Μεγάλες ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό – Πού η αλήθεια που το ψέμα;

του Γιώργου Δαλιάνη σε συνεργασία με την Αλεξάνδρα Δαλιάνη*

Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει προκύψει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα από τις ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό. Η αγορά εργασίας δοκιμάζεται. Παρατηρείται, επίσης, η αντίφαση από τη μία να παραμένει πολύ υψηλός ο δείκτης ανεργίας (περίπου 17%) και από την άλλη οι επιχειρήσεις να μην μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους σε προσωπικό, από εργάτες έως και εξειδικευμένους επιστήμονες.

Ενδεικτικά, θα παραθέσουμε τους κλάδους που διέρχονται μία ισχυρή κρίση το τελευταίο χρονικό διάστημα:

  • Ο αγροτικός τομέας είναι σε συνεχή μαρασμό. Τα αγροκτήματα ακαλλιέργητα, οι καρποί των δέντρων σαπίζουν πάνω στα δέντρα. Οι ιδιοκτήτες της αγροτικής γης στη πλειοψηφία υπέργηροι και επιβιώνουν από συντάξεις και τις ενισχύσεις της Ε.Ε. Οι εργάτες γης από την Αλβανία που σήκωσαν το βάρος αυτό, μεγάλωσαν και αυτοί σε ηλικία και μειώθηκε το εργατικό δυναμικό. Επιπλέον, οι περισσότεροι αλλοδαποί εργάτες γης πρόκοψαν και απέκτησαν δικό τους κλήρο και έπαψαν να προσφέρουν την έμμισθη εργασία τους. Τα δε παιδιά τους ακολούθησαν άλλους δρόμους και δεν παρέμειναν ως εργάτες γης.
  • Στην οικοδομή οι εργάτες είναι ανύπαρκτοι, ενώ η πλειοψηφία των πρώην αλλοδαπών εργατών (κυρίως από Αλβανία) τώρα έχουν γίνει εργολάβοι.
  • Τεράστιες ελλείψεις παρατηρούνται στα τεχνικά επαγγέλματα των υδραυλικών, ηλεκτρολόγων και γενικά των συντηρητών. Ελλείψεις επίσης εντοπίζονται στα τεχνικά επαγγέλματα επισκευής οχημάτων.
  • Η πανδημία, που έκλεισε αναγκαστικά την εστίαση και τα τουριστικά καταλύματα, οδήγησε όλους αυτούς τους ανθρώπους που εργάζονταν σε αυτό τον κλάδο να απασχοληθούν σε άλλους κάδους για λόγους επιβίωσης. Και έτσι η εστίαση και ο τουρισμός είναι σε διαρκή αναζήτηση προσωπικού και οι θέσεις δεν καλύπτονται. Πολλές μονάδες εστίασης και ξενοδοχείων σε τουριστικές κυρίως περιοχές θα μείνουν κλειστές ή θα υπολειτουργούν την φετινή σεζόν λόγω έλλειψης προσωπικού.
  • Ειδικευόμενοι λογιστές – φοροτεχνικοί είναι σε έλλειψη.
  • Προγραμματιστές είδος προς εξαφάνιση. Υπάρχει τεράστια ζήτηση γιατί όλες οι πλατφόρμες που εξυπηρετούν τις καταναλωτικές ανάγκες απαιτούν εξειδικευμένα στελέχη πληροφορικής. Το πρόβλημα εντείνεται λόγω της δυνατότητας για κινητικότητα που προσφέρει αυτός ο κλάδος, είναι πολλοί αυτοί που απασχολούνται από εταιρείες του εξωτερικού με τηλεργασία και διαμένοντας στην Ελλάδα.

Ποιες είναι λοιπόν οι αιτίες για αυτές τις ελλείψεις σε προσωπικό;

Ακούγεται η άποψη ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν καταβάλλουν ικανοποιητικούς μισθούς. Αυτό δεν αληθεύει, και μάλιστα το κόστος εργασίας έχει αυξηθεί ίσως περισσότερο από αυτό που μπορούν να υποστηρίξουν οι επιχειρήσεις.

Υπάρχουν λύσεις;

Φυσικά και υπάρχουν. Πρέπει να γίνει προγραμματισμός και άμεση  εισαγωγή ανθρωπίνου δυναμικού από τις αναπτυσσόμενες χώρες που οι άνθρωποι παλεύουν για την επιβίωση, αρκεί να πάψει η ξενοφοβία και ο ρατσισμός. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε την προ ετών άθλια συμπεριφορά των καλλιεργητών φράουλας στους δύσμοιρους Πακιστανούς. Εφέτος, όμως, παρακαλούσαν τους αλλοδαπούς εργάτες να εργαστούν για να σώσουν την παραγωγή τους.

Ήδη επανέρχεται σε ισχύ η διάταξη για άμεση μετάκληση εργατών γης από το εξωτερικό με εξαιρετικά γρήγορες διαδικασίες, για αιτήσεις έως τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2022, ώστε να αντιμετωπιστούν οι αυξημένες καλλιεργητικές ανάγκες, δηλαδή για εργασίας έως και τέλος Μαρτίου 2023.

Περαιτέρω, μεγάλη μερίδα των δημοσίων υπαλλήλων κατά τις ημέρες αργίας, τα Σαββατοκύριακα και ιδιαίτερα οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων θα μπορούσαν να συμπληρώσουν τα εισοδήματά τους και να δώσουν λύσεις σε πολλούς τομείς της οικονομικής ζωής.

Επίσης, η νομοθεσία είναι απαγορευτική για τους μαθητές, γυμνασίου και λυκείου που μπορούν να εργαστούν εποχικά σε επιχειρήσεις, να μάθουν να δουλεύουν και να μην είναι ράθυμοι και παράλληλα να εξοικονομήσουν ένα χαρτζιλίκι. Όμως, η υποχρέωση της πλήρους ασφάλισης βρίσκει αντίθετους τους γονείς που αρνούνται να αφήσουν τα παιδιά τους να δουλέψουν, καθώς χάνουν την ιδιότητα του προστατευόμενου μέλους. Έτσι, τα παιδιά που θέλουν να εργαστούν συναντούν εμπόδια. Στις περιπτώσεις αυτές θα μπορούσε να επεκταθεί ο θεσμός του εργόσημου.

Στις νησιωτικές περιοχές δυστυχώς, λόγω έλλειψης καταλυμάτων είναι απρόθυμοι να μετακινηθούν οι εποχικοί εργαζόμενοι. Τραγικές καταστάσεις έχουν ζήσει εργαζόμενοι και άτομα έχουν αναγκασθεί να κοιμούνται σε κοντέινερ. Λύση για αυτό το θέμα θα δώσει μονάχα η κατασκευή εργατικών κατοικιών, τα οποία να παραμείνουν ως εργατικές κατοικίες και να μη μετατραπούν σε ενοικιαζόμενα καταλύματα. Διαφορετικά, θα υπάρχει τεράστια έλλειψη προσωπικού με αποτέλεσμα την υποβάθμιση των υπηρεσιών και η δυσφήμηση των τουριστικών μας προϊόντων.

Είναι γεγονός πως το φαινόμενο έλλειψης ανθρωπίνου δυναμικού είναι παγκόσμιο. Παρακολουθούμε καθηλωμένοι τα προβλήματα που δημιούργησε η πανδημία του κορονοϊού στις ζωές όλων των ανθρώπων ανά τον κόσμο. Το πρόβλημα αυτό μαστίζει ιδιαίτερα την ελληνική οικονομία, η οποία ύστερα από την οικονομική κρίση αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα αποκατάστασης του τομέα αυτού. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η πολιτεία πρέπει να προβεί σε άμεσες ενέργειες και να πάρει μέτρα, αγνοώντας όσους αντιτάσσονται μονίμως στις αποφάσεις, αλλά χωρίς να προτείνουν ποτέ λύσεις.

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.GR

* Ο κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ARTION A.E. & ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος-Φοροτεχνικός.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Αποφάσεις της ΔΕΔ που προβληματίζουν

του Γιώργου Δαλιάνη*

Όπως είναι γνωστό, με τη θέσπιση του ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας) εφαρμόζεται μία νέα διοικητική διαδικασία επανεξέτασης των φορολογικών διαφορών. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 63 του Κ.Φ.Δ., ο φορολογούμενος, προκειμένου να αμφισβητήσει οποιονδήποτε φορολογικό καταλογισμό υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) υποβάλλοντας ενδικοφανή προσφυγή και, στην περίπτωση που δεν ικανοποιηθεί το αίτημά του, να προσφύγει εν συνεχεία στα Διοικητικά Δικαστήρια. Το θέμα αυτό ανέδειξε σε πρόσφατο άρθρο του ο έγκριτος νομικός Γιώργος Ευσταθόπουλος (βλ. άρθρο με θέμα: Μήπως η διαδικασία επανεξέτασης των φορολογικών διαφορών χρήζει επανεξέτασης;)

Τόσο ο συντάκτης του εν λόγω άρθρου και όσο και όλοι εμείς που ασχολούμαστε με το φορολογικό δίκαιο (δικηγόροι, φοροτεχνικοί, λογιστές) δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι η ΔΕΔ όλα αυτά τα χρόνια της λειτουργίας της έχει εκδώσει σημαντικές αποφάσεις και για μείζονος σημασίας ζητήματα και έχει επιτύχει σε σημαντικό βαθμό την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων. Όμως, δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε τους προσβληματισμούς μας σχετικά με την δυνατότητα της ΔΕΔ να απορρίψει σιωπηρώς μία ενδικοφανή προσφυγή, ήτοι να απόσχει από την εξέταση και την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής αυτής, θετική ή αρνητική.

Και εδώ τίθενται τα ακόλουθα ερωτήματα:

  • Με ποιο κριτήριο επιλέγονται οι υποθέσεις που θα απορριφθούν σιωπηρώς;
  • Ποια διαδικασία ακολουθείται;
  • Είναι ανάμεσα στις αιτίες η έλλειψη χρόνου σε συνδυασμό με την υποστελέχωση της Υπηρεσίας;
  • Υπάρχουν τιθέμενα ζητήματα που υπερβαίνουν τις δυνατότητες των υπαλλήλων, όπως π.χ. βαριά νομικά θέματα;

Εύλογο, φυσικά, είναι ένας ελεγκτής της Α.Α.Δ.Ε. να μην διαθέτει τις γνώσεις και την εμπειρία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, θα έπρεπε οι υπάλληλοι της ΔΕΔ να έχουν αυτή την δυνατότητα: να δηλώσουν, δηλαδή, ότι δεν μπορούν να πάρουν θέση επί ενός νομικού ζητήματος και να αφήσουν να το κρίνει εν συνεχεία το Δικαστήριο. Όπως για παράδειγμα, λειτουργεί μία απόφαση ενός Τμήματος του ΣτΕ, που παραπέμπει στην Ολομέλεια.

Επίσης, θα ήθελα να σταθώ σε μία πρόσφατη απόφαση της Δ.Ε.Δ. Αθήνας, την υπ’ αριθ. 4503/10.12.2021. Η συγκεκριμένη απόφαση δικαιώνει φορολογούμενο ελεύθερο επαγγελματία (δικηγόρο) και αναγνωρίζει ως παραγωγικές δαπάνες τις οποίες είχε απορρίψει ο φορολογικός ελεγκτής και, συγκεκριμένα, τις δαπάνες ένδυσης με την αιτιολογία ότι «οι δαπάνες ένδυσης, που ανάγονται στην άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του προσφεύγοντος, ήτοι δαπάνες συνολικής καθαρής αξίας 492,24€ πλέον ΦΠΑ, ποσού 118,16€, φορολογικού έτους 2017 και δαπάνες συνολικής καθαρής αξίας 738,03 πλέον ΦΠΑ, ποσού 177,13€, φορολογικού έτους 2018, οι οποίες αφορούν δαπάνες αγοράς κοστουμιών, υποκαμίσων, υποδημάτων καθώς και δαπάνες καθαρισμού των, πρέπει να εκπεστούν από τα ακαθάριστα έσοδα αυτής, με βάση την παρούσα Απόφαση της Υπηρεσίας μας, καθώς αφορούν αποκλειστικά την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, το οποίο εκ φύσεως απαιτεί συγκεκριμένη ενδυματολογική πειθαρχία και ως εκ τούτου, επιβάλλει έναν αυστηρά καθορισμένο κώδικα ενδυμασίας (dress code)».

