Ιδιαίτερη προσοχή στις συμπληρωματικές δηλώσεις διότι παρατείνουν την παραγραφή

τoυ Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Παναγιώτη Παπασταύρου και της Νίκης Χατζοπούλου *

Τις τελευταίες ημέρες λίγο πριν την παραγραφή των φορολογικών υποθέσεων του έτους 2018 έχουν κληθεί εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες φορολογούμενοι να υποβάλουν συμπληρωματικές δηλώσεις για τη χρήση 2018. Οι κλήσεις προς τους φορολογούμενους είναι κυρίως υποθέσεις που έχουν επεξεργαστεί οι υπηρεσίες της ΥΕΔΔΕ και ΣΔΟΕ και αφορούν την έκδοση και λήψη φορολογικών στοιχείων, που πιθανολογείται ότι είναι εικονικά.

Στο παρόν κείμενο δεν θα αξιολογήσουμε την ύπαρξη ή όχι φορολογικών παραβάσεων, αλλά θα επιστήσουμε την προσοχή στους φορολογούμενους σχετικά την παράταση της παραγραφής, σε περίπτωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 37 του Κώδικα Φορολογικής διαδικασίας, όπως ισχύει, ορίζεται ότι:

«1. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε κοινοποίηση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Αν για κάποια φορολογία προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων, η κοινοποίηση της πράξης του πρώτου εδαφίου μπορεί να γίνει εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης της τελευταίας φορολογικής περιόδου εκάστου έτους.

  

  1. Η περίοδος που αναφέρεται στην παρ. 1 παρατείνεται στις εξής περιπτώσεις:

 α) εάν, εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, υποβάλλεται αρχική ή τροποποιητική δήλωση (…) από τις οποίες προκύπτει φορολογική οφειλή και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν, για περίοδο ενός (1) έτους από τη λήξη της πενταετίας».

Σε αυτό το σημείο το ζήτημα που τίθεται είναι πώς ερμηνεύεται η αναφορά περί παράτασης «μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν» οι τροποποιητικές δηλώσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι και την 12.12.2019 η διατύπωση του νόμου ήταν «εάν ο φορολογούμενος υποβάλει αρχική ή τροποποιητική δήλωση εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, για περίοδο ενός έτους από τη λήξη της πενταετίας», δηλαδή δεν περιλάμβανε την πρόβλεψη της παράτασης «μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν» οι τροποποιητικές δηλώσεις, το οποίο προστέθηκε με τον υπ’ αριθ. 4646/2019 νόμο.

Αυτό σημαίνει πως αν εντός του τρέχοντος έτους υποβληθεί τροποποιητική δήλωση π.χ. για το ΦΠΑ του έτους 2018, τότε θα μπορεί να παραταθεί η παραγραφή έως και την 31.12.2025 και η συμπληρωματική δήλωση για το ΦΠΑ συμπαρασύρει και το εισόδημα.

Στο πλαίσιο αυτό, τις τελευταίες ημέρες έχουν ενταθεί οι έλεγχοι των φορολογικών υποθέσεων από τις ελεγκτικές υπηρεσίες για (ΔΟΥ, ΣΔΟΕ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΚΕΜΕΕΠ, Ελεγκτικά Κέντρα) το φορολογικό έτος 2018 (1/1/2018– 31/12/2018), διότι παραγράφονται στο τέλους του τρέχοντος έτους (31/12/2024). Στη πράξη όμως, παραγράφονται στις 10 Δεκεμβρίου, διότι εκ του νόμου (με βάση το άρθρο 33 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας – Ν. 5104/2024) δίδεται περιθώριο είκοσι ημερών (20 ημέρες) στον κάθε φορολογούμενο, ούτως ώστε να έχει τη δυνατότητα να απαντήσει και να τεκμηριώσει τα πιθανά σφάλματα που προκύπτουν κατά τη διαδικασία του ελέγχου.

Συνοψίζοντας, θα πρέπει να γνωρίζει ο κάθε φορολογούμενος, είτε βρίσκεται σε έλεγχο είτε όχι ότι η υποβολή τροποποιητικής δήλωσης για το τελευταίο παραγραφόμενο έτος (εν προκειμένω το 2018) προκαλεί παράταση της παραγραφής για ένα ακόμα έτος. Συνεπώς, η υποβολή της τροποποιητικής δήλωσης θα πρέπει να γίνεται σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. εάν ο φορολογούμενος επιθυμεί να αποδεχτεί τα αποτελέσματα του ελέγχου, ώστε να μειωθούν τα πρόστιμα και οι προσαυξήσεις, με βάση το άρθρο 75 ΚΦΔ που θα ισχύσει από 1.10.2024 («1. Τα πρόστιμα που οφείλονται δυνάμει του παρόντος μειώνονται, αν ο φορολογούμενος αποδεχθεί την κύρια οφειλή του, κατά ποσοστά, τα οποία διαμορφώνονται σύμφωνα με τα παρακάτω στάδια: α) μετά την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14, και έως την παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή εκπρόθεσμης αρχικής ή τροποποιητικής δήλωσης από την κοινοποίηση προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, με βάση την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 22 ή την περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 23 του παρόντος, κατά περίπτωση, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%)»).

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

*Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

 O Παναγιώτης Παπασταύρου είναι Senior Partner της της Artion A.E.

H Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω LL.Μ. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Πως αντιμετωπίζονται από τη φορολογική διοίκηση οι συνεχόμενες ζημίες των επιχειρήσεων

της Βασιλικής Ηλιοπούλου με τη συνεργασία του Γιώργου Δαλιάνη*

Η ύπαρξη ζημιογόνων αποτελεσμάτων διαβάζεται διαφορετικά από τον εμπορικό κόσμο και διαφορετικά από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αλλά και από την φορολογική διοίκηση.

Οι ζημίες των επιχειρήσεων σε διαδοχικές χρήσεις επιβάλλουν την λήψη άμεσων και σημαντικών αποφάσεων για την συνέχιση των δραστηριοτήτων της. Το κεφάλαιο μειώνεται και οι  επιχειρηματίες – εταίροι ή και μέτοχοι ή θα προχωρήσουν σε αύξηση κεφαλαίου ή σε δανεισμό. Εάν όμως η επιχείρηση συνεχίζει την λειτουργία της χωρίς εμφανή πηγή χρηματοδότησης, εφόσον δεν αιτιολογείται από επιχειρηματικούς λόγους, τότε πιθανολογείται ότι μπορεί να προκαλέσει έλεγχο.

