Ακόμα και σήμερα ο φορολογικός έλεγχος εφαρμόζει καταργημένες εγκυκλίους

Του Γιώργου Δαλιάνη και της Νίκης Χατζοπούλου*

Ως γνωστόν, ο φορολογικός έλεγχος που διεξάγεται από ΣΔΟΕ, ΔΟΥ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΚΕΜΕΕΠ είναι μία διαδικασία που διέπεται από τυπικότητα, καθώς καταλήγει πολύ συχνά σε φορολογικούς καταλογισμούς, οι οποίο πρέπει να είναι πρωτίστως νόμιμοι. Στο άρθρο αυτό θα θέλαμε να δούμε πώς μπορεί να παρεισφρήσει στην διαδικασία του ελέγχου μία καταργημένη εγκύκλιος και μάλιστα να αποτελέσει αποδεκτή μέθοδο ελέγχου για τον καταλογισμό φόρων.

Στο πλαίσιο της υπόθεσης που εξετάστηκε από την ΔΕΔ στην υπ’ αριθ. 148/2021 (Αθήνα) απόφασή της διενεργήθηκε μερικός έλεγχος φορολογίας Φ.Π.Α. για τα έτη 2014 έως και 2017, για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2859/2000 (Κώδικας Φ.Π.Α.) και σε συνδυασμό με την Α.1293/2019 του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Πρόγραμμα ελέγχου προσώπων που τηρούν απλογραφικά βιβλία για φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά), από τον οποίο διαπιστώθηκαν διαφορές Φ.Π.Α. λόγω μετατόπισης εκροών από υψηλότερο σε χαμηλότερο συντελεστή Φ.Π.Α.

Συγκεκριμένα, συντάχθηκε από τον έλεγχο για κάθε χρήση πίνακας επεξεργασίας των εισροών, εκροών και της φυσικής απογραφής των εμπορευμάτων της προσφεύγουσας σε σχέση με τους συντελεστές Φ.Π.Α. (όπως απεικονίζονται μεταξύ των σελ. 36 και 37 της οικείας έκθεσης), από όπου προέκυψαν τα κάτωθι ποσά για καταβολή ανά φορολογική περίοδο:

  • 2014: 4.057,56 €
  • 2015: 2.796,04 €
  • 2016: 1.677,83 €
  • 2017: 3.227,52 €

Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η συγκεκριμένη απόφαση είναι το εξής:

Σύμφωνα με την εγκύκλιο Α.1293/2019 του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., μεταξύ των ελεγκτικών διαδικασιών είναι και ο έλεγχος για μετατόπιση εκροών από υψηλότερο σε χαμηλότερο συντελεστή Φ.Π.Α. (άρθρο 12, παρ. 4).

Παράδειγμα μετατόπισης εκροών από υψηλότερο σε χαμηλότερο συντελεστή Φ.Π.Α:

Παντοπωλείο εμφανίζει αγορές με συντελεστή ΦΠΑ 13% 9.000 €  και αγορές με συντελεστή ΦΠΑ 24% 3.000 ευρώ, άρα ο συντελεστής για αγορές με 13% είναι 75% και για αγορές με 24% 25%.

Αν οι εκροές (σύνολο 25.000 €) που εμφανίζει η επιχείρηση είναι με συντελεστή ΦΠΑ 13% κατά 100%, τότε σημαίνει ότι έχει γίνει μετατόπιση του συντελεστή από το υψηλό στο χαμηλό στις εκροές με σκοπό την φοροαποφυγή. Στην περίπτωση αυτή, με βάση τις οδηγίες των ελεγκτικών επαληθεύσεων πρέπει να γίνει ανακατανομή των πωλήσεων με βάση τα ποσοστά συντελεστών ΦΠΑ των εισροών.

Με βάση την ως άνω απόφαση ΔΕΔ έγινε δεκτό το εξής: «Επειδή σχετικές οδηγίες ως προς τη διενέργεια της ανωτέρω ελεγκτικής διαδικασίας είχαν δοθεί με την ΠΟΛ 1242/1998, η οποία αν και έπαψε να ισχύει από την έναρξη ισχύος της ΠΟΛ.1037/2005, εντούτοις εξακολουθεί να παρέχει σχετική κατεύθυνση, ελλείψει νεότερων οδηγιών και δεδομένου ότι πρόκειται για αναγνωρισμένη και τυποποιημένη τεχνική που οδηγεί στην εξαγωγή αντικειμενικών συμπερασμάτων (…)».

Γίνεται, δηλαδή, από την ίδια την ΔΕΔ η παραδοχή ότι εφαρμόζεται καταργημένη εγκύκλιος, που μάλιστα είχε εκδοθεί επί τη βάσει προϊσχύοντος νομοθετικού καθεστώτος και συγκεκριμένα, της περαίωσης. Διατυπώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο πανηγυρικά το παράδοξο της εφαρμογής από τα ελεγκτικά όργανα καταργηθεισών εγκυκλίων!

Και συνεχίζει η ΔΕΔ: «Επειδή σύμφωνα με την ως άνω ΠΟΛ.1242/1998 (παρ. Β.1): «Σε πολλές περιπτώσεις επιχειρήσεων πώλησης αγαθών που υπάγονται σε διαφορετικούς συντελεστές ΦΠΑ (π.χ. ταβέρνες, μπαρ κ.λπ.), έχει παρατηρηθεί μετατόπιση εκροών από τον υψηλότερο στο χαμηλότερο συντελεστή ΦΠΑ. Για το λόγο αυτό, σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά τον έλεγχο ΦΠΑ, σύμφωνα με το άρθρο 8 της απόφασης, θα ελέγχεται πέραν των άλλων και το ύψος των εμφανιζόμενων ανά συντελεστή ΦΠΑ εκροών σε σχέση με τις αντίστοιχες εισροές, χωρίς βέβαια να θίγεται το εκ του νόμου δικαίωμα των επιχειρήσεων να πραγματοποιούν εκροές με χαμηλότερο συντελεστή ΦΠΑ από εκείνο των εισροών τους (π.χ. εκδοτικές επιχειρήσεις).

 Ειδικότερα, θα ερευνάται αν η ποσοστιαία αναλογία των εκροών από πωλήσεις εμπορευσίμων αγαθών του μεγαλύτερου (ή μεγαλύτερων) συντελεστή ΦΠΑ ως προς τις συνολικές πωλήσεις εμπορευσίμων αγαθών κάθε χρήσης χωριστά, είναι τουλάχιστον ίση με την ποσοστιαία αναλογία των αγορών εμπορευσίμων αγαθών του ιδίου συντελεστή για όλες τις ελεγχόμενες χρήσεις, ως προς τις συνολικές αγορές εμπορευσίμων αγαθών των ιδίων χρήσεων.

 Αν, με βάση την παραπάνω έρευνα, προκύπτουν αποκλίσεις που δεν δικαιολογούνται (π.χ. δεν υφίσταται ή δεν προκύπτουν αντίστοιχα αποθέματα), τότε στις χρήσεις που υφίστανται οι αποκλίσεις, θα επαναπροσδιορίζονται ανάλογα οι εκροές ανά συντελεστή και θα καταλογίζονται οι προκύπτουσες διαφορές ΦΠΑ.».

 Επισημαίνουμε ότι βασική προϋπόθεση για την εύρεση της μετατόπισης του συντελεστή ΦΠΑ είναι να προκύπτουν οι διαφορές στην απογραφή. Όμως, πώς είναι δυνατόν να εφαρμοστεί μία τέτοια μέθοδος όταν δεν υπάρχει απογραφή (π χ. παντοπωλείο – βλ. άρθρο μας με τίτλο «Εφαρμογή των έμμεσων τεχνικών ελέγχου σε επιχειρήσεις που απαλλάσσονται από σύνταξη απογραφής»). Επίσης, παρατηρείται εκτεταμένη – φυσικά παρανόμως – εφαρμογή των μεθόδων εξαγωγής αποτελεσμάτων με βάση τις κατά καιρούς ισχύουσες περαιώσεις και με βάση την αυτοπεραίωση του ν. 3396/2004. Μάλιστα η προσέγγιση των ελεγκτικών οργάνων είναι ότι ναι μεν έχουν καταργηθεί οι εγκύκλιοι, αλλά παρέχουν κατευθύνσεις που είναι αποδεκτές και είναι αναγνωρισμένες ως μέθοδοι…

Εξυπακούεται ότι η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε υπό του ελέγχου στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θεωρείται αποδεκτή μεθοδολογία ελέγχου, διότι στηρίχθηκε σε καταργηθείσα εγκύκλιο που είχε εκδοθεί σχετικά προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς.

Τυχόν δε εφαρμογή μίας μεθοδολογίας της οποίας τον τρόπο εφαρμογής και τα έννομα αποτελέσματα δεν γνωρίζει εκ των προτέρων ο φορολογούμενος, καθώς δεν έχουν θεσμοθετηθεί, παραβιάζει ευθέως την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή επιβαρύνσεων υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και οποιοσδήποτε φύσεως κυρώσεων για παράβαση των σχετικών διατάξεων.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Δεν υπάρχει εικονικότητα τιμολογίου ως προς το πρόσωπο

Του Γιώργου Δαλιάνη*

Πρόσφατα, με την υπ’ αριθ. 1566/28-6-2021 απόφαση της ΔΕΔ (Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών) Θεσσαλονίκης, κρίθηκε ότι δεν υπάρχει εικονικότητα για το λήπτη από τιμολόγιο που έλαβε για πραγματική συναλλαγή από πρόσωπο διαφορετικό από αυτό του στοιχείου. Η ΔΕΔ πήρε αυτή την θέση, ακυρώνοντας τον έλεγχο της ελεγκτικής αρχής και μάλιστα αυτή η απόφαση έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, γιατί αφορά μία μικρή φορολογική επιβάρυνση (252,40 ευρώ).

Η θέση αυτή, η οποία στηρίζεται στην ισχύουσα νομοθεσία, όπως θα δούμε παρακάτω, προστατεύει τον καλόπιστο λήπτη του εκδοθέντος στοιχείου, δεδομένου ότι δεν υπάρχει (ή τουλάχιστον δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις περιπτώσεις) ένα αξιόπιστο σύστημα επαλήθευσης και ταυτοποίησης των στοιχείων του εκδότη του φορολογικού στοιχείου και συναλλασσόμενου.

Η ΔΕΔ εφάρμοσε τις τροποποιημένες με το ν. 4337/2015 (ΦΕΚ Α 129/17-10-2015)  διατάξεις του άρθρου 66 παράγραφος 5 του ν. 4714/2013 σύμφωνα με τις οποίες: «5…..Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.

Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο……»

Με την ΠΟΛ.1142/2016 διευκρινίζεται ότι: «… στα επόμενα εδάφια της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ., δίδονται οι ορισμοί του πλαστού, εικονικού και ανακριβούς φορολογικού στοιχείου (όπως και ειδικές περιπτώσεις εξαίρεσης από την έννοια του εικονικού), ενώ με το προτελευταίο εδάφιο της ως άνω παραγράφου, ορίζεται ότι δε θεωρείται εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο. … »

Από την έναρξη της ισχύος (στις 17/10/2015), του ανωτέρω προστεθέντος στο ν. 4174/2013, άρθρου 66 παρ. 5 δεν στοιχειοθετείται κατά την αντικειμενική του υπόσταση το έγκλημα της αποδοχής από τον λήπτη εικονικού φορολογικού στοιχείου, το οποίο εκδίδεται από πρόσωπο διαφορετικό, από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο, αν το φορολογικό αυτό στοιχείο αφορά πραγματική συναλλαγή. Συνεπώς, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη καταργήθηκε το αξιόποινο της λήψης εικονικού φορολογικού στοιχείου ως προς το πρόσωπο του εκδότη.

Ελπίζουμε όλος ο ελεγκτικός μηχανισμός, ΔΟΥ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΚΕΜΕΠ, ΣΔΟΕ,ΥΕΔΕ , να εφαρμόσει τις προαναφερόμενες διατάξεις και να μην καταλογίζει φόρους και προσαυξήσεις για ανύπαρκτες παραβάσεις όπως έκανε η συγκεκριμένη ΔΟΥ που την απόφασή της ανέτρεψε η απόφαση της ΔΕΔ.  Επίσης, σύμφωνα  με το άρθρο 64 του ν.4174/2013 ορίζεται ότι  «Η Φορολογική Διοίκηση έχει την υποχρέωση να παρέχει σαφή, ειδική και επαρκή αιτιολογία για τη νομική βάση, τα γεγονότα και τις περιστάσεις που θεμελιώνουν την έκδοση πράξεως και τον προσδιορισμό φόρου».

Δεν μπορεί, δηλαδή, η Διοίκηση να καταλογίζει φόρους και πρόστιμα με αστήριχτα  επιχειρήματα του τύπου ότι ο εκδότης του τιμολογίου δεν είχε κάνει νόμιμα προσλήψεις προσωπικού και ως εκ τούτου να συμπεραίνει ότι είναι αδύνατο να εκτελέσει με παράνομα απασχολούμενους εργαζόμενους το έργο ή να θεωρείται ο λήπτης καθίσταται συνυπεύθυνος και υπόχρεος να γνωρίζει την συμπεριφορά του εκδότη για τη μη λήψη τιμολογίων από τον εκτελούντα το έργο από τους προμηθευτές  του.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι σε κάποιες περιπτώσεις παρά την ύπαρξη σαφούς νομοθεσίας, οι ελεγκτικές αρχές δεν εφαρμόζουν τον νόμο, αλλά απαιτείται να προσφύγει ο φορολογούμενος στη ΔΕΔ για να διεκδικήσει το αυτονόητο: την εφαρμογή του νόμου. Ανάμεσα στα θετικά, βέβαια, συγκαταλέγεται το ότι η ΔΕΔ πράγματι ασχολείται με τις υποθέσεις που φτάνουν ενώπιόν της και σε πολλές περιπτώσεις καταστέλλει την (εκούσια ή ακούσια) αυθαιρεσία των ελεγκτικών οργάνων.