Στέκομαι σε αυτή την απόφαση και θέλω να πιστεύω ότι η ανωτέρω κρίση δεν θα περιοριστεί στο δικηγορικό επάγγελμα, αλλά θα αφορά και τον κλάδο των λογιστών/φοροτεχνικών και λοιπών επαγγελματιών. Εξάλλου, όπως γνωρίζουν τα αρμόδια όργανα της Α.Α.Δ.Ε. και του Υπουργείου Οικονομικών, και εμείς οι λογιστές όταν προσερχόμαστε στις Φορολογικές Υπηρεσίες είμαστε ευπρεπώς ενδεδυμένοι.

Περαιτέρω, επιγραμματικά θέλουμε να σταθούμε στο εξής. Ο νόμος 4172/2013 (ΚΦΕ) ήρθε να αντικαταστήσει τον ν. 2238/1994 και συγκεκριμένα στα άρθρα 22 και 23 λιτά αναφέρει ότι όλες οι παραγωγικές δαπάνες εκπίπτουν και στο άρθρο 23 περιοριστικά αναφέρεται ποιες δεν εκπίπτουν. Όμως, αφενός οι ελεγκτές και αφετέρου η ΔΕΔ βαδίζουν στα χνάρια της πολυνομίας του προηγούμενου ΚΦΕ και συγκεκριμένα του άρθρου 31 (εκατοντάδες σελίδες για το ποιες δαπάνες εκπίπτουν με βάση εγκυκλίους και αποφάσεις δικαστηρίων), με χαρακτηριστικότερες την εγκύκλιο 1005/2005 και 1036/2006.

Σε αντίστιξη της παραπάνω απόφασης, όμως, θα ήθελα να αναδείξω εκ νέου ένα ζήτημα που αναπτύξαμε σε πρόσφατη αρθρογραφία μας: τη δημιουργία κεφαλαίου (ανάλωσης κεφαλαίου παλαιοτέρων ετών) με την επίκληση φορολογητέων εισοδημάτων που προκύπτουν από τις περαιώσεις. Το θέμα αυτό τέθηκε στην κρίση της ΔΕΔ στα πλαίσια ενδικοφανούς προσφυγής, ωστόσο, η ΔΕΔ κώφευσε και δεν πήρε θέση επί του ζητήματος, ενώ ταυτόχρονα ορισμένες ελεγκτικές αρχές αρνούνται να εφαρμόσουν την κείμενη νομοθεσία. Μονόδρομος, λοιπόν, για τον εν λόγω φορολογούμενο η Διοικητική Δικαιοσύνη. Προς τεκμηρίωση των ανωτέρω, παραθέτουμε και στη σχετική απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών που αφορά τις περαιώσεις: «Αριθ. πρωτ.: 1007027/83/Α0012/23 Μαρτίου 2009, ΘΕΜΑ: Λογιστικές διαφορές κατά τον προσδιορισμό του κεφαλαίου προηγουμένων ετών.- Αν μετά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικον. έτους, από την οποία προκύπτει προστιθέμενη διαφορά  δαπανών (για την κάλυψη της οποίας ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίων προηγούμενων ετών), ελεγχθούν προηγούμενα έτη και διαπιστωθούν διαφορές εισοδήματος και επιβληθεί ο οικείος φόρος στα εισοδήματα αυτά, δεδομένου ότι οι διαφορές αυτές δεν είχαν φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη, αλλά φορολογήθηκαν κατά ή μετά το έτος που υποβάλλεται η οικεία δήλωση, δε λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ανάλωσης κεφαλαίου προηγούμενων ετών. Αντίθετα, αν ελεγχθούν προηγούμενες χρήσεις από τις οποίες προκύψουν λογιστικές διαφορές (και επιβληθεί ο οικείος φόρος για τα εισοδήματα αυτά) και σε μεταγενέστερη από τον έλεγχο χρήση προκύψει δαπάνη, τα εν λόγω εισοδήματα λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη της διαφοράς αυτής ως κεφάλαιο προηγούμενων ετών που σχηματίζεται. Σχετικά με το ερώτημα της περαίωσης με το ν. 3259/2004, εάν δηλαδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί η προσαύξηση των λογιστικών διαφορών που προέκυψε από τη διαδικασία της περαίωσης και για την οποία κατεβλήθη το αντίστοιχο ποσό φόρου, ως αναλωθέν κεφάλαιο για κάλυψη δαπάνης μεταγενέστερης χρήσης, η απάντηση είναι καταφατική, δεδομένου ότι με τον ν. 3259/2004 περαιώθηκαν υποθέσεις από τις οποίες προέκυψαν οι παραπάνω λογιστικές διαφορές για τις οποίες υποβλήθηκε ο προβλεπόμενος από το νόμο της περαίωσης φόρος».

 

Κλείνοντας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι παρατηρείται το οξύμωρο από τη μία η ΔΕΔ να εκδίδει γενναίες (αν όχι τολμηρές) αποφάσεις, αναθεωρώντας παγιωμένες θέσεις ως προς την έκπτωση των δαπανών και από την άλλη να απέχει από την έκδοση απόφασης σχετικά με ένα θέμα, όπως αυτό των εισοδημάτων από περαίωση, που υπάρχει καταγεγραμμένο και δεν αμφισβητείται. Οπωσδήποτε αυτή η αντίφαση στην έκδοση των αποφάσεων ΔΕΔ είναι ένα προς επίλυση ζήτημα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο κάθε θεσμός αξιολογείται κατά την εφαρμογή του και στην πορεία βελτιώνεται ή απαξιώνεται και, εν συνεχεία, καταργείται.

Δείτε το άρθρο και στo e-forologia.gr

* Ο κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ARTION A.E. & ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος-Φοροτεχνικός.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Στενεύει ο κλοιός για εταιρείες του εξωτερικού με προνομιακή φορολόγηση (π.χ. Κύπρος)

Στενεύει ο κλοιός για εταιρείες του εξωτερικού με προνομιακή φορολόγηση (π.χ. Κύπρος)

του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία του Διονύση Σαμόλη και της Νίκης Χατζοπούλου*

Πρόσφατα εισήχθη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μία πρόταση Οδηγίας που στοχεύει στην ενίσχυση του ήδη θεσπισμένου πλαισίου αποτροπής της κατάχρησης οντοτήτων – κέλυφος για φορολογικούς σκοπούς (με τη μορφή προτεινόμενης οδηγίας της ΕΕ που αναφέρεται ως «ATAD 3»).

Σε γενικές γραμμές, μια οικονομική οντότητα «κέλυφος» είναι μια οντότητα που στερείται ουσιαστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας η οποία χρησιμοποιείται ως όχημα για κατάχρηση της φορολογικής νομοθεσίας και απόκτηση φορολογικών πλεονεκτημάτων. Η προτεινόμενη οδηγία απευθύνεται σε εταιρείες συμμετοχών που εδρεύουν στην ΕΕ που διεκδικούν οφέλη βάσει των συμβάσεων διπλής φορολογίας και άλλων οδηγιών της ΕΕ, αλλά στερούνται ελάχιστης οικονομικής ουσίας, είναι επί της ουσίας επίπλαστες.

Η νέα οδηγία έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι οι εταιρίες αυτές δεν θα είναι σε θέση να επωφεληθούν από ορισμένα προνόμια Ευρωπαϊκών οδηγιών και των συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας. Ο σαφής στόχος είναι να αποτραπεί η χρήση εικονικών οντοτήτων για φορολογικούς σκοπούς ή για σκοπούς φοροδιαφυγής.

Όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να εφαρμόσουν τα προτεινόμενα μέτρα στην εθνική φορολογική τους νομοθεσία έως τις 30 Ιουνίου 2023 με εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2024.

Γενικά για τις offshore

Η ελληνική ορολογία για τις offshore είναι «εξωχώριες εταιρείες». Οι εταιρείες αυτές ιδρύονται και δραστηριοποιούνται αποκλειστικά σε κράτη με ιδιαίτερη φορολογική μεταχείριση ή ακόμα και πλήρη απαλλαγή από φορολογία (π.χ. Παναμάς, Λιβερία, Νησιά Κέιμαν κ.α.). Είναι οι οικονομικές οντότητες που θεωρείται πως δημιουργήθηκαν για ένα συγκεκριμένο σκοπό, συνήθως βραχυπρόθεσμο και δεν διαπνέονται από την γενικά παραδεκτή αρχή του συνεχούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Στην αρχή κάθε έτους δημοσιεύεται μια λίστα με τις χώρες που φιλοξενούν τέτοιες εταιρείες και μερικές από τις οποίες αποκαλούνται και μη συνεργάσιμες.

Η προτεινόμενη Οδηγία καταλαμβάνει και τα κράτη προνομιακού φορολογικού καθεστώτος (της ΕΕ), τα οποία είναι τα κράτη στα οποία ο συντελεστής φορολογίας είναι μικρότερος κατά 60% από τον ισχύοντα φορολογικό συντελεστή της Ελλάδας. Τέτοιες χώρες είναι π.χ.:

  • Η Βουλγαρία με 10% φορολογικό συντελεστή
  • Η Κύπρος με 12,5%
  • Η Ιρλανδία με 12,5%

Βλέπουμε δηλαδή πως όταν μια επιχείρηση δραστηριοποιείται σε χώρα με προνομιακό φορολογικό καθεστώς, αυτό δεν συνεπάγεται πως είναι και offshore, αφού οι offshore συγκεντρώνουν ορισμένα χαρακτηριστικά ώστε να χαρακτηριστούν ως τέτοιες (ιδρύθηκαν για συγκεκριμένο σκοπό, μικρή διάρκεια ζωής, ιδιαιτερότητες σε θέματα πρόσληψης προσωπικού κ.α.).

Από την εποχή της οικονομικής κρίσης και της υπέρμετρης επιβάρυνσης με φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, πολλές Ελληνικές επιχειρήσεις, στην αναζήτηση πρόσβασης στο τραπεζικό σύστημα, για αντιμετώπιση της ρευστότητας, για οργανωτικούς λόγους, αλλά και για καθαρά φορολογικούς σκοπούς, προσπαθούν να μεταφέρουν τη φορολογική τους έδρα σε άλλα κράτη, κυρίως κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κυρίως Κύπρο).

Η φορολογική αντιμετώπιση των offshore από την Ελληνική νομοθεσία

Στα καθ’ ημάς, στα πλαίσια της ανασφάλειας που επικρατεί λόγω της υψηλής φορολογίας, πολλοί επιχειρηματίες αναζητούν λύσεις για την διασφάλιση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεών τους. Μεταξύ των λύσεων που διαφημίζονται είναι και η ίδρυση εταιρειών σε άλλα κράτη (π.χ. Βουλγαρία και Κύπρος) με ευνοϊκότερη φορολογία.

Ωστόσο, προτού κανείς προβεί στην εν λόγω λύση, είναι σκόπιμο να λάβει υπόψη όλες τις υφιστάμενες παραμέτρους, καθώς μία τέτοια κίνηση δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση «πανάκεια», όπως διάφοροι χωρίς αίσθημα επαγγελματικής ευθύνης μπορεί να διαφημίζουν, με σκοπό φυσικά την απόσπαση χρηματικών ποσών ως αμοιβής.

Όπως θα εξετάσουμε και στο παρόν άρθρο, ένα αρκετά σύνηθες όχημα που χρησιμοποιείται από όσους προσπαθούν να κάνουν μεταφορά των κερδών στο εξωτερικό είναι οι εταιρείες Holding (επενδύσεων χαρτοφυλακίου). Εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο σύμφωνα με το άρθρο 63 του ν. 4172/2013, αλλά και σύμφωνα με την ισχύουσα Σ.Α.Δ.Φ., φορολογούνται στην χώρα της καταστατικής τους έδρας.