Πρακτικά με το νέο φορολογικό νομοσχέδιο ενεργοποιείται ο μηχανισμός φορολόγησης των αυτοαπασχολουμένων όταν δηλώνονται ζημίες εκτός εάν τις δικαιολογήσει και στον φορολογικό έλεγχο.

Ήδη έχουν μπει στο στόχαστρο των φορολογικών αρχών και τα νομικά πρόσωπα  και νομικές οντότητες που συστηματικά δηλώνουν ζημιογόνα αποτελέσματα. Η κυβέρνηση με τον πρόσφατο νόμο φορολογεί με τεκμαρτό τρόπο τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις που δηλώνουν ζημίες ή οριακά κέρδη και δεν δικαιολογούν την διαβίωσή τους.

Στο σημερινό άρθρο μας θα αναφερθούμε στην δυνατότητα μεταφοράς των ζημιογόνων αποτελεσμάτων των επιχειρήσεων στα επόμενα έτη σε σχέση την φορολογία εισοδήματος εφόσον πάντα το ζημιογόνο αποτέλεσμα χρηματοδοτείται από εμφανείς πηγές.

Τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα αλλά και οι νομικές οντότητες που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως της κατηγορίας των βιβλίων που τηρούν (απλογραφικά ή διπλογραφικά) έχουν δικαίωμα μεταφοράς της ζημιάς, που προκύπτει από τα ζημιογόνα αποτελέσματα της επιχείρησης τους σε ένα φορολογικό έτος, προκειμένου αυτή να συμψηφιστεί με κέρδη της επόμενης πενταετίας

ια τα φυσικά πρόσωπα ο συμψηφισμός της ζημιάς θα γίνει με μελλοντικά κέρδη της επιχειρηματικής δραστηριότητας και όχι με τυχόν εισοδήματα από άλλη δραστηριότητα πχ. μισθούς, ενοίκια, κλπ. του ίδιου έτους. Ο συμψηφισμός της ζημιάς, κατά ρητή διατύπωση του νόμου, γίνεται διαδοχικά με κέρδη των επόμενων πέντε (5) φορολογικών ετών και όχι των προηγούμενων και συγκεκριμένα η ζημία του προγενέστερου έτους συμψηφίζεται κατά προτεραιότητα έναντι της ζημίας μεταγενέστερου έτους.

Αν στο τέλος της πενταετίας μείνει υπόλοιπο ζημιών ακάλυπτο, αυτό χάνεται.

Για τα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1/1/2014 δεν ισχύουν οι περιορισμοί που έθετε ο προηγούμενος ΚΦΕ (Ν.2238/1994) και η ζημιά μπορεί να δηλωθεί οποτεδήποτε, μέσα στην πενταετία, με την υποβολή εκπρόθεσμης αρχικής ή τροποποιητικής δήλωσης. Στην περίπτωση αυτή η πενταετία ξεκινά από το επόμενο φορολογικό έτος από αυτό εντός του οποίου προέκυψε η ζημία και όχι από το επόμενο φορολογικό έτος εντός του οποίου υποβλήθηκε η δήλωση φορολογίας εισοδήματος (αρχική ή τροποποιητική).

Σε περίπτωση εκκαθάρισης που διαρκεί πέραν του έτους, η ζημία που προκύπτει στο τελευταίο φορολογικό έτος πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης μεταφέρεται για συμψηφισμό με τα κέρδη/ζημίες της λήξης της εκκαθάρισης. Τυχόν ζημία που προκύπτει από προσωρινές δηλώσεις δεν υπόκειται στον περιορισμό του χρόνου συμψηφισμού δεδομένου ότι το αποτέλεσμα προκύπτει στο χρόνο υποβολής της οριστικής δήλωσης.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν σε περίπτωση αναβίωσης της επιχείρησης, δηλαδή όσες ζημίες είχαν προκύψει πριν από τη θέση της σε εκκαθάριση, εμπίπτουν στον περιορισμό της πενταετίας, καθώς σε περίπτωση αναβίωσης δεν ολοκληρώνεται η διαδικασία της εκκαθάρισης. (πολ. 1088/2016)).

Μεταφέρεται η ζημιά σε ατομική επιχείρηση στην οποία προσδιορίστηκε τεκμαρτός προσδιορισμός του εισοδήματος επειδή το φυσικό πρόσωπο είχε τεκμήρια διαβίωσης και φορολογήθηκε με το εισόδημα που προσδιορίστηκε από τις αντικειμενικές δαπάνες ;

Σύμφωνα με την §3 του άρθρου 34 ΚΦΕ η ζημία του ίδιου φορολογικού έτους από επιχειρηματική δραστηριότητα ή και των προηγούμενων δεν εκπίπτει και δεν μεταφέρεται για συμψηφισμό στα επόμενα φορολογικά έτη. Στις περιπτώσεις που ατομική επιχείρηση εμφάνισε ζημία και για το έτος αυτό το εισόδημα του φορολογούμενου προσδιορίστηκε με βάση τις αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες, το επόμενο φορολογικό έτος ο φορολογούμενος εκ του γεγονότος αυτού και με βάση τις προηγούμενες διατάξεις, απώλεσε το δικαίωμα συμψηφισμού της εν λόγω ζημίας. Ωστόσο, εφόσον ο φορολογούμενος με τροποποιητική δήλωση καλύψει την προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων με ανάλωση κεφαλαίου, τότε η δηλωθείσα ζημία μεταφέρεται για συμψηφισμό κατά τις κείμενες διατάξεις (πολ. 1076/2015).