 

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Μία ακόμα απόφαση για το χαρτόσημο – θα ληφθεί υπόψιν από τις ελεγκτικές αρχές;

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου*

Το τέλος χαρτοσήμου είναι ένα αντικείμενο στο οποίο έχουμε αναφερθεί πολλές φορές. Στο παρόν άρθρο θα αναδείξουμε το ζήτημα της χαρτοσήμανσης των δοσοληπτικών λογαριασμών, όπως ερμηνεύεται από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) αναλύοντας την διάσταση απόψεων που επικρατεί μεταξύ της ΔΕΔ και των ελεγκτικών οργάνων ως προς την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων. Εξάλλου, όπως έχουμε τονίσει επανειλημμένα, η νομοθεσία για το τέλος χαρτοσήμου είναι σχεδόν αιωνόβια και ως εκ τούτου παρωχημένη.

Νομοθεσία

Στην παρ. 1α του άρθρου 15 του Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ 1 του ν 2246/1952 ορίζεται ότι:

«Εις το κατά την παράγραφον 1 του προηγουμένου άρθρου 14 τέλος υπόκεινται: Πάσα σύμβασις, οιουδήποτε αντικειμένου, συναπτόμενη είτε απ’ ευθείας, είτε δια δημοσίου συναγωνισμού μεταξύ εμπόρων, μεταξύ εμπόρου και εμπορικής εταιρείας πάσης φύσεως, μεταξύ εμπορικών εταιρειών πάσης φύσεως, αφορώσα αποκλειστικώς εις την ασκουμένην υπ’ αυτών εμπορίαν, και μεταξύ τρίτου εν γένει και ανωνύμου εταιρείας, ή πάσα εξόφλησις συμβάσεως ή σχετική προς την σύμβασιν απόδειξις, εφόσον καταρτίζονται εγγράφως και δη είτε δια δημοσίου, είτε δι’ ιδιωτικού καθ’ οιονδήποτε τύπον συντεταγμένου εγγράφου».

Στην παρ. 5 περίπτωση γ ‘ εδάφιο τέταρτο του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 43 του ν. 1041/1980 (φ. Α ‘ 75), ορίζεται ότι:

«Πάσα εν γένει εγγραφή εις τα βιβλία περί καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων υπό εταίρων ή μετόχων ή άλλων προσώπων προς ή από εμπορικάς εν γένει εταιρείας ή επιχειρήσεις, ήτις δεν ανάγεται εις σύμβασιν, πράξιν κ.λπ., υποβληθείσαν εις τα οικεία τέλη χαρτοσήμου ή απαλλαγείσαν νομίμως των τελών τούτων, υπόκεινται εις αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου εν επί τοις εκατόν (1%). Εις ην περίπτωσιν, εκ της εγγραφής ή εξ ετέρου εγγράφου, αποδεικνύεται ότι η κατάθεσις ή ανάληψις αφορά σύμβασιν, πράξιν κ.λπ. υποκειμένην εις μεγαλύτερον ή μικρότερον τέλος χαρτοσήμου, οφείλεται το δια την σύμβασιν, πράξιν κ.λπ. προβλεπόμενον τέλος. και στο έκτο εδάφιο της άνω παραγράφου ορίζεται ότι: Επί δανείων κινουμένων ως τρεχούμενων δοσοληπτικών λογαριασμών το προσήκον τέλος χαρτοσήμου υπολογίζεται δι’ εκάστην διαχειριστικήν περίοδον επί του μεγαλυτέρου ύψους του χρεωστικού ή πιστωτικού αυτών υπολοίπου, κατά περίπτωσιν. Το χρεωστικόν ή πιστωτικόν υπόλοιπον λογαριασμού τινός μεταφερόμενον εις την επομένην διαχειριστικήν περίοδον θεωρείται ως νέα κατάθεσις (δάνειον) δια την εξεύρεσιν του μεγαλυτέρου ύψους της περιόδου ταύτης.».

Ερμηνεία και χαρτοσήμανση του τρεχούμενου δοσοληπτικού λογαριασμού

Σύμφωνα με τη θεωρία αλλά και τη νομολογία, προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό ενός λογαριασμού ως τρεχούμενου δοσοληπτικού, είναι να εμφανίζει συνεχώς κίνηση όχι μόνο προς μία κατεύθυνση (χρέωση ή πίστωση), αλλά και προς τις δύο, ήτοι, πρέπει να παρουσιάζει όχι μόνο καταβολές μετρητών αλλά και αναλήψεις. Συνεπώς, λογαριασμός συνεχώς πιστούμενος ή συνεχώς χρεούμενος κατά την διάρκεια της χρήσης, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τρεχούμενος δοσοληπτικός. Θα πρέπει αυτός να εμφανίζει συνεχή κίνηση καταθέσεων και αναλήψεων, έστω και αν το υπόλοιπό του καθ’ όλη τη χρήση παραμένει χρεωστικό ή πιστωτικό.

Τα συμβαλλόμενα μέρη από τα οποία το ένα τουλάχιστον πρέπει να είναι έμπορος, θα τελούν για κάθε καταχωριζόμενη στο λογαριασμό πράξη, σε αντίστοιχη εναλλασσόμενη εκάστοτε θέση δανειστή και οφειλέτη. (Σ.τ.Ε. 264/1975, 4112/1976, 2968/1979, Διοικ. Εφ. Αθ. 2077/1985). Συνεπώς δεν θα θεωρείται ως τρεχούμενος δοσοληπτικός λογαριασμός εκείνος που από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι πάντοτε πιστωτής και ουδέποτε οφειλέτης (Εφ. Αθ. 3222/1979).

Απαιτείται δηλαδή, για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός, να υφίσταται η δυνατότητα της δημιουργίας από κάθε μέρος απαιτήσεων και οφειλών, οι οποίες όμως πρέπει να προκύπτουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην καθορίζουν από την αρχή, ποιο από τα μέρη τη σύμβασης θα είναι οφειλέτης ή πιστωτής του άλλου, όταν θα γίνει η τελική εκκαθάριση των δοσοληψιών τους (ΑΠ 79/1995, ΜΠρΘεσ 1610/2016).

Ο τρεχούμενος δοσοληπτικός λογαριασμός, που πληροί κατά νόμο τις προϋποθέσεις και χαρακτηρίζεται εκ του λόγου τούτου ως δανειακός τρεχούμενος δοσοληπτικός λογαριασμός, υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου 2% ή 3%, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1 α ή 13 παρ. 1 α του Κώδικα Χαρτοσήμου, ανάλογα με την ιδιότητα των συμβαλλομένων, ήτοι, ανάλογα με τον χαρακτηρισμό της δανειακής πράξης ως σύμβασης εμπορικής ή αστικής. Προϋπόθεση για την ειδική χαρτοσήμανση του δανειακού τρεχούμενου δοσοληπτικού λογαριασμού είναι όπως ο λογαριασμός έχει χαρακτηρισθεί ως τρεχούμενος δοσοληπτικός. Αν ένας λογαριασμός δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τρεχούμενος δοσοληπτικός, και τούτο συμβαίνει στη περίπτωση, που ο λογαριασμός συνεχώς πιστώνεται ή συνεχώς χρεώνεται, κατά τη διάρκεια της χρήσης, τότε κάθε πράξη θεωρείται αυτοτελής και θα υπαχθεί σε τέλος χαρτοσήμου 2% ή 3%, βάσει των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1 α ή 13 παρ. 1 α του Κώδικα Χαρτοσήμου, αν η πράξη χαρακτηρισθεί ως δανειακή, ή σε τέλος χαρτοσήμου 1% σύμφωνα με τη διάταξη του τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 5 γ΄ του άρθρου 15 του ιδίου Κώδικα, αν η πράξη χαρακτηρισθεί ως απλή κατάθεση.

Ως προς το μεταφερόμενο υπόλοιπο, σύμφωνα με τη θεωρία (Παναγιώτη Θ. Ρέππα, Φορολογία Χαρτοσήμου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Ε.Ε. 5η έκδοση, σελ. 643-644), «Αν, όμως, το ανωτέρω υπόλοιπο, που μεταφέρθηκε στον δανειακό τρεχούμενο δοσοληπτικό λογαριασμό παραμένει αμετάβλητο μέχρι το τέλος της χρήσης, και αυτό θα συμβεί στην περίπτωση, που ο εν λόγω λογαριασμός δεν κινηθεί καθόλου, δηλαδή, παραμείνει αδρανής καθόλη τη διάρκεια της χρήσης, τότε το ανωτέρω υπόλοιπο θα υπαχθεί, ως απλή κατάθεση σε τέλος χαρτοσήμου 1% σύμφωνα με τη διάταξη του τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 5γ’ του άρθρου 15 του Κώδικα Χαρτοσήμου, επειδή στην περίπτωση αυτή ο λογαριασμός δεν κινήθηκε ως δανειακός τρεχούμενος δοσοληπτικός λογαριασμός, προϋπόθεση απαραίτητη για την επιβολή επί του ως άνω υπολοίπου τέλους χαρτοσήμου 2% ή 3% κατά περίπτωση. Σημειώνεται, ότι εάν το παραπάνω υπόλοιπο, το οποίο χαρτοσημάνθηκε, κατά τα ανωτέρω, με τέλος χαρτοσήμου 1% ως απλή κατάθεση, μεταφερθεί και στη μεθεπόμενη χρήση, επίσης, ως απλή κατάθεση, δε θα υπαχθεί σε κανένα τέλος χαρτοσήμου, επειδή το υπόλοιπο αυτό έχει ήδη χαρτοσημανθεί, ως απλή κατάθεση, στην προηγούμενη χρήση. Τούτο φυσικά ισχύει με την προϋπόθεση ότι ο δοσοληπτικός λογαριασμός δεν κινηθεί καθόλου και τη μεθεπόμενη αυτή χρήση».

Η θέση της ΔΕΔ

Με την υπ’ αριθ. 818/2021 απόφαση της η ΔΕΔ Αθήνας δικαίωσε την προσφεύγουσα εταιρεία. Στη συγκεκριμένη υπόθεση τα χαρακτηριστικά του επίμαχου λογαριασμού ήταν τα εξής:

– Τη χρήση 2009 παρόλο που ο λογαριασμός δεν εμφανίζει κίνηση μόνο ως προς μια κατεύθυνση (χρέωση ή πίστωση), αλλά και προς τις δύο, οι κινήσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν αποκλειστικά καταβολές και αναλήψεις μετρητών, αλλά επί το πλείστον συμψηφιστικές εγγραφές (λ.χ συμψηφιστική εγγραφή με τον δευτεροβάθμιο λογαριασμό υποχρεώσεων γενικής λογιστικής 50-00 την 01/01/2009 ύψους 647.177,10€).

– Τις χρήσεις 2010-2016 ο λογαριασμός εμφανίζει κίνηση μόνο ως προς μια κατεύθυνση (πίστωση – αποπληρωμή δανείου ) και όχι και προς τις δύο.

– Το υπόλοιπο του λογαριασμού καθ’ όλη τη διάρκεια των ανωτέρω χρήσεων εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο (δεν εμφάνισε διαδοχικά χρεωστικό ή πιστωτικό υπόλοιπο), συνεπώς το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι πάντοτε πιστωτής και ουδέποτε οφειλέτης (προσφεύγουσα εταιρία).

Συνεπώς σύμφωνα με τα ανωτέρω, η ΔΕΔ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κρινόμενος λογαριασμός δεν δύναται να χαρακτηριστεί δανειακός τρεχούμενος δοσοληπτικός λογαριασμός και ότι ως εκ τούτου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 15 του ΚΝΤΧ περί μεταφερόμενου χρεωστικού υπολοίπου στην επόμενη περίοδο ή περί επιβολής τέλος χαρτοσήμου 1%, σύμφωνα με τη διάταξη του τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 5γ’ του άρθρου 15 του Κώδικα Χαρτοσήμου καθότι οι εν λόγω διατάξεις αναφέρονται σαφώς «επί δανείων κινούμενων ως τρεχούμενων δοσοληπτικών λογαριασμών».