Ο ορισμός του ποιες εταιρείες είναι συνδεδεμένες και άρα αποτελούν μέλη ομίλου επιχειρήσεων βρίσκεται στο άρθρο 2 του ν. 4172/2013. Έστω στις εταιρείες Α, Β και Γ ένα ποσοστό του κεφαλαίου τους 40% για την κάθε μία ανήκει στην εταιρεία Δ. Οι εταιρείες Α, Β, Γ και Δ είναι συνδεδεμένα πρόσωπα και αποτελούν όμιλο επιχειρήσεων. Άρα π.χ. η εταιρεία Α που ανήκει στον όμιλο όταν θα διανείμει μέρισμα, το μέρισμα αυτό θα το εισπράξει η εταιρεία Δ η οποία εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζει ο Κ.Φ.Ε. μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση πληρωμής 5% ως φόρο μερίσματος.

Ο σκοπός της εταιρίας holding είναι σύμφωνα με το καταστατικό της η διοίκηση ανωνύμων εταιριών αποκτώντας την κυριότητα της πλειοψηφίας των μετοχών τους. Με Γνωμοδότησή του το Ν.Σ.Κ. ορίζει πως “(h)olding θεωρείται γενικώς η εταιρία η οποία δεν ασκεί αυτή αμέσως κάποια εμπορική δραστηριότητα αλλά περιορίζεται στον έλεγχο άλλων εταιριών”.

Στη περίπτωση των Κυπριακών μάλιστα holdings πλεονέκτημα είναι η ευκολία με την οποία ιδρύονται αλλά κυρίως το ότι έχουν μηδενικό φόρο στα μερίσματα.

Οι κύριες χρήσεις των εταιρειών Holdings στην Κύπρο σχετίζονται με :

Ως «ενδιάµεσες» θυγατρικές εταιρειών / οµίλων που ενδιαφέρονται για την ελαχιστοποίηση των «φορολογικών διαρροών» κατά τον επαναπατρισµό των αποδόσεων των επενδύσεων τους εκμεταλλευόμενοι το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς και τις διακρατικές συµβάσεις της Κύπρου.

Ως «ενδιάµεσες» θυγατρικές εταιρειών PHC (personal holding companies) για επενδύσεις φυσικών προσώπων – για άτοµα µε υψηλά εισοδήματα ή/και μεγάλη περιουσία.

Πατώντας λοιπόν πάνω στο ευεργετικό καθεστώς που επιφυλάσσει η Κυπριακή Δημοκρατία για τις εταιρείες αυτές, οι εν λόγω επιτήδειοι καλούν κάθε ενδιαφερόμενο να ιδρύσει στο εξωτερικό (κυρίως Κύπρο) μια τέτοια εταιρεία και να μεταβιβάσει σε αυτήν το εταιρικό κεφάλαιο της Ελληνικής τους Εταιρείας διαλαλώντας πως η κυπριακή Holding θα λάβει το μέρισμα της ελληνικής αφορολόγητο και στη συνέχεια η Holding θα το διανείμει ξανά αφορολόγητο.

Αυτό όμως είναι η μισή αλήθεια, διότι είτε αγνοούν ή σκοπίμως αποκρύπτουν τις διατάξεις του άρθρου 66 του ίδιου νόμου (4172/2013) περί ελεγχόμενων αλλοδαπών επιχειρήσεων (Ε.Α.Ε.).

Στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013) ορίζονται οι κανόνες που έχει θεσπίσει το Ελληνικό Δημόσιο και αποκτά τη δυνατότητα να φορολογήσει αυτοβούλως με τους ισχύοντες -στην Ελλάδα- φορολογικούς συντελεστές τα μη διανεμηθέντα κέρδη αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, στο όνομα του κυρίου μετόχου του, Έλληνα φορολογουμένου, φυσικού προσώπου ή επιχείρησης, εφόσον σωρευτικά:

α) ο Έλληνας φορολογούμενος συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα με ποσοστό άνω του 50% στην Ε.Α.Ε.

β) η Ε.Α.Ε. βρίσκεται σε κράτος μη συνεργάσιμο ή υπάγεται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς (π.χ. Κύπρος και Βουλγαρία)

γ) άνω του 30% του εισοδήματος της Ε.Α.Ε. προέρχεται από παθητικά εισοδήματα, δηλαδή τόκους, μερίσματα, δικαιώματα, εισόδημα ακινήτων, ασφαλιστικές, τραπεζικές, διάφορες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και προέρχεται κατά το ήμισυ τουλάχιστον από συναλλαγές με συνδεδεμένες επιχειρήσεις και τέλος

δ) η Ε.Α.Ε. δεν είναι εισηγμένη σε οργανωμένη αγορά.

Πέραν του άρθρου 66, το Ελληνικό Δημόσιο ακολουθώντας τις Διεθνείς Πρακτικές, στην προσπάθειά του να σταματήσει την φοροαποφυγή, προσπαθεί να την αποτρέψει με την φορολόγηση των κερδών τα οποία μπορούν να σταλούν προς φορολόγηση στην αλλοδαπή, ακόμη και σε κράτη της Ε.Ε. με τον έλεγχο της πραγματικής τους εγκατάστασης. Ρητά αναφέρεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του Ν.4172/2013 ποιες είναι οι προϋποθέσεις της πραγματικής εγκατάστασης μιας εταιρείας. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η έδρα στην αλλοδαπή υφίσταται μόνο για φορολογικούς λόγους, δύναται να ζητήσει την φορολόγηση των κερδών στην Ελλάδα. Όταν αναφερόμαστε σε υπόσταση εννοούμε:

  • Τον τόπο συνεδρίασης του Δ.Σ.
  • Την πραγματική Διοίκηση (τόπος υπογραφής συμβάσεων και πρακτικών εταιρείας)
  • Εγκαταστάσεις (π.χ. κτηριακές)
  • Κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών
  • Φορολογική κατοικία μελών Δ.Σ.

Επιπλέον, στο άρθρο 38 του ν. 4174/2013 προβλέπεται η δυνατότητα της Φορολογικής Διοίκησης κατά τον προσδιορισμό φόρου να αγνοεί κάθε τεχνητή διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων που αποβλέπει σε αποφυγή της φορολόγησης και οδηγεί σε φορολογικό πλεονέκτημα. Ως «διευθέτηση» νοείται κάθε συναλλαγή, δράση, πράξη, συμφωνία, επιχορήγηση, συνεννόηση, υπόσχεση, δέσμευση ή γεγονός. Μια διευθέτηση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη. Με λίγα λόγια αν η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώσει πως ο φορολογούμενος έχει προβεί στη σύσταση εταιρείας στην αλλοδαπή (ακόμη και εντός της Ε.Ε.), ακόμη και αν δεν είναι χώρα με προνομιακό φορολογικό καθεστώς όπως π.χ. η Αγγλία, τότε είναι δυνατόν να θεωρήσει πως πρόκειται για προσπάθεια φοροαποφυγής εφόσον κρίνει πως η εν λόγω εταιρεία στην αλλοδαπή δεν έχει πραγματική υπόσταση με βάση τα κριτήρια της προηγούμενης παραγράφου.

Κλείνοντας, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι δεν ισχυριζόμαστε πως η επιλογή της ίδρυσης εταιρείας σε Τρίτη χώρα δεν μπορεί να είναι ευνοϊκή για τον ενδιαφερόμενο. Οι φορολογικές κλίμακες στις χώρες αυτές πράγματι είναι καλύτερες των ελληνικών και μπορούν να αποβούν σωτήριες για ορισμένους. Όμως, πρέπει να γίνει αντιληπτό πως η επιλογή της ίδρυσης ή μεταφοράς της έδρας μιας επιχείρησης σε Τρίτη χώρα πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Οι ανοιχτές προσκλήσεις που γίνονται από κάποιους επιτήδειους και με τις οποίες καλούν όλο τον κόσμο να έρθει και να ιδρύσει έτσι απλά μια επιχείρηση στην Βουλγαρία ή στην Κύπρο αποσκοπούν στο να αποσπάσουν κάποια χρήματα, ενώ ο φορολογούμενος θα βρεθεί στο τέλος υπόλογος στις φορολογικές αρχές. Πρέπει λοιπόν κάθε σχετική επιλογή να γίνεται στοχευμένα και με ευθύνη και απαιτείται μια ορθολογική και σφαιρική εκτίμηση της κατάστασης πριν κανείς οδηγηθεί σε ατραπούς που μπορεί να διαφημίζονται ως επικερδείς αλλά μπορούν να αποβούν επιζήμιες.

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.GR

* Ο κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ARTION A.E. & ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος-Φοροτεχνικός.

Ο κ. Διονύσης Σαμόλης είναι Partner και Γενικός Διευθυντής της Artion. A.E.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Oι έμμεσες τεχνικές ελέγχου επικρατούν ως μεθοδολογία διεξαγωγής των φορολογικών ελέγχων

του Γιώργου Δαλιάνη*

Οι ελεγκτικές υπηρεσίες (ΔΟΥ, ΣΔΟΕ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΚΕΜΕΕΠ) που διεξάγουν τους φορολογικούς ελέγχους φυσικών και νομικών προσώπων είναι πλέον σε θέση έμμεσα να προσδιορίσουν τα ακαθάριστα έσοδα και τα γενικά εισοδήματα ενός φορολογουμένου με τη βοήθεια της τεχνολογίας και τη συλλογή στοιχείων από διασταυρώσεις. Οι μέθοδοι αυτές ονομάζονται έμμεσες τεχνικές ελέγχου.

Οι νέες αυτές τεχνικές είναι ένα συμπληρωματικό εργαλείο ελέγχου το οποίο δίνει τη δυνατότητα στις ελεγκτικές αρχές, παράλληλα με τις παραδοσιακές μεθόδους ελέγχου, οι οποίες στηρίζονται κυρίως στα δεδομένα των τηρούμενων βιβλίων και στοιχείων, καθώς και στα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων, να προσδιορίσουν τη φορολογητέα ύλη με βάση την κινητή και ακίνητη περιουσία, τα εισοδήματα και τις πραγματικές δαπάνες.

Πιο συγκεκριμένα, εάν ο έλεγχος διαπιστώσει ότι αδυνατεί να προσδιορίσει την φορολογητέα ύλη με τις παραδοσιακές μεθόδους, τότε μπορεί να καταφύγει στις έμμεσες τεχνικές ελέγχου, βάσει του άρθρου 28 του ΚΦΕ (ν. 4172/2013) σύμφωνα με το οποίο ορίζονται τα εξής:

«Το εισόδημα των φυσικών και νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων που ασκούν ή προκύπτει ότι ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να προσδιορίζεται με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο ή με έμμεσες μεθόδους ελέγχου κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν τα λογιστικά αρχεία δεν τηρούνται ή οι οικονομικές καταστάσεις δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον νόμο για τα λογιστικά πρότυπα, ή

β) όταν τα φορολογικά στοιχεία ή τα λοιπά προβλεπόμενα σχετικά δικαιολογητικά δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ή

γ) όταν τα λογιστικά αρχεία ή φορολογικά στοιχεία δεν προσκομίζονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από σχετική πρόσκληση.

  1. Το εισόδημα φυσικών προσώπων, ανεξαρτήτως αν προέρχεται από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, μπορεί επίσης να προσδιορίζεται με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο ή έμμεσες μεθόδους ελέγχου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όταν το ποσό του δηλούμενου εισοδήματος δεν επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών δαπανών διαβίωσης ή σε περίπτωση που υπάρχει προσαύξηση περιουσίας η οποία δεν καλύπτεται από το δηλούμενο εισόδημα».

 Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το άρθρο 28 του ΚΦΕ είναι επί της ουσίας μία μεγάλη ομπρέλα κάτω από την οποία μπορεί να μπει σχεδόν κάθε περίπτωση φορολογικού ελέγχου, όταν διαπιστώνεται έστω και μία παράβαση μη έκδοσης στοιχείου (π.χ. μη έκδοση απόδειξης ποσού 50 ευρώ – ακραία περίπτωση αλλά υπαρκτή) ή όταν κρίνει ο έλεγχος ότι τα εισοδήματα του έτους ή τα εισοδήματα προηγουμένων ετών (όταν ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου) δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών ή των τεκμηρίων απόκτησης, στις περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου.

Με τον τρόπο αυτό, τα ελεγκτικά όργανα έχουν τη δυνατότητα χρησιμοποιώντας ένα ευρύ φάσμα πληροφοριών από διάφορες πηγές (πχ. Τράπεζες – άνοιγμα λογαριασμών και διερεύνηση των πιστώσεων, χρηματιστήριο-αποθετήριο τίτλων, ΔΕΚΟ κλπ) να εξάγουν ασφαλέστερα συμπεράσματα και να προσδιορίσουν τη φορολογητέα ύλη του ελεγχόμενου την οποία ο ελεγχόμενος πιθανόν να απέκρυβε έως τότε από τα δηλωθέντα εισοδήματά του.