Τα παραπάνω ισχύουν από 1/1/2014

Τι συμβαίνει όμως με την μεταφορά ζημιών από επιχειρηματική δραστηριότητα στην περίπτωση που το εισόδημα προσδιορίζεται με την εφαρμογή των άρθρων 28 Α έως 28 Δ του ΚΦΕ (τεκμαρτός υπολογισμός);

Σύμφωνα με την Ε.2027/2024 διευκρινίζεται ότι

  • εφόσον το ελάχιστο καθαρό εισόδημα των άρθρων 28 Α έως 28 Δ υπερβαίνει τα δηλωθέντα κέρδη ο φόρος προσδιορίζεται επί του εισοδήματος αυτού η δε ζημία που μεταφέρεται από προηγούμενα έτη συμψηφίζεται με τα δηλωθέντα κέρδη και εφόσον απομείνει υπόλοιπο ζημίας αυτό μεταφέρεται στα επόμενα έτη σύμφωνα με το άρθρο 27§1 του ΚΦΕ
  • εφόσον τα δηλωθέντα κέρδη υπερβαίνουν το ελάχιστο καθαρό εισόδημα των άρθρων 28 Α έως 28 Δ, ο φόρος προσδιορίζεται επί των δηλωθέντων κερδών μετά από τον συμψηφισμό τους με μεταφερόμενη ζημία προηγουμένων ετών ακόμα και εάν το τελικό ποσό που θα προκύψει υπολείπεται του ελαχίστου καθαρού εισοδήματος, εάν δε απομείνει υπόλοιπο ζημίας αυτό μεταφέρεται στα επόμενα έτη σύμφωνα με το άρθρο 27§1 του ΚΦΕ
  • εφόσον στο τρέχον έτος δηλώνεται ζημία από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας και μεταφερομένη ζημία προηγουμένων ετών ,τότε ο φόρος προσδιορίζεται επί του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος των άρθρων 28 Α έως 28 Δ, η δε μεταφερόμενη ζημία προηγουμένων ετών αθροίζεται με την δηλωθείσα ζημία τρέχοντος έτους και μεταφέρεται για συμψηφισμό στα πέντε (5) επόμενα φορολογικά έτη για συμψηφισμό σύμφωνα με το άρθρο 27§1 του ΚΦΕ

Περιορισμοί για την μεταφορά της ζημιάς (για νομικά πρόσωπα στα οποία αλλάζει η μετοχική σύνθεση)

Το ζημιογόνο αποτέλεσμα μιας διαχειριστικής χρήσης δεν μεταφέρεται για μελλοντικό συμψηφισμό όταν :

«μεταβληθεί η άμεση ή έμμεση συμμετοχή ή τα δικαιώματα ψήφου σε ένα νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα άνω του ποσοστού τριάντα τρία τοις εκατό (33%) εντός ενός φορολογικού έτους και παράλληλα γίνει, μέσα στο ίδιο ή/και το επόμενο φορολογικό έτος από αυτό που συντελέσθηκε η μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου, αλλαγή της δραστηριότητας της εταιρείας στην οποία αποκτάται η συμμετοχή ή τα δικαιώματα ψήφου, σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) του κύκλου εργασιών της σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο φορολογικό έτος από τη μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου». (άρθρ. 27 παρ.5 ΚΦΕ).

Στην Ε.2167/2019 στο κεφάλαιο Δ διευκρινίζεται ότι :

«θα πρέπει αρχικά να εξετάζεται εάν έχουν επέλθει αλλαγές στη συμμετοχή ή στα δικαιώματα ψήφου και, σε θετική περίπτωση, στη συνέχεια να εξετάζεται εάν πληρείται και το δεύτερο κριτήριο της εν λόγω διάταξης, δηλαδή εάν στο ίδιο ή στο επόμενο φορολογικό έτος, από αυτό που έλαβε χώρα η μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου (έτος αναφοράς), έχει πραγματοποιηθεί και αλλαγή της δραστηριότητας του νομικού αυτού προσώπου ή της νομικής οντότητας σε ποσοστό που υπερβαίνει το 50% του κύκλου εργασιών του σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο φορολογικό έτος από αυτό που επήλθε η μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου.» και επίσης

«Ως αλλαγή δραστηριότητας νοείται τόσο η διενέργεια νέας δραστηριότητας από την εταιρεία η οποία δεν υφίστατο κατά το προηγούμενο έτος από το έτος αναφοράς (π.χ. η διατήρηση των υφιστάμενων δραστηριοτήτων με προσθήκη νέας δραστηριότητας, η κατάργηση κάποιας από τις υφιστάμενες με προσθήκη νέας), οι τυχόν αυξομειώσεις της συνεισφοράς των υφιστάμενων δραστηριοτήτων στον κύκλο εργασιών (π.χ. κατάργηση μιας ή περισσοτέρων από τις υφιστάμενες δραστηριότητες, σημαντικός περιορισμός στην άσκηση μιας ή περισσοτέρων υφιστάμενων δραστηριοτήτων),

Η επαναδραστηριοποίηση εταιρείας που είτε ήταν σε κατάσταση αδράνειας είτε δεν είχε ενεργή δραστηριότητα (ήτοι έχει μηδενικά ακαθάριστα έσοδα χωρίς να είναι σε κατάσταση αδράνειας).

Για την αποφυγή καταστρατηγήσεων, θεωρείται ότι καταλαμβάνεται από τις υπόψη διατάξεις η περίπτωση κατά την οποία σε ζημιογόνα εταιρεία η οποία είτε είναι σε κατάσταση αδράνειας είτε δεν έχει ενεργή δραστηριότητα (ήτοι έχει μηδενικά ακαθάριστα έσοδα χωρίς να είναι σε κατάσταση αδράνειας) πληρείται το κριτήριο μεταβολής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ενώ εξακολουθεί να είναι στην ίδια κατάσταση αδράνειας ή μη ενεργούς δραστηριότητας.»

Μεταφορά ζημίας στον μετασχηματισμό των επιχειρήσεων

Για τους μετασχηματισμούς που διενεργούνται με τις διατάξεις του  Ν.2166/1993, η παράγραφος 3 του Ν.2166/93 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ν. 4935/2022 και καταλαμβάνει μετασχηματισμούς που η διαδικασία ξεκίνησε από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 26/05/2022, σύμφωνα με το άρθρο 28 του ιδίου νόμου

Σύμφωνα λοιπόν με τις διατάξεις του άρθρου 11§1 του Ν.4935/2022 ορίζεται ότι :

  1. Εφόσον μεταξύ των στοιχείων του παθητικού των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, υφίσταται υπόλοιπο ζημιών τρέχουσας ή προηγούμενων χρήσεων, τούτο εμφανίζεται σε ιδιαίτερο λογαριασμό στον ισολογισμό τους και στον ισολογισμό της νέας εταιρείας.