Συμπεράσματα

Η ΔΕΔ, λοιπόν, αναίρεσε με την κρίση της τα πορίσματα του ελέγχου και αντίστοιχη θέση έχει πάρει στο παρελθόν με παρόμοιου περιεχομένου αποφάσεις (ΔΕΔ 73/2020 Αθήνα, ΔΕΔ 1138/2019 Θες/νικη, ΔΕΔ 605/2019 Αθήνα). Είναι σαφές ότι υπάρχει μία διάσταση απόψεων μεταξύ των ελεγκτικών αρχών και της ΔΕΔ ως προς αυτό το ζήτημα. Ωστόσο, δεδομένου ότι η ΔΕΔ έχει λάβει πάγια θέση ως προς το θέμα της χαρτοσήμανσης των δοσοληπτικών λογαριασμών εις τρόπον, ώστε να μην καταλογίζεται τέλος χαρτοσήμου σε οποιονδήποτε τηρούμενο λογαριασμό, αλλά μόνο σε αυτόν που πληροί τις τιθέμενες από την θεωρία και νομολογία προϋποθέσεις, θα πρέπει αυτή η ερμηνεία να επικρατήσει και στους κόλπους των ελεγκτικών αρχών. Σε αντίθετη περίπτωση, και εφόσον οι φορολογικές αρχές εξακολουθήσουν να ερμηνεύουν την νομοθεσία κατά το δοκούν, θα πρέπει να επιληφθεί του θέματος άμεσα η Διοίκηση με την έκδοση εγκυκλίων που να διευκρινίζουν οριστικά το ζήτημα ή να εκσυγχρονιστεί η νομοθεσία για το τέλος χαρτοσήμου. Και θα πρέπει κανείς να λάβει υπόψιν ότι σε πολλές περιπτώσεις οι συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα αφορούν τεράστια ποσά και η άδικη επιβάρυνση των φορολογουμένων είναι πολύ συχνά δυσθεώρητη.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Εφαρμογή των έμμεσων τεχνικών ελέγχου σε επιχειρήσεις που απαλλάσσονται από σύνταξη απογραφής

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα και της Νίκης Χατζοπούλου*

Συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων καθώς και εκείνες, των οποίων ο τζίρος δεν ξεπερνάει τις 150.000 ευρώ και τα έσοδά τους προέρχονται από την πώληση αγαθών, εξαιρούνται της υποχρέωσης απογραφής αποθεμάτων. Πιο συγκεκριμένα η απαλλαγή από τη συγκεκριμένη υποχρέωση εκτός από τις εταιρείες με το τζίρο αυτό, αφορά πολύ μικρές επιχειρηματικές οντότητες, με βάση τα ισχύοντα στην παράγραφο 2(γ) του άρθρου 1 στο νόμο 4308 του 2014.

Στην κατηγορία των απαλλασσόμενων επιχειρήσεων, από την τήρηση αρχείου αποθεμάτων και τη διενέργεια απογραφής με βάση το νόμο 4308 του 2014, άρθρο1 παρ. 2(γ) εντάσσονται ενδεικτικά οι εξής επιχειρηματικές οντότητες (ΠΟΛ 1019/2015):

– Πωλήσεις οπωρολαχανικών, νωπών αλιευμάτων και λοιπών αγροτικών προϊόντων απόκλειστικά σε κινητές λαϊκές αγορές ή πλανοδίως.

-Περίπτερα

-Φαρμακεία

-Κρεοπωλεία με αντικείμενο τη λιανική πώληση εμπορευμάτων

-Παντοπωλεία, μίνι μάρκετ, σούπερ μάρκετ με αντικείμενο τη λιανική πώληση τροφίμων

Θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι πολύ μικρές επιχειρηματικές οντότητες που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου 4308/2014 άρθρο 1, παράγραφος 2 (γ), εφόσον επιλέξουν να προχωρήσουν στη διενέργεια απογραφής για το κόστος πωληθέντων μιας περιόδου, εφόσον δεν διενεργούσαν κατά το παρελθόν, θα πρέπει να προχωρήσουν σε απογραφή για τα επόμενα τρία χρόνια.

Επιπλέον, οι ίδιες επιχειρήσεις εφόσον επιλέξουν να σταματήσουν τη διενέργεια φυσικής απογραφής, ενώ διενεργούσαν, τότε το απόθεμα τέλους στην τελευταία περίοδο δεν συνυπολογίζεται στα αποτελέσματα της πρώτης περιόδου, για την οποία δεν πραγματοποιείται απογραφή.

Συν τοις άλλοις, όταν οι μικρές αυτές οντότητες, καθώς και οι μεγαλύτερες που απαλλάσσονται, επιλέγουν να προβούν σε απογραφή, στο τέλος της περιόδου, ενώ δεν διενεργούσαν, για να υπολογίσουν  το κόστος των πωληθέντων της ίδιας περιόδου, το απόθεμα έναρξης θεωρείται μηδενικό. Έτσι, κατά την πρώτη περίοδο που πραγματοποιείται απογραφή, το απόθεμα έναρξης θεωρείται μηδενικό.

Όλα αυτά τα αναφέρουμε, διότι η απογραφή αποθεμάτων είναι ένα από τα βασικά απαιτούμενα στοιχεία για την εφαρμογή των έμμεσων τεχνικών ελέγχου (αρχή των αναλογιών και της σχέση τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο του κύκλου εργασιών).

Συγκεκριμένα, πολλοί από τους φορολογικούς ελέγχους που διενεργούνται από τις ελεγκτικές Υπηρεσίες, ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ, ΚΕ.ΦΟ.ΜΕ.Π, ΔΟΥ Α’ τάξεως και ΣΔΟΕ γίνονται με τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου, ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη η χρήση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου, με βάση τα κριτήρια που τίθενται από την νομοθεσία.

Η εφαρμογή των εμμέσων τεχνικών ελέγχου είναι εξαιρετικά δύσκολη σε απλογραφικά βιβλία και σε επιχειρήσεις που απαλλάσσονται της σύνταξης απογραφής, ιδιαίτερα δε, σε επιχειρήσεις λιανικής και εμπορίας πολλών ειδών. Μάλιστα, θα λέγαμε ότι σε ορισμένους κλάδους είναι σχεδόν ανέφικτη η εφαρμογή των εμμέσων τεχνικών ελέγχου και ιδιαίτερα της αρχής των αναλογιών, με βάση την οποία, κατόπιν επαλήθευσης του κόστους πωληθέντων, προσδιορίζεται το πραγματικό περιθώριο μικτού κέρδους, ακριβώς επειδή για τον υπολογισμό του κόστους πωληθέντων λαμβάνεται υπόψιν το αρχικό απόθεμα, οι αγορές της χρήσης και το τελικό απόθεμα, που όμως όπως είδαμε στα απλογραφικά βιβλία λόγω απαλλαγής από τη σύνταξη απογραφής, δεν είναι διαθέσιμο το αρχικό και τελικό απόθεμα.

Επισημαίνουμε ότι η ίδια η εγκύκλιος Ε2016/2020 αναφέρει ότι η τεχνική της αρχής των αναλογιών ενδείκνυται για τον προσδιορισμό των εσόδων από επιχειρηματική δραστηριότητα, των εκροών και των φορολογητέων κερδών σε επιχειρήσεις των οποίων το απόθεμα είναι ελεγχόμενο (πχ. τήρηση βιβλίου απογραφών).

Ωστόσο, πολλές φορές συναντάμε στην πράξη απόπειρες ελεγκτικών οργάνων να εφαρμόσουν τις έμμεσες αυτές τεχνικές ελέγχου χωρίς να υπάρχουν στοιχεία απογραφής λόγω απαλλαγής της επιχείρησης από την υποχρέωση απογραφής αποθήκης (π.χ. φαρμακεία).

Εξάλλου, η απαλλαγή από τη σύνταξη απογραφής (απόλυτα αιτιολογημένη σε μικρές επιχειρήσεις) καθώς και η έλλειψη  αντικειμενικών κανόνων ελέγχου, έχει δημιουργήσει στρεβλώσεις, μεγέθυνση της φοροδιαφυγής και προστριβές κατά τον έλεγχο. Παρατηρούνται φαινόμενα, όπου το κόστος αγορών είναι μεγαλύτερο από τις πωλήσεις, διότι στο τέλος της χρήσης η επιχείρηση κάνει μαζικές αγορές είτε από εμπορική πολιτική είτε για διαμόρφωση του φορολογητέου εισοδήματος και μάλιστα κινείται εντός των ορίων της νομοθεσίας, χωρίς βέβαια να αποκλείεται και η περί του αντιθέτου κρίση, με βάση τον κανόνα αποφυγής των καταχρήσεων (άρθρο 38 του ν. 4174/2013 περί τεχνητών διευθετήσεων).

Εν κατακλείδι, πιστεύουμε ότι για τις συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων για την διενέργεια του ελέγχου με τις έμμεσες τεχνικές θα πρέπει αφενός να είναι πλήρως αιτιολογημένη η επιλογή της μεθόδου που εφαρμόζεται και αφετέρου να γίνει μία εκτίμηση του εφικτού της εφαρμογής αυτής πριν εμπλακεί ο ελεγχόμενος σε μία ατελέσφορη διαδικασία ελέγχου.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

O κ. Γιάννης Αρτσίτας είναι Senior Accountant στο τμήμα ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ της Artion Α.Ε.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φορολογικός Έλεγχος μετά από καταγγελία

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου*

Είναι γνωστό ότι πολύ συχνά ένας φορολογικός έλεγχος που διενεργείται από το ΣΔΟΕ, το ΚΕΦΟΜΕΠ και τις Δ.Ο.Υ. ξεκινάει κατόπιν μίας (επώνυμης ή ανώνυμης) καταγγελίας.

Στο παρόν άρθρο θα αναλύσουμε ποιός είναι ο ρόλος της καταγγελίας στους φορολογικούς ελέγχους, με τη βοήθεια δύο περιπτώσεων ελέγχου που τέθηκαν υπό την κρίση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών και αφορμή για την εκκίνησή τους ήταν η καταγγελία.

Καταρχάς, οι καταγγελίες που υποβάλλονται κάθε χρόνο είναι χιλιάδες, ενώ κύριες πηγές των καταγγελιών είναι προσωπικοί ή επαγγελματικοί λόγοι, ενώ δεν λείπουν και οι κακόβουλοι.

Με απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ οργανώθηκε από το 2019 μία διαδικασία αξιολόγησης των καταγγελιών, μέσω τριμελών επιτροπών, με σκοπό την περαιτέρω ελεγκτική αξιοποίησή τους. Το αν είναι ανώνυμη ή επώνυμη μία καταγγελία ουδένα ρόλο διαδραματίζει ως προς την εξέλιξη του φορολογικού ελέγχου, αλλά σίγουρα μία επώνυμη καταγγελία έχει περισσότερη βαρύτητα.

  1. Καταγγελία και παραγραφή

Σχετικά με το θέμα της παραγραφής, όπως έχει γίνει δεκτό από το ΣτΕ, η καταγγελία αυτή καθαυτή δεν συνιστά από μόνη της συμπληρωματικό στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει την παράταση της παραγραφής από πενταετία σε δεκαετία (ΣτΕ 172/2018). Εάν δηλαδή, κατόπιν καταγγελίας, τίθενται υπόψιν των φορολογικών αρχών πληροφορίες που θα μπορούσα ν ούτως ή άλλως να διαθέτουν οι φορολογικές αρχές, τότε η καταγγελία δεν θεωρείται συμπληρωματικό στοιχείο.

Παράδειγμα: Μία πρώην σύζυγος καταγγέλλει στο ΣΔΟΕ ότι ο σύζυγός της (έμπορος) φοροδιαφεύγει. Κατόπιν διενέργειας ελέγχου από το ΚΕΦΟΜΕΠ, εντοπίζονται στον ημεδαπό τραπεζικό λογαριασμό του ελεγχόμενου μεγάλα ποσά αγνώστου προελεύσεως που δεν έχουν δηλωθεί ως εισοδήματα. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, η καταγγελία πυροδότησε έναν έλεγχο, ωστόσο επειδή η πληροφορία που δόθηκε περί φοροδιαφυγής δεν συνοδεύεται από ένα επιπρόσθετο στοιχείο που να μην είχε υπόψιν της η φορολογική αρχή, δηλαδή με άλλα λόγια ο έλεγχος βασίστηκε στις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών που ήταν ούτως ή άλλως στην διάθεση του ελέγχου, η καταγγελία δεν θεωρείται συμπληρωματικό στοιχείο και η παραγραφή παραμένει πενταετής.

Αντίθετα, εάν η καταγγελία εισφέρει προς τις φορολογικές αρχές ένα νέο στοιχείο, τότε η παραγραφή επιμηκύνεται από πενταετή σε δεκαετή.

Παράδειγμα: Ανώνυμος κατήγγειλε ότι μία κατασκευαστική εταιρεία πούλησε κατοικία αντί ποσού 215.200,00 ευρώ με κατάθεση στην Τράπεζα Χ ενώ στο συμβόλαιο δηλώθηκε αξία πώλησης 62.000,00 ευρώ, ήτοι διαφορά μεταξύ του ποσού κατάθεσης και του συμβολαίου 153.200,00 ευρώ. Σημειώνεται ότι η εν λόγω καταγγελία ήταν εμπεριστατωμένη και έφερε συνημμένο φωτοαντίγραφο της απόδειξης κατάθεσης του ως άνω ποσού στην Τράπεζα Χ με καταθέτη την αγοράστρια της κατοικίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το εκδοθέν κατόπιν της ανώνυμης καταγγελίας πληροφοριακό δελτίο κρίθηκε από την ΔΕΔ ότι αποτελεί νέο συμπληρωματικό στοιχείο αποδεικτικό της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος που περιήλθε σε γνώση της Υπηρεσίας μετά την πάροδο πενταετίας και είναι στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει την επιμήκυνση της προθεσμίας παραγραφής στην δεκαετία. Ο λόγος είναι ότι ακόμη και εάν η αρμόδια Φορολογική Αρχή εντός πενταετίας είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας του υπολοίπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών της προσφεύγουσας κατασκευαστικής εταιρείας στην ημεδαπή, δικαιολογημένα δεν θα μπορούσε να είχε εντοπίσει την επίμαχη κατάθεση, καθώς αυτή έλαβε χώρα σε προσωπικό λογαριασμό του ομορρύθμου εταίρου της. Με αυτό το σκεπτικό απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή (ΔΕΔ Αθ 1045/2020).