Με την εφαρμογή του Ν.4174/2013 (ΦΕΚ 170 Α /26-7-2013) και σύμφωνα με το άρθρο 15, θεσπίσθηκαν οι υποχρεώσεις πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, ιδρυμάτων πληρωμών, των Ελληνικών Ταχυδρομείων, της Ελληνικά Χρηματιστήρια ΑΕ, Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, επιχειρήσεων ιδιωτικής ασφάλισης, ιδιωτικών θεραπευτηρίων, ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, εταιριών σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, εταιριών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και ύδρευσης, που υποχρεούνται ετησίως να διαβιβάζουν στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών μέσω ηλεκτρονικών καταστάσεων στοιχεία.

Μετά από επεξεργασία αυτών των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της η φορολογική-ελεγκτική αρχή, συγκρινόμενα με τα ετήσια δηλωθέντα εισοδήματα, μπορεί αυτόματα να προκύψουν διαφορές και πιθανόν να εντοπιστεί αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη, όπως για παράδειγμα όταν υπάρχει διαφορά μεταξύ των δαπανών διαβίωσης οι οποίες είναι υψηλότερες σε σχέση με τα δηλωθέντα εισοδήματα.

Στη διεθνή πρακτική, οι μέθοδοι με τις οποίες οι έμμεσες τεχνικές προσεγγίζουν τον κάθε έλεγχο είναι πέντε και είναι οι εξής:

Η αρχή των αναλογιών Με την μέθοδο αυτή προσδιορίζονται τα έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα, οι εκροές και τα φορολογητέα κέρδη του ελεγχόμενου προσώπου βάσει αναλογιών και ιδίως, του περιθωρίου μικτού κέρδους.
Η αρχή ανάλυσης ρευστότητας του φορολογούμενου Η τεχνική προσδιορίζει τη φορολογητέα ύλη αναλύοντας τα έσοδα (φορολογητέα και μη), τις αγορές και δαπάνες (επαγγελματικές, ατομικές και οικογενειακές) και τις αυξήσεις και μειώσεις των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων (επαγγελματικών, ατομικών και οικογενειακών) του φορολογούμενου φυσικού προσώπου.

 

 

Η αρχή της καθαρής θέσης του φορολογούμενου Η τεχνική αυτή αναδημιουργεί το οικονομικό ιστορικό του φορολογούμενου φυσικού προσώπου και προσδιορίζει φορολογητέα ύλη, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τα διαθέσιμα κεφάλαια προσωπικά, οικογενειακά, επαγγελματικά, τις διάφορες απαιτήσεις προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές (ενεργητικό), τις υποχρεώσεις προσωπικές, οικογενειακές ή επαγγελματικές (παθητικό), τις ατομικές, οικογενειακές και επαγγελματικές δαπάνες ως και τα εισοδήματα από λοιπές πηγές (ατομικά και οικογενειακά).
Η αρχή της σχέσης τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών Με την μέθοδο αυτή προσδιορίζονται τα έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα αξιοποιώντας τη σχέση της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών.
Η αρχή του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά

 

Η τεχνική αυτή προσδιορίζει φορολογητέα ύλη παρακολουθώντας την κίνηση των (διαθεσίμων) κεφαλαίων του φορολογούμενου, του/της συζύγου και των προστατευομένων μελών αυτών, είτε με την κατάθεση αυτών σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς είτε με την ανάλωση τους σε διάφορες συναλλαγές με χρήση μετρητών. Αναλύει τις συνολικές καταθέσεις σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς, τα διαθέσιμα, τις αγορές και δαπάνες σε μετρητά τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο κατά τη διάρκεια της ελεγχομένης φορολογικής περιόδου και τα συγκρίνει με τα συνολικά δηλωθέντα έσοδα.

Στην πράξη η τάση είναι να επικρατούν ως μέθοδος διεξαγωγής του ελέγχου οι έμμεσες τεχνικές, καθώς τα ελεγκτικά όργανα φρονούν ότι σχεδόν κάθε περίπτωση ελέγχου υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των εμμέσων. Αυτό εγκυμονεί κινδύνους για τυχόν μη ορθή εφαρμογή τους και για φαινόμενα αυθαιρεσίας εκ μέρους των ελεγκτικών οργάνων.

Μάλιστα, το άρθρο 28 εφαρμόζεται κατά κόρον σε περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών για να καλύψει τεκμήρια διαβίωσης ή απόκτησης και ο μεν φορολογούμενος διαθέτει πράγματι τα κεφάλαια αυτά ο δε έλεγχος δεν αποδέχεται την προσμέτρηση των κεφαλαίων αυτών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της επίκλησης εισοδημάτων από περαιώσεις ή από προηγούμενους φορολογικούς ελέγχους, που αποτελούν πραγματικά και φορολογηθέντα εισοδήματα, τα οποία θα έπρεπε οίκοθεν ο φορολογικός έλεγχος να προσμετρά ή αν μη τι άλλο να αποδέχεται κατόπιν επίκλησής τους από τον φορολογούμενο. Ωστόσο, παρατηρούμε ότι σε πολλές περιπτώσεις, ο έλεγχος δεν αποδέχεται αυτά τα κεφάλαια με δυσβάσταχτες συνέπειες για τον φορολογούμενο, ο οποίος αναγκάζεται να προσφύγει στην ΔΕΔ ή ακόμα και στα δικαστήρια για να μπορέσει να δικαιωθεί για το αυτονόητο.

Δείτε το άρθρο και στo e-forologia.gr

* Ο κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ARTION A.E. & ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος-Φοροτεχνικός.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Μήπως η διαδικασία επανεξέτασης των φορολογικών διαφορών χρήζει επανεξέτασης;

του Γεώργιου Σπ. Ευσταθόπουλου – δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω*

Είναι πλέον κοινώς γνωστό ότι, με την υιοθέτηση του Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), προβλέφθηκε μία νέα προδικασία επίλυσης των φορολογικών διαφορών (διοικητική διαδικασία).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63 του άνω νόμου, ο φορολογούμενος, προκειμένου να αμφισβητήσει οιοδήποτε σε βάρος του φορολογικό καταλογισμό, υποχρεούται να απευθυνθεί στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με Ενδικοφανή Προσφυγή (αίτηση επανεξέτασης πράξης), αιτούμενος την επανεξέταση της εκδοθείσας σε βάρος του καταλογιστικής πράξης, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση αυτής. Η ενδικοφανής προσφυγή υποβάλλεται στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη (ή παρέλειψε την έκδοση της) και πρέπει να αναφέρει τους λόγους και τα έγγραφα στα οποία ο υπόχρεος βασίζει το αίτημα του.

Η εκδούσα την καταλογιστική πράξη φορολογική Αρχή υποχρεούται, εντός προθεσμίας επτά (7) ημερών από την υποβολή ενδικοφανούς προσφυγής, να αποστείλει αυτήν, ως επίσης και κάθε σχετικό με την υπόθεση έγγραφο αλλά και τις Απόψεις της, στην Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.

Ο νομοθέτης ορίζει ότι η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών,  εντός εκατόν είκοσι (120) ημερών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής στη Φορολογική Διοίκηση, εκδίδει απόφαση, την οποία κοινοποιεί στον υπόχρεο, λαμβάνοντας υπόψη την προσφυγή, τις πληροφορίες που έλαβε από τον υπόχρεο και τις απόψεις της αρμόδιας φορολογικής αρχής, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που είναι σχετική με την υπόθεση.

Ωστόσο, στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου και νόμου προβλέπεται ρητώς ότι αν, εντός της ανωτέρω προθεσμίας, δεν εκδοθεί απόφαση τότε θεωρείται ότι η ενδικοφανής προσφυγή έχει απορριφθεί από την Δ.Ε.Δ. και ο υπόχρεος έχει λάβει γνώση αυτής της απόρριψης κατά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής.

Τέλος, κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής (λόγω παρόδου της προθεσμίας προς έκδοση της απόφασης), ο υπόχρεος δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, αρχόμενη είτε από την κοινοποίηση της ρητής αρνητικής αποφάσεως είτε από τη συμπλήρωση της προθεσμίας των 120 ημερών για την έκδοση αποφάσεως.

Το άρθρο 63 ολοκληρώνεται με την πρόβλεψη ότι είναι απαράδεκτη η Προσφυγή κατά καταλογιστικής πράξης της φορολογικής Αρχής απευθείας στα Διοικητικά Δικαστήρια, ήτοι χωρίς την τήρηση της ως άνω διοικητικής διαδικασίας.

Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι κατά πόσον οι προβλέψεις της άνω διατάξεως βρίσκονται σε αρμονία με τις διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου.

Το άρθρο 20 του Συντάγματος ορίζει ότι: (α) καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει, και (β) το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του.

Η ως άνω διάταξη όμως, παραπέμποντας στον κοινό νομοθέτη για την ειδικότερη ρύθμιση της διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, δεν απαγορεύει σ’ αυτόν να θέτει κατά την κρίση του περιορισμούς στην άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος, εφόσον όμως αυτοί συμβάλλουν στη διασφάλιση του και δεν αναιρούν την ουσία του.

Περαιτέρω, το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (- Δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης) ορίζει ότι: «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. ………..».

Εξάλλου, η αρχή της χρηστής διοίκησης αναφέρεται στην υποχρέωση της Διοίκησης να διευκολύνει τους πολίτες στην προστασία και προάσπιση των δικαιωμάτων τους, μέσω της ποιότητας των υπηρεσιών της, μέσω έγκαιρων και αιτιολογημένων απαντήσεων, μέσω διαφάνειας των δράσεών της και μέσω σωστής ενημέρωσης των διοικουμένων. Η αρχή αυτή βρίσκει έρεισμα στο Σύνταγμα (προστασία της προσωπικότητας – άρθρο 5 Συντάγματος). Συναφής είναι και η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου στη Διοίκηση, που απορρέει με την σειρά της από την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Η Διοίκηση οφείλει να διατηρεί την σταθερότητα των έννομων αποτελεσμάτων που έχει αποδώσει στον διοικούμενο, ο οποίος εύλογα αξιώνει από αυτήν τη μη αιφνίδια και μη αρκούντως αναίτια μεταβολή τους.

Τέλος, η αρχή της αποτελεσματικότητας της δράσης της δημόσιας διοίκησης συνδέεται με την αρχή της χρηστής διοίκησης και συνίσταται στην ταχύτητα διεκπεραίωσης των διοικητικών υποθέσεων, ως επίσης και στην οικονομία χρόνου και μέσων. Και η αρχή αυτή κατοχυρώνεται συνταγματικά και συγκεκριμένα στο άρθρο 10 Σ.

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, κατά τη διάρκεια της σχεδόν δεκαετούς λειτουργίας της, έχει ομολογουμένως εκδώσει σημαντικές αποφάσεις επί μείζονος σπουδαιότητος ζητήματα. Η παραγωγικότητα της Διευθύνσεως βελτιώνεται διαρκώς, ωστόσο μεγάλος όγκος ενδικοφανών προσφυγών απορρίπτεται σιωπηρώς διά της παρελεύσεως της τιθέμενης υπό του νόμου προθεσμίας, με αποτέλεσμα οι φορολογούμενοι να οδηγούνται στις αίθουσες των διοικητικών δικαστηρίων, αναλαμβάνοντας πολυδάπανη και χρονοβόρα δικαστική διαδικασία προκειμένου να αξιολογηθεί η υπόθεσή τους. Λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ελάχιστες αιτήσεις αναστολής ευδοκιμούν στη ΔΕΔ (αλλά και στα διοικητικά δικαστήρια), οι φορολογούμενοι σε πολλές περιπτώσεις είτε εξαναγκάζονται στην καταβολή μη οφειλόμενων ποσών φόρων και προστίμων είτε υφίστανται μέτρα αναγκαστικής είσπραξης (αν δεν έχουν τη δυνατότητα  καταβολής των καταλογισθέντων ποσών) μέχρι το χρόνο έκδοσης της δικαστικής αποφάσεως.