Η μεταφερόμενη στον ισολογισμό της νέας εταιρείας ζημία, κατά το ποσό που τυχόν δεν συμψηφίζεται με κέρδη υφιστάμενα κατά τον μετασχηματισμό, συμψηφίζεται με τα προκύπτοντα κέρδη της νέας εταιρείας της τρέχουσας ή επόμενων χρήσεων, μόνο κατά το μέρος που αναγνωρίζεται φορολογικώς, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις περί φορολογίας του εισοδήματος, εφόσον ο κύκλος εργασιών της νέας εταιρείας, δηλαδή, το άθροισμα του κύκλου εργασιών των τελευταίων εγκεκριμένων και δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων ή, κατά περίπτωση, των τελευταίων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος των μετασχηματιζόμενων εταιρειών, αφαιρουμένων των τυχόν μεταξύ τους συναλλαγών, είναι ίσος ή μεγαλύτερος από το ποσό των τετρακοσίων πενήντα χιλιάδων (450.000) ευρώ.

Το ποσό της μη αναγνωριζόμενης προς συμψηφισμό ζημίας μπορεί να αποσβέννυται κάθε χρόνο χωρίς δικαίωμα έκπτωσης από τα ακαθάριστα έσοδα ή συμψηφισμού με τα προκύπτοντα κέρδη.

Ειδικά, για απορροφήσεις για την πραγματοποίηση των οποίων συντάσσονται ισολογισμοί μετασχηματισμού από 11.4.2012 και μετά μεταφέρεται η ζημία παρελθουσών χρήσεων της απορροφώσας ανώνυμης εταιρίας ή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης.

Για τους μετασχηματισμούς που διενεργούνται με τις διατάξεις του  Ν.1297/1972 μεταφέρεται μόνο η ζημία της απορροφώσας εταιρείας όχι της απορροφουμένης.

– Επί συγχωνεύσεως ή διασπάσεως επιχειρήσεων δυνάμει του άρθρου 54 του ν. 4172/2013, η λήπτρια (απορροφώσα) μπορεί να μεταφέρει τις ζημίες της εισφέρουσας (απορροφούμενης ή διασπώμενης), υπό τους ίδιους όρους που θα ίσχυαν για εισφέρουσα εταιρεία, εάν η συγχώνευση ή η διάσπαση δεν είχε λάβει χώρα.

– Σε περίπτωση μετατροπής, είτε με τον ν. 2166/1993, είτε με το ν.δ. 1297/1972 (π.χ. Ε.Π.Ε. μετατρέπεται σε Α.Ε.), δεν μεταφέρεται η ζημία της μετατρεπόμενης.

Ζημίες και μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων, τίτλων, κ.λπ.

Φορολογική μεταχείριση του εισοδήματος από μεταβίβαση τίτλων, εταιρικών μεριδίων, κλπ.

– Το εισόδημα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες από τη μεταβίβαση τίτλων, εταιρικών μεριδίων, κλπ. θεωρείται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και φορολογείται μαζί με τα λοιπά εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 του ν. 4172/2013.

– Ως εισόδημα (υπεραξία) από μεταβίβαση τίτλων, εταιρικών μεριδίων, κλπ., που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες, λαμβάνεται υπόψη αυτό που προκύπτει με βάση τα τηρούμενα βιβλία και τα αντίστοιχα παραστατικά.

– Σε περίπτωση που από τη μεταβίβαση των τίτλων προκύπτει ζημία, η υπόψη ζημία αναγνωρίζεται φορολογικά.

– Για την απόδοση του φόρου που αναλογεί στο εισόδημα από μεταβίβαση τίτλων, εταιρικών μεριδίων, κλπ. δεν υποβάλλεται ξεχωριστή δήλωση, αλλά το εν λόγω εισόδημα περιλαμβάνεται στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας του άρθρου 68 του ν. 4172/2013.

 Προσοχή όμως

Στο άρθρο 48Α του ΚΦΕ (το οποίο προστέθηκε με τις διατάξεις της §1 του άρθρου 20 του Ν. 4646/2019) ορίζονται οι προϋποθέσεις με τις οποίες τα νομικά πρόσωπα φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδος απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος επί της υπεραξίας που προκύπτει από την μεταβίβαση συμμετοχών νομικού πρόσωπου του οποίου οι τίτλοι συμμετοχής μεταβιβάζονται

Οι διατάξεις του άρθρου 48Α του ν. 4172/2013, έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1.01.2020 και μετά.

Σύμφωνα με τις διατάξεις  της περίπτ. β’ της παρ. 18 του άρθρου 66 του ν. 4646/2019, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 4941/2022 (Α’ 113), ορίζεται, ότι οι ζημίες των νομικών προσώπων του άρθρου 45 του ν. 4172/2013, που προέρχονται από τη μεταβίβαση τίτλων συμμετοχής της παραγράφου 1 του άρθρου 48Α του ν. 4172/2013, μπορούν να αναγνωριστούν προς έκπτωση μετά την 1.1.2020 υπό την προϋπόθεση ότι έχουν αποτιμηθεί μέχρι την 31.12.2019 και έχουν εγγραφεί στα βιβλία της εταιρείας ή αποτυπώνονται σε οικονομικές καταστάσεις ελεγμένες από ορκωτούς ελεγκτές. Η έκπτωση των ζημιών αυτών αναγνωρίζεται μόνο όταν οι ζημίες αυτές καταστούν οριστικές έως την 31.12.2024.

Εάν οι ζημίες κατά τον χρόνο οριστικοποίησης είναι μικρότερες από τις ζημίες που αποτιμήθηκαν, αναγνωρίζεται το μικρότερο ποσό.

Εάν οι οριστικές ζημίες είναι μεγαλύτερες, αναγνωρίζεται μόνο το ποσό που αποτιμήθηκε

Διευκρινίζεται ότι

  1. το νομικό πρόσωπο του οποίου οι τίτλοι μεταβιβάζονται μπορεί να είναι νομικό πρόσωπο είτε της ημεδαπής είτε της αλλοδαπής (εντός E.E.)
  2. για νομικά πρόσωπα της ημεδαπής, αυτά μπορεί να είναι, πέρα από τα ρητά κατονομαζόμενα στο Παράρτημα της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ (A.E. και Ε.Π.Ε.), οι IKE, καθώς και οι προσωπικές εταιρίες, οι οποίες πλέον υπόκεινται σε φορολογία εταιρειών στην Ελλάδα (Ε. 2057/2021).