Η ως άνω κρίση, κατά την γνώμη μας, είναι κάπως οριακή, δεδομένης της υφιστάμενης νομολογίας του ΣτΕ σχετικά με την έννοια των συμπληρωματικών στοιχείων. Πιο συγκεκριμένα, με βάση την απόφαση ΣτΕ (Β’ Τμήμα) 2934/2017 κρίθηκε ότι το υπόλοιπο και οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των φορολογουμένων στην Ελλάδα δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία που παρατείνουν την παραγραφή σε δεκαετή. Και τούτο διότι η εξέταση της ακρίβειας των δηλώσεων με βάση τα στοιχεία αυτά αποτελεί βασικό εργαλείο και τακτικό μέσο που έχει στο νόμιμο οπλοστάσιό του ο φορολογικός έλεγχος εδώ και πολλά χρόνια. Περαιτέρω, τα τεχνολογικά μέσα της Διοίκησης πρέπει να εξελίσσονται και να προσαρμόζονται αναλόγως, ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες της ορθής και αποτελεσματικής εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας, και όχι η φορολογική νομοθεσία να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ενόψει των περιορισμών που προκύπτουν από τις υφιστάμενες τεχνικές ρυθμίσεις και δυνατότητες των ηλεκτρονικών συστημάτων της Φορολογικής Διοίκησης ή από τις τυχόν ανεπάρκειες και ελλείψεις στην οργάνωση, στελέχωση και λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών της.

Εν προκειμένω, δηλαδή, στην ως άνω υπόθεση η πληροφορία για κίνηση τραπεζικού λογαριασμού ομόρρυθμου εταίρου, θεωρήθηκε συμπληρωματικό στοιχείο για τον καταλογισμό σε βάρος της ελεγχόμενης κατασκευαστικής εταιρείας του ποσού του υπερβάλλοντος τιμήματος το οποίο η εταιρεία ουδέποτε φορολογήθηκε, υπό την έννοια ότι δεν θα μπορούσε η φορολογική αρχή να επεξεργαστεί συνδυαστικά τα δεδομένα των τραπεζικών κινήσεων τόσο της εταιρείας όσο και του ομόρρυθμου εταίρου, ώστε να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα περί φοροαποφυγής, εάν δεν είχε γίνει η καταγγελία, η οποία θεωρείται κατά την έννοια αυτή ότι εισέφερε ένα «νέο στοιχείο». Το επιχείρημα ότι η ομόρρυθμη εταιρεία τηρεί απλογραφικά βιβλία (αν και δεν αναφέρεται κάπου στην απόφαση) οπωσδήποτε έπαιξε ρόλο για την κρίση αυτή, ωστόσο τηρούμε τις αμφιβολίες μας περί της ορθότητας της κρίσης αυτής, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση ο καταλογισμός στηρίχθηκε σε κίνηση ημεδαπού τραπεζικού λογαριασμού, και μάλιστα όχι οποιουδήποτε τρίτου, αλλά του ομόρρυθμου εταίρου.

  1. Καταγγελία και αποδεικτική διαδικασία

Περαιτέρω, μία καταγγελία δεν θεωρείται από μόνη της αποδεικτικό στοιχείο, αλλά θα πρέπει να το περιεχόμενό της να εξακριβώνεται και να διασταυρώνεται μέσω πρόσθετων ελεγκτικών επαληθεύσεων.

Παράδειγμα: Ένας ασθενής κατήγγειλε επώνυμα έναν ιατρό για μη έκδοση αποδείξεων. Η αρμόδια ΔΟΥ κατόπιν επεξεργασίας και διασταύρωσης των δεδομένων του συστήματος ΗΔΙΚΑ (ηλεκτρονική συνταγογράφηση) άντλησε στοιχεία για τους ασθενείς που επισκέφθηκαν το ιατρείο και καταλόγισε στον ελεγχόμενο φόρους και πρόστιμα για τα οικεία ελεγχόμενα έτη (εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής), λόγω μη έκδοσης αποδείξεων (ΔΕΔ Θ 662/2020).

Εν κατακλείδι, η καταγγελία αποτελεί πολύ συχνά την αφορμή για την διενέργεια ενός φορολογικού ελέγχου. Ωστόσο, δεν αποτελεί απόδειξη για φοροαποφυγή η ίδια η καταγγελία από μόνη της, ενώ για να θεωρηθεί συμπληρωματικό στοιχείο που παρατείνει την παραγραφή θα πρέπει να γνωστοποιεί στις φορολογικές αρχές μία πληροφορία που δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν οι φορολογικές αρχές στα πλαίσια του έργου τους. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, κάθε υπόθεση είναι ξεχωριστή και θα πρέπει να αξιολογείται με βάση τα πραγματικά περιστατικά της.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φορολόγηση κερδών από κρυπτονομίσματα

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου*

Τα κρυπτονομίσματα έχουν πλέον εδραιωθεί στην παγκόσμια αγορά τόσο ως μέσο συναλλαγών όσο και ως επενδυτικό μέσο. Καθημερινά προκύπτουν διάφορα ζητήματα που τοποθετούν τα κρυπτονομίσματα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, προκαλώντας ταυτόχρονα τον προβληματισμό για την ταυτότητα, την λειτουργία, αλλά και την μελλοντική εξέλιξη που θα έχουν. Πρόσφατο παράδειγμα, η Finiko στη Ρωσία, μια επενδυτική εταιρεία η οποία λίγο πριν πτωχεύσει εξέδωσε και δικό της κρυπτονόμισμα, σάρωσε την αγορά και μετά εξαφανίστηκε, οδηγώντας τους επενδυτές της σε τεράστια απώλεια κεφαλαίων.

Είναι βέβαιο ότι τα κρυπτονομίσματα έχουν έρθει για να μείνουν και αυτό θα οδηγήσει σε αλλαγή στις παγκόσμιες συναλλαγές, αλλά επιβάλλεται να υπάρξει ο απαιτούμενος έλεγχος και εποπτεία από τις νομισματικές αρχές.

Επίσης, είναι γεγονός ότι όλο και περισσότεροι ασχολούνται με την αγοραπωλησία των κρυπτνομισμάτων, πράγμα που καθιστά επιτακτική την ανάγκη παροχής διευκρινίσεων από την Διοίκηση για τον τρόπο της φορολογικής μεταχείρισης των εσόδων από τα κρυπτονομίσματα. Με αφορμή τα ερωτήματα που δεχόμαστε καθημερινά σχετικά με τα κρυπτονομίσματα, στο άρθρο αυτό θα καταγράψουμε την εκτίμησή μας σχετικά με τον τρόπο φορολόγησης του εισοδήματος αυτού.

Εκ προοιμίου θα σημειώσουμε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να δηλωθούν τα κέρδη από τα κρυπτονομίσματα, διότι είναι χιλιάδες οι κινήσεις για αγορές και πωλήσεις, οι οποίες συντελούνται σε κάθε λογαριασμό του δικαιούχου και γίνεται δυσκολότερος ο υπολογισμός, καθώς στις περισσότερες των περιπτώσεων γίνονται αγοραπωλησίες πολλών κρυπτονομισματων, καθιστώντας αδύνατη την αποτίμηση.

Σε κάθε περίπτωση, εξάλλου, οι φορολογικές αρχές είναι δύσπιστες σχετικά με την υποβολή δηλώσεων με κέρδη από κρυπτονομίσματα, διότι πολλοί επιχειρούν να νομιμοποιήσουν χρήματα από παράνομες συναλλαγές.

Βασικά χαρακτηριστικά

Το κρυπτονόμισμα είναι ένα ψηφιακό νόμισμα χωρίς φυσική μορφή. Σήμερα παράγεται ιδιωτικά  σε ηλεκτρονικό υπολογιστή σύγχρονης τεχνολογίας και διακινείται μέσα από ένα  ιντερνετικό  σύστημα  προηγμένης τεχνολογίας, το λεγόμενο blockchain. Με λίγα λόγια μπορεί ο καθένας να παράγει το δικό του κρυπτονόμισμα, εφόσον διαθέτει κεφάλαια, τεχνογνωσία και ότι απαιτείται για την παραγωγική διαδικασία. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η παραγωγή δεν ελέγχεται, είναι ανώνυμη και ανεξάρτητη από Κυβερνήσεις και Τράπεζες, δεν υπάρχουν νομικοί κανόνες και ως εκ τούτου δεν  υπάρχει νομική προστασία ή εγγύηση και φυσικά υπάρχει μεγάλος κίνδυνος απάτης. Στο πλαίσιο αυτό μάλιστα η τιμή των κρυπτονομισμάτων παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση.

Ως ψηφιακό νόμισμα ιδρύθηκε για πραγματοποίηση συναλλαγών με απλουστευμένες διαδικασίες στη διακίνηση του χρήματος, με μεγαλύτερη ευελιξία, μεγαλύτερη ταχύτητα, μικρότερο κόστος και ανωνυμία στις συναλλαγές. Όμως, στην πορεία κατέληξε να είναι ένα επενδυτικό προϊόν για αποκόμιση κέρδους από την υπεραξία (εφόσον είναι θετική)  που δημιουργείται μεταξύ της αγοράς και της πώλησης του νομίσματος.

Φορολογική μεταχείριση

Υπάρχουν δυο κατηγορίες εισοδήματος από κρυπτονομίσματα:

Α) του παραγωγού αυτού που κάνει την εξόρυξη και τα έσοδα αποτελούν εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις και θα φορολογηθούν τα κέρδη που θα προκύψουν μετά την αφαίρεση των λειτουργικών δαπανών  με τις γενικές διατάξεις και τους ισχύοντες φορολογικούς συντελεστές.

Β) Κάτοχοι κρυπτονομισμάτων

Β1) του κατόχου (επενδυτή) κρυπτονομισμάτων. Η υπεραξία που πιθανόν προκύψει  (θετική διαφορά  μεταξύ αγοράς και πώλησης) θα φορολογηθεί με τις γενικές διατάξεις εάν οι κάτοχοι είναι νομικά πρόσωπα.

Β2) Εάν οι κάτοχοι είναι φυσικά πρόσωπα, απλοί επενδυτές πιστεύουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 42 του ΚΦΕ  θα φορολογηθούν με συντελεστή 15%  ως εισόδημα από υπεραξία κεφαλαίου. Πιθανή ζημία μπορεί να συμψηφιστεί με μελλοντικά κέρδη από την ίδια πηγή μέσα στα επόμενα 5  έτη.

Η φορολογητέα αξία του κρυπτονομίσματος είναι η υπεραξία που προσπορίζεται ο κάτοχός του που προβαίνει σε πώλησή του. Ως υπεραξία νοείται η διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης που κατέβαλε ο φορολογούμενος και της τιμής πώλησης που εισέπραξε. Σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 3, «…τυχόν δαπάνες που συνδέονται άμεσα με την αγορά ή την πώληση των τίτλων συμπεριλαμβάνονται στην τιμή κτήσης και την τιμή πώλησης.». Ο φορολογικός συντελεστής είναι 15% επί της αποκομιζόμενης υπεραξίας και αξίζει να αναφέρουμε πως τα εισοδήματα από αυτό υπόκεινται σε εισφορά αλληλεγγύης.

Λαμβάνοντας υπόψιν μας την παραδοχή που κάναμε παραπάνω, ότι δηλαδή το κρυπτονόμισμα θεωρείται επενδυτικό-κερδοσκοπικό προϊόν, το ποσό που διατέθηκε για την αγορά κρυπτονομισμάτων θα πρέπει να δηλωθεί στον κωδικό 743 του πίνακα 5 της φορολογικής δήλωσης (δαπάνη που καταβλήθηκε για την αγορά επιχειρήσεων, εταιρικών μεριδίων και χρεογράφων γενικά) της φορολογικής δήλωσης προκειμένου να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό των τεκμηρίων. Αντίστοιχα το κεφάλαιο από την πώληση των κρυπτονομισμάτων θα πρέπει να αναγραφεί στον κωδικό 781 του πίνακα 6 (χρηματικά ποσά που προέρχονται από διάθεση περιουσιακών στοιχείων και ειδικότερα ως επιστροφή κεφαλαίου).

Στην περίπτωση όπου κατά την πώληση των κρυπτονομισμάτων προέκυψε υπεραξία, τότε αυτή θα πρέπει να αναγραφεί στον κωδικό 865 του πίνακα 4 Ε (κέρδος από μεταβίβαση τίτλων αλλοδαπής) προκειμένου να υπολογιστεί φόρος 15%.

Δεδομένης της εξαιρετικά μεγάλης διάστασης που έχει πάρει η συναλλαγή μέσω κρυπτονομισμάτων και η χρήση του ως επενδυτικό παράγωγο θεωρούμε βέβαιο ότι θα υπάρξει μια ενιαία διεθνής προσέγγιση για το πώς θα αντιμετωπίζεται από τις φορολογικές αρχές η επένδυση αυτή, σύμφωνα και με τις τελευταίες δηλώσεις της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Σχετικά με το ΦΠΑ υπάρχει απόφαση της ΕΕ με την οποία απαλλάσσονται οι συναλλαγές από ΦΠΑ και σχετικά με τον τρόπο εμφάνισης των συναλλαγών με κρυπτονομίσματα από τις επιχειρήσεις έχει εκδοθεί η 104/27.2.2018 γνωμάτευση του ΣΛΟΤ για τη λογιστική παρακολούθηση των κρυπτονομισμάτων στην οποία προσεγγίζουν το θέμα και δίνουν κατευθύνσεις, αλλά επειδή η εφαρμογή της  κινείται σε αχαρτογράφητα νερά  είναι λογικό και αναμενόμενο να  ανακύπτουν πολλά ζητήματα προς συζήτηση και επίλυση, και όλη η επιστημονική κοινότητα  περιμένει τις νομοθετικές παρεμβάσεις της πολιτείας.

Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η εξόφληση των προμηθευτών Ελλήνων και αλλοδαπών για να αναγνωριστούν οι δαπάνες θα πρέπει να εξοφλούνται αποκλειστικά μέσω τραπεζικού συστήματος, συνεπώς η εξόφληση με κρυπτονομίσματα δεν θεωρείται αναγνωρισμένος τρόπος πληρωμής για την έκπτωση των δαπανών.

Τέλος, λόγω της δομικής φύσης των κρυπτονομισμάτων η οποία έχει βασιστεί στην κρυπτογράφηση, σε συνδυασμό με την ανωνυμία που προσφέρει, αποτέλεσε μέχρι σήμερα σε αρκετές περιπτώσεις μέσο συναλλαγής προσώπων που σχετίζονται με παράνομες-εγκληματικές ενέργειες αλλά και προσώπων τα οποία ήθελαν να φοροδιαφύγουν. Η εξακρίβωση του κατόχου του από τις φορολογικές αρχές είναι εξαιρετικά δυσχερής αν αναλογιστεί κανείς τα μέσα που απαιτούνται αλλά και η τεχνογνωσία που χρειάζεται για να εντοπιστούν τέτοιες δραστηριότητες. Πρόσφατα μάλιστα στις 7 Ιανουαρίου με το ν. 4734/20  για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, ενσωματώθηκε στο Ελληνικό δίκαιο η Ευρωπαϊκή οδηγία για τη σύσταση μητρώου στην επιτροπή κεφαλαιοαγοράς, παρόχων υπηρεσιών   για εικονικά και ψηφιακά πορτοφόλια.

Κλείνοντας το άρθρο αυτό θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι όσα καταγράψαμε είναι η δική μας προσέγγιση για την οποία κρατάμε κάθε επιφύλαξη μέχρι να διευθετηθεί οριστικά το θέμα και βεβαίως θα πρέπει να είμαστε όλοι επιφυλακτικοί μέχρι να υπάρξει ρυθμιστικό πλαίσιο που να δίνει οριστικές απαντήσεις στο πως αντιμετωπίζονται όλα τα θέματα γύρω από τα κρυπτονομίσματα.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φορολογικοί Έλεγχοι για κίνηση κεφαλαίων στην περίοδο των Capital Control

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου*

Τον τελευταίο καιρό έχουν έρθει ξανά στην επιφάνεια τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί το 2015 με τα capital control. Ενόσω είναι σε πλήρη εξέλιξη ο φορολογικός έλεγχος από ΔΟΥ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΣΔΟΕ, ΚΕΜΕΠ του έτους 2015 (τελευταίο μη παραγεγραμμένο εντός πενταετίας έτος), οι επιχειρήσεις καλούνται να λογοδοτήσουν ενώπιον των ελεγκτικών οργάνων για τη μη χρήση του τραπεζικού συστήματος για την εξόφληση των δαπανών. Ως γνωστόν με βάση τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (άρθρο 23 ν. 4172/2013) για να εκπίπτει μία δαπάνη άνω των 500 ευρώ θα πρέπει να έχει γίνει εξόφληση μέσω του τραπεζικού συστήματος. Βεβαίως κατά την περίοδο επιβολής των capital control αυτό δεν ήταν δυνατό.

Με την επιβολή των capital control εκδόθηκε η ΠΟΛ 1143/2015 [ΘΕΜΑ: Εξόφληση δαπανών κατά το χρονικό διάστημα της τραπεζικής αργίας που ορίζεται από την Π.Ν.Π. «Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας» (ΦΕΚ 65Α΄/28.06.2015)] με βάση την οποία διευκρινίστηκε ότι: «Με αφορμή προφορικά ερωτήματα που τίθενται στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, με την παρούσα γίνεται δεκτό ότι οι δαπάνες που αφορούν σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών και εξοφλούνται κατά το χρονικό διάστημα από 28 Ιουνίου και έως τη λήξη της προβλεπόμενης από την Π.Ν.Π. «Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας» (ΦΕΚ 65Α΄/28.06.2015) τραπεζικής αργίας, χωρίς τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα κατά παρέκκλιση των διατάξεων της περ. β΄ του άρθρου 23 του ν.4172/2013. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται για την εξόφληση τιμολογίων και γενικά στοιχείων που έχουν εκδοθεί ως και την 28.06.2015».

Η εγκύκλιος αυτή δημιούργησε κουμφούζιο, διότι περιόριζε την εξαίρεση από την χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμών μόνο για τιμολόγια που είχαν εκδοθεί έως και την 28.6.2015, ενώ φυσικά το ίδιο πρόβλημα συνέχισε να υπάρχει και με τα τιμολόγια που εκδίδονταν και μετά από αυτή την ημερομηνία και εν γένει για όσο διήρκεσε η τραπεζική αργία και εν συνεχεία τα capital control.

Η Διοίκηση δυστυχώς δεν έλαβε μέτρα για να αποσοβήσει τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στην αγορά λόγω της κρίσης του τραπεζικού συστήματος και της έλλειψης ρευστότητας.  Κατά την περίοδο εκείνη, όπως οι περισσότεροι θα θυμούνται, όλες οι συναλλαγές γίνονταν μετρητοίς και ιδιαιτέρως οι εισαγωγικές-εξαγωγικές εταιρείες, που είχαν συναλλαγές με επιχειρήσεις εκτός Ελλάδος, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν κεφάλαια εκτός τραπεζικού συστήματος, ενδεχομένως τηρούμενα και σε τράπεζες του εξωτερικού. Έτσι, προκειμένου να μην καταρρεύσει η επιχειρηματική δραστηριότητα,  εμφανίστηκαν στην αγορά μετρητά, για τα οποία τώρα που ελέγχεται το φορολογικό έτος 2015, οι φορολογούμενοι καλούνται να λογοδοτήσουν.

Για να γίνει κατανοητό παραθέτουμε ένα παράδειγμα:

Μία εισαγωγική εταιρεία αγοράζει από μία ευρωπαϊκή εταιρεία (και λέμε ευρωπαϊκή για να αποκλείσουμε την περίπτωση της συναλλαγής με off-shore).  Η εταιρεία αυτή έκανε αγορές κατά την διάρκεια των capital control και αναγκάστηκε να εξοφλήσει την ευρωπαϊκή προμηθεύτρια εταιρεία με διάφορους τρόπους (πέραν φυσικά της αποστολής εμβάσματος διότι αυτό απαγορευόταν). Τώρα ελέγχεται από τις φορολογικές αρχές , οι οποίες δυσπιστούν ως προς την έκπτωση της εν λόγω δαπάνης, αν και αποδεδειγμένα έλαβε χώρα η συναλλαγή και η ελληνική εταιρεία έχει εξοφλήσει την προμηθεύτριά της. Με άλλα λόγια, με τη μη αναγνώριση της δαπάνης είναι σαν να τιμωρεί η Πολιτεία την επιχείρηση αυτή για μία συγκυρία που ήταν εκτός του ελέγχου της επιχείρησης, το κλείσιμο των τραπεζών.

Με την εγκύκλιο Ε2066/2020 επιχειρήθηκε μία συντηρητική επίλυση του προβλήματος που δημιουργήθηκε, διευκρινίζοντας το αυτονόητο, ότι «Λαμβάνοντας υπόψη τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν κατά την εξόφληση των δαπανών των επιχειρήσεων κατά το χρονικό διάστημα της τραπεζικής αργίας και ιδίως το γεγονός ότι οι δυσχέρειες που προκλήθηκαν στις επιχειρήσεις κατά την εξόφληση των υποχρεώσεών τους αφορούν ομοίως και τα τιμολόγια ή άλλα στοιχεία δαπανών τα οποία εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος της τραπεζικής αργίας, ήτοι αυτά που εκδόθηκαν και μετά την 28.6.2015 και έως και την 19.7.2015, με την παρούσα διευκρινίζεται ότι τα οριζόμενα στην ΠΟΛ.1143/2015 σχετικά με την έκπτωση των δαπανών που αφορούν σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών και τα οποία εξοφλήθηκαν χωρίς τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής κατά τη διάρκεια της προβλεπόμενης από την Π.Ν.Π. (65Α’/28.06.2015) τραπεζικής αργίας και κάθε παράτασής της, ισχύουν και για τα τιμολόγια και γενικά τα στοιχεία που εκδόθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της υπόψη αργίας (ήτοι και μετά την 28.6.2015 και έως και την 19.7.2015).

 Δεδομένου ότι η εξόφληση των δαπανών με τραπεζικό μέσο πληρωμής ήταν πρακτικά δυσχερής καθ΄ όλη τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας οι σχετικές δαπάνες εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων όταν η εξόφληση των τιμολογίων και γενικά των στοιχείων που εκδόθηκαν την περίοδο αυτή (28. 6.2015 έως και 19.7.2015) έγινε με μετρητά μέχρι και τη λήξη της τραπεζικής αργίας.

 Τα ανωτέρω τελούν υπό την επιφύλαξη του ελέγχου, κατά τον οποίο θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να διαπιστώνεται η τήρηση των λοιπών προϋποθέσεων για την έκπτωση των υπόψη δαπανών».

Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει έως και σήμερα ανεπίλυτο, διότι οι περιορισμοί στις κινήσεις κεφαλαίων και τη ρευστότητα δεν έληξαν με την λήξη της τραπεζικής αργίας, τουναντίον, επεκτάθηκαν μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2019! Για την ιστορία σημειώνουμε ότι η τότε κυβέρνηση στις 28.6.2015 έκλεισε τις ελληνικές τράπεζες για 3 εβδομάδες και εφάρμοσε έλεγχο στα τραπεζικά εμβάσματα από τις ελληνικές στις ξένες τράπεζες, καθόρισε όρια για αναλήψεις μετρητών (60€ ανά ημέρα) κ.α. Οι τράπεζες ξαναλειτούργησαν μεν στις 20 Ιουλίου 2015, αλλά με πολύ αυστηρούς όρους, έτσι ώστε να αποφευχθεί ένα ανεξέλεγκτο Bank-Run και μια πλήρης κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και οι κεφαλαιακοί έλεγχοι καταργήθηκαν πλήρως τον Σεπτέμβριο του 2019.

Πιστεύουμε ότι θα πρέπει άμεσα να ληφθεί η απόφαση να διευθετηθεί το πρόβλημα που ήδη είναι σε πλήρη εξέλιξη λόγω των φορολογικών ελέγχων που διενεργούνται για το 2015, διότι το πρόβλημα προήλθε από την ίδια την Πολιτεία και συνεπώς η επίλυσή του θα πρέπει να είναι πρώτη προτεραιότητα. Κυκλοφορούν φήμες ότι είναι ήδη στα σκαριά μία εγκύκλιος που θα ρυθμίσει το ζήτημα, ωστόσο επισημαίνουμε ότι θα πρέπει να εκδοθεί το συντομότερο δυνατό, διότι ήδη πολλοί έλεγχοι έχουν ήδη οριστικοποιηθεί, πράγμα που σημαίνει ότι και πάλι το πρόβλημα θα χρειαστεί να φτάσει στην ΔΕΔ (Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών) ή ακόμη χειρότερα στα Διοικητικά Δικαστήρια.

 

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


ΣΔΟΕ και παραγραφή φορολογικών υποθέσεων

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου*

Το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) έχει πολύ συχνά εμπλοκή στους φορολογικούς ελέγχους. Ξέπλυμα μαύρου χρήματος, εικονικά τιμολόγια και  φορολογικοί έλεγχοι μεγάλων ποσών, είναι μεταξύ των υποθέσεων στις οποίες εμπλέκεται. Οι αρμοδιότητες του ΣΔΟΕ είναι αρκετά ευρείες και, όπως θα δούμε και παρακάτω, δεν είναι λίγες οι φορές που ο ρόλος του ΣΔΟΕ σε έναν φορολογικό έλεγχο επηρεάζει και το θέμα της παραγραφής, ζήτημα πρωταρχικής φύσεως για την έκβαση του ελέγχου.

Το ΣΔΟΕ υπάγεται διοικητικά στο Υπουργείο Οικονομικών και αποτελεί μία Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου. Αποστολή του είναι, μεταξύ άλλων, η αποκάλυψη και καταπολέμηση εστιών οικονομικού εγκλήματος, ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που σχετίζονται με τις εθνικές και κοινοτικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, η αποκάλυψη περιπτώσεων διαφθοράς και απάτης, καθώς επίσης και ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία της δημόσιας περιουσίας, με σκοπό την πρόληψη των σχετικών παραβάσεων και παράνομων πράξεων.

Στους φορολογικούς ελέγχους φυσικών και νομικών προσώπων, προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν ύπαρξη αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης, το ΣΔΟΕ έχει διπλή λειτουργία. Αφενός, επειδή ο έλεγχος διενεργείται από τα τακτικά όργανα ελέγχου,  (ΔΟΥ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΚΕΜΕΠ), τα οποία διοικητικά υπάγονται στην ΑΑΔΕ (Ανεξάρτητη Αρχή  Δημοσίων Εσόδων), τα πορίσματα του ΣΔΟΕ θεωρούνται από τα ελεγκτικά όργανα συμπληρωματικό στοιχείο, προερχόμενο από διαφορετικό διοικητικό όργανο, με αποτέλεσμα την παράταση της παραγραφής. Αφετέρου, επειδή συχνά το ΣΔΟΕ επιλαμβάνεται μίας υπόθεσης για την οποία διεξάγεται εισαγγελική έρευνα, σε περίπτωση που συνταχθεί από το ΣΔΟΕ ένα πληροφοριακό δελτίο (π.χ. για έκδοση/λήψη εικονικών τιμολογίων), τα αρμόδια για τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου όργανα, το θεωρούν νέο – συμπληρωματικό στοιχείο. Και στις δύο περιπτώσεις, η παραγραφή θεωρείται από τα ελεγκτικά όργανα ότι έχει παραταθεί στη δεκαετία.