Παρενθετικά, δέον όπως τονισθεί ότι είναι απολύτως άγνωστο το πως και με ποια κριτήρια επιλέγονται οι υποθέσεις που θα εκδοθεί απόφαση.

 Πέραν τούτων όμως, ο προβληματισμός που τίθεται με το παρόν άρθρο συνίσταται στο κατά πόσον είναι συμβατή με το Σύνταγμα και τις πηγάζουσες από αυτό Αρχές που διέπουν τη δράση της Διοίκησης η καθιερωθείσα από το νομοθέτη δυνατότητα της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών να μην εκδώσει απόφαση, ήτοι να μην εκφέρει οιαδήποτε κρίση επί ενδικοφανούς προσφυγής φορολογουμένου.

Προφανώς και τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 63 Ν. 4174/2013, δοθέντος ότι, δια της παρεχόμενης δυνατότητας σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής, παραβιάζεται το δικαίωμα ακροάσεως του φορολογουμένου και καταστρατηγούνται οι Αρχές της χρηστής διοίκησης και της εύλογης εμπιστοσύνης του διοικούμενου στη διοίκηση.

Ενόψει δε και της υποχρεωτικότητας της ενδικοφανούς διαδικασίας για τον φορολογούμενο (η οποία δεν συνάδει λογικώς με δυνατότητα σιωπηρής απόρριψης εκ μέρους της διοίκησης και θα πρέπει επίσης να τεθεί υπό συνταγματική αξιολόγηση), η παρεχόμενη δυνατότητα περί σιωπηρής απόρριψης ενδικοφανούς προσφυγής δέον όπως καταργηθεί και ταυτόχρονα επιμηκυνθεί η προθεσμία των 120 ημερών για την υπό της ΔΕΔ έκδοση αποφάσεως επί των ενδικοφανών προσφυγών, εις τρόπον ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός της ενδικοφανούς διαδικασίας και η Διεύθυνση να δύναται να ανταποκριθεί ευχερέστερα στο έργο της.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* Ο κ. Γεώργιος Σπ. Ευσταθόπουλος είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, εξειδικευθείς στο Φορολογικό Δίκαιο.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φορολογικά προνόμια για την προσέλκυση κατοίκων εξωτερικού

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα και της  Νίκης Χατζοπούλου*

Την τελευταία δεκαετία πολλοί νέοι επιστήμονες και ειδικευμένοι τεχνίτες έχουν αναζητήσει δουλειά στο εξωτερικό, καθώς στην Ελλάδα οι συνθήκες απασχόλησης ήταν αποθαρρυντικές και η απορρόφηση των νέων εργαζομένων στην αγορά εργασίας χαμηλή. Αποτέλεσμα αυτού του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος είναι οι νέοι επιστήμονες και το εν γένει εργατικό δυναμικό να στελεχώνουν επιχειρήσεις και δομές του εξωτερικού και να διαπρέπουν ο καθένας στον τομέα ειδίκευσής του. Ήδη η πολιτεία έχει θεσπίσει μία δέσμη φορολογικών κινήτρων, ώστε να δημιουργήσει ένα ευνοϊκό καθεστώς για τον επαναπατρισμό των εργαζομένων.

Έχοντας ήδη αναπτύξει σε προηγούμενο άρθρο μας το ζήτημα της μεταφοράς φορολογικής κατοικίας στη ΔΟΥ Κατοίκων Εξωτερικού, στο παρόν άρθρο θα θέλαμε να αναφερθούμε στην αντίστροφη διαδρομή, δηλαδή τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας στην Ελλάδα και την υπαγωγή των επαναπατρισθέντων κατοίκων εξωτερικού στο ειδικό και προνομιακό φορολογικό καθεστώς που έχει θεσπιστεί πρόσφατα.

  1. Προϋποθέσεις

Φυσικό πρόσωπο, που μεταφέρει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπάγεται σε προνομιακό καθεστώς φορολόγησης για το εισόδημα από μισθωτή εργασία που αποκτά στην Ελλάδα, εφόσον σωρευτικά:

α) δεν ήταν φορολογικός κάτοικος της Ελλάδος τα προηγούμενα πέντε (5) από τα έξι (6) έτη πριν από τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του στην Ελλάδα,

β) μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία από κράτος μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. ή από κράτος με το οποίο είναι σε ισχύ συμφωνία διοικητικής συνεργασίας στον τομέα της φορολογίας με την Ελλάδα,

γ) παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης, που ασκείται είτε σε ημεδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα είτε σε μόνιμη εγκατάσταση αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα και

δ) δηλώνει ότι θα παραμείνει στην Ελλάδα τουλάχιστον για μια διετία.

  1. Προνομιακό καθεστώς φορολόγησης

Το φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος και από την εισφορά αλληλεγγύης για το πενήντα τοις εκατό (50%) του εισοδήματός του από μισθωτή εργασία και επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτά στην Ελλάδα μέσα στο φορολογικό έτος.

Ο φορολογούμενος που ακολουθεί την ως άνω διαδικασία υποχρεούται να δηλώνει όλα τα εισοδήματά του που προκύπτουν στην ημεδαπή και τα τυχόν εισοδήματα που προκύπτουν στην αλλοδαπή.

Αυτός ο τρόπος φορολόγησης ισχύει για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους για το οποίο υποβάλλεται η αίτηση του φυσικού προσώπου και λήγει μετά το πέρας επτά (7) συνολικά φορολογικών ετών. Η υπαγωγή αυτή δεν δύναται να παραταθεί πέραν των επτά (7) φορολογικών ετών.

Το φυσικό πρόσωπο που εντάσσεται στον ειδικό τρόπο φορολόγησης, εφόσον σε κάποιο φορολογικό έτος δεν πληροί τις προϋποθέσεις των περ. γ΄ και δ΄, παύει να υπάγεται στο ειδικό καθεστώς από το οικείο φορολογικό έτος και εφεξής φορολογείται για το σύνολο του εισοδήματός του από μισθωτή εργασία που αποκτά στην Ελλάδα.

Για φυσικά πρόσωπα που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 5Γ, δεν εφαρμόζεται η ετήσια αντικειμενική δαπάνη, η οποία προκύπτει βάσει κατοικίας (κύριας και δευτερευουσών) ή/και επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης (ανεξαρτήτως αριθμού οχημάτων).

  1. Διαδικασία μεταφοράς

Για το έτος 2022 (από 1.1.2022) ισχύουν τα ακόλουθα:

Για ανάληψη υπηρεσίας που λαμβάνει χώρα μέχρι και την 2α Ιουλίου του εκάστοτε έτους, η αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υποβάλλεται για το έτος  ανάληψης υπηρεσίας και μέχρι το τέλος του έτους αυτού. Η αίτηση δύναται να υποβάλλεται και εντός του επόμενου από την ανάληψη υπηρεσίας έτους και κρίνεται για υπαγωγή στο έτος αυτό.

Για ανάληψη υπηρεσίας που λαμβάνει χώρα μετά την 2α Ιουλίου του εκάστοτε έτους, η αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υποβάλλεται για το επόμενο έτος από την ανάληψη υπηρεσίας και μέχρι το τέλος του έτους αυτού.

Εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της αίτησης η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει την αίτηση και εκδίδει απόφαση, με την οποία την εγκρίνει ή την απορρίπτει, αναλόγως της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων.

Το φυσικό πρόσωπο δηλώνει στην αίτησή του το κράτος στο οποίο είχε την τελευταία φορολογική κατοικία του μέχρι την υποβολή της αίτησής του. Η Φορολογική Διοίκηση ενημερώνει τις φορολογικές αρχές του κράτους αυτού σχετικά με τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του εν λόγω φορολογουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί διεθνούς διοικητικής συνεργασίας, όπως αυτές ισχύουν.

  1. Η έννοια της νέας θέσης εργασίας

Τα παραπάνω εφαρμόζονται αποκλειστικά για την πλήρωση νέων θέσεων εργασίας.

Για την κάλυψη της προϋπόθεσης της πλήρωσης νέας θέσης εργασίας υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του εργοδότη με την οποία βεβαιώνεται ότι ο αιτών καλύπτει νέα θέση εργασίας.

Νέα θέση εργασίας υφίσταται τόσο σε περίπτωση αύξησης (σε απόλυτους αριθμούς) του αριθμού των απασχολουμένων, κατά την ημέρα ανάληψης υπηρεσίας από το φυσικό πρόσωπο που αιτείται την υπαγωγή του στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, όσο και στην περίπτωση που ο αιτών προσλαμβάνεται για να καλύψει νέα θέση σε υφιστάμενο τμήμα ή σε υφιστάμενη ειδικότητα ή για να καλύψει νέα ειδικότητα ή θέση σε νέο τμήμα στο οργανόγραμμα του ημεδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας ή της μόνιμης εγκατάστασης αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα, ακόμα και αν ο αριθμός των απασχολουμένων συνολικά δεν αυξάνεται. Σε κάθε περίπτωση προϋπόθεση για να πληρούται ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 5Γ του ΚΦΕ για τη δημιουργία της νέας θέσης εργασίας είναι να μην προκύψει ακολούθως μείωση των θέσεων εργασίας της ίδιας ειδικότητας ή των ίδιων καθηκόντων με αυτή που καταλαμβάνει ο υπαχθείς στις διατάξεις, για εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των έξι μηνών.

Στην περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στον ίδιο εργοδότη, δεν θεωρείται ότι μεταβάλλεται η θέση εργασίας του υπαχθέντος στις διατάξεις του άρθρου 5Γ του ΚΦΕ φυσικού προσώπου, το οποίο συνεχίζει να υπάγεται στον ειδικό τρόπο φορολόγησης του άρθρου αυτού.

  1. Άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται ανάλογα και για τα φυσικά πρόσωπα που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, με σκοπό να ασκήσουν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Το πενήντα τοις εκατό (50%) του εισοδήματός τους από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν στην Ελλάδα μέσα στο φορολογικό έτος απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος και από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης για επτά (7) συναπτά φορολογικά έτη. Η αίτηση για την υπαγωγή στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου υποβάλλεται σύμφωνα με τα ανωτέρω και ως ανάληψη υπηρεσίας νοείται η έναρξη εργασιών.

 Ήδη πολλοί φορολογούμενοι έχουν αξιοποιήσει τις ανωτέρω διατάξεις για τη μεταφορά της φορολογικής τους κατοικίας στην Ελλάδα και ιδίως οι νέοι εργαζόμενοι που κατά τα προηγούμενα έτη και λόγω της οικονομικής κρίσης είχαν αναζητήσει δουλειά στο εξωτερικό και τώρα επαναπατρίζονται. Επισημαίνουμε ότι η κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα, προκειμένου να διασφαλίζεται η ορθότητα του φορολογικού χειρισμού που ακολουθείται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

O κ. Γιάννης Αρτσίτας είναι Senior Accountant – Φορολογία Φυσικών Προσώπων της Artion Α.Ε.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Εισόδημα απο περαιώσεις συνυπολογίζεται στα διαθέσιμα κεφάλαια

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία της  Νίκης Χατζοπούλου*

Οι φορολογικές αρχές (ΔΟΥ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΚΕΜΕΕΠ, ΣΔΟΕ) κατά την διενέργεια ελέγχου σε φυσικά και νομικά πρόσωπα δύνανται να κάνουν χρήση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου και να αξιοποιούν κάθε διαθέσιμο στοιχείο για την εξεύρεση φορολογητέας ύλης. Πρόκειται για το άρθρο 28 του ΚΦΕ. Μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι όταν το ποσό του δηλούμενου εισοδήματος δεν επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών δαπανών διαβίωσης ή σε περίπτωση που υπάρχει προσαύξηση περιουσίας η οποία δεν καλύπτεται από το δηλούμενο εισόδημα. Πώς, όμως, κρίνεται από τα ελεγκτικά όργανα η ύπαρξη ή μη επαρκούς εισοδήματος – διαθεσίμων κεφαλαίων;

Σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν. 4172/2013 προβλέπεται ότι:

«1. Το εισόδημα των φυσικών και νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων που ασκούν ή προκύπτει ότι ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να προσδιορίζεται με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο ή με έμμεσες μεθόδους ελέγχου κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  α) όταν τα λογιστικά αρχεία δεν τηρούνται ή οι οικονομικές καταστάσεις δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον νόμο για τα λογιστικά πρότυπα, ή

 β) όταν τα φορολογικά στοιχεία ή τα λοιπά προβλεπόμενα σχετικά δικαιολογητικά δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ή

 γ) όταν τα λογιστικά αρχεία ή φορολογικά στοιχεία δεν προσκομίζονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από σχετική πρόσκληση. 