Επίσης, οι διατάξεις του άρθρου 48Α έχουν εφαρμογή και για την υπεραξία που προκύπτει από τη μεταβίβαση συμμετοχών μόνιμης εγκατάστασής στην Ελλάδα αλλοδαπού νομικού προσώπου, το οποίο είναι φορολογικός κάτοικος κράτους – μέλους της Ε.Ε. ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.2047/2022, ΑΔΑ: 90ΦΠ46ΜΠ3Ζ-3 εγκύκλιος).

Συμψηφισμός ζημιών με μείωση του μετοχικού κεφαλαίου.

Σε περίπτωση επιχείρησης με λογιστικές ζημίες στα βιβλία της η οποία επιθυμεί να μειώσει το μετοχικό/εταιρικό της κεφάλαιο με συμψηφισμό των ζημιών αυτών, οι υπόψη ζημίες κατά το μέρος που αναγνωρίζονται φορολογικά εξακολουθούν για φορολογικούς σκοπούς να μεταφέρονται προς συμψηφισμό με τα κέρδη των επόμενων φορολογικών ετών.

Στην § 2 του άρθρου 31του ν. 4548/2018 Επιτρέπεται η μείωση κεφαλαίου με σκοπό το σχηματισμό ειδικού αποθεματικού. Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 30 δεν εφαρμόζονται, εφόσον το ύψος του ειδικού αυτού αποθεματικού δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του κεφαλαίου, όπως αυτό διαμορφώνεται μετά την μείωση. Το ανωτέρω ειδικό αποθεματικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο προς το σκοπό εκ νέου κεφαλαιοποίησής του ή του συμψηφισμού του προς απόσβεση ζημιών της εταιρείας

Λοιπές περιπτώσεις για ζημιογόνα αποτελέσματα επιχειρήσεων

  1. Τα μερίσματα, ημεδαπής ή αλλοδαπής (Ε.Ε.) προέλευσης, που εισπράττει ένα νομικό πρόσωπο που είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις διατάξεις του Ν.4172/2013(άρθρο 48) απαλλάσσονται της φορολογίας εισοδήματος Η απαλλαγή αυτή ισχύει και για τις επιχειρήσεις που παρουσιάζουν ζημιογόνα αποτελέσματα
  2. Η ζημία που προκύπτει από την αποτίμηση τίτλων από 1.1.2014 και μετά δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων.
  3. Σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή διανομής κερδών που δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήματος, τότε το ποσό που διανέμεται ή κεφαλαιοποιείται φορολογείται σε κάθε περίπτωση ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη φορολογικών ζημιών.

Εάν τα ζημιογόνα αποτελέσματα αφορούν το τρέχον φορολογικό έτος (είτε λόγω ύπαρξης φορολογικών ζημιών παρελθόντων χρήσεων, είτε για άλλο λόγο) και ταυτόχρονα, μέσα στην ίδια χρήση, πραγματοποιείται και διανομή κερδών θα πρέπει τα προς διανομή ποσά να φορολογούνται ξεχωριστά (αυτοτελώς).

Σε περίπτωση που το διανεμηθέν ή κεφαλαιοποιηθέν ποσό προέρχεται από κέρδη του τρέχοντος φορολογικού έτους προστίθεται στις μεταφερόμενες φορολογικές ζημίες, ενώ εάν αφορά σε κέρδη παρελθουσών χρήσεων (αποθεματικών) τα ποσά αυτά δεν προστίθενται στις φορολογικά αναγνωρίσιμες ζημίες (αριθ. ΠΟΛ. 1014/2018).

  1. Σύμφωνα με το άρθρο 35 §3 του ν. 4548/2018 Η διαφορά που προκύπτει από την έκδοση μετοχών σε τιμή ανώτερη του αρτίου δεν μπορεί να διατεθεί για πληρωμή μερισμάτων ή ποσοστών, μπορεί όμως: (α) να κεφαλαιοποιηθεί ή (β) να συμψηφισθεί προς απόσβεση ζημιών της εταιρίας, μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων.
  2. Ζημίες που προκύπτουν στην αλλοδαπή από την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας μέσω μόνιμης εγκατάστασης δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό των κερδών του ίδιου φορολογικού έτους ούτε να συμψηφιστούν με μελλοντικά κέρδη, με εξαίρεση τις ζημίες από επιχειρηματική δραστηριότητα μέσω μόνιμης εγκατάστασης που προκύπτουν σε άλλη χώρα ΕΕ/ΕΟΧ, με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας, βάσει της οποίας τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα δεν απαλλάσσονται (παρ. 4 άρθρου 27 και εγκύκλιος Ε 2100/2021).

Κλείνοντας, υπενθυμίζουμε ότι στον τεκμαρτό τρόπο υπολογισμού κερδών υπήχθησαν περίπου 400.000 φυσικά και νομικά πρόσωπα και από αυτούς μόνο 265 αμφισβήτησαν τον τεκμαρτό υπολογισμό.

 

Δείτε το άρθρο και στo E-FOROLOGIA.gr

* Η κα Βασιλική Ηλιοπούλου είναι πρώην Γενική Διευθύντρια Φορολογικής Διοίκησης και συνεργάτης της ARTΙON A.E.

Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

  

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Πώληση ΙΧ και λοιπών κινητών πραγμάτων από ιδιώτη – φορολογικές προεκτάσεις

τoυ Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Μαρίας Πουρνιά και της Νίκης Χατζοπούλου *

Η πώληση ενός ΙΧ οχήματος από έναν ιδιώτη σε άλλον είναι μία κοινή πρακτική και δεν φορολογείται. Τι συμβαίνει όμως όταν ένας ιδιώτης προβαίνει σε επαναλαμβανόμενες πράξεις αγοράς και πώλησης Ι.Χ. αυτοκινήτων; Πότε αυτή η πρακτική καθιστά υποχρεωτική την έναρξη εργασιών και την φορολόγηση ως έσοδο από επιχειρηματική δραστηριότητα;

Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ορίζεται ότι «ως «επιχειρηματική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων».