Εντούτοις, με βάση την έννοια του «συμπληρωματικού στοιχείου» που παρατείνει την παραγραφή στην δεκαετία, όπως έχει διαμορφωθεί και σε επίπεδο νομολογίας, διαπιστώνουμε τα ακόλουθα:

1ον Το πληροφοριακό δελτίο που συντάσσει το ΣΔΟΕ δεν είναι κατ’ ανάγκη και σε κάθε περίπτωση συμπληρωματικό στοιχείο, κατά τη νομική έννοια του όρου. Και αυτό διότι, όταν το ΣΔΟΕ επεξεργάζεται στοιχεία και δεδομένα τα οποία βρίσκονταν ήδη στην διάθεση των ελεγκτικών αρχών εντός της πενταετούς παραγραφής, όπως π.χ. τραπεζικές κινήσεις καταθέσεων εντός Ελλάδος (βλ. ΣτΕ 172/2018) ή βιβλία και στοιχεία του ίδιου του ελεγχόμενου, τότε στην πραγματικότητα το ΣΔΟΕ διενεργεί απλώς έναν τακτικό φορολογικό έλεγχο, όπως αυτόν που θα μπορούσε να διενεργήσει το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο εντός της πενταετίας. Επομένως, πορίσματα του ΣΔΟΕ που βασίζονται σε στοιχεία τα οποία είναι στην διάθεση των ελεγκτικών οργάνων εντός της πενταετίας δεν συνιστούν νέο στοιχείο ικανό να παρατείνει την παραγραφή από πενταετή σε δεκαετή, ακόμη και εάν διατυπώνονται τα πορίσματα αυτά σε μία πληροφοριακή έκθεση του ΣΔΟΕ.

Αντίθετα, νέο στοιχείο προκύπτει όταν λ.χ. το ΣΔΟΕ ελέγχει και επεξεργάζεται επίσημα ή ανεπίσημα βιβλία ή στοιχεία ή πορίσματα ελέγχου τρίτων επιχειρήσεων ή άλλα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται η εικονικότητα τιμολογίων (βλ. ΣτΕ 1462/2020).

Ο λόγος είναι ότι, όπως έχει γίνει δεκτό από το Ανώτατο Ακυρωτικό, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 3296/2008, 2703/1997, 2473/1996) είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια (πρβλ. ΣτΕ 2426/2002, 2700/1965), ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στο νόμο.

2ον Το γεγονός ότι το ΣΔΟΕ δεν υπάγεται διοικητικά στην ΑΑΔΕ ουδένα ρόλο διαδραματίζει ως προς την παράταση της παραγραφής και αυτό διότι η Διοίκηση θεωρείται ενιαία. Όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 1348/2020), το ότι η κοινή δήλωση φόρου μεταβίβασης και αντίγραφο του συμβολαίου μεταβίβασης υποβάλλονται σε Δ.Ο.Υ. διαφορετική από τη Δ.Ο.Υ. στην οποία υπάγεται ο φορολογούμενος ή από την υπηρεσία της φορολογικής Διοίκησης η οποία διενεργεί τον έλεγχο, δεν αποτελεί παράμετρο ικανή να δικαιολογήσει τη παράταση της παραγραφής, διότι, πάντως, τα σχετικά στοιχεία περιέρχονται σε γνώση της φορολογικής αρχής, η οποία έχει τη δυνατότητα (αλλά και την υποχρέωση, ως επιμελώς δρώσα Διοίκηση) να τα λάβει επίκαιρα υπόψη, αξιοποιώντας κατάλληλα και τη σύγχρονη τεχνολογία, για την αποτελεσματική εκπλήρωση του (ελεγκτικού) έργου της.

Συνεπώς, ο διοικητικός διαχωρισμός μεταξύ των ελεγκτικών οργάνων, και εν προκειμένω, μεταξύ του ΣΔΟΕ και των κατά τόπον αρμόδιων ΔΟΥ δεν δικαιολογεί την παράταση της παραγραφής.

Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου τα ελεγκτικά όργανα, επικαλούμενα μία πληροφοριακή έκθεση ή ένα πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ καταλογίζουν φόρους για παραγεγραμμένες χρήσεις, θεωρώντας εσφαλμένα ότι συντρέχει περίπτωση παράτασης της παραγραφής. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις, υπό το πρόσχημα της έρευνας κατόπιν  εισαγγελικής παραγγελίας, το ΣΔΟΕ συντάσσει μία πληροφοριακή έκθεση με βάση τα στοιχεία που έχει στην διάθεσή του ούτως ή άλλως ο έλεγχος και απλώς μέσα από την επεξεργασία αυτών το ΣΔΟΕ καταλήγει σε δήθεν νέα πορίσματα-στοιχεία που παρατείνουν την παραγραφή. Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι πολλές φορές οι ΔΟΥ, αν και επικαλούνται πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ, αρνούνται να χορηγήσουν αντίγραφο αυτού στους ίδιους του ελεγχόμενους λόγω δήθεν εμπιστευτικού χαρακτήρα του εγγράφου, αν και είναι απαραίτητο να ληφθεί αντίγραφο από τον φορολογούμενο και είναι υποχρέωση της φορολογικής αρχής να το χορηγήσει. Και αυτό διότι το πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ είναι κρίσιμο έγγραφο για τον έλεγχο και πολλές φορές φορές συνιστά, βάσει της κρίσης των φορολογικών αρχών, νέο στοιχείο που παρατείνει την παραγραφή, και ο φορολογούμενος θα πρέπει να μπορεί να το επαληθεύσει ή να το αντικρούσει, με βάση τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης.

Παράδειγμα από διενεργηθέντα έλεγχο

Εντός του έτους 2020 κοινοποιήθηκε στην ελεγχόμενη επιχείρηση εντολή ελέγχου της οικονομικού έτους 2009 (χρήση 2008), δηλαδή 12 χρόνια μετά (!). Η ΔΟΥ θεώρησε ότι συντρέχει περίπτωση παράτασης της παραγραφής λόγω έκδοσης το έτος 2019 πληροφοριακού δελτίου ΣΔΟΕ για λήψη μερικώς εικονικών στοιχείων σε εκτέλεση εισαγγελικής παραγγελίας του έτους 2016. Κατόπιν γραπτού αιτήματος της ελεγχόμενης επιχείρησης χορηγήθηκε αντίγραφο του πληροφοριακού δελτίου ΣΔΟΕ, αν και η ΔΟΥ είχε αρχικώς απορρίψει τα προφορικά αιτήματα για τη λήψη αντιγράφου. Εντός του δελτίου μνημονευόταν ότι κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας είχε εκδοθεί μία γενική εντολή έρευνας πολλών επιχειρήσεων προκειμένου να ελεγχθούν για τυχόν υπερ/υποτιμολογήσεις επιχειρήσεις που είχαν λάβει επιδότηση ΕΣΠΑ. Εντέλει, το ΣΔΟΕ κατόπιν έρευνας των βιβλίων της επιχείρησης και των τραπεζικών κινήσεων είσπραξης επιταγών, εξέδωσε πληροφοριακό δελτίο περί λήψης εικονικού τιμολογίου. Δυνάμει αυτού του εγγράφου, η ΔΟΥ θεώρησε ότι προέκυψε νέο στοιχείο που παρατείνει την παραγραφή και επέβαλε πρόστιμο για λήψη μερικώς (ως προς την αξία) εικονικού τιμολογίου χρήσης 2008. Ωστόσο, η ΔΕΔ δικαίωσε την επιχείρηση με το σκεπτικό ότι το ΣΔΟΕ επεξεργάστηκε στοιχεία που ήταν ήδη εντός της προβλεπόμενης πενταετίας διαθέσιμα προς έλεγχο από τα αρμόδια όργανα (τραπεζικές κινήσεις και βιβλία ελεγχόμενης επιχείρησης) και συνεπώς το συνταχθέν πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ δεν συνιστά νέο στοιχείο για την παράταση της παραγραφής σε δεκαετή.

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι πολλοί φορολογούμενοι καταλήγουν να πληρώνουν άδικους φορολογικούς καταλογισμούς και πρόστιμα που αφορούν σε παραγεγραμμένες χρήσεις. Όμως, η ΔΕΔ (Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών) επιτελεί έναν πολύ σημαντικό ρόλο, διότι ασχολείται ουσιωδώς με το κατά πόσον συντρέχει περίπτωση παραγραφής σε μία φορολογική υπόθεση. Έτσι, αποτελεί ένα ανάχωμα έναντι της δυνητικής αυθαιρεσίας, εκπληρώνοντας εν πολλοίς τον σκοπό που υπηρετεί, που είναι η επανεξέταση των φορολογικών υποθέσεων.

Κλείνοντας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι ο ρόλος του ΣΔΟΕ σε μία φορολογική υπόθεση είναι οπωσδήποτε σημαντικός αλλά όχι απαραίτητα κρίσιμος. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να εξετάζονται τα πραγματικά περιστατικά και η νομική βάση επί της οποίας συντρέχει ή δεν συντρέχει περίπτωση παραγραφής.

 

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Παραγραφή φορολογικών ελέγχων και ο ρόλος του ΣΔΟΕ

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου*

Είναι πολλές οι περιπτώσεις των φορολογικών ελέγχων στους οποίους εμπλέκεται το ΣΔΟΕ (Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος). Τα εικονικά τιμολόγια, οι φορολογικοί έλεγχοι μεγάλων ποσών, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος είναι λίγες μόνο από τις κατηγορίες των υποθέσεων που απασχολούν το ΣΔΟΕ. Αν και πράγματι, οι εκ του νόμου αρμοδιότητες του ΣΔΟΕ καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα υποθέσεων, ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι συχνά η εμπλοκή του σε έναν φορολογικό έλεγχο δεν εξυπηρετεί αμιγώς λειτουργικούς σκοπούς.

Το ΣΔΟΕ υπάγεται διοικητικά στο Υπουργείο Οικονομικών και για την ακρίβεια αποτελεί μία Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου. Αποστολή του είναι η αποκάλυψη και καταπολέμηση εστιών οικονομικού εγκλήματος, ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, της κατοχής και διακίνησης απαγορευμένων ή υπό ειδικό καθεστώς ειδών και ουσιών, ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που σχετίζονται με τις εθνικές και κοινοτικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, η αποκάλυψη περιπτώσεων διαφθοράς και απάτης, καθώς επίσης και ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία της δημόσιας περιουσίας, με σκοπό την πρόληψη των σχετικών παραβάσεων και παράνομων πράξεων.

Στους φορολογικούς ελέγχους φυσικών και νομικών προσώπων, στον βαθμό που ελέγχεται η τυχόν ύπαρξη αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης, το ΣΔΟΕ εξυπηρετεί έναν διπλό σκοπό. Αφενός, λόγω του ότι τον έλεγχο διενεργούν τα τακτικά όργανα ελέγχου (ΔΟΥ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΚΕΜΕΠ), τα οποία διοικητικά υπάγονται στην ΑΑΔΕ (Ανεξάρτητη Αρχή  Δημοσίων Εσόδων), δηλαδή ένα διαφορετικό διοικητικό όργανο σε σχέση με το ΣΔΟΕ, τα πορίσματά του θεωρούνται συμπληρωματικό στοιχείο από τα ελεγκτικά όργανα που παρατείνει την παραγραφή.

Αφετέρου, επειδή συχνά το ΣΔΟΕ επιλαμβάνεται κατόπιν Εισαγγελικής παραγγελίας, σε περίπτωση που συνταχθεί από το ΣΔΟΕ ένα πληροφοριακό δελτίο περί της συνδρομής περιστάσεων τέλεσης ενός οικονομικού εγκλήματος (π.χ. εικονικά τιμολόγια), όταν το παραλαμβάνουν τα αρμόδια για τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου όργανα, το θεωρούν νέο – συμπληρωματικό στοιχείο. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι η παράταση της παραγραφής, με βάση πάντα την κρίση των ελεγκτικών οργάνων.

Ωστόσο, εάν διεισδύσουμε επαρκώς αφενός στον ρόλο που επιτελεί το ΣΔΟΕ και αφετέρου στην έννοια του «συμπληρωματικού στοιχείου» που παρατείνει την παραγραφή, διαπιστώνουμε τα ακόλουθα:

1ον Το πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ, δεν είναι κατ’ ανάγκη συμπληρωματικό στοιχείο. Και αυτό διότι, όταν το ΣΔΟΕ επεξεργάζεται στοιχεία τα οποία ήταν ήδη στην διάθεση των ελεγκτικών αρχών εντός της πενταετούς παραγραφής, όπως π.χ. τραπεζικές κινήσεις καταθέσεων εντός Ελλάδος (βλ. ΣτΕ 172/2018) ή βιβλία και στοιχεία του ίδιου του ελεγχόμενου, τότε στην πραγματικότητα απλώς χρησιμοποιεί ένα τακτικό μέσο ελέγχου, που ήταν ήδη στην διάθεση των φορολογικών αρχών εντός της πενταετίας και, συνεπώς, το όποιο πόρισμα του ΣΔΟΕ καταγράφεται σε πληροφοριακή έκθεση δεν συνιστά νέο στοιχείο ικανό να παρατείνει την παραγραφή από πενταετή σε δεκαετή. Νέο στοιχείο προκύπτει όταν π.χ. το ΣΔΟΕ ελέγχει και επεξεργάζεται επίσημα ή ανεπίσημα βιβλία ή στοιχεία ή πορίσματα ελέγχου τρίτων επιχειρήσεων ή άλλα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται η εικονικότητα τιμολογίων (βλ. ΣτΕ 1462/2020).