 Το εισόδημα φυσικών προσώπων, ανεξαρτήτως αν προέρχεται από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, μπορεί επίσης να προσδιορίζεται με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο ή έμμεσες μεθόδους ελέγχου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όταν το ποσό του δηλούμενου εισοδήματος δεν επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών δαπανών διαβίωσης ή σε περίπτωση που υπάρχει προσαύξηση περιουσίας η οποία δεν καλύπτεται από το δηλούμενο εισόδημα

Επίσης, με βάση το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 4172/2013 ορίζεται ότι:  «Η Φορολογική Διοίκηση κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς της προηγούμενης παραγράφου υποχρεούται να λάβει υπόψη τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, τα οποία αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά στοιχεία. Ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης για τα ποσά που ιδίως είναι: α) Πραγματικά εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από τον φορολογούμενο, τη σύζυγό του και τα εξαρτώμενα μέλη του και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Αν τα εισοδήματα αυτά αποκτήθηκαν στην αλλοδαπή, αναγνωρίζονται, εφόσον υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα ή απαλλάσσονται νομίμως από αυτόν, (…) ζ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο».

Ανάμεσα στα κεφάλαια προηγουμένων ετών είναι και το εισόδημα που προκύπτει βάσει των οριστικών φορολογικών ελέγχων αλλά και των περαιώσεων (περαίωση του ν. 3016/2002, ν. 3259/2004,  του ν. 3697/2008, του ν. 3888/2010). Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τις περαιώσεις (βλ. ενδεικτικά ΠΟΛ 1109/2002) επανυπολογίζονταν τα ακαθάριστα έσοδα βάσει συντελεστών και εν συνεχεία προσδιοριζόταν επί των νέων αποτελεσμάτων ο φόρος. Το ίδιο ίσχυε και για όλες τις άλλες περαιώσεις.

 Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εγκύκλιο Ε2137/2019 ορίζεται ότι: «6. Σε περίπτωση επίκλησης από τον φορολογούμενο ανάλωσης κεφαλαίου προηγούμενων ετών, στα οποία περιλαμβάνονται φορολογικά έτη που έχουν ήδη ελεγχθεί και για τα οποία έχουν εκδοθεί οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, κατά τα έτη αυτά ως κεφάλαιο προς ανάλωση θα λαμβάνεται υπόψη αυτό που προκύπτει ή που προσδιορίστηκε με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου και όχι αυτό που προσδιορίζεται από το άρθρο 34 του ν.4172/2013, καθώς σε έτος για το οποίο έχει εκδοθεί οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου δεν χωρεί εκ νέου εφαρμογή του άρθρου 34 του ν.4172/2013 μετά την έκδοση των πράξεων αυτών, ως αν δεν είχε μεσολαβήσει έλεγχος».

Επισημαίνουμε ότι η διαφορά εισοδήματος που προκύπτει από φορολογικό έλεγχο έχει τα ίδια ποιοτικά χαρακτηριστικά με τις διαφορές του εισοδήματος που προκύπτουν από τις περαιώσεις.

Παρόλο που δεν υπάρχει κωδικός στη φορολογική δήλωση (Ε1) για να προστεθεί το εισόδημα αυτό, ο φορολογούμενος μπορεί να επικαλεστεί το εισόδημα βάσει περαιώσεων μέχρι και την έκδοση των προσωρινών αποτελεσμάτων του ελέγχου και το εισόδημα αυτό συνυπολογίζεται τόσο κατά τη σύνταξη του πίνακα ανάλωσης κεφαλαίου όσο και για τα δηλούμενα εισοδήματα κατά τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου (διαθέσιμα υπόλοιπα κατά την 31.12 του προηγούμενου από το πρώτο ελεγχόμενο έτος). Δυστυχώς οι ελεγκτικές αρχές (ευτυχώς όχι όλες) δεν αναγνωρίζουν το φορολογηθέν εισόδημα που έχει προκύψει από περαιώσεις, αν και έχει εκδοθεί ειδική (ad hoc) απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών σχετική με το θέμα αυτό: «Αριθ. πρωτ.: 1007027/83/Α0012/23 Μαρτίου 2009, ΘΕΜΑ: Λογιστικές διαφορές κατά τον προσδιορισμό του κεφαλαίου προηγουμένων ετών.- Αν μετά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικον. έτους, από την οποία προκύπτει προστιθέμενη διαφορά  δαπανών (για την κάλυψη της οποίας ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίων προηγούμενων ετών), ελεγχθούν προηγούμενα έτη και διαπιστωθούν διαφορές εισοδήματος και επιβληθεί ο οικείος φόρος στα εισοδήματα αυτά, δεδομένου ότι οι διαφορές αυτές δεν είχαν φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη, αλλά φορολογήθηκαν κατά ή μετά το έτος που υποβάλλεται η οικεία δήλωση, δε λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ανάλωσης κεφαλαίου προηγούμενων ετών. Αντίθετα, αν ελεγχθούν προηγούμενες χρήσεις από τις οποίες προκύψουν λογιστικές διαφορές (και επιβληθεί ο οικείος φόρος για τα εισοδήματα αυτά) και σε μεταγενέστερη από τον έλεγχο χρήση προκύψει δαπάνη, τα εν λόγω εισοδήματα λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη της διαφοράς αυτής ως κεφάλαιο προηγούμενων ετών που σχηματίζεται. Σχετικά με το ερώτημα της περαίωσης με το ν. 3259/2004, εάν δηλαδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί η προσαύξηση των λογιστικών διαφορών που προέκυψε από τη διαδικασία της περαίωσης και για την οποία κατεβλήθη το αντίστοιχο ποσό φόρου, ως αναλωθέν κεφάλαιο για κάλυψη δαπάνης μεταγενέστερης χρήσης, η απάντηση είναι καταφατική, δεδομένου ότι με τον ν. 3259/2004 περαιώθηκαν υποθέσεις από τις οποίες προέκυψαν οι παραπάνω λογιστικές διαφορές για τις οποίες υποβλήθηκε ο προβλεπόμενος από το νόμο της περαίωσης φόρος».

Επίσης, σύμφωνα με το 1011722/ΕΞ 2010/Δ12/28.1.2010 έγγραφο του υπ. Οικονομικών έχει γίνει δεκτό ότι: «Αν ελεγχθούν προηγούμενες χρήσεις από τις οποίες προκύψουν λογιστικές διαφορές (και επιβληθεί ο οικείος φόρος για τα εισοδήματα αυτά) και σε μεταγενέστερη από τον έλεγχο χρήση προκύψει δαπάνη τα εν λόγω εισοδήματα λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη της διαφοράς αυτής ως κεφάλαιο προηγούμενων ετών».

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, το ως άνω ποσό φορολογηθέν εισόδημα από περαιώσεις θα πρέπει να συνυπολογίζεται, με αποτέλεσμα το διαθέσιμο κεφάλαιο προηγούμενων ετών να προσαυξάνεται αντιστοίχως. Μάλιστα, κατά δέσμια αρμοδιότητα τα ελεγκτικά όργανα θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψιν το εισόδημα από περαιώσεις κατά τον υπολογισμό των διαθεσίμων κεφαλαίων προηγουμένων ετών. Δυστυχώς, διαπιστώνουμε ότι κάτι τέτοιο στην πράξη δεν εφαρμόζεται, καθώς προσφάτως ελεγκτικές αρχές αρνήθηκαν να λάβουν υπόψιν εισοδήματα φορολογούμενων από περαιώσεις.

Επισημαίνουμε ότι η μη συμμόρφωση των ελεγκτικών αρχών προς την ισχύουσα νομοθεσία έχει καταστροφικές συνέπειες για τους φορολογούμενους και πλήττει βάναυσα την αρχή της νομιμότητας της δράσης της δημόσιας διοίκησης, καθώς και την προστατευόμενη εμπιστοσύνη των φορολογούμενων στο κράτος δικαίου. Σε πολλές περιπτώσεις αυτές οι υποθέσεις φτάνουν μέχρι τα δικαστήρια και μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ο φορολογούμενος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ένα ποσό δυσανάλογο προς τη φοροδοτική του ικανότητα, ενώ εκτός από οικονομική δυσχέρεια η εν λόγω φορολογική διαφορά πιθανόν να έχει και ποινικές προεκτάσεις υπό προϋποθέσεις. Θεωρούμε ότι θα πρέπει άμεσα να παρέμβει η Διοίκηση, ώστε να διασφαλίζεται το αυτονόητο: ότι κατά την διαδικασία του φορολογικού ελέγχου εφαρμόζεται η νομοθεσία και οι σχετικές εγκύκλιοι.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


ΝΕΠΑ: Εκσυγχρονισμός νομοθετικού πλαισίου και ανταπόκριση στις διεθνείς προκλήσεις

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου*

 Το τελευταίο χρονικό διάστημα στη χώρα μας παρατηρείται μεγάλο ενδιαφέρον για τη ναύλωση ιδιωτικών σκαφών αναψυχής. Σε αυτό το πλαίσιο έχει αυξηθεί το ενδιαφέρον εμπορικής εκμετάλλευσης των ιδιόκτητων σκαφών αναψυχής.

Ο νομοθέτης αφουγκραζόμενος την εν λόγω συγκυρία προέβη προσφάτως στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας που διέπει τις ΝΕΠΑ, εισάγοντας τον ν. 4926/2022 («Εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου για τη δραστηριοποίηση των πλοίων αναψυχής και των τουριστικών ημερόπλοιων, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής και άλλες διατάξεις») που εισάγει νέες ρυθμίσεις για τη λειτουργία των ΝΕΠΑ με στόχο αφενός την εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές επιταγές και αφετέρου την απλοποίηση των διαδικασιών και τον συσχετισμό τους με τον τρόπο λειτουργίας των λοιπών εταιρικών τύπων. Με τον ν. 4926/2022 καταργείται ο μέχρι τώρα ισχύων νόμος 3182/2003.

Σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου 4926/2022, Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής (Ν.Ε.Π.Α.) είναι η κεφαλαιουχική εταιρεία με νομική προσωπικότητα, για τα χρέη της οποίας ευθύνεται μόνο η ίδια με την περιουσία της και η οποία θεωρείται εμπορική, με αποκλειστικό σκοπό την κτήση κυριότητας, την εκμετάλλευση ή τη διαχείριση πλοίων αναψυχής με ελληνική σημαία που χαρακτηρίζονται ως επαγγελματικά. Για την εκμετάλλευση και τη δραστηριοποίηση επαγγελματικών πλοίων αναψυχής απαιτείται, εκτός από έναρξη εργασιών επαγγελματικής εκμετάλλευσης πλοίου, και καταχώριση των στοιχείων του πλοίου στο e-Μητρώο Πλοίων.

Κατωτέρω παρατίθενται ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά των ΝΕΠΑ:

  • Για την επιδίωξη του σκοπού της, η Ν.Ε.Π.Α. μπορεί να συμμετέχει σε άλλες Ν.Ε.Π.Α..
  • Για τη σύσταση της Ν.Ε.Π.Α. δύνανται να συμπράξουν ως ιδρυτές ένα ή περισσότερα πρόσωπα, είτε φυσικά είτε νομικά σε αντίθεση με το προϊσχύον καθεστώς που ήταν αναγκαία η σύμπραξη δύο τουλάχιστον ιδρυτών.
  • Η Ν.Ε.Π.Α. δύναται να καταστεί μονοπρόσωπη.
  • Η Ν.Ε.Π.Α. αποκτά νομική προσωπικότητα από την ημερομηνία καταχώρισης του καταστατικού της στο Μητρώο Ν.Ε.Π.Α..
  • Ως ελάχιστο εταιρικό κεφάλαιο για την ίδρυση της Ν.Ε.Π.Α. ορίζεται το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, το οποίο καταβάλλεται ολοσχερώς εντός δύο (2) μηνών από τη σύσταση της Ν.Ε.Π.Α.. Η καταβολή σε μετρητά του αρχικού κεφαλαίου ή των αυξήσεων αυτού, καθώς και οι καταθέσεις μετόχων με προορισμό τη μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου πραγματοποιούνται υποχρεωτικά με κατάθεση σε ειδικό λογαριασμό της εταιρείας, που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, στην ΕΕ, ή σε χώρα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), με προσκόμιση του σχετικού παραστατικού στο Μητρώο Ν.Ε.Π.Α.. Η παράλειψη καταβολής σε λογαριασμό δεν επάγεται ακυρότητα, αν αποδεικνύεται ότι το σχετικό ποσό δαπανήθηκε για τους σκοπούς της εταιρείας, με την προϋπόθεση ότι αυτό έχει ειδικά προβλεφθεί στο καταστατικό.
  • Πλέον οι μετοχές της Ν.Ε.Π.Α. είναι μόνο ονομαστικές και ενσωματώνονται σε τίτλο της μιας ή περισσότερων μετοχών. Η μη δυνατότητα ύπαρξης ανωνύμων μετοχών αποτελεί εναρμόνιση με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία (Οδηγία (ΕΕ) 2015/849), η οποία έχει ήδη ενσωματωθεί στον νόμο των ΑΕ (ν. 4548/2018). Ανώνυμες μετοχές που έχουν εκδοθεί από Ν.Ε.Π.Α. ονομαστικοποιούνται υποχρεωτικά μέχρι την 31η.12.2023.
  • Η μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών γίνεται με εγγραφή στο βιβλίο των μετόχων. Η εγγραφή αυτή χρονολογείται και υπογράφεται από τον κύριο και από αυτόν στον οποίο γίνεται η μεταβίβαση της μετοχής. Μετά τη μεταβίβαση κάθε ονομαστικής μετοχής, εκδίδεται νέος τίτλος ή γίνεται σημείωση από την εταιρεία στον τίτλο που υπάρχει για τη μεταβίβαση που έγινε. Η σημείωση περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις αυτού που μεταβιβάζει τη μετοχή και αυτού προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβασή της. Για την εταιρεία μέτοχος θεωρείται αυτός που γράφεται στο βιβλίο μετόχων.
  • Επιτρέπεται με το καταστατικό να επιβάλλονται περιορισμοί στη μεταβίβαση των μετοχών. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική διάταξη του καταστατικού αναγράφεται πάνω στον τίτλο της μετοχής.
  • Η Ν.Ε.Π.Α. διοικείται από το Διοικητικό της Συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από τρία (3), τουλάχιστον, φυσικά πρόσωπα ως μέλη, μετόχους ή μη. Η Ν.Ε.Π.Α. δύναται να εκπροσωπείται, πέραν του Διευθύνοντος Συμβούλου, από μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή τρίτα πρόσωπα που ορίζονται με απόφαση αυτού, που καταχωρίζεται υποχρεωτικά στο Μητρώο Ν.Ε.Π.Α..
  • Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου είναι εξαετής. Το διοικητικό συμβούλιο είναι ελευθέρως ανακλητό και επανεκλέξιμο. Αν λήξει η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου και για οποιονδήποτε λόγο δεν εκλεγεί νέο Διοικητικό Συμβούλιο, η θητεία του παλαιού παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την εκλογή νέου από την αμέσως επόμενη γενική συνέλευση.
  • Η Ν.Ε.Π.Α. επιτρέπεται, εφόσον αυτό δεν απαγορεύεται από το καταστατικό, να συμβάλλεται με τους ιδρυτές, τους μετόχους, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τους υπαλλήλους της, όταν ενεργούν ατομικώς ή ως εκπρόσωποι άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου. Η Ν.Ε.Π.Α. δεν επιτρέπεται να συνάπτει ναυλοσύμφωνα με τους ιδρυτές, τους μετόχους, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τους υπαλλήλους της, όταν ενεργούν ατομικώς ή ως εκπρόσωποι άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου, καθώς και με πρόσωπα με τα οποία έχουν συγγένεια μέχρι δεύτερου βαθμού ή είναι σύζυγοι ή συμβιούντες αυτών.
  • Η γενική συνέλευση συνέρχεται στην έδρα της Ν.Ε.Π.Α., τουλάχιστον μία (1) φορά σε κάθε εταιρική χρήση. Η απόδειξη εκπλήρωσης της υποχρέωσης του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει εφόσον, κατά τη διάρκεια κάθε εταιρικής χρήσης και έως έξι (6) μήνες από τη λήξη της, έχει υποβληθεί πρακτικό γενικής συνέλευσης για καταχώριση ή για ενημέρωση περί πραγματοποίησης γενικής συνέλευσης στο Μητρώο Ν.Ε.Π.Α..
  • Η διάθεση των καθαρών κερδών γίνεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης. Δεν είναι υποχρεωτική η διανομή μερίσματος ή ο σχηματισμός αποθεματικού, εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά.
  • Η μετατροπή εταιρείας άλλης νομικής μορφής σε Ν.Ε.Π.Α. δεν επιτρέπεται και η μετατροπή ΝΕΠΑ σε άλλης εταιρεία άλλης νομικής μορφής απαγορεύονται.
  • Η αναφορά περί αποκλειστικής ευθύνης της Ν.Ε.Π.Α. για τα χρέη της, με σκοπό τη διαφοροποίησή της ως κεφαλαιουχικής εταιρείας από άλλες μορφές εταιρειών, δεν αναιρεί την αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων της, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 50 του ν. 4174/2013.
  • Τα άρθρα 1 και 2 του ν. 27/1975 (A’ 77) εφαρμόζονται και για τη Ν.Ε.Π.Α., εφόσον είναι πλοιοκτήτρια, καθώς και για τους μετόχους αυτής.
  • Οι Ν.Ε.Π.Α. που διαχειρίζονται ή εκμεταλλεύονται επαγγελματικά πλοία αναψυχής που ανήκουν σε τρίτους, τηρούν λογιστικά αρχεία με διπλογραφικό σύστημα και έχουν όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον ν. 4308/2014(Α’251).

Συμπερασματικά, σημειώνουμε ότι η ΝΕΠΑ προσιδιάζει ως προς τον τρόπο λειτουργίας και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της στο μοντέλο των ΑΕ. Με τις βασικές τομές που αναπτύσσονται στην νέα νομοθεσία των ΝΕΠΑ, επιλύονται προβλήματα που έχουν ανακύψει από την εφαρμογή του προϋφιστάμενου πλαισίου και έχει σταθεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη του κλάδου. Στόχος είναι η αποτελεσματική ανταπόκριση στις διαφαινόμενες προκλήσεις του μέλλοντος, δεδομένου ότι η Ελλάδα αποτελεί έναν από του δημοφιλέστερους καλοκαιρινούς προορισμούς των πλοίων αναψυχής παγκοσμίως, συμβάλλοντας καθοριστικά στην εμπορική προώθηση μιας μοναδικής εθνικής σφραγίδας (brand).

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Επιτέλους, τέλος το χαρτόσημο για δάνεια μεταξύ επιχειρήσεων

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία της Νάνσυ Καλλιανιώτη και της Νίκης Χατζοπούλου*

 Πριν από ένα έτος είχαν εκδόθηκαν δύο αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με την χορήγηση έντοκων δανείων και τα τέλη χαρτοσήμου. Συγκεκριμένα, με τις υπ’ αριθ. 2163/2020 και 2323/2020 αποφάσεις του Β’ Τμήματος του ΣτΕ έγινε δεκτό ότι η χορήγηση έντοκων δανείων αποτελεί δραστηριότητα υπαγόμενη στο καθεστώς ΦΠΑ και δεν υπόκειται σε τέλη χαρτοσήμου.

Ειδική αναφορά στη νομολογία αυτή είχαμε κάνει στο άρθρο μας «Κατάργηση στα τέλη χαρτοσήμου έντοκων δανείων». Με το παρόν άρθρο θα θέλαμε να αναφερθούμε στην προσφάτως εκδοθείσα απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Αθήνας) με αριθμό ΔΕΔ Α 4684/2021, με την οποία ενσωματώθηκε στην κρίση της ΔΕΔ η ως άνω νομολογία του ΣτΕ.

Πιο συγκεκριμένα, στην εν λόγω υπόθεση το ΚΕΦΟΜΕΠ εξέδωσε καταλογιστικές πράξεις τελών χαρτοσήμου, διότι σύμφωνα με την οικεία Έκθεση Ελέγχου, κατά τον διενεργηθέντα έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι ο προσφεύγων, κατά τη διάρκεια των φορολογικών ετών 2015 και 2016, συνέταξε ιδιωτικά συμφωνητικά εντόκων δανείων με εταιρείες, τα οποία δεν προσκόμισε ενώπιον της φορολογικής αρχής προς χαρτοσήμανση και δεν απέδωσε στο Δημόσιο τα αναλογούντα τέλη χαρτοσήμου.

Ωστόσο, η ΔΕΔ, κρίνοντας ότι οι παραδοχές των με αριθ. ΣτΕ 2163/2020 και ΣτΕ2323/2020 αποφάσεων του ΣτΕ ερείδονται επί πραγματικών και νομικών ζητημάτων όμοιων με αυτά της υπό εξέταση περίπτωσης, απεφάνθη ότι η ενδικοφανής προσφυγή θα πρέπει να αντιμετωπιστεί κατά τρόπο σύμφωνο με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του ΣτΕ στη βάση των αρχών της αναλογικότητας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων προς τη Διοίκηση.

Επισημαίνουμε ότι, αν και δεν έχει ακόμη εκδοθεί σχετική εγκύκλιος από την Διοίκηση που να ενσωματώνει την ως άνω νομολογία και να παρέχει σχετικές κατευθύνσεις εφαρμογής προς τους φορολογούμενους, η ως άνω απόφαση της ΔΕΔ δικαίωσε τον φορολογούμενο εμπεδώνοντας την έννοια της αρχής του κράτους δικαίου και επιβεβαιώνοντας τον θεσμικό της ρόλο.

Η ΔΕΔ για την έκδοση της ως άνω απόφασης έλαβε υπόψιν τα ακόλουθα:

  • Οι δανείστριες επιχειρήσεις του προσφεύγοντος κατά τα κρίσιμα έτη (2015 και 2016) ετύγχαναν ανώνυμες εταιρείες, ήτοι εξ ορισμού ασκούσαν κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα και συνεπώς ήταν πρόσωπα υποκείμενα στον Φ.Π.Α.
  • Οι εν λόγω ανώνυμες εταιρείες, υπό αυτήν τους την ιδιότητα χορήγησαν στον προσφεύγοντα δάνεια έντοκα, ήτοι έναντι ανταλλάγματος, έτσι οι εν λόγω συναλλαγές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Φ.Π.Α., έστω και αν απαλλάσσονται αυτού, με συνέπεια να μη οφείλεται τέλος χαρτοσήμου.
  • Η κρίση του ΣτΕ: Η χορήγηση έντοκου χρηματικού δανείου από επιχείρηση υποκείμενη στο ΦΠΑ υπάγεται στο καθεστώς του Φ.Π.Α. ως υπηρεσία παρεχόμενη έναντι ανταλλάγματος (αντάλλαγμα είναι οι τόκοι). Όμως, λόγω ρητής διάταξης  τυγχάνει ταυτόχρονα και απαλλαγής από την επιβολή του Φ.Π.Α., όπως και διάφορες άλλες κατηγορίες υπηρεσιών λ.χ. οι υπηρεσίες εκπαίδευσης, οι ασφαλιστικές υπηρεσίες κ.ο.κ.. Περαιτέρω, με το άρθρο 63 παρ. 1β του Κώδικα ΦΠΑ καταργήθηκαν οι διατάξεις για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Φ.Π.Α. (πλην ορισμένων εξαιρέσεων) και δεν μπορεί να επιβληθεί χαρτόσημο αν η πράξη υπόκειται σε Φ.Π.Α.. Συνεπώς, η ως άνω οικονομική δραστηριότητα χορήγησης έντοκων δανείων, ως υπαγόμενη στο καθεστώς Φ.Π.Α. δεν υπόκειται σε τέλη χαρτοσήμου.

Κατόπιν των ανωτέρω, ανοίγει ο δρόμος για την χρηματοδότηση επιχειρήσεων από εξωτραπεζικά ιδρύματα (Funds) ή άλλες εμπορικές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να ξεκλειδώνεται ο ιδιωτικός δανεισμός, καθώς δεν θα επιβάλλονται τέλη χαρτοσήμου, με συνέπεια να αποφεύγουν οι επιχειρήσεις κατά τον τρόπο αυτό μία σημαντική οικονομική επιβάρυνση που μέχρι τώρα προκαταβολικά κατέβαλαν για τον δανεισμό αυτό.

Αναμένουμε βεβαίως και τη σχετική εγκύκλιο της Διοίκησης, που σημειωτέον ήδη έχει καθυστερήσει, ιδίως αν λάβουμε υπόψιν ότι τα ελεγκτικά όργανα, ΔΟΥ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΣΔΟΕ και ΚΕΜΕΕΠ εξακολουθούν να αναζητούν και να καταλογίζουν τέλη χαρτοσήμου για τις συναλλαγές αυτές ελλείψει έτερης διοικητικής κατεύθυνσης και τρανή απόδειξη είναι η ως άνω υπόθεση που εξέτασε η ΔΕΔ.

Κλείνοντας, εν αναμονή της εδώ και καιρό εξαγγελθείσας κατάργησης της απαρχαιωμένης και δαιδαλώδους νομοθεσίας του τέλους χαρτοσήμου, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι άλλη μία περίπτωση που χρήζει διευθέτησης από την Πολιτεία είναι η περίπτωση του τέλους χαρτοσήμου στο χρησιδάνειο, το οποίο θα πρέπει να καταργηθεί, όπως είχε καταργηθεί προ ετών και το τέλος χαρτοσήμου ενοικίων για τους ιδιώτες, αν και το τέλος χαρτοσήμου για τα επαγγελματικά ακίνητα παραμένει στο 3,6% (δηλαδή στις επαγγελματικές μισθώσεις).

 

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

Η κα Nάνσυ Καλλιανιώτη είναι Partner της Artion. A.E.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Άτυπη δωρεά μεταξύ συζύγων (με τις νέες διατάξεις)

Άτυπη δωρεά μεταξύ συζύγων (με τις νέες διατάξεις)

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου *

Ένα ζήτημα που συχνά απασχολεί φορολογούμενους αλλά και φορολογικές αρχές είναι η κατανομή των οικογενειακών εισοδημάτων μεταξύ συζύγων, υπό την έννοια ότι από τη μία πλευρά τα τεκμήρια καλύπτονται από τα δηλωθέντα εισοδήματα των φορολογουμένων και σε περίπτωση συζύγων και ο ένας μπορεί να καλύψει τα τεκμήρια του άλλου από δικά του εισοδήματα, αλλά όταν γίνει χρήση των χρηματικών διαθεσίμων του ενός συζύγου από τον άλλο για την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου (π.χ. ακίνητο), σε περίπτωση ελέγχου, αναζητείται φόρος δωρεάς.

Πρόσφατο παράδειγμα είναι η απόφασης της ΔΕΔ Αθήνας υπ’ αριθ. 4512/2021, όπου η φορολογική αρχή καταλόγισε φόρο δωρεάς από τον σύζυγο, διότι τα εισοδήματα της συζύγου δεν επαρκούσαν για την συνολική κάλυψη της δαπάνης αγοράς ακινήτων. Ο έλεγχος δηλαδή έκρινε ότι τα ποσά που δαπανήθηκαν για την αγορά των ακινήτων προέρχονταν και από παραχώρηση περιουσίας του συζύγου της (ήτοι μεταβίβαση περιουσίας χωρίς αντάλλαγμα), με την συνακόλουθη μείωση της δικής του περιουσίας και την αντίστοιχη αύξηση της περιουσίας της προσφεύγουσας.

Αφορολόγητο δωρεών από 1.10.2021 έως 800.000 ευρώ

Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις που ισχύουν από 1.10.2021, ορίστηκε ως αφορολόγητο το ποσό δωρεών και γονικών παροχών περιουσιακών στοιχείων και μετρητών για τους δικαιούχους της Α’ κατηγορίας της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2961/2001 σε οκτακόσιες χιλιάδες (800.000) ευρώ. Συνεπώς, στην ως άνω περίπτωση της ΔΕΔ δεν θα υπήρχε ζήτημα φόρου δωρεάς, αν η αγορά ακινήτων είχε γίνει μετά την 1.10.2021, καθώς η αξία των ακινήτων στην υπόθεση αυτή ήταν  κάτω των 800.000 ευρώ. Υπενθυμίζουμε τους δικαιούχους που εντάσσονται στην Α’ κατηγορία παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2961/2001: σύζυγοι,  πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, παιδιά, εγγόνια και γονείς.

Τεκμήριο άτυπης δωρεάς

Η απόδειξη της, χωρίς αντάλλαγμα, παραχώρησης, για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο, βαρύνει την ελεγκτική αρχή, πλην λόγω του ότι η απόδειξη αυτή είναι δυσχερής, είναι ανεκτή η συναγωγή τεκμηρίου δωρεάς.

Από την δικαστηριακή νομολογία έχει γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η συναγωγή τεκμηρίου δωρεάς αν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

Α. Τα πρόσωπα (αυτός που δίνει και αυτός που παίρνει), να συνδέονται μεταξύ τους με ιδιαίτερο συγκεκριμένο συγγενικό δεσμό.

Β. Ο αρμόδιος Οικονομικός Προϊστάμενος αιτιολογημένα να αποκλείσει κάθε άλλη πηγή προέλευσης χρημάτων κατά το οποίο υπολογίζεται ότι αυξήθηκε η περιουσία του προσώπου που θεωρείται δωρεοδόχος ή και μόνο να αποκλείσει αιτιολογημένα τις πηγές των χρημάτων που επικαλούνται οι φορολογούμενοι.

Γ. Ο αρμόδιος Οικονομικός Προϊστάμενος αιτιολογημένα να διαπιστώσει ότι η οικονομική κατάσταση του προσώπου που θεωρείται δωρητής του επέτρεπε να κάνει δωρεά που υποστηρίζει ότι έγινε.

Αν συντρέχουν οι τρείς αυτές προϋποθέσεις ο αρμόδιος Οικονομικός Προϊστάμενος νόμιμα καταλογίζει φόρο δωρεάς έστω και αν δεν έχει πλήρη αποδεικτικά στοιχεία για

την πραγματοποίηση της (σχετ. ΣΤΕ 2856/1974, 954/1982, 4026/1983).

Επίκληση δωρεάς για κάλυψη τεκμηρίων

Προκειμένου να μπορέσει κάποιος να κάνει στη φορολογική του δήλωση χρήση ποσού που έχει προέλθει από δωρεά ώστε να καλύψει τεκμήρια, αυτή θα πρέπει να δηλωθεί  μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του οικείου φορολογικού έτους με δήλωση στην αρμόδια ΔΟΥ και να καταλογιστεί ο φόρος που αναλογεί.

Υπόχρεος για κατάθεση δήλωσης φόρου δωρεάς είναι ο δωρεοδόχος εφόσον η δωρεά δεν έχει καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο (άρθρο 85 παρ.2 ν.2961/2001). Σε διαφορετική περίπτωση πάντες οι συμβαλλόμενοι είναι υπόχρεοι υποβολής δήλωσης.

Επίσης πρέπει να τονιστεί πως ο δωρητής θα πρέπει να συμπεριλάβει το ποσό της δωρεάς στη φορολογική του δήλωση αφού όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το ποσό αυτό αποτελεί τεκμήριο και θα πρέπει να καλύπτεται από τα εισοδήματά του.

Εδώ να σημειωθεί πως σε περίπτωση ελέγχου με τις έμμεσες τεχνικές, προκειμένου για την κάλυψη τεκμηρίου απόκτησης (π.χ. αυτοκίνητο) ο έλεγχος εξετάζει το κατά πόσον η δωρεά έλαβε χώρα προ της απόκτησης του περιουσιακού στοιχείου.

Στο σημείο αυτό, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι απαιτείται προσοχή ως προς την δωρεά ειδικά χρημάτων, διότι θα πρέπει ο δωρητής να δικαιολογεί πόθεν έσχες προκειμένου να κάνει την δωρεά του ποσού.

Τεκμήρια διαβίωσης μεταξύ συζύγων

Κατά τη διάρκεια του γάμου για την κάλυψη των τεκμηρίων λαμβάνεται υπόψη το συνολικό οικογενειακό  εισόδημα. Με λίγα λόγια, στην κοινή δήλωση που υποβάλλουν οι σύζυγοι, από ανάλωση κεφαλαίου που επικαλείται ο φορολογούμενος μπορεί να καλυφθεί αντικειμενική δαπάνη (τεκμήριο διαβίωσης) της συζύγου του. Υπάρχει δηλαδή το δικαίωμα της “μεταφοράς” εισοδήματος από τον έναν στον άλλο σύζυγο για την κάλυψη τεκμηρίων. Λόγω των κοινών τεκμηρίων διαβίωσης, ο ένας σύζυγος μπορεί να στηριχθεί στα εισοδήματα του άλλου, ώστε να δικαιολογήσει τα περιουσιακά στοιχεία που έχει στην κατοχή του (τα οποία δεν δικαιολογούνται από το ατομικό του εισόδημα).

Ακόμη, όπως έχει κριθεί και με την υπ’ αριθ. 409/2018 απόφαση της ΔΕΔ Θεσσαλονίκης μπορεί να επικαλεστεί ο ένας σύζυγος ακόμη και κεφάλαια του άλλου συζύγου που αποκτήθηκαν προ του έγγαμου βίου για να καλύψει τη διαφορά τεκμηρίων, καθώς ούτε στις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 30, 31, 32, 33 και 34 του ν. 4172/2013 αλλά ούτε και στην ΠΟΛ.1076/26.3.2015, προβλέπεται ρητά η μη δυνατότητα κάλυψης της προστιθέμενης διαφοράς τεκμηρίων του ενός συζύγου με κεφάλαια του άλλου συζύγου, που αποκτήθηκαν προ έγγαμου βίου.

Ωστόσο, οι σύζυγοι που υποβάλλουν χωριστή δήλωση φόρου εισοδήματος λόγω διάστασης, μπορούν να επικαλεστούν κεφάλαιο προηγούμενων ετών για κάλυψη τεκμηρίου τους, το οποίο θα προέρχεται μόνο από τα δικά τους εισοδήματα και όχι από το οικογενειακό εισόδημα που προέκυπτε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης (υπ’ αριθ. πρωτ. 1020051/389/12.03.2002, 1013980/335/13.02.2003, 1001807/11/08.01.2003 έγγραφα της Διεύθυνσης Άμεσης Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών, βλ. και ΔΕΔ Θες/νικης 1412/2020).

Επίσης, σε περίπτωση χωριστών δηλώσεων συζύγων, για την κάλυψη ή τον περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, λαμβάνονται υπόψη τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, όπως αυτά δηλώνονται από τον κάθε σύζυγο χωριστά, δεν είναι δηλαδή κοινά τα τεκμήρια.

Συμπερασματικά, ναι μεν ένας φορολογούμενος μπορεί να επικαλεστεί πραγματικά εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από τον ίδιο ή τη σύζυγό του, προκειμένου να καλυφθεί ή να μειωθεί η προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων διαβίωσης και απόκτησης κατά την υποβολή της δήλωσης και η δήλωση εκκαθαρίζεται κανονικά. Ωστόσο, στην περίπτωση της απόκτησης ενός περιουσιακού στοιχείου από έναν εκ των συζύγων, ο οποίος όμως δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια που προέρχονται από τα εισοδήματά του ικανά για να δικαιολογήσουν την αγορά, τότε μπορεί να συναχθεί υπό προϋποθέσεις τεκμήριο άτυπης δωρεάς από τον άλλο σύζυγο. Αυτό το οξύμωρο δημιουργεί πολλές φορές μία παγίδα για τους φορολογούμενους και προκύπτουν για τον λόγο αυτό συχνά καταλογισμοί φόρου (άτυπης) δωρεάς μεταξύ συζύγων.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)