Με την 2031/2023 εγκύκλιο δίνονται διευκρινίσεις σε ζητήματα που αφορούν στην απόκτηση φορολογητέου εισοδήματος από αγοραπωλησία ακινήτων. Η εγκύκλιος αφορά στα φυσικά πρόσωπα που πραγματοποιούν μεμονωμένες πράξεις ή και συστηματική διενέργεια πράξεων με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Οι πράξεις αυτές, εφόσον κριθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, φορολογούνται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η εγκύκλιος εκδόθηκε σε απάντηση πολλών ερωτημάτων προς την διοίκηση και αφορά την πώληση από ιδιώτη περιουσιακών στοιχείων, ακινήτων, αυτοκινήτων, κοσμημάτων, τιμαλφών, συλλογών, πινάκων ζωγραφικής και λοιπών περιουσιακών στοιχείων.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο, λοιπόν:

  • Ως «συστηματική διενέργεια πράξεων» θεωρείται η πραγματοποίηση τριών (3) ομοειδών συναλλαγών (πωλήσεων) εντός ενός εξαμήνου.
  • Ως ομοειδείς συναλλαγές για τους σκοπούς εφαρμογής της υπόψη διάταξης νοούνται οι πωλήσεις όμοιων ή παρεμφερών ειδών (π.χ. αυτοκινήτων ανεξαρτήτως κατασκευαστή ή μοντέλου, έργων τέχνης, κοσμημάτων, ρολογιών κ.λπ.) με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κρίσιμο στην περίπτωση αυτή είναι το πλήθος των συναλλαγών και όχι το πλήθος των πωλούμενων σε κάθε συναλλαγή περιουσιακών στοιχείων.
  • Σε περίπτωση που διαπιστώνεται η «συστηματική διενέργεια πράξεων» σύμφωνα με τα παραπάνω, για κάθε επόμενη πράξη, τεκμαίρεται ότι υπάρχει ο σκοπός της επίτευξης κέρδους και πλέον ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης για το αντίθετο.
  • Για τον υπολογισμό του χρονικού ορίου εντός του οποίου θα πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί οι ομοειδείς συναλλαγές για να χαρακτηριστούν ως συστηματική διενέργεια πράξεων (εξάμηνο), ως αφετηρία λαμβάνεται η ημέρα της πρώτης συναλλαγής (πώλησης), χωρίς να συνδέεται με την έννοια του ημερολογιακού ή του φορολογικού έτους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 του ΚΦΕ.
  • Το κέρδος από κάθε συναλλαγή θα πρέπει να περιληφθεί στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε.
  • Ως κέρδος νοείται η διαφορά μεταξύ της αξίας κτήσης και της αξίας πώλησης, όπως οι αξίες αυτές προσδιορίζονται από τα οικεία παραστατικά, έγγραφα ή συμβόλαια που κατά περίπτωση εκδίδονται ή συντάσσονται.
  • Για να θεωρηθεί μία συναλλαγή ως επιχειρηματική δεν απαιτείται η ύπαρξη επιχειρηματικής οργάνωσης.
  • Εμπίπτει στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 21 του ΚΦΕ η συστηματική διενέργεια πράξεων πώλησης συναλλάγματος και λοιπών επενδυτικών αγαθών (όπως πχ. ράβδων χρυσού, χρυσών λιρών, πολύτιμων λίθων, κ.λπ.) αλλά και η μεμονωμένη πράξη πώλησης αυτών, εφόσον γίνονται με σκοπό την επίτευξη κέρδους, δεδομένου ότι τα εν λόγω αγαθά δεν περιλαμβάνονται στους κατονομαζόμενους τίτλους του άρθρου 42 του ΚΦΕ (μετοχές κλπ), που ρητά εξαιρούνται από την εφαρμογή αυτού του άρθρου.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, και οι συναλλαγές που περιλαμβάνουν αγοραπωλησία αυτοκινήτων υπόκεινται σε καθεστώς φορολόγησης ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι υποκρύπτεται επιχειρηματική δραστηριότητα, εκτός από την φορολόγηση της υπεραξίας ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα, επειδή οι πράξεις αυτές υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής ΦΠΑ, επιβάλλεται και ο αναλογών ΦΠΑ, καθώς και πρόστιμο του άρθρου 54 ΚΦΔ, λόγω μη υποβολής δήλωσης έναρξης επιτηδεύματος και πρόστιμα του άρθρου 58Α του ΚΦΔ, λόγω μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων για πράξεις που επιβαρύνονται με ΦΠΑ.

Σε πρόσφατη απόφαση της ΔΕΔ (1677/2024 Αθήνα) τέθηκε το ζήτημα της συστηματικής πώλησης αυτοκινήτων από ιδιώτη. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω περίπτωση σε βάρος του προσφεύγοντος είχε διενεργηθεί κατά το παρελθόν έλεγχος των φορολογικών ετών 2017-2019 από την ΥΕΔΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ, βάσει του οποίου είχε διαπιστωθεί ότι ο προσφεύγων προέβαινε σε επαναλαμβανόμενες πράξεις αγοράς και πώλησης Ι.Χ. αυτοκινήτων, ιδιωτικά, δίχως να έχει προβεί σε υποβολή δήλωσης έναρξης εργασιών, δίχως να τηρεί αξιόπιστο λογιστικό σύστημα με τα κατάλληλα λογιστικά αρχεία και δίχως να εκδίδει φορολογικά στοιχεία για πράξεις που επιβαρύνονται με Φ.Π.Α.. Εξαιτίας του ανωτέρω γεγονότος είχαν επιβληθεί  στον  προσφεύγοντα  πρόστιμα  του  ΚΦΔ λόγω  μη  υποβολής  δήλωσης  έναρξης επιτηδεύματος και μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων για πράξεις που επιβαρύνονται με ΦΠΑ. Εν συνεχεία, ο έλεγχος επανήλθε με καταλογισμό φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ. Η ενδικοφανής προσφυγή απερρίφθη με το σκεπτικό ότι στην εν λόγω περίπτωση ο προσφεύγων προέβη σε 5 αγορές και 5 πωλήσεις αυτοκινήτων κατ’ έτος και εν γένει συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 21 ΚΦΕ.

Καταληκτικά, σημειώνουμε ότι η εφαρμογή του άρθρου αυτού επηρεάζει δυνητικά μεγάλο αριθμό προσώπων όχι μόνο στην περίπτωση της συστηματικής πώλησης αυτοκινήτων, αλλά εν γένει και για τις περιπτώσεις  συστηματικής πώλησης αντικειμένων, ειδικά για τις αγοραπωλησίες που πραγματοποιούνται μέσω πλατφόρμας. Ήδη διενεργούνται έλεγχοι σε πολλά φυσικά πρόσωπα κατόπιν αποστολής πληροφοριακών στοιχείων από πλατφόρμες σε εκτέλεση αιτήματος από την ΑΑΔΕ (δείτε και προηγούμενο άρθρο μας «Αποστολή στοιχείων στην ΑΑΔΕ από πλατφόρμες»).

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

*Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

 Η Μαρία Πουρνιά είναι Senior Partner της της Artion A.E.

H Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω LL.Μ. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Καταστρατήγηση των φοροαπαλλαγών για δωρεές-γονικές παροχές

τoυ Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νάνσυ Καλλιανιώτη και της Νίκης Χατζοπούλου *

Είναι πολλές οι περιπτώσεις των φορολογούμενων που βρίσκονται υπόλογοι έναντι των φορολογικών αρχών για καταστρατήγηση της νομοθεσίας περί φοροαπαλλαγών για δωρεές. Η συχνότερη περίπτωση καταστρατήγησης είναι όταν κατά τεχνητή διευθέτηση παρεμβάλλεται μεταξύ δύο προσώπων που δικαιούνται της φοροαπαλλαγής ένα τρίτο π.χ. από αδελφό σε πατέρα και εν συνεχεία από τον πατέρα στον έτερο αδελφό. Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε την περίπτωση κατάτμησης του προϊόντος δωρεάς με ενδιάμεσες δωρεές που επέφερε μείωση του φορολογικού συντελεστή.

Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις που ισχύουν από 1.10.2021, ορίστηκε ως αφορολόγητο το ποσό δωρεών και γονικών παροχών περιουσιακών στοιχείων και μετρητών για τους δικαιούχους της Α’ κατηγορίας της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2961/2001 σε οκτακόσιες χιλιάδες (800.000) ευρώ. Υπενθυμίζουμε τους δικαιούχους που εντάσσονται στην Α’ κατηγορία παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2961/2001: σύζυγοι,  πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, παιδιά, εγγόνια και γονείς.

Συχνά οι φορολογούμενοι προκειμένου να παρακάμψουν τους περιορισμούς των προσώπων που δικαιούνται φοροαπαλλαγής παρεμβάλλουν ένα ενδιάμεσο πρόσωπο που ανήκει στην κατηγορία των προσώπων που δικαιούνται φοροαπαλλαγής. Το πρόσωπο αυτό χρησιμοποιείται ως «γέφυρα» μεταξύ του δωρητή και του τελικού δωρεοδόχου, οι οποίοι λόγω του βαθμού συγγένειας που έχουν δεν καλύπτονται από την φοροαπαλλαγή. Έτσι το ποσό της δωρεάς απλώς «περνάει» από το ενδιάμεσο πρόσωπο και το προϊόν της δωρεάς καταλήγει στον πραγματικό αποδέκτη του χωρίς να καταβληθεί φόρος δωρεάς.

Η περίπτωση αυτή κρίνεται από τις φορολογικές αρχές ως τεχνητή διευθέτηση, δηλαδή σαν μία πλασματική κίνηση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αλλά έχει ως μοναδικό στόχο την αποφυγή καταβολής φόρου. Ένα βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψιν για να κριθεί κατά πόσον συντρέχει περίπτωση τεχνητής διευθέτησης είναι ο χρόνος παραμονής του προϊόντος της δωρεάς στο ενδιάμεσο αυτό πρόσωπο.

Σχετικώς έχουν εκδοθεί αρκετές αποφάσεις Δ.Ε.Δ., καθώς ήδη έρχονται στην επιφάνεια οι κινήσεις αυτές μέσα από τις ελεγκτικές επαληθεύσεις των φορολογικών αρχών.

Σε μία πρόσφατη απόφαση Δ.Ε.Δ. ο δωρητής (πατέρας) «έσπασε» τον αριθμό των προς μεταβίβαση μετοχών με τελικό αποδέκτη το τέκνο (δωρεοδόχος) και μεσολάβησαν δωρεές σε έτερα συγγενικά πρόσωπα προκειμένου να μειωθεί ο οφειλόμενος φόρος (η φοροαπαλλαγή που ίσχυε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα [έτος 2018] ήταν ύψους 150.000 ευρώ, ενώ το ύψος της αξίας των τελικώς δωρηθεισών μετοχών ήταν περίπου 900.000 ευρώ). Μάλιστα μεταξύ των αλλεπάλληλων δωρεών μεσολάβησε μικρό χρονικό διάστημα (2 ημέρες) γεγονός που ελήφθη υπόψιν από τον έλεγχο, ο οποίος κατάληξε στην κρίση περί συνδρομής των προϋποθέσεων για την εφαρμογή της νομοθετικής διάταξης περί τεχνητής διευθέτησης και καταλόγισε φόρο για το σύνολο των μετοχών που εν τέλει κατέληξαν στον δωρεοδόχο). Η ΔΕΔ με την εν λόγω απόφαση απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή και επικύρωσε τα αποτελέσματα του ελέγχου.