Ο λόγος είναι ότι, όπως έχει γίνει δεκτό από το Ανώτατο Ακυρωτικό, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 3296/2008, 2703/1997, 2473/1996) είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια (πρβλ. ΣτΕ 2426/2002, 2700/1965), ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στο νόμο.

2ον Το γεγονός ότι το ΣΔΟΕ δεν υπάγεται διοικητικά στην ΑΑΔΕ ουδένα ρόλο διαδραματίζει ως προς την παράταση της παραγραφής και αυτό διότι η Διοίκηση θεωρείται ενιαία. Όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 1348/2020), το ότι η κοινή δήλωση φόρου μεταβίβασης και αντίγραφο του συμβολαίου μεταβίβασης υποβάλλονται σε Δ.Ο.Υ. διαφορετική από τη Δ.Ο.Υ. στην οποία υπάγεται ο φορολογούμενος ή από την υπηρεσία της φορολογικής Διοίκησης η οποία διενεργεί τον έλεγχο, δεν αποτελεί παράμετρο ικανή να δικαιολογήσει τη παράταση της παραγραφής, διότι, πάντως, τα σχετικά στοιχεία περιέρχονται σε γνώση της φορολογικής αρχής, η οποία έχει τη δυνατότητα (αλλά και την υποχρέωση, ως επιμελώς δρώσα Διοίκηση) να τα λάβει επίκαιρα υπόψη, αξιοποιώντας κατάλληλα και τη σύγχρονη τεχνολογία, για την αποτελεσματική εκπλήρωση του (ελεγκτικού) έργου της.

Συνεπώς, ο διοικητικός διαχωρισμός μεταξύ των ελεγκτικών οργάνων, και εν προκειμένω, μεταξύ του ΣΔΟΕ και των κατά τόπον αρμόδιων ΔΟΥ δεν δικαιολογεί την παράταση της παραγραφής.

Μολαταύτα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου τα ελεγκτικά όργανα, επικαλούμενα ένα πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ καταλογίζουν φόρους για παραγεγραμμένες χρήσεις. Δεν λείπουν, άλλωστε, και οι περιπτώσεις όπου το ΣΔΟΕ συντάσσει μία πληροφοριακή έκθεση με βάση τα στοιχεία που έχει στην διάθεσή του ούτως ή άλλως ο έλεγχος και απλώς μέσα από την επεξεργασία αυτών το ΣΔΟΕ καταλήγει σε δήθεν νέα πορίσματα-στοιχεία που παρατείνουν την παραγραφή. Μάλιστα, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι πολλές φορές οι ΔΟΥ, αν και επικαλούνται πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ, αρνούνται να χορηγήσουν αντίγραφο αυτού στους ίδιους του ελεγχόμενους λόγω δήθεν εμπιστευτικού χαρακτήρα του εγγράφου. Ωστόσο, είναι κρίσιμο να λάβει ο ελεγχόμενος το εν λόγω έγγραφο και είναι υποχρέωση της φορολογικής αρχής να το χορηγήσει, αφενός γιατί διαλαμβάνει στοιχεία κρίσιμα για την υπόθεση και αφετέρου διότι πολλές φορές συνιστά βάσει της κρίσης των φορολογικών αρχών νέο στοιχείο που παρατείνει την παραγραφή, γεγονός το οποίο θα πρέπει να γνωστοποιείται στον φορολογούμενο, ώστε ο τελευταίος να μπορεί να το επαληθεύσει ή να το αντικρούσει, με βάση τα εκάστοτε πραγματικά περιστατικά.

Παράδειγμα από διενεργηθέντα έλεγχο

Εντός του 2020 κοινοποιήθηκε στην ελεγχόμενη επιχείρηση εντολή ελέγχου της διαχειριστικής περιόδου 2008. Η ΔΟΥ επικαλέστηκε παράταση της παραγραφής λόγω έκδοσης το 2019 πληροφοριακού δελτίου ΣΔΟΕ για λήψη μερικώς εικονικών στοιχείων σε εκτέλεση εισαγγελικής παραγγελίας του έτους 2016. Κατόπιν γραπτού αιτήματος της επιχείρησης για λήψη αντιγράφου του πληροφοριακού δελτίου ΣΔΟΕ χορηγήθηκε αντίγραφο. Σημειώνεται ότι η ΔΟΥ είχε αρχικώς απορρίψει τα προφορικά αιτήματα για τη λήψη αντιγράφου. Εντός του δελτίου μνημονευόταν ότι κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας είχε εκδοθεί μία γενική εντολή έρευνας προκειμένου να ελεγχθούν για τυχόν υπερ/υποτιμολογήσεις επιχειρήσεις που είχαν λάβει επιδότηση ΕΣΠΑ. Εντέλει, το ΣΔΟΕ κατόπιν έρευνας των βιβλίων της επιχείρησης και των τραπεζικών κινήσεων εξέδωσε το πληροφοριακό δελτίο περί λήψης εικονικού τιμολογίου. Δυνάμει αυτού του εγγράφου, η ΔΟΥ θεώρησε ότι προέκυψε νέο στοιχείο που παρατείνει την παραγραφή και επέβαλε πρόστιμο για λήψη εικονικού τιμολογίου. Ωστόσο, η ΔΕΔ δικαίωσε την επιχείρηση με το σκεπτικό ότι το ΣΔΟΕ επεξεργάστηκε στοιχεία που ήταν ήδη εντός της προβλεπόμενης πενταετίας διαθέσιμα προς έλεγχο από τα αρμόδια όργανα και συνεπώς το συνταχθέν πληροφοριακό δελτίο ΣΔΟΕ δεν συνιστά νέο στοιχείο για την παράταση της παραγραφής σε δεκαετή.

Είναι γεγονός ότι πολλοί φορολογούμενοι καταλήγουν να χρεώνονται με άδικους φορολογικούς καταλογισμούς που αφορούν σε παραγεγραμμένες χρήσεις. Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η ΔΕΔ (Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών) επιτελεί έναν πολύ σημαντικό ρόλο, διότι εξετάζει και αποφαίνεται για το κατά πόσον συντρέχει περίπτωση παραγραφής σε μία φορολογική υπόθεση. Έτσι, αποτελεί ένα ανάχωμα έναντι της δυνητικής αυθαιρεσίας.

Κλείνοντας το άρθρο αυτό, τονίζουμε ότι ο ρόλος του ΣΔΟΕ σε μία φορολογική υπόθεση είναι οπωσδήποτε σημαντικός αλλά όχι απαραίτητα κρίσιμος. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να εξετάζονται τα πραγματικά περιστατικά και η νομική βάση επί της οποίας συντρέχει ή δεν συντρέχει περίπτωση παραγραφής.

Δείτε το άρθρο και στη Naftemporiki.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Χρηματοδότηση των Ελληνικών επιχειρήσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης

Του Kωνσταντίνου Πλατίτσα*

 

Ι. Εισαγωγικά

Η ευρωπαϊκή οικονομία δοκιμάζεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια από πρωτόγνωρες οικονομικές κρίσεις σε βάθος και σε έκταση ενώ ταυτόχρονα καλείται να προετοιμαστεί για τις μεγάλες αλλαγές και προκλήσεις που πρόκειται να φέρει η 4η βιομηχανική επανάσταση. Η πρωτόγνωρη οικονομική κρίση που έπληξε τις οικονομίες των κρατών μελών της Ε.Ε. συνεπεία της κρίσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος του 2008 και ακολούθως η άνευ προηγουμένου οικονομικοκοινωνική κρίση  της  πανδημίας του  COVID-19 οδήγησαν σε απομεγέθυνση, αποανάπτυξη, μείωση της ανταγωνιστικότητας και τελικά σε μείωση της πραγματικής ευημερίας των κοινωνιών των κρατών μελών της Ε.Ε.

ΙΙ. Αναστολή  του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης

Με δεδομένη τη σοβαρή επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στην Ε.Ε. που προκλήθηκε από την κρίση της πανδημίας του COVID-19, το Συμβούλιο (βάσει πρότασης της Επιτροπής) ενεργοποίησε για πρώτη φορά τη γενική ρήτρα διαφυγής στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης τον Μάρτιο του 2020, προκειμένου να αφήσει στα κράτη μέλη το περιθώριο να εγκρίνουν μέτρα έκτακτης ανάγκης με μείζονες δημοσιονομικές επιπτώσεις. Όταν ενεργοποιηθεί η ρήτρα, επιτρέπει σε κράτος μέλος που υπάγεται στο προληπτικό σκέλος να αποκλίνει προσωρινά από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού Στόχου (ΜΔΣ), εφόσον δεν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα. Εν ολίγοις, η γενική ρήτρα διαφυγής δεν αναστέλλει τις διαδικασίες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), αλλά επιτρέπει στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο να αποκλίνουν από τις δημοσιονομικές απαιτήσεις που ισχύουν κανονικά.

Ωστόσο η ρήτρα γενικής διαφυγής- εξαίρεσης, στην πράξη ισοδυναμεί  με αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, και θα παραμείνει σε αναστολή και το 2021, λόγω της ανάγκης αύξησης των δημόσιων δαπανών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19 στην οικονομία.

Σημειώνεται ότι, για πρώτη φορά, μετά την ενεργοποίηση των δύο Συνθηκών, ήτοι της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) και της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η ανάληψη της ανωτέρω πρωτοβουλίας από την Επιτροπή και το Συμβούλιο “καταστρατηγεί” λόγω της ιδιαιτερότητας της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί μία βασική απαγόρευση που εμπεριέχεται στις Συνθήκες και αφορά στην απαγόρευση καθ’ οιονδήποτε τρόπο δανεισμού των κρατών μελών της Ε.Ε. από την Επιτροπή. Τα ανωτέρω κρίθηκαν επιβεβλημένα προκειμένου να αντιμετωπιστούν επιθετικά, ήτοι με αύξηση των δημόσιων δαπανών, οι δυσμενέστατες επιπτώσεις του κορωνοϊού στην οικονομία και ειδικότερα η συγκράτηση της απασχόλησης.

ΙΙΙ.  Θέσπιση Μηχανισμού  Ανάκαμψης  και Ανθεκτικότητας

Η Επιτροπή και το Συμβούλιο, συγκριτικά με τις προηγούμενες πρωτόγνωρες οικονομικές κρίσεις που είχαν να διαχειριστούν, αυτή τη φορά δεν αρκέστηκαν σε ανακοινώσεις εκθεσιακών ευχολογίων και ανακοινώσεων καλών προθέσεων αντιμετώπισης της πρωτοφανούς κρίσης της πανδημίας COVID-19.  Αμέσως μετά την “εν τοις πράγμασιν” αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, προέβησαν στη θέσπιση του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ευρύτερα γνωστό πλέον ως Ταμείο Ανάκαμψης.

Σύμφωνα με τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2021/241 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, θεσπίζεται ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και ρυθμίζεται το θεσμικό πλαίσιο το οποίο καθορίζει τους στόχους του μηχανισμού, τη χρηματοδότησή του, τις μορφές χρηματοδότησης από την Ένωση στο πλαίσιο αυτού και τους κανόνες για τη χορήγηση της χρηματοδότησης αυτής.

Το πεδίο εφαρμογής του μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αναφέρεται σε τομείς πολιτικής με ευρωπαϊκή σημασία, διαρθρωμένους σε έξι πυλώνες: α) πράσινη μετάβαση, β) ψηφιακός μετασχηματισμός, γ) έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, με οικονομική συνοχή, απασχόληση, παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα, έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία, και μια εύρυθμα λειτουργούσα εσωτερική αγορά με ισχυρές Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜΜΕ), δ) κοινωνική και εδαφική συνοχή, ε) υγεία και οικονομική, κοινωνική και θεσμική ανθεκτικότητα, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την αύξηση της ετοιμότητας για την αντιμετώπιση κρίσεων και της ικανότητας αντίδρασης σε κρίσεις, και στ) πολιτικές για την επόμενη γενιά, τα παιδιά[i] και τους νέους, όπως η εκπαίδευση και οι δεξιότητες.

Τόσο στο ρυθμιστικό πεδίο του Εκτελεστικού Κανονισμού όσο και στην αιτιολογική έκθεση αυτού, σημειώνεται ότι για να επιτευχθεί ο γενικός στόχος των έξι πυλώνων, ο ειδικός στόχος του μηχανισμού είναι η παροχή χρηματοδοτικής στήριξης στα κράτη μέλη με σκοπό την επίτευξη των οροσήμων και των στόχων των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων, όπως καθορίζονται στα αντίστοιχα σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας. Ο μηχανισμός στηρίζει τα  έργα που σέβονται την αρχή της προσθετικότητας της  χρηματοδότησης της Ένωσης.

Ο ειδικός στόχος του μηχανισμού, ήτοι η παροχή χρηματοδοτικής στήριξης επιτυγχάνεται με την επίτευξη των οροσήμων, των στόχων των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων, όπως αυτά καθορίζονται στα εγκεκριμένα από το Συμβούλιο σχέδια Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας των κρατών μελών της Ε.Ε.. Η χρηματοδοτική στήριξη σε σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας κράτους μέλους μπορεί να λαμβάνει τη μορφή δανείου, υπό την προϋπόθεση της σύναψης  δανειακής σύμβασης με την Επιτροπή. Η αποδέσμευση των κεφαλαίων στο πλαίσιο του μηχανισμού γίνεται μόνο εφόσον υπάρχει  ικανοποιητική εκπλήρωση των σχετικών οροσήμων και στόχων από τα κράτη μέλη, όπως καθορίζονται στα εγκεκριμένα από το Συμβούλιο σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας.

Περαιτέρω παρατίθενται αυτούσιοι οι ορισμοί της χρηματοδοτικής συνεισφοράς, των οροσήμων και στόχων καθώς και της ανθεκτικότητας, στοιχεία τα οποία αφενός θα διατρέχουν τα σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας των κρατών μελών της Ε.Ε. και θα αποτελούν το μόνιμο προβληματισμό τους προκειμένου να επιτευχθεί η πολυπόθητη αποδέσμευση κεφαλαίων αφετέρου είναι η πεμπτουσία του γιγαντιαίου αυτού ενωσιακού εγχειρήματος.

-Ως «χρηματοδοτική συνεισφορά» νοείται μη επιστρεπτέα χρηματοδοτική στήριξη στο πλαίσιο του  μηχανισμού που διατίθεται προς κατανομή ή έχει κατανεμηθεί σε κράτος μέλος.

Ως «ορόσημα και στόχοι» νοούνται τα μέτρα της προόδου προς την επίτευξη μιας μεταρρύθμισης ή μιας επένδυσης, όπου ορόσημα είναι τα ποιοτικά επιτεύγματα και στόχοι τα ποσοτικά.

Ως «ανθεκτικότητα» νοείται η ικανότητα αντιμετώπισης οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών κλυδωνισμών ή διαρκών διαρθρωτικών αλλαγών κατά τρόπο δίκαιο, βιώσιμο και χωρίς αποκλεισμούς.

ΙV. Το ελληνικό  Ταμείο  Ανάκαμψης (Ελλάδα 2.0)

Το εγκεκριμένο από το Συμβούλιο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας με τίτλο «Ελλάδα 2.0» στοχεύει στην ανανέωση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας και δίνει έμφαση στον ψηφιακό μετασχηματισμό, την πράσινη μετάβαση καθώς και στις ιδιωτικές επενδύσεις και στον οικονομικό και θεσμικό μετασχηματισμό. Σύμφωνα με το σχέδιο Ελλάδα 2.0 επιδιώκεται σε επίπεδο μακροοικονομικών αποτελεσμάτων, με την υλοποίηση του σχεδίου, η δημιουργία 180.000-200.000 θέσεων εργασίας μέχρι το 2026 και η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 7%,αποτελείται δε από τους κάτωθι τέσσερις πυλώνες: (1) Πράσινο, (2) Ψηφιακό, (3) Απασχόληση, δεξιότητες και κοινωνική συνοχή (υγεία, παιδεία, κοινωνική προστασία), (4) Ιδιωτικές επενδύσεις και οικονομικός και θεσμικός μετασχηματισμός.

Οι πυλώνες αυτοί αφορούν σε 17,8 δισ. ευρώ επιδοτήσεις ως χρηματοδοτική συνεισφορά και 12,7 δισ. Ευρώ τα οποία θα χορηγηθούν και θα κατευθυνθούν στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα με στόχο την κινητοποίηση των ιδιωτικών επενδύσεων.

Το ελληνικό σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα χρησιμοποιήσει τα κεφάλαια του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας υπό μορφή δανείων προβαίνοντας σε πρόσθετες μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και περιλαμβάνουν ένα πρόγραμμα απλοποίησης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

V. Ιδιωτικές επενδύσεις και οικονομικός και θεσμικός μετασχηματισμός.

Ένας από τους κύριους άξονες του ελληνικού σχεδίου είναι εκείνος  ο άξονας του οικονομικού και θεσμικού μετασχηματισμού ο οποίος αναφέρεται στην ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού τομέα και των κεφαλαιαγορών. Ο άξονας αυτός περιλαμβάνει το νέο πλαίσιο φερεγγυότητας που θα ενισχύσει την επαρκή παροχή πιστώσεων σε περίπτωση οικονομικών κρίσεων και πρόκειται να αυξήσει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, αποτρέποντας τη δημιουργία συνθηκών πιστωτικής ασφυξίας. Επιπλέον, ο εν λόγω άξονας προβλέπει τη δημιουργία ενός Γραφείου Πιστώσεων προκειμένου να αντιμετωπιστεί η υπάρχουσα ασύμμετρη πληροφόρηση και να ενισχυθεί η πρόσβαση στις πιστώσεις. Στην κατεύθυνση αυτή και με σκοπό τη διασφάλιση της λήψης τεκμηριωμένων αποφάσεων σχετικά με την πρόσβαση σε πιστώσεις, ο άξονας για την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού τομέα και των κεφαλαιαγορών προβλέπει τη δημιουργία ενός Παρατηρητηρίου Πιστωτικής Επέκτασης ενώ για την αποτροπή μελλοντικής υπερχρέωσης, προβλέπεται η ανάπτυξη ενός μητρώου παρακολούθησης ιδιωτικού χρέους. Επίσης δημιουργείται ένα Κεντρικό Μητρώο Πιστώσεων που έχει στόχο να ενισχύσει την παροχή πιστώσεων στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Παράλληλα ενισχύεται η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την Κωδικοποίηση και την αναθεώρηση νόμων και διατάξεων και την αναβάθμιση των πληροφοριακών της συστημάτων.

Περαιτέρω στο σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δίνεται έμφαση στη μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου για την προσέλκυση στρατηγικών επενδύσεων και την ολοκλήρωση της απλούστευσης του θεσμικού πλαισίου για την επιχειρηματική δραστηριότητα, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων: την επέκταση των υφιστάμενων μεταρρυθμίσεων απλοποίησης της αδειοδότησης σε πρόσθετες οικονομικές δραστηριότητες, κωδικοποιήσεις νομοθεσίας και αναθεώρηση της πολιτικής ποιότητας (τυποποίηση, πιστοποιήσεις κ.λπ.) για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης.

Επιπλέον το επιχειρηματικό περιβάλλον επιδιώκεται να ενισχυθεί και από το νέο θεσμικό πλαίσιο φερεγγυότητας για την αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους το οποίο ενοποιεί κατακερματισμένα καθεστώτα σε ένα ενιαίο θεσμικό πλαίσιο, δημιουργώντας μια πλατφόρμα για κοινή χρήση δεδομένων, επεκτείνοντας τη διαδικασία ηλεκτρονικής κατάθεσης νομικών εγγράφων και εισάγοντας προ-εγκεκριμένες αυτοματοποιημένες διαδικασίες

Τέλος με το ελληνικό σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας θεσπίζονται κίνητρα με στόχο την ενθάρρυνση πολύ μικρών (κυρίως ατομικών), μικρών και μεσαίων  επιχειρήσεων να συνεργαστούν ή να αξιοποιήσουν τα εργαλεία των συγχωνεύσεων ή των εξαγορών με απώτερο σκοπό τη δημιουργία αποτελεσματικότερων και αποδοτικότερων οικονομικών μεγεθών.

VI. Η διαδικασία χρηματοδότησης των έργων του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας μέσω του Εθνικού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) και η χορήγηση δανείων

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 42 του ν.4772/2021 (Α΄17), τα έργα που θα χρηματοδοτηθούν από το Μηχανισμό Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης θα υλοποιηθούν μέσω του εθνικoύ σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Ειδικότερα επιδιώκονται οι προτάσεις των Φορέων να υποβάλλονται με γνώμονα την επίσπευση της υλοποίησης όλων των προγραμμάτων της Προγραμματικής Περιόδου (ΠΠ) 2014–2020 με βάση τους στόχους που έχουν τεθεί από το ΥΠΑΝΕΠ (σχέδια δράσης συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων), την ένταξη και υλοποίηση έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και την ολοκλήρωση όλων των δράσεων των προγραμμάτων της Προγραμματικής Περιόδου 2007–2013 και των έργων του Ταμείου Συνοχής, με την ελάχιστη δαπάνη.

Η απόφαση για την χρηματοδότηση έργων από το Ταμείο Ανάκαμψης, η οποία εκδίδεται από την Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης, αποτελεί αυτοδίκαια πρόταση εγγραφής του έργου στο εθνικό σκέλος του ΠΔΕ. Η εγγραφή πραγματοποιείται από το Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων σε διακριτή  συλλογική απόφαση (ΣΑΤΑ) ανά φορέα χρηματοδότησης και βαραίνει το εθνικό σκέλος του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων.

Τα έργα που εντάσσονται στο ΠΔΕ με αυτοδίκαιη πρόταση, εγγράφονται στο ΠΔΕ με πιστώσεις τουλάχιστον το 10% του προϋπολογισμού τους. Η εγγραφή των πιστώσεων κάθε έργου μετά την ένταξη του στο ΠΔΕ για το έτος ένταξης και για τα επόμενα έτη γίνεται με πρόταση του φορέα χρηματοδότησης κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού Ταμείου Ανάκαμψης (ΕΥΣΤΑ). Οι πιστώσεις των έργων απομειώνουν κατά σειρά προτεραιότητας ένταξης, το συνολικό όριο πιστώσεων που έχει προβλεφθεί για τα έργα που αναμένεται να χρηματοδοτηθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης, αυξημένου κατά το όριο της υπερδέσμευσης που έχει καθοριστεί στην με αριθμ. 35259  ΚΥΑ ( Β’ 1197) των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Επενδύσεων.

Η χρηματοδότηση συλλογικών αποφάσεων και έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης πραγματοποιείται μέσω Κεντρικού Λογαριασμού που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ).  Οι χρηματοδοτήσεις εκτελούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος κατόπιν απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Επενδύσεων και ΕΣΠΑ του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων.

VII. Χαρακτηριστικά των δανείων που θα χορηγηθούν σύμφωνα με το σχέδιο Ελλάδα 2.0

Τα κύρια χαρακτηριστικά των δανείων που προβλέπονται στο ελληνικό σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι: α) η άμεση διεκπεραίωση χωρίς περιττές γραφειοκρατικές παρεμβάσεις στην επιλογή και χρηματοδότηση των έργων, β) η παροχή τους αποκλειστικά με κριτήρια της αγοράς, μέσω της αξιολόγησης αυτών από τα συνεργαζόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και πιστοποίησης της πλήρωσης των κριτηρίων επιλεξιμότητας και από ανεξάρτητους φορείς που λειτουργούν για λογαριασμό του δημοσίου, γ) η μέγιστη κρατική χρηματοδότηση στο 50% της αξίας της κάθε επένδυσης, μειώνοντας σημαντικά το κεφαλαιακό κόστος των επενδυτών και δ) η χρηματοδοτική συμμετοχή τραπεζών και επενδυτών κατά τουλάχιστον 30% και 20% αντιστοίχως.

Τα δάνεια, βάσει των ανωτέρω συγκεκριμένων κατευθυντηρίων αρχών που θα εμπεριέχονται στο πλαίσιο τους, θα κατευθυνθούν σε μακροπρόθεσμες βιώσιμες επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα,  με πρωταγωνιστές τον ψηφιακό, πράσινο και οικονομικό και θεσμικό μετασχηματισμό. Για τη διάθεση των δανείων/χρηματοδότησης, πρόκειται να ενεργοποιηθούν τρία διακριτά χρηματοδοτικά κανάλια: α) μέσω των Ευρωπαϊκών Χρηματοπιστωτικών Θεσμών, β) μέσω εμπορικών τραπεζών, γ) μέσω ενός ταμείου επιχειρηματικών συμμετοχών υπό τη μορφή fund-of-funds υπό την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΑΤΕ).

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτεθέντων, η Ευρωζώνη και η Ευρώπη στο σύνολό της, διά των αρμοδίων οργάνων της, αναλαμβάνουν πρωτοφανείς πρωτοβουλίες για την ανάκαμψη των κρατών-μελών τους “χωρίς όρια και με πολύ αλληλεγγύη” όπως διατείνεται και ο Πρόεδρος του Eurogroup κ. Μάριο Σεντένο. Η οικονομική ανάκαμψη και ευημερία τα επόμενα τουλάχιστον πέντε (5) χρόνια των κρατών μελών της Ε.Ε. και ιδίως της Ελλάδας ισούται σχεδόν αποκλειστικά από το άθροισμα της χρηματοδοτικής συνεισφοράς και της χορήγησης δανείων, τα ορόσημα και τους στόχους  και την ανθεκτικότητα της όπως αυτά παρουσιάζονται στο σχέδιο Ελλάδα 2.0 για το θεσμικό μετασχηματισμό της οικονομίας της, οποιοδήποτε άλλο πολυπαραγοντικό άθροισμα θα ισοδυναμεί με περαιτέρω συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας η οποία θα κινδυνεύει να βρεθεί στα όρια της αποσταθεροποίησης.

[i]   Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2021/241 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας με τίτλο «Ελλάδα 2.0»   ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ Οδηγιών για την Έγκριση και Χρηματοδότηση του ΠΔΕ 2021 και τον Προγραμματισμό Δαπανών ΠΔΕ 2022–2024 της Διεύθυνσης Δημοσίων Επενδύσεων της Γενικής Διεύθυνσης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Επενδύσεων και ΕΣΠΑ του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων

*Ο κύριος Κωνσταντίνος Πλατίτσας είναι Δικηγόρος-Διαμεσολαβητής-επιστημονικός συνεργάτης της ARTION A.E. Διευθυντής του Ιδιαίτερου Γραφείου της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε.

(Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr)

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr