέρει το σύνολο των δραστηριοτήτων τους στη γείτονα χώρα κι εκεί απολαμβάνουν μια σειρά πλεονεκτήματα όπως:

  • Μειωμένο εργατικό κόστος.  Σήμερα η αμοιβή ενός εργατοτεχνίτη ανέρχεται στα 350 ευρώ.
  • Χαμηλές εργοδοτικές  ασφαλιστικές εισφορές.
  • Μικρότερο κόστος  αρκετών συντελεστών παραγωγής π.χ. Ηλεκτρική ενέργεια.
  • Μικρό λειτουργικό κόστος διοίκησης.
  • Μικρότερη γραφειοκρατία στην ίδρυση και διαχείριση εταιρειών. Όλα τα επαγγέλματα  είναι ανοικτά και προσβάσιμα σε όλους. Πχ. δεν υπάρχουν προαπαιτούμενα και κόστη αγοράς αδειών για ίδρυση μεταφορικής εταιρείας και για το λόγο αυτό πολλές μεταφορικές εταιρείες έχουν εγκατασταθεί στη γείτονα χώρα.
  • Σταθερό τραπεζικό σύστημα και ύπαρξη υποκαταστημάτων των Ελληνικών τραπεζών σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Βουλγαρίας.
  • Σταθερό φορολογικό σύστημα και χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές.  Ο φόρος των εταιρικών κερδών ανέρχεται στο 10% και ο φόρος μερισμάτων στο 5%.
  • Η Βουλγαρία έχει συνάψει συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολογίας με τα περισσότερα κράτη.
  • Δεν υπάρχουν τεκμήρια διαβίωσης.
  • Τέλος ως χώρα κράτος – μέλος της Ε.Ε. απολαμβάνει όλα τα πλεονεκτήματα με την ελεύθερη διακίνηση ατόμων,  εμπορευμάτων και κεφαλαίων, παράλληλα εντάσσεται σε ευρωπαϊκά αναπτυξιακά  προγράμματα και τέλος  διατηρεί (άποψη μας)  το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα  να έχει δικό τη  νόμισμα.

Υπάρχουν φυσικά και πολλά μειονεκτήματα όπως:

  • Δεν υπάρχει εξειδικευμένο και συνεπές ως προς την εργασία προσωπικό.
  • Κακές υποδομές.
  • Άθλιο οδικό δίκτυο.

Όταν κι αν οι ελληνικές επιχειρήσεις αποφασίσουν  τη μετεγκατάσταση,  θα απολαύσουν τα  πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της επιλογής τους.

Οι επαΐοντες όμως, υπόσχονται φορολογικές απαλλαγές χωρίς να μεταφερθούν οι δραστηριότητες στη Βουλγαρία.  Προτείνουν την ίδρυση μιας «εταιρείας σφραγίδα» η οποία δεν θα έχει γραφεία, προσωπικό και φυσικά καμιά δραστηριότητα, πλην της τιμολόγησης και μεταφοράς ανύπαρκτου κόστους στην Ελλάδα.

Οι λύσεις για την φοροαποφυγή που συνήθως προτείνουν είναι:

  • Σύσταση εταιρείας στη Βουλγαρία της οποίας αποκλειστικός σκοπός είναι η τριγωνική    συναλλαγή και τιμολόγηση. Φυσικά αγνοούν ή αποκρύπτουν την Ελληνική νομοθεσία, η οποία με σειρά νόμων,  ρητά και κατηγορηματικά απαγορεύει και δεν αναγνωρίζει τέτοιες μεθοδεύσεις και συναλλαγές (άρθρο 65 Ν.4172/2013 και άρθρο 23 παράγραφος ιγ’  Ν.4172/2013). Μάλιστα έχουν εκδοθεί πολυάριθμες αποφάσεις ΔΕΔ που αφορούν τη μη έκπτωση δαπανών από επιχείρηση σε κράτος με προνομιακό καθεστώς (Βουλγαρία), δεδομένου ότι με βάση τη σχετική νομοθεσία το δεν εκπίπτει το σύνολο των δαπανών που καταβάλλονται προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είναι φορολογικός κάτοικος σε κράτος μη συνεργάσιμο ή που υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 του Κ.Φ.Ε., εκτός εάν ο φορολογούμενος αποδείξει ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ή εισοδημάτων ή κεφαλαίων με σκοπό τη φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή (βλ. ενδεικτικά ΔΕΔ Θεσσαλονίκης 1033/2019).
  • Σύσταση εταιρείας στη Βουλγαρία η οποία ιδρύει υποκατάστημα ή θυγατρική στην Ελλάδα και υπόσχονται φορολόγηση των κερδών, που αποκτούν από τις  δραστηριότητες στην Ελλάδα με συντελεστή 10% που ισχύει στη Βουλγαρία. Προφανώς, αποκρύπτουν την πραγματικότητα,  γιατί η θυγατρική  ή το εγκατεστημένο στην Ελλάδα υποκατάστημα φορολογείται για τα εισοδήματα που αποκτά  μέσα στη χώρα μας με συντελεστή 24%  και με συντελεστή 5% στα μερίσματα. Επίσης, στις περιπτώσεις αυτές  προτείνουν μετακύληση κόστους της μητρικής προς το υποκατάστημα/θυγατρική, μέσω  δικαιωμάτων (royalties) ή εξόδων διοικητικής υποστήριξης. Φυσικά, αυτά τα έξοδα οι Ελληνικές αρχές δεν αναγνωρίζουν και σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύνανται  να χαρακτηριστούν και εικονικά, διότι η Εταιρεία στη Βουλγαρία δεν έχει καμία δραστηριότητα και είναι μόνο μια νομική οντότητα με αποκλειστικό  σκοπό την φοροαποφυγή. Για τον έλεγχο μετακύλησης κόστους μεταξύ των συνδεδεμένων επιχειρήσεων η Ελληνική  πολιτεία εφαρμόζει σύγχρονες  ελεγκτικές μεθόδους (transfer pricing.)
  • Σύσταση εταιρείας συμμετοχών και επενδύσεων σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα με σκοπό τη φορολόγηση με μικρότερο συντελεστή φόρου των κερδών που θα προκύψουν από αυτές   τις συναλλαγές και την αφορολόγητη μεταφορά μερισμάτων από τη συμμετοχή τους στην Ελληνική εταιρεία. Αγνοούν ή αποκρύπτουν τους νέους κανόνες που θέσπισε το Ελληνικό κράτος με το άρθρο 66 του Ν.4172/2013 με τους οποίους αποκτά τη δυνατότητα  να φορολογήσει αυτοβούλως τα μη διανεμηθέντα κέρδη αλλοδαπού νομικού προσώπου στο όνομα του  κυρίου μετόχου του, Έλληνα φορολογουμένου, φυσικού προσώπου ή επιχείρησης, εφόσον  σωρευτικά:

Τελειώνοντας, πρέπει να επισημάνουμε, ότι οι Έλληνες φορολογούμενοι πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί όταν κάποιος τους συμβουλεύει να προβούν σε ίδρυση εταιρείας στη Βουλγαρία, διότι η κίνηση αυτή μπορεί να κρύβει και παγίδες, όπως αναλύσαμε ανωτέρω.

 

O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός

www.artion.gr

 


Μερίσματα μη αναληφθέντα και τέλη χαρτοσήμου

Του Γιώργου Δαλιάνη και της Νίκης Χατζοπούλου*

Είναι γεγονός ότι το τέλος χαρτοσήμου αποτελεί ένα πολύ συχνό σημείο τριβής μεταξύ φορολογικών αρχών και φορολογουμένων. Επειδή το τέλος χαρτοσήμου βασίζεται σε μία σειρά νομοθετημάτων που έχουν θεσπιστεί σχεδόν προ εκατονταετίας, είναι εύλογο ότι η νομοθεσία αυτή απηχεί ανάγκες άλλων εποχών. Τα τελευταία χρόνια έχει εξαγγελθεί η κατάργηση των τελών χαρτοσήμου και η αντικατάστασή τους από ένα πιο σύγχρονο φόρο καταβαλλόμενο μάλιστα ηλεκτρονικά.

Παρόλα αυτά το τέλος χαρτοσήμου εξακολουθεί να ισχύει και πολλές φορές τα ελεγκτικά όργανα εξαντλούν τα περιθώρια ερμηνείας που δίνονται από την απαρχαιωμένη σχετική νομοθεσία, με αποτέλεσμα να καταλογίζονται συχνά δυσβάσταχτα ποσά και χωρίς το απαιτούμενο νόμιμο έρεισμα. Μία από αυτές τις περιπτώσεις θα εξετάσουμε και στο παρόν άρθρο και συγκεκριμένα, τα μερίσματα που δεν έχουν αναληφθεί από τους μετόχους.

Συγκεκριμένα, σε ορισμένες περιπτώσεις τα μερίσματα που δεν έχουν εισπραχθεί από τους μετόχους θεωρήθηκαν δάνειο από τους μετόχους στην εταιρεία και επιβλήθηκαν για το λόγο αυτό τέλη χαρτοσήμου, χωρίς ωστόσο να έχει γίνει ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας, όπως αναλύουμε κατωτέρω.

Σύμφωνα με το άρθρο  15 παρ. 5 περ. γ΄ του Κ.Τ.Χ. ορίζεται ότι «Η ανάληψις ποσών υπό των εταίρων διαρκούσης της εταιρικής χρήσεως, έναντι κερδών της χρήσεως αυτής, η διανομή των κερδών εις τους εταίρους ή η πίστωσις δι’ αυτών των προσωπικών λογαριασμών των εταίρων, η μεταφορά των κερδών εις τους λογαριασμούς κέρδη και ζημίαι, τακτικού και εκτάκτου αποθεματικού, ως και η παραμονή των κερδών εις τους ανωτέρω λογαριασμούς εις ουδέν τέλος χαρτοσήμου υπόκεινται».

Όπως έχει κριθεί από τη νομολογία, η μη ανάληψη μερισμάτων από τους δικαιούχους αυτών και η πίστωση των δικαιούχων με τα ποσά των μερισμάτων δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή δάνειο, ούτε σχέση ανώμαλης παρακαταθήκης, η οποία κατά το άρθρο 830 του Αστικού Κώδικα λογίζεται ως δάνειο, εάν δεν προκύπτει από κάποιο έγγραφο ή από εγγραφή στα βιβλία της εταιρείας, ρητά αναφερόμενης σε σύναψη σύμβασης δανείου ή περιέχουσας τα στοιχειοθετούντα τη σχέση αυτή στοιχεία, ώστε να μπορεί να συναχθεί, ότι η σχέση της εταιρείας και των μετόχων της είναι δανειακής φύσης (ΣτΕ 314/1987, 703/1988, Διοικ. Εφ. Αθ. 1847/1984, σχετ. ΣτΕ 353/1976, 3655/1977, 2047/1978 κλπ.)

Σχετικώς έχουν εκδοθεί και αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών με ανάλογο περιεχόμενο (βλ. ΔΕΔ Αθήνας 1409/2019, 4494/2017).

Συγκεκριμένα, με την υπ’ αριθ. 1409/2019 απόφαση της ΔΕΔ Αθήνας έγινε δεκτό ότι «Αφενός, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν συνεπάγεται υπαγωγή στο τέλος χαρτοσήμου η ανάληψη ποσών από τους εταίρους διαρκούσης της εταιρικής χρήσεως, έναντι κερδών της χρήσεως αυτής, η διανομή κερδών στους εταίρους ή η πίστωση με αυτά των προσωπικών λογαριασμών των εταίρων, η μεταφορά των κερδών στους λογαριασμούς κέρδη και ζημίες, τακτικού και έκτακτου αποθεματικού και η παραμονή των κερδών στους ανωτέρω λογαριασμούς, αφετέρου με την προαναφερθείσα νομολογία η μη ανάληψη μερισμάτων από τους δικαιούχους αυτών και η πίστωση των δικαιούχων με τα ποσά των μερισμάτων δεν συνιστά δάνειο εάν δεν προκύπτει από κάποιο έγγραφο ή από εγγραφή στα βιβλία της εταιρείας, ρητά αναφερόμενης σε σύναψη σύμβασης δανείου ή περιέχουσας τα στοιχειοθετούντα τη σχέση αυτή στοιχεία, ώστε να μπορεί να συναχθεί, ότι η σχέση της εταιρείας και των μετόχων της είναι δανειακής ή και η μη ανάληψη από τους εταίρους, για χρονικό διάστημα, των κερδών παρελθουσών χρήσεων δεν λογίζεται ως δάνειο εάν δεν αποδεικνύεται από εγγραφή στα βιβλία της εταιρείας ή από άλλο στοιχείο, ότι η εταιρεία είχε την εξουσία να χρησιμοποιήσει ή ότι χρησιμοποίησε τα χρήματα αυτά».

 Περαιτέρω, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι σχετικά με τον λογαριασμό 53.05 «ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ΠΛΗΡΩΤΕΑ» δεν υφίσταται θέμα κατάθεσης, ήτοι ταμειακής διευκόλυνσης, καθώς κάτι τέτοιο θα έπρεπε να τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία και πραγματικά δεδομένα από την φορολογική αρχή. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η ΔΕΔ, κάνοντας δεκτή την ενδικοφανή προσφυγή, έκρινε ότι εσφαλμένα η ελεγκτική αρχή προέβη στην διαπίστωση της ταμειακής διευκόλυνσης, έχοντας ως μόνη αιτιολογία στην έκθεσή της, τον προβλεπόμενο χρόνο απόκτησης του δικαιώματος είσπραξης των μερισμάτων, χωρίς ωστόσο αυτό να προβλέπεται από σχετική εγκύκλιο η οδηγία ή να υφίσταται σχετική νομολογία που να κρίνει ότι το γεγονός της μη ανάληψης μερισμάτων/κερδών από τους εταίρους, από μόνο του, συνιστά δάνειο ή ταμειακή διευκόλυνση.

Κατόπιν των ανωτέρω, προκύπτει καταρχήν ότι η μη ανάληψη μερισμάτων από τους δικαιούχους αυτών και η πίστωση των δικαιούχων με τα ποσά των μερισμάτων δεν συνιστά δάνειο, εάν δεν προκύπτει από κάποιο έγγραφο ή από εγγραφή στα βιβλία της εταιρείας, ρητά αναφερόμενης σε σύναψη σύμβασης δανείου ή περιέχουσας τα στοιχειοθετούντα τη σχέση αυτή στοιχεία, ώστε να μπορεί να συναχθεί, ότι η σχέση της εταιρείας και των μετόχων της είναι δανειακής ή και η μη ανάληψη από τους εταίρους, για χρονικό διάστημα, των κερδών παρελθουσών χρήσεων δεν λογίζεται ως δάνειο εάν δεν αποδεικνύεται από εγγραφή στα βιβλία της εταιρείας ή από άλλο στοιχείο, ότι η εταιρεία είχε την εξουσία να χρησιμοποιήσει ή ότι χρησιμοποίησε τα χρήματα αυτά.

Δείτε το άρθρο και στη Ναυτεμπορική

 O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Η κα. Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι |

+30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Η έκδοση πράξης από τη ΔΟΥ δεν διακόπτει την παραγραφή

Του Γιώργου Δαλιάνη και της Νίκης Χατζοπούλου*

Πλησιάζοντας προς το τέλος του έτους έρχεται ξανά στην επιφάνεια το ζήτημα της παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων.

Όπως είναι γνωστό, το δικαίωμα της φορολογικής αρχής να προβεί σε έκδοση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου παραγράφεται εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης (βλ. άρθρο 36 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας [ν. 4174/2013] για χρήσεις από 1.1.2014). Την 31.12.2020 δηλαδή παραγράφεται η χρήση 2014. Στην πραγματικότητα, όμως, και προκειμένου να τηρηθεί η 20ημερη προθεσμία για απάντηση του φορολογούμενου (βλ. άρθρο 28 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας), θα πρέπει οι προσωρινές πράξεις να κοινοποιούνται έως 10.12.2020 το αργότερο, όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει και σε προηγούμενη αρθρογραφία μας.