Σύμφωνα με την ισχύουσα σήμερα νομοθεσία, όπως έχει αποτυπωθεί και στην υπ’ αριθ. 2077/2022 εγκύκλιο, αναφέρεται ενδεικτικά ως χρόνος διακράτησης των ενδιάμεσων δωρεών το εξάμηνο, ωστόσο αυτό είναι απλώς ενδεικτικό και είναι στην κρίση του ελέγχου το αν θα το θεωρήσει ως τεχνητή διευθέτηση. Συγκεκριμένα στην εγκύκλιο αναφέρεται ότι: «κρίσιμο είναι το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει μεταξύ των διαδοχικών δωρεών. Εάν αυτό είναι σύντομο, ενδεικτικά όχι μεγαλύτερο των έξι μηνών, προκύπτει ισχυρή ένδειξη ότι, κατ’ αρχήν, οι διαδοχικές δωρεές έχουν γίνει προς το σκοπό αυτό και, εφόσον ο σκοπός καταστρατήγησης τεκμηριώνεται και από τα υπόλοιπα στοιχεία και πραγματικά περιστατικά, επιβάλλεται σε βάρος του τελευταίου (πραγματικού) δωρεοδόχου φόρος δωρεών, ως η δωρεά να είχε πραγματοποιηθεί απευθείας από τον πραγματικό δωρητή προς τον τελικό δικαιούχο αυτής.
Αντιστρόφως, εάν μεσολαβεί ικανό χρονικό διάστημα μεταξύ των ως άνω διαδοχικών δωρεών, ενδεικτικά εάν εκτείνεται πέραν του εξαμήνου συνάγεται καταρχήν ότι οι διαδοχικές δωρεές δεν έχουν γίνει με σκοπό καταστρατήγησης
των σχετικών διατάξεων, εκτός εάν η ελεγκτική αρχή τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την καταστρατήγηση αυτών
».

Στην περίπτωση που αναφέραμε παραπάνω η ΔΕΔ έκρινε μεταξύ άλλων ότι: «αφενός το γεγονός ότι ο δωρητής κατέστησε μέσω της υποβολής κατά την ίδια ημερομηνία διαδοχικών δηλώσεων φόρου δωρεών και γονικών παροχών δωρεοδόχους πρόσωπα του στενού του οικογενειακού του περιβάλλοντος, ήτοι τη μητέρα του, τη σύζυγό του και τις νύφες του (συζύγους των δύο τέκνων του), αφετέρου δε, ότι οι φερόμενοι ως δωρεοδόχοι προέβησαν άμεσα εντός μόλις δύο ημερών από την αρχική μεταβίβαση σε περαιτέρω μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών που απέκτησαν με χαριστική αιτία στα τρία τέκνα του αρχικού δωρητή, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρξε τεχνητή διευθέτηση, καθώς όπως αναφέρεται στην παρ. 4 του αρ. 38 ΚΦΔ, ο στόχος μιας διευθέτησης ή σειράς διευθετήσεων συνίσταται στην αποφυγή της φορολόγησης, εφόσον, ανεξαρτήτως από τις υποκειμενικές προθέσεις του φορολογούμενου αντίκειται στο αντικείμενο, στο πνεύμα και στο σκοπό των φορολογικών διατάξεων που θα ίσχυαν σε άλλη περίπτωση. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα απέκτησε σοβαρό φορολογικό πλεονέκτημα αφού απέκτησε άλλες 39.801 μετοχές πληρώνοντας ελάχιστον φόρο σε σχέση με την απόκτηση αυτών κατευθείαν από τον πατέρα της μέσω γονικής παροχής. Είναι προφανές ότι η διευθέτηση είχε σκοπό το «σπάσιμο» του όγκου των μετοχών για την επίτευξη χαμηλότερων συντελεστών φορολόγησης. Η επιτυχία του σκοπού αυτού προϋπόθετε φυσικά την επιμέρους συναίνεση και συνεννόηση μεταξύ των συγγενών, οι οποίοι ταυτόχρονα και σε πλήρη εναρμόνιση υπέβαλαν μετά από δύο μόλις μέρες δηλώσεις δωρεάς προς την προσφεύγουσα και τα αδέρφια της».

Σχετικά με τον όρο «τεχνητή διευθέτηση» υπενθυμίζουμε ότι κατά τον προσδιορισμό φόρου, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αγνοεί κάθε τεχνητή διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων που αποβλέπει σε αποφυγή της φορολόγησης και οδηγεί σε φορολογικό πλεονέκτημα. Οι εν λόγω διευθετήσεις αντιμετωπίζονται, για φορολογικούς σκοπούς, με βάση τα χαρακτηριστικά της οικονομικής τους υπόστασης. Ως «διευθέτηση» νοείται κάθε συναλλαγή, δράση, πράξη, συμφωνία, επιχορήγηση, συνεννόηση, υπόσχεση, δέσμευση ή γεγονός. Μια διευθέτηση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη.

Για να καθοριστεί εάν η διευθέτηση ή η σειρά διευθετήσεων έχει οδηγήσει σε φορολογικό πλεονέκτημα, η Φορολογική Διοίκηση συγκρίνει το ύψος του οφειλόμενου φόρου από τον φορολογούμενο, λαμβάνοντας υπόψη την εν λόγω διευθέτηση, με το ποσό που θα όφειλε ο ίδιος φορολογούμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, εν απουσία της εν λόγω διευθέτησης. Εκτενέστερη αναφορά στο θέμα της τεχνητής διευθέτησης έχουμε κάνει στο άρθρο μας με τίτλο «”Τεχνητή διευθέτηση”, ο γενικός κανόνας επιβολής φόρων όταν δεν παραβιάζεται συγκεκριμένος νόμος».

Όπως βλέπουμε και με βάση τα ανωτέρω, η περίπτωση της «τεχνητής διευθέτησης» είναι το μέσο για την επιβολή φόρου όταν δεν παραβιάζεται ευθέως μία διάταξη νόμου, αλλά μέσω ενός χειρισμού που δεν έχει αληθή χαρακτήρα αλλά έχει σαν μοναδικό στόχο την αποφυγή καταβολής φόρου. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι η κατάτμηση των πληρωμών των τιμολογίων άνω των 500 ευρώ (δηλαδή εκδίδονται για συναλλαγή συνολικού ύψους άνω των 500 ευρώ περισσότερα τιμολόγια κάτω των 500 ευρώ που εξοφλούνται μετρητοίς για να αποφευχθεί η χρήση τραπεζικού μέσου, ενώ άλλη περίπτωση είναι και οι συναλλαγές με κράτη προνομιακού φορολογικού καθεστώτος, όπου οι φορολογικές αρχές εφαρμόζουν την διάταξη περί τεχνητής διευθέτησης. Όμως αυτά τα θέματα επειδή παρουσιάζουν ευρύτερο ενδιαφέρον και αφορούν μεγάλο αριθμό φορολογούμενων θα τα αναλύσουμε με ειδικότερα άρθρα μας. Αναμένουμε το προσεχές χρονικό διάστημα να δούμε πολλές τέτοιες περιπτώσεις, ειδικά κατά τον έλεγχο των δωρεών και γονικών παροχών που ήδη έχουν