Στο άρθρο 72 παρ. 11 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπεται ακόμα μία δυνατότητα για επιμήκυνση της παραγραφής, σύμφωνα με την οποία «Όπου σε κείμενες διατάξεις ουσιαστικού φορολογικού δικαίου, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, προβλέπεται προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου, πράξεις προσδιορισμού φόρου, τελών, εισφορών, πράξεις επιβολής προστίμων και κάθε άλλη συναφή πράξη, η παραγραφή διακόπτεται με την έκδοσή τους.». Δηλαδή, με βάση τη διάταξη αυτή το Δημόσιο μπορεί να «κερδίσει» ακόμη κάποιες μέρες και με το επιχείρημα ότι η πράξη εκδόθηκε π.χ. στις 30.12.2020, ακόμη και εάν κοινοποιήθηκε π.χ. στις. 10.1.2021, το έτος δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή.  Υπενθυμίζουμε ότι έγινε πρόσφατα χρήση της διάταξης αυτής και στις υποθέσεις των αναδρομικών των συνταξιούχων (βλ. Ε.2115/2020).

Ευτυχώς, με τις υπ΄ αρ. 759/2019 και 716/2020 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης καθώς και την υπ΄ αρ. 734/2020 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ως άνω διάταξη είναι, διότι οδηγεί σε επιμήκυνση της παραγραφής και αντίκειται στις εξειδικεύουσες την αρχή της ασφάλειας δικαίου διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος.

Μάλιστα, σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι ενόψει της αρχής της φανερής δράσης της Διοίκησης, δεν μπορεί το χρονικό όριο εντός του οποίου μπορεί το Δημόσιο να ασκήσει δικαίωμά του να εξαρτάται από γεγονός άγνωστο στον φορολογούμενο, όπως είναι η έκδοση της καταλογιστικής πράξης. Αναμένουμε δε και την επικύρωση της κρίσης αυτής από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Πρόσφατα εκδόθηκε η υπ’ αριθ. Αρ. Πρωτ.: Ο ΔΕΛ Η 1130255 ΕΞ 2020/5.11.2020 εγκύκλιος της ΑΑΔΕ, με την οποία επαναλαμβάνεται το αυτονόητο, δηλαδή ότι θα πρέπει να εκδίδονται και να κοινοποιούνται οι πράξεις από την φορολογική διοίκηση εντός της προθεσμίας παραγραφής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εγκύκλιο μνημονεύονται οι ως άνω Εφετειακές αποφάσεις και ορίζεται ότι: «Κατόπιν των ανωτέρω και μέχρι να επιλυθεί το εν λόγω ζήτημα από το Συμβούλιο της Επικρατείας, καλούνται οι Προϊστάμενοι των Υπηρεσιών, στους οποίους απευθύνεται το παρόν, όπως παρακολουθούν τον χρόνο έκδοσης των καταλογιστικών πράξεων διασφαλίζοντας, ανεξαρτήτως της χρήσης που αυτές αφορούν, την αμελλητί κοινοποίησή τους εντός του έτους κατά το οποίο λήγει το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης για την έκδοση πράξης προσδιορισμού φόρου και σε κάθε περίπτωση, μέχρι 31/12 του εν λόγω έτους».

Σε σχέση με τα ανωτέρω θα θέλαμε να διευκρινίσουμε ότι μέχρι 31.12 του έτους είναι δυνατή η κοινοποίηση της οριστικής πράξης, διότι όπως αναφέρουμε και ανωτέρω, η απώτατη ημερομηνία για την κοινοποίηση των προσωρινών πράξεων είναι η 10.12 του έτους, ώστε να είναι δυνατή η εντός της προθεσμίας παραγραφής τήρηση του 20ημερου δικαιώματος ακροάσεως του φορολογουμένου προς της κοινοποίησης της οριστικής πράξης.

Τέλος, επισημαίνεται ότι στο άρθρο 5 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ορίζεται ο τρόπος με τον οποίο κοινοποιούνται οι πράξεις της Φορολογικής Διοίκησης και ειδικά για την αποστολή μέσω συστημένης επιστολής προβλέπεται ότι η κοινοποίηση συντελείται 15 ημέρες μετά από την ημερομηνία αποστολής.

Δείτε το άρθρο και στo Capital

 O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Η κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι |

+30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Έλλειμμα ταμείου και φορολογικές συνέπειες

Του Γιώργου Δαλιάνη*

Ο πρώτος και καλύτερος έλεγχος για την αρτιότητα του λογιστή ήταν και παραμένει και σήμερα ο έλεγχος του ταμείου και ιδιαίτερα το αρνητικό (κόκκινο στη καθομιλουμένη) ταμείο. Η διαπίστωση του ταμειακού ελλείμματος  οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει πρόβλημα στο λογιστικό σύστημα της εταιρείας και πιθανότατα υπάρχει απόκρυψη συναλλαγών, όπως η μη καταχώρηση συναλλαγών, η μη έκδοση τιμολογίων, η μη  λήψη παραστατικών, ή η λήψη και χορήγηση δανείου από την επιχείρηση και όλες αυτές τις πιθανές περιπτώσεις οφείλει να ελέγξει και να καταγράψει ο υπεύθυνος λογιστής της εταιρείας.

Προϊσχύον καθεστώς

Στο παρελθόν (υπό την ισχύ του Π.Δ. 186/92 «Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων») η ύπαρξη ταμειακού ελλείμματος ανάλογα με την έκτασή του ισοδυναμούσε, κατά το άρθρο 30 του ΚΒΣ, με ανεπάρκεια ή ανακρίβεια των βιβλίων, με οδυνηρές συνέπειες για την επιχείρηση, διότι φορολογούνταν εξωλογιστικά («έπεφταν τα βιβλία»).

Στο άρθρο αυτό θα εξετάσουμε τι ισχύει σήμερα σχετικά με το έλλειμμα ταμείου, πότε γίνεται ο έλεγχός του και ποιες είναι οι συνέπειες από την μη ορθή τήρηση του ταμείου με βάση την κείμενη νομοθεσία.

Ισχύουσες διατάξεις σχετικά με τον έλεγχο του ταμείου

α. Αρχικά, με βάση το άρθρο 28 παρ. 2 του ν. 3296/2004, σχετικά με θέματα φορολογικών ελέγχων (που είναι ακόμη σε ισχύ), ορίζεται ότι:

«2. Κατά τους διενεργούμενους σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις φορολογικούς ελέγχους επί επιτηδευματιών με βιβλία Γ’ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., διενεργείται υποχρεωτικώς έλεγχος ταμείου και αξιογράφων, ο οποίος και προηγείται των λοιπών ελεγκτικών επαληθεύσεων. Σε περιπτώσεις διαπίστωσης αρνητικών ή θετικών διαφορών με βάση τον παραπάνω έλεγχο, οι διαφορές αυτές, πέραν των λοιπών συνεπειών και ανεξαρτήτως της προέλευσής τους, προστίθενται ως διαφορές καθαρών κερδών και παράλληλα προσαυξάνουν τα ακαθάριστα έσοδα του υπόχρεου, προκειμένου τα έσοδα αυτά να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό των φόρων, τελών και εισφορών στις λοιπές φορολογίες

β. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 5 του ν. 4308/2014 (Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα):

«5. Κάθε συναλλαγή και γεγονός που αφορά την οντότητα τεκμηριώνεται με κατάλληλα παραστατικά (τεκμήρια). Τα παραστατικά αυτά εκδίδονται είτε από την οντότητα είτε από τους συναλλασσόμενους με αυτήν είτε από τρίτους, σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο αυτόν. Τα παραστατικά αναφέρουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την ασφαλή ταυτοποίηση κάθε μίας συναλλαγής ή γεγονότος, και σε κάθε περίπτωση όσα ορίζει ο παρών νόμος

γ. Περαιτέρω, με βάση την ΠΟΛ. 1027/22.2.2005 σχετικά με τον έλεγχο του ταμείου, προβλέπεται ότι γίνεται καταμέτρηση των μετρητών από τον υπεύθυνο της επιχείρησης παρουσία των ελεγκτών (δεν θεωρούνται μετρητά οι μεταχρονολογημένες επιταγές) και συντάσσεται σχετικό πρωτόκολλο καταμέτρησης, το οποίο υπογράφεται από τον υπεύθυνο της επιχείρησης και τους ελεγκτές. Ακολούθως, εξάγεται το υπόλοιπο του ταμείου (λογαριασμός ΕΓΛΣ 38.00), κατ’ εφαρμογή, ανάλογα με την περίπτωση, και των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 24 του ΚΒΣ, επί του οποίου προστίθενται οι εισπράξεις και αφαιρούνται οι πληρωμές μέχρι την ημέρα και ώρα του ελέγχου και το τελικό ποσό θα συγκρίνεται με το αποτέλεσμα της καταμέτρησης. Οι προκύπτουσες από τον έλεγχο ταμείου και αξιογράφων αρνητικές ή θετικές διαφορές, πέραν των λοιπών συνεπειών και ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, προστίθενται σε κάθε περίπτωση στα καθαρά κέρδη της ελεγχόμενης επιχείρησης, θεωρούμενες ουσιαστικά ως λογιστικές διαφορές και παράλληλα οι διαφορές αυτές προστίθενται στα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης, προκειμένου αυτά να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του ΦΠΑ και κάθε άλλου φόρου, τέλους ή εισφοράς στις λοιπές φορολογίες. Τέλος, για τον έλεγχο επαλήθευσης Ταμείου απαιτείται η αναγραφή με σχετική μνεία στην εκδιδόμενη οικεία εντολή του τακτικού ελέγχου και σε ότι αφορά τους προσωρινούς και προληπτικούς ελέγχους, η παραπάνω επαλήθευση θα ενεργείται μόνο εφόσον αυτό αναγράφεται στην οικεία εντολή ελέγχου (βλ. και ΔΕΔ Αθήνας 2996/2017).

δ. Σχετικά με τον ΦΠΑ, επισημαίνεται ότι το έλλειμμα ταμείου καταρχήν δεν αποτελεί αντικείμενο επιβολής ΦΠΑ (βλ. και ΔΕΔ 1379/2019), σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκτός εάν η φορολογική αρχή τεκμηριώσει ότι το έλλειμμα οφείλεται στην απόκρυψη εσόδων που υπάγονται σε ΦΠΑ. Συγκεκριμένα, με την απόφαση του Τμήματος Β’ του Συμβουλίου της Επικρατείας 1877/2014 κρίθηκε ότι προϋπόθεση για την επιβολή ΦΠΑ είναι η άσκηση δραστηριότητας έναντι αμοιβής, πλην των περιπτώσεων καταβολής ΦΠΑ επί τεκμαρτών εκροών που προβλέπονται από τα άρθρα 7 και 9 του ν.2859/2000. Επίσης, με την απόφαση του Τμήματος Β’ του Συμβουλίου της Επικρατείας 3176/2017 κρίθηκε, καθ’ ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 48 του ν. 2859/2000 «περί κυρώσεως Κώδικα Φόρου Προστιθεμένης Αξίας» (Α’ 248), ότι κατά τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων για την επιβολή φόρου προστιθεμένης αξίας καμία δέσμευση δεν υφίσταται, κατά νόμο, από όσα έχουν γίνει δεκτά στην φορολογία εισοδήματος, ότι, συνεπώς, προκειμένου να προσδιορισθούν τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο προστιθεμένης αξίας, διενεργείται αυτοτελής έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεως και συντάσσεται ιδιαίτερη αυτοτελής έκθεση, η οποία περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις του ελέγχου, και ότι δεν αρκεί ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων που έχει γίνει στη φορολογία εισοδήματος και ο προσδιορισμός, με βάση τα δεδομένα του ελέγχου αυτού, των ακαθαρίστων εσόδων τόσο στην φορολογία εισοδήματος όσο και στην φορολογία προστιθεμένης αξίας, χωρίς, πάντως, να αποκλείεται να συμπέσουν οι διαπιστώσεις του ελέγχου και στις δύο φορολογίες.

Παράδειγμα

Για την καλύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ελέγχεται το ταμείο και των φορολογικών συνεπειών που έχει ο έλεγχος αυτός, θα αναφερθούμε στην περίπτωση της υπ’ αριθ. 1411/2019 απόφασης της ΔΕΔ Αθήνας.

Στην περίπτωση της ως άνω απόφασης διενεργήθηκε έλεγχος στο ταμείο και διαπιστώθηκαν διαφορές.

Συγκεκριμένα, ως προς τη λογιστική διαφορά του λογαριασμού 38-00-00-0000 «Ταμείο» ποσού 301.276,09 ευρώ, ο έλεγχος διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα είχε καταχωρήσει στα βιβλία της την παρακάτω εγγραφή:

Αριθμός εγγραφής Ημερομηνία Παραστατικό Λογαριασμός Περιγραφή Ποσό Χρέωσης Ποσό Πίστωσης
91754 01/12/2015 ΑΝΕΥ 38-00-00-0000 ΤΑΜΕΙΟ 281.354,65
91754 01/12/2015 ΑΝΕΥ 50-00-00-0001 281.354,65

για την οποία δεν υπήρχε παραστατικό, ενώ από τα δεδομένα που στάλθηκαν στον έλεγχο από την επιχείρηση, δεν υφίσταται η ανωτέρω καταβολή χρημάτων ποσού 281.354,65 ευρώ προς την προσφεύγουσα. Επιπρόσθετα στα πλαίσια του ελέγχου ως προς την φορολογία του ΦΠΑ διαπιαστώθηκε ότι η προσφεύγουσα καταχώρησε στα βιβλία της την ακόλουθη εγγραφή:

Αριθμός εγγραφής Ημερομηνία Παραστατικό Λογαριασμός Περιγραφή Ποσό Χρέωσης Ποσό Πίστωσης
99386 31/12/2015 ΑΝΕΥ 38-00-00-0000 ΤΑΜΕΙΟ 19.921,44
99386 31/12/2015 ΑΝΕΥ 54-00-99-0000 ΑΠΟΔΟΣΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΦΠΑ 19.921,44

για την οποία δεν υπήρχε παραστατικό, ενώ από τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του ο έλεγχος δεν προέκυπτε ποσό 19.921,44 ευρώ «Απόδοση – εκκαθάριση ΦΠΑ» που να εισπράχθηκε από την προσφεύγουσα από οποιαδήποτε αιτία.

Με βάση τα παραπάνω, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι οι εγγραφές στα βιβλία απεικονίζουσες, κατ’ επιταγή των διατάξεων του ν. 4172/2013 και ν.4308/2014, τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της επιχείρησης, πρέπει να εμφανίζουν την πραγματική κατάσταση των ταμειακών διαθεσίμων αυτής, οι ως άνω εγγραφές με αριθμό 91754 και 99386 δε λήφθηκαν υπόψη από τον έλεγχο και το ποσό αυτών συνολικού ύψους 301.276,09 ευρώ θεωρήθηκε αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη και προστέθηκε ως λογιστική διαφορά στα καθαρά κέρδη της προσφεύγουσας.

Με την απόφασή της η ΔΕΔ Αθήνας επικύρωσε τα ως άνω πορίσματα του ελέγχου, καθώς απέρριψε την ασκηθείσα ενδικοφανή προσφυγή.

Συμπεράσματα

Κατόπιν των ανωτέρω, εξάγουμε τα ακόλουθα συμπεράσματα:

  1. Με την κατάργηση του ΚΒΣ Π.Δ.186/92 και την εφαρμογή των Ε.Λ.Π. ν. 4308/2014 στην ύπαρξη ταμειακού ελλείμματος δεν προβλέπεται η κρίση των βιβλίων ως ανεπαρκών και ανακριβών και η παράβαση τιμωρείται με την επιβολή προστίμου δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ (άρθρο 54 παρ.2 περ. ε) του ν.4174/2013.
  1. Στους προσωρινούς ελέγχους θα πρέπει η ελεγκτική ενέργεια του ελέγχου ταμείου να αναγράφεται στην εντολή ελέγχου (βλ. και ΔΕΔ Αθήνας 2996/2017), όμως, στους τακτικούς ελέγχους δεν απαιτείται ειδική αναφορά διότι είναι μέρος της ελεγκτικής διαδικασίας.
  1. Το ποσό της διαφοράς του ταμείου θεωρείται λογιστική διαφορά και προστίθεται στα ακαθάριστα έσοδα και φορολογείται με τις γενικές διατάξεις.
  1. Το έλλειμμα του ταμείου δεν αποτελεί πάντα αντικείμενο επιβολής ΦΠΑ. Ωστόσο, δεν γεννάται θέμα στις περιπτώσεις που ο έλεγχος τεκμηριώσει ότι το έλλειμμα οφείλεται στην απόκρυψη εσόδων που υπάγονται σε ΦΠΑ, στην περίπτωση αυτή θα καταλογιστεί ο αναλογούν ΦΠΑ, όμως επειδή κάθε διαφορά του ταμείου δεν αφορά απόκρυψη εσόδων, ο έλεγχος οφείλει να τεκμηριώσει την πηγή διαφοράς του ταμείου και να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 64 του ν.4174/2013 που ορίζεται ότι «Η φορολογική διοίκηση έχει την υποχρέωση να παρέχει σαφή, ειδική και επαρκή αιτιολογία για τη νομική βάση , τα γεγονότα και τις περιστάσεις που θεμελιώνουν την έκδοση πράξεως και προσδιορισμό φόρου».
  1. Τελειώνοντας, πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν είναι αποδεκτή η καταχώρηση εσόδου ή δαπάνης χωρίς την ύπαρξη παραστατικού με αποτέλεσμα το ποσό να καταλογίζεται ως φορολογητέα πράξη και σύμφωνα με τα ανωτέρω να αναζητούνται και λοιπές φορολογίες , όπως ΦΠΑ κλπ.

Δείτε το άρθρο και στo Capital

 O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι |

+30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Τα χρονίζοντα υπόλοιπα πελατών-προμηθευτών και η αντιμετώπισή τους από τους φορολογικούς ελέγχους

Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια λόγω της συνεχόμενης οικονομικής κρίσης έχουν συσσωρευθεί στις περισσότερες επιχειρήσεις ανείσπρακτα και χρονίζοντα υπόλοιπα πελατών και προμηθευτών. Τι γίνεται, όμως, όταν διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος σε μία επιχείρηση και πώς αντιμετωπίζονται τα χρονίζοντα υπόλοιπα υπό του ελέγχου;

Αρχικά, θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε τις προϋποθέσεις για την διαγραφή επισφαλών απαιτήσεων, με βάση τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013).


Τα χρονίζοντα υπόλοιπα πελατών-προμηθευτών και η αντιμετώπισή τους από τους φορολογικούς ελέγχους

Του Γιώργου Δαλιάνη και της Νίκης Χατζοπούλου*

Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια λόγω της συνεχόμενης οικονομικής κρίσης έχουν συσσωρευθεί στις περισσότερες επιχειρήσεις ανείσπρακτα και χρονίζοντα υπόλοιπα πελατών και προμηθευτών. Τι γίνεται, όμως, όταν διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος σε μία επιχείρηση και πώς αντιμετωπίζονται τα χρονίζοντα υπόλοιπα  υπό του ελέγχου;

Αρχικά, θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε τις προϋποθέσεις για την διαγραφή επισφαλών απαιτήσεων, με βάση τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013).

Προϋποθέσεις διαγραφής απαιτήσεων

Απαίτηση δύναται να διαγραφεί για φορολογικούς σκοπούς μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

(i) έχει προηγουμένως εγγραφεί ποσό που αντιστοιχεί στην οφειλή ως έσοδο,
(ii) έχει προηγουμένως διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογούμενου, και
(iii) έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμον ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης.

Περαιτέρω, με βάση τις πρόσφατες αλλαγές στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος απαιτήσεις, το συνολικό ύψος των οποίων, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά αντισυμβαλλόμενο, δύνανται να διαγραφούν στο φορολογικό έτος εντός του οποίου συμπληρώνονται δώδεκα (12) μήνες από τον χρόνο κατά τον οποίο κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, χωρίς να έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των υποπεριπτώσεων (i) και (ii) ως άνω και οι οφειλέτες έχουν λάβει αποδεδειγμένα γνώση της διαγραφής της οφειλής τους, όπου αυτό είναι δυνατόν. Το συνολικό ύψος των απαιτήσεων που διαγράφονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν δύναται να υπερβαίνει, ανά φορολογικό έτος, ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) επί του συνόλου των απαιτήσεων στο τέλος της χρήσης.

Τέλος, απαιτήσεις που διαγράφονται στο πλαίσιο αμοιβαίας συμφωνίας ή δικαστικού συμβιβασμού, ανεξαρτήτως του αν έχει σχηματισθεί σχετική πρόβλεψη, δύνανται να διαγραφούν για φορολογικούς σκοπούς μη εφαρμοζομένης της ανωτέρω υποπερίπτωσης (iii). Στην περίπτωση και κατά το μέρος που δεν έχει σχηματισθεί πρόβλεψη, το σχετικό ποσό της διαγραφής της απαίτησης εκπίπτει με βάση τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 4172/2013.

Αφερεγγυότητα και μέτρα είσπραξης κατά του οφειλέτη

Προκειμένου για τη διαγραφή απαιτήσεων απαιτείται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η σωρευτική πλήρωση των τριών (3) προϋποθέσεων που ορίζονται στις υπόψη διατάξεις. Ειδικότερα, όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση με την οποία απαιτείται να έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης, διευκρινίζεται ότι με αυτές πρέπει να αποδεικνύεται ότι η σχετική απαίτηση είναι ανεπίδεκτη είσπραξης, δηλαδή ότι ο οφειλέτης είναι πράγματι αφερέγγυος. Η αφερεγγυότητά του μπορεί να αποδεικνύεται ενδεικτικά από τα ακόλουθα:
α) τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου με την οποία να υποχρεώνεται ο οφειλέτης σε εξόφληση,
β) πιστοποιητικό υποθηκοφυλακείου από το οποίο να προκύπτει, κατά περίπτωση, η μη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή τα υπάρχοντα τοιαύτα με τα τυχόν βάρη τους,

γ) σε περίπτωση διενέργειας πλειστηριασμού σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη, είτε κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης είτε συνεπεία μη επιτεύξεως πτωχευτικού συμβιβασμού, αντίγραφο του πίνακα κατάταξης ή διανομής από συμβολαιογράφο που ορίστηκε για τον πλειστηριασμό της περιουσίας του οφειλέτη, από τον οποίο να προκύπτει η μη ικανοποίηση του δανειστή από το εκπλειστηρίασμα,
δ) τη συμφωνία εξυγίανσης που επικυρώνεται από το πτωχευτικό δικαστήριο, με την οποία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, και η μείωση των απαιτήσεων των πιστωτών έναντι της επιχείρησης (προπτωχευτική διαδικασία),

ε) σε περίπτωση επιχείρησης που κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης και από τους επίσημους ισολογισμούς της προκύπτει ότι η επιχείρηση αυτή δεν έχει περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, πάγια, χρεόγραφα κλπ.) για να ικανοποιήσει τους οφειλέτες της. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της πτώχευσης. Επομένως, η κήρυξη του οφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης λόγω παύσης πληρωμών δεν επιφέρει από μόνη της απόσβεση της απαίτησης.

στ) σε περίπτωση διακοπής εργασιών κεφαλαιουχικών εταιρειών.

Τα ανωτέρω είναι ενδεικτικά ούτως ώστε να μην αποκλεισθούν και άλλα τα οποία, είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα ανωτέρω, είναι σε θέση να αποδείξουν ότι δεν είναι δυνατή η είσπραξη της απαίτησης. Σε κάθε περίπτωση όμως η επιχείρηση, η οποία φέρει και το βάρος της απόδειξης για την απώλεια συγκεκριμένης απαίτησης, οφείλει όταν της ζητηθεί να προσκομίσει τα δικαιολογητικά εκείνα που διαθέτει στην αρμόδια για τον έλεγχό της φορολογική αρχή η οποία και θα κρίνει τελικά ως θέμα πραγματικό την επισφάλεια και το ανεπίδεκτο της είσπραξης.

Βεβαιώσεις ή επιστολές δικηγόρων για την αδυναμία είσπραξης της απαίτησης δεν αποτελούν απόδειξη της αφερεγγυότητας του οφειλέτη. Ομοίως, η έκδοση ακάλυπτης επιταγής και η σχετική καταδίκη για την έκδοση αυτή δεν δημιουργούν μόνες τους ούτε αποδεικνύουν εξ αντικειμένου την αφερεγγυότητα του οφειλέτη.

Φορολογική ζημία και φορολογικό κέρδος από την διαγραφή απαιτήσεων

Τα χρονίζοντα υπόλοιπα πελατών (απαιτήσεις = περιουσιακό στοιχείο του Ενεργητικού), τα οποία κατά την εκτίμηση της επιχείρησης δεν θα εισπραχθούν, ούτε θα διεκδικηθεί η είσπραξή τους, συνιστούν λογιστική ζημιά, η οποία σύμφωνα με την περ. ια, παρ. 12, του άρθρου 25 των ΕΛΠ (Ν 4308/2014) αναγνωρίζεται στην Κατάσταση αποτελεσμάτων («Τα έξοδα περιλαμβάνουν: (α)…(β)…(γ)…(δ)…(ια) τις ζημίες που προκύπτουν από τη διαγραφή περιουσιακών στοιχείων»).

Ομοίως και για την περίπτωση της διαγραφής των υπολοίπων των προμηθευτών (υποχρεώσεις = Παθητικό, οφειλές προς τρίτους), το κέρδος αναγνωρίζεται στην Κατάσταση Αποτελεσμάτων, βάσει της παρ. 9 του άρθρου 25 των ΕΛΠ («Τα κέρδη που προκύπτουν από τη διαγραφή περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων αναγνωρίζονται όταν τα περιουσιακά στοιχεία ή οι υποχρεώσεις διαγράφονται από τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις»).

Τα ανωτέρω ισχύουν και για τις συγγενικές επιχειρήσεις, καθώς ο νόμος δεν κάνει διάκριση.

Αντιμετώπιση των εκκρεμών υπολοίπων από τον φορολογικό έλεγχο

Όπως είναι γνωστό στα πλαίσια του αστικού δικαίου οι εμπορικές απαιτήσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή. Ωστόσο, το θέμα της παραγραφής είναι μία ένσταση που προβάλλει ο οφειλέτης έναντι του δανειστή στο πλαίσιο ενός δικαστηρίου. Αν ο οφειλέτης δεν προτείνει την παραγραφή στο δικαστήριο, το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη την παραγραφή (ΑΠ 148/2017, άρ.277 Αστικού Κώδικα).

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη δύνανται να διευθετήσουν μία εκκρεμή οφειλή, ακόμη και εάν έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα, εντός του οποίου η αξίωση για την καταβολή της οφειλής είναι δικαστικά επιδιώξιμη.

Η δε τυχόν διευθέτηση μέσω π.χ. ενός συμβιβασμού είναι καταρχήν χρονικά απεριόριστη, κατ’ αντίστιξη προς την περιέλευση στο Δημόσιο των ανείσπρακτων επί πενταετία μερισμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί ο φορολογικός έλεγχος να καταλογίσει ποσό κέρδους σε ένα προμηθευτή που εμφανίζει ανοιχτό υπόλοιπο, το οποίο δεν έχει διαγραφεί από τον πελάτη του, διότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από καμία διάταξη δικαίου.

Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, δεν καταλογίζονται ούτε καν τέλη χαρτοσήμου σε υπόλοιπα και προκαταβολές πελατών/προμηθευτών (βλ. ΔΕΔ Αθήνας 1353/2017).

Είναι σαφές ότι ο φορολογικός έλεγχος δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να γνωρίζει την πορεία μίας επιχείρησης και την πιθανή εξυγίανση ή κερδοφορία της και συνεπώς δεν μπορεί να προεξοφλεί ότι δεν θα είναι σε θέση να αποπληρώσει ένα ανοιχτό υπόλοιπο. Προς την κατεύθυνση εξάλλου κινείται και ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας.

Σε κάθε περίπτωση, η νομοθεσία δίνει πολλές επιλογές στα εμπλεκόμενα μέρη για την διευθέτηση της οφειλής. Εκτός από την άφεση χρέους και τον συμβιβασμό με μερική διαγραφή οφειλής, είναι ακόμη δυνατή και η κεφαλαιοποίηση αυτού.

Η κεφαλαιοποίηση οφειλής αποτελεί ουσιαστικά μεταβολή των στοιχείων του παθητικού (μεταστοιχείωση), αφού λαμβάνει χώρα μείωση των υποχρεώσεων και ταυτόχρονα ισόποση αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, από τον διακανονισμό αυτό δεν επηρεάζονται τα φορολογικά αποτελέσματα της οφειλέτριας εταιρίας, όπως συμβαίνει με την άφεση χρέους, και επομένως, δεν υπάρχει καμία φορολογική συνέπεια για την εταιρία που προέβη στον διακανονισμό (βλ. Αριθ. πρωτ.: 1163933/Δ12Β – 30/11/2011).

Επιπλέον, αξίζει να αναφέρουμε ότι τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης οι διαγραφές χρεών στα πλαίσια ειδικών διαδικασιών, όπως π.χ. ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών, όπου η φορολογική μεταχείριση της ωφέλειας που αποκτά φυσικό πρόσωπο από τη διαγραφή μέρους ή του συνόλου του χρέους προς πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, προς υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή προς εταιρεία του ν. 4354/2015 στο πλαίσιο εξωδικαστικού συμβιβασμού δεν θεωρείται εισόδημα και απαλλάσσεται του φόρου δωρεάς (βλ. Εγκύκλιο Ε2021/2019).

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι τυγχάνει ειδικής φορολογικής μεταχείρισης η ωφέλεια που προκύπτει από τη διαγραφή υποχρεώσεων των επιχειρήσεων που έχουν υπαχθεί στη διαδικασία εξυγίανσης του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.

Σχετικές οδηγίες είχαν δοθεί με την ΠΟΛ 1150/20.06.2013, σύμφωνα με την οποία το ποσό το οποίο ωφελείται εταιρία από τη μείωση των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών στα πλαίσια συμφωνίας πτωχευτικού συμβιβασμού με βάση τις διατάξεις των άρθρων 600 έως 609 του Εμπορικού Νόμου, δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα διότι δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εισοδήματος το οποίο προκύπτει από άσκηση εμπορικής δραστηριότητας και περαιτέρω, δεν εμπίπτει στις διατάξεις της περίπτωση ι΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του Ν.2238/1994, καθόσον ο πτωχευτικός συμβιβασμός δεν θεωρείται ως παραίτηση της πιστώτριας επιχείρησης από την είσπραξης χρέους μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους συνεργασίας (σχετικό  έγγραφο αριθ.1043963/10531/Β0012/17.7.2007). Με το  ποσό της ωφέλειας, η ωφελούμενη επιχείρηση θα σχηματίσει αφορολόγητο αποθεματικό. Ενόψει δε ψήφισης του νέου Πτωχευτικού Κώδικα αναμένουμε να δούμε τις προβλέψεις σχετικά με τον διακανονισμό των οφειλών και την φορολογική τους μεταχείριση.

Δείτε το άρθρο και στo Capital

 

 O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Η κα. Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι |

+30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Δάνεια μεταξύ ιδιωτών και φορολογικοί έλεγχοι

Του Γιώργου Δαλιάνη και της Νίκης Χατζοπούλου*

Στις περιπτώσεις ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών των φορολογουμένων ελέγχονται όλες οι τραπεζικές κινήσεις (κυρίως πιστώσεις), μεταφορές από λογαριασμούς, καταθέσεις μετρητών του ιδίου και τρίτων προσώπων, καθώς και επανακαταθέσεις. Τα πρόσωπα αυτά, εάν δεν προκύπτει περίπτωση φοροαποφυγής (π.χ. παροχή υπηρεσιών από ελευθέρια επαγγέλματα χωρίς την έκδοση παραστατικού), είναι κυρίως φίλοι και συγγενείς και οι συναλλαγές αυτές έχουν συνήθως σκοπό την εξυπηρέτηση των φορολογουμένων για την αντιμετώπιση κυρίως βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων, χωρίς να αποκλείεται και μία μεσοπρόθεσμη εξυπηρέτηση.

Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας έχουμε αναδείξει την αμφιθυμία των ελεγκτικών οργάνων της ΑΑΔΕ, αλλά και των επιμέρους Διευθύνσεων την ΔΕΔ σχετικά με τον καταλογισμό ή μη τελών χαρτοσήμου σε άτυπο ιδιωτικό δανεισμό (βλ. άρθρο με τίτλο «Νέα προσέγγιση για τα τέλη χαρτοσήμου άτυπου δανείου από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών») και έχουμε επίσης αναλύσει τις φορολογικές προεκτάσεις των δανείων (βλ. άρθρο με τίτλο «Η φορολογία των δανείων μεταξύ ιδιωτών»). Στο παρόν άρθρο θα θέλαμε να αναδείξουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ένα ιδιωτικό δάνειο στο πλαίσιο ενός φορολογικού ελέγχου.

Η συνήθης πρακτική είναι η εξυπηρέτηση (άτυπος δανεισμός) να γίνεται χωρίς την ύπαρξη συμφωνητικού δανεισμού ή να έχει συνταχθεί μία υπεύθυνη δήλωση αναγνώρισης του χρέους ή μία απλή απόδειξη. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Άραγε εάν ζητήσει κανείς από έναν φίλο του μία διευκόλυνση της τάξεως των 500 ευρώ υπάρχει περίπτωση να συνταχθεί συμφωνητικό;

Αυτές οι δοσοληψίες μεταξύ συγγενών και φίλων γίνονται κυρίως με μετρητά και εκτός του τραπεζικού συστήματος, αλλά σήμερα με την πρόοδο των ηλεκτρονικών συναλλαγών αυτή η πρακτική τείνει να εκλείψει. Η πρακτική των μετρητών έπαψε να ισχύει κατά τη διάρκεια των capital control και αυτές οι τραπεζικές κινήσεις (άτυπα δάνεια) έγιναν πρόβλημα τόσο για τους φορολογούμενους όσο και για τους ελεγκτές της ΑΑΔΕ, όταν αντιμετωπίζουν συνήθεις (πατροπαράδοτες θα λέγαμε) πρακτικές. Το θέμα αυτό έχει βγει στην επιφάνεια, διότι τώρα ελέγχονται οι χρήσεις 2015-2016, όπου λόγω έλλειψης ρευστότητας και αδυναμίας ανάληψης μετρητών λόγω των capital control, αυτές οι διευκολύνσεις πέρασαν μέσα από το Τραπεζικό σύστημα ως μεταφορές μεταξύ λογαριασμών (ονομαστικές πιστώσεις).

Είναι πολλές και οι ακραίες συμπεριφορές κατά τη διάρκεια των ελέγχων, όπου αθώες καθημερινές συναλλαγές μπαίνουν στο στόχαστρο και φορολογούνται αναίτια και υπέρμετρα και δυστυχώς δεν υπάρχει μία ενιαία γραμμή στην αντιμετώπιση αυτών των συναλλαγών. Άλλες ελεγκτικές υπηρεσίες αποδέχονται τις άτυπες συναλλαγές και προσπαθούν να καταλογίσουν τέλη χαρτοσήμου και άλλες υπηρεσίες δεν αποδέχονται ως ειλικρινή καμία πίστωση του λογαριασμού (άτυπο δάνειο) χωρίς την ύπαρξη συμφωνητικών με θεώρηση του γνησίου υπογραφής και βέβαια ημερομηνία.

Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις (ευτυχώς αποτελούν εξαίρεση) συναντάμε και το πλέον παράδοξο τα ελεγκτικά όργανα της φορολογικής αρχής να μην αποδέχονται ούτε τα συμφωνητικά που φέρουν θεώρηση γνησίου υπογραφής από τα ΚΕΠ, αμφισβητώντας την αρμοδιότητα των ΚΕΠ να προσδώσουν με την θεώρησή τους βέβαια χρονολογία στα έγγραφα. Η εσφαλμένη αυτή τακτική ορισμένων ελεγκτικών οργάνων βασίζεται σε μία απαρχαιωμένη εγκύκλιο με αριθ. 1052006/906/Α0012/13.5.2008, σύμφωνα με την οποία «Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 445 και 446 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τα ιδιωτικά έγγραφα αποκτούν βέβαιη χρονολογία και συνεπώς αποδεικτική δύναμη, εφόσον, μεταξύ άλλων, θεωρηθούν από συμβολαιογράφο ή άλλο δημόσιο υπάλληλο αρμόδιο κατά το νόμο.

Με τη βέβαιη χρονολογία ενός εγγράφου, βεβαιώνεται η σύνταξη αυτού πριν από ένα ορισμένο χρονικό σημείο και όχι μετά από ένα χρονικό σημείο. Η προκείμενη διάταξη δικαιολογητικό λόγο έχει την αποτροπή βλάβης σε τρίτους ενόψει της ευχέρειας προχρονολόγησης ή μεταχρονολόγησης των ιδιωτικών εγγράφων. Η θεώρηση, για την απόκτηση βέβαιης χρονολογίας του εγγράφου, γίνεται, όπως ορίζει η διάταξη, με τη σημείωση επάνω στο έγγραφο, και όχι με πράξη ιδιαίτερη της λέξης «θεωρήθηκε» της ημεροχρονολογίας και της υπογραφής. Για τη σημείωση αυτή απαιτείται σχετική χαρτοσήμανση. Το έγγραφο μπορεί να αποκτήσει βέβαια χρονολογία για όλους με κάθε τρόπο που αποκλείει κατά τρόπο απόλυτο την προχρονολόγηση ή μεταχρονολόγησή του. Για παράδειγμα, το ιδιωτικό έγγραφο μπορεί να πάρει βέβαιη χρονολογία με τη θεώρηση του από την αρμόδια οικονομική εφορία καθώς και με τη θεώρηση της γνησιότητας μιας υπογραφής του από το αστυνομικό τμήμα. 

Στην έννοια του δημοσίου υπαλλήλου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 446 Κ. Πολ. Δ. υπάγεται ο Ειρηνοδίκης, ο οικονομικός έφορος που ενήργησε τη χαρτοσήμανση του εγγράφου, ο αρμόδιος δικαστικός υπάλληλος που βεβαιώνει τη χρονολογία των προτάσεων των διαδίκων με την πράξη κατάθεσής τους, ο ταμίας που καταχωρεί την ημερομηνία στην πράξη χαρτοσήμανσης, καθώς και η αστυνομική αρχή».

Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι σαφές ότι με βάση τη σχετική εφαρμοστέα νομοθεσία (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας) η θεώρηση γνησίου υπογραφής είναι ένας τρόπος για να αποκτήσει το ιδιωτικό έγγραφο βέβαια χρονολογία (βλ. ΣτΕ 3867/2015). Μάλιστα, τη θεώρηση γνησίου υπογραφής μπορούν νομίμως και αρμοδίως να διενεργήσουν και τα ΚΕΠ και τα αστυνομικά όργανα, αλλά και κάθε διοικητική αρχή που έχει τη σχετική αρμοδιότητα.

Περαιτέρω, από τα παραπάνω γεννώνται τα εξής ερωτήματα: (α) Κατά πόσον ο οικονομικός έφορος θεωρεί νομίμως το γνήσιο της υπογραφής σε οποιαδήποτε σύμβαση, ακόμη και κατά την υποβολή της σύμβασης για χαρτοσήμανση και (β) Εφόσον αμφισβητείται η νομιμότητα και η εγκυρότητα της θεώρησης γνησίου υπογραφής από τα ΚΕΠ, άραγε μήπως είναι στον αέρα δισεκατομμύρια συμβάσεων, στις οποίες έχει γίνει θεώρηση υπογραφής από τα ΚΕΠ;

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να αναδείξουμε μέσα από παραδείγματα τα προβλήματα που γεννώνται στο πλαίσιο ενός φορολογικού ελέγχου, όταν εξετάζονται αυτές οι δοσοληψίες και κυρίως στις περιπτώσεις όπου γίνεται κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας των ελεγκτικών αρχών σε βάρος του ελεγχόμενου.

Παράδειγμα 1:

Σε φορολογικό έλεγχο,  δεν αποδέχεται μία ταμειακή διευκόλυνση μεταξύ φίλων, εκ των οποίων μάλιστα ο ένας έχει και την ιδιότητα του Δημοσίου Υπαλλήλου και διαμένοντες ο ένας στη Θεσσαλονίκη και ο άλλος στη Στερεά Ελλάδα. Μεταξύ τους δεν έχουν ούτε από την ιδιότητά τους ούτε από κανένα άλλο στοιχείο επαγγελματική σχέση και μία συναλλαγή (μεταφορά σε λογαριασμό) των 500 ευρώ κρίνεται φορολογικά επιλήψιμη και καταλογίζονται για αυτήν φόροι που ξεπερνούν το 80% του ποσού της συναλλαγής.

Παράδειγμα 2:

Σε φορολογικό έλεγχο, διερευνάται μία ονομαστική πίστωση ποσού 3.000 ευρώ που προέρχεται από συγγενικό πρόσωπο του ελεγχόμενου (ξάδερφος) και παρόλο που προσκομίζεται ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου με θεώρηση γνησίου υπογραφής από τα ΚΕΠ, ο έλεγχος δεν αποδέχεται το έγγραφο ως γνήσιο και καταλογίζει φόρους στην εν λόγω πίστωση ως αγνώστου αιτίας.

Περαιτέρω, παρατηρείται και η ακόλουθη πρακτική, να μην γίνεται δεκτή συναλλαγή που υπάρχει σύμβαση δανείου επειδή δεν έχει χαρτοσημανθεί, αγνοώντας το υπ’ αριθ. 1066057/1228/Α0012/26.6.2008 έγγραφο της Φορολογικής Διοίκησης στο οποίο αναγράφεται ρητά ότι: «Σε συνέχεια των υπ’ αριθμ. 1052006/906/Α0012/13-5-2008 και 1055243/981/Α0012/27-5-2008 εγγράφων και σύμφωνα με τα όσα ορίζονται σε αυτά, γίνεται δεκτή η θεώρηση της γνησιότητας των υπογραφών της δανειακής σύμβασης και από την αστυνομική αρχή καθόσον αυτή προσδίδει στο έγγραφο βέβαιη χρονολογία, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για φορολογικούς σκοπούς. Με την πράξη αυτή βεβαιώνεται η ημερομηνία σύνταξης του ιδιωτικού εγγράφου, ώστε να αποκλειστεί κατά τρόπο απόλυτο η προχρονολόγηση ή μεταχρονολόγησή του έναντι όλων. Η προϋπόθεση του εμπρόθεσμου της χαρτοσήμανσης του ιδιωτικού εγγράφου δεν είναι απαιτούμενο στοιχείο, στην περίπτωση αυτή, καθώς η βέβαιη χρονολογία αποκτάται με τη θεώρηση από το αστυνομικό τμήμα».

Τέλος, επειδή γίνεται μεγάλη συζήτηση για τον σκοπό λήψης του δανείου, καλό είναι να αναγράφεται στο συμφωνητικό ο σκοπός του δανείου π.χ. δάνειο για κάλυψη σποδών των τέκνων, ενώ σχετικά με τους τόκους θα πρέπει να επισημανθεί ότι από τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος δεν προκύπτει ότι το δάνειο δεν μπορεί να είναι άτοκο.

Δείτε το άρθρο και στη Ναυτεμπορική

 O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Η κα. Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion A.E.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι |

+30 210 6009062 |  www.artion.gr)

 


Παράταση παραγραφής στη δεκαετία με επίκληση συμπληρωματικών στοιχείων

Του Γιώργου Δαλιάνη

Όπως είναι γνωστό και με βάση τον προϊσχύοντα Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994) αλλά και με βάση τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για διενέργεια φορολογικού ελέγχου είναι πενταετής. Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση και σε περίπτωση που προκύπτουν μετά την πενταετία «συμπληρωματικά στοιχεία» η προθεσμία παραγραφής ανάγεται σε δεκαετία.  Ο όρος «συμπληρωματικά στοιχεία» αποτελεί μία αόριστη νομική έννοια, που δεν ορίζεται ρητά στην νομοθεσία, αλλά κρίνεται κατά περίπτωση με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με την εκτίμηση της εκάστοτε φορολογικής αρχής και εντεύθεν του αρμόδιου δικαστηρίου, εφόσον η υπόθεση ακολουθήσει τη δικαστική οδό.

Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας είχαμε αναδείξει το θέμα των συμπληρωματικών στοιχείων όσον αφορά τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Στο παρόν άρθρο θα αναλύσουμε την ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των ελεγκτικών οργάνων και πώς αυτό επηρεάζει το θέμα της παραγραφής.

Καταρχάς, με τη νομολογία του ΣτΕ (ΣτΕ 2934/2017 και ΣτΕ 2935/2017) κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των διατάξεων της περ. α’ της παρ. 2 του άρθ. 68 του ν. 2238/1994 (Κ.Φ.Ε.) επιτρέπεται η έκδοση πράξης καταλογισμού φόρου και πρόσθετου φόρου εντός δεκαετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης, εάν περιέλθουν σε γνώση της Φορολογικής Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία, δηλαδή στοιχεία αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος, τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η φορολογική αρχή κατά την προβλεπόμενη στην παρ. 1 του άρθ. 84 του ιδίου νόμου πενταετία.

Συνεπώς, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της ανωτέρω πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν, είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στο νόμο.

Μία από τις περιπτώσεις όπου οι φορολογικές αρχές επικαλούνται συμπληρωματικά στοιχεία είναι και για τις παραβάσεις που σχετίζονται με εικονικά τιμολόγια. Σε πολλές περιπτώσεις ελέγχου παρατηρούμε ότι λόγω ανάμιξης διαφορετικών ελεγκτικών υπηρεσιών (όπως π.χ. εμπλοκή και του ΣΔΟΕ πλην της αρμόδιας ΔΟΥ) γίνεται επίκληση δήθεν συμπληρωματικών στοιχείων, όπως π.χ. πληροφοριακών δελτίων του ΣΔΟΕ, ώστε να δοθεί παράταση στην παραγραφή της υπόθεσης. Χαρακτηριστική, όμως, ήταν η υπ’ αριθ.  172/2018 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία κρίθηκε ότι ούτε το σύνολο των πρωτογενών καταθέσεων που εμφανίζεται στην πληροφοριακή έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του Σ.Δ.Ο.Ε. και στους οικείους πίνακες,  ούτε η πληροφοριακή έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του Σ.Δ.Ο.Ε., ούτε η ανώνυμη καταγγελία αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία κατά την έννοια της παρ.2 του άρθρου 68 του ν.2238/1994 (Κ.Φ.Ε.).

Είναι δεδομένο, εξάλλου, ότι σύμφωνα με όσα έχει δεχθεί το ΣτΕ με τις αποφάσεις του 1738/2017 και 2934/2017 ότι  η προθεσμία της παραγραφής πρέπει να έχει, συνολικά, εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας  και κυρίως η  λήξη της παραγραφής δεν πρέπει να εξαρτάται από ενέργειες δημοσίας αρχής. Στα πλαίσια αυτά, με βάση την αρχή της ενότητας των δημοσίων υπηρεσιών (ή του «ενιαίου της διοίκησης»), δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι η ετεροχρονισμένη και δη μετά την πενταετία επεξεργασία των διαθέσιμων στοιχείων από κάποια ελεγκτική υπηρεσία, που συντάσσει και σχετική πληροφοριακή έκθεση ή δελτίο μπορεί να συνιστά και συμπληρωματικό στοιχείο, με βάση τον νόμο. Και αυτό διότι όλες οι επιμέρους φορολογικές-ελεγκτικές αρχές συναποτελούν μία και ενιαία εντέλει φορολογική διοίκηση, με βάση τον νόμο. Συνεπώς, η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων ή η καθυστέρηση στην επεξεργασία της μίας υπηρεσίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τροφοδοτεί με συμπληρωματικά στοιχεία την άλλη υπηρεσία, ώστε να στοιχειοθετείται παράταση της παραγραφής.

Παράδειγμα:

Ελεγχόμενη χρήση 2008

Το 2015 επιδίδεται εισαγγελική παραγγελία στο ΣΔΟΕ για διεξαγωγή έρευνας σχετικά με εικονικά τιμολόγια. Το ΣΔΟΕ επιλαμβάνεται τελικά 4 χρόνια αργότερα και αποστέλλει το πληροφοριακό δελτίο το 2019. Επειδή η  ΔΟΥ θεωρεί ότι λαμβάνει το νέο στοιχείο το 2019 παρατείνει και για ακόμη ένα έτος πέραν της δεκαετίας (!), επεκτείνοντας την παραγραφή στην 11ετία, εφαρμόζοντας άλλες διατάξεις, στις οποίες και εκεί έχουμε αντιρρήσεις αλλά δεν λαμβάνουμε θέση με το παρόν. Στην εν λόγω περίπτωση, όμως, η ημερομηνία κατά την οποία περιήλθε σε γνώση των φορολογικών αρχών το συμπληρωματικό στοιχείο είναι το 2015, ανεξάρτητα από το πότε και για ποιο λόγιο το ΣΔΟΕ καθυστέρησε τη διαβίβαση του πορίσματος.

Συμπερασματικώς, πιστεύουμε, ότι εφόσον -και κακώς- σε πολλές περιπτώσεις δεν εφαρμόζονται οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας από τις φορολογικές αρχές, θα πρέπει η Διοίκηση να παρέμβει άμεσα με ερμηνευτική εγκύκλιο.

Δείτε το άρθρο και στο Capital.gr

 O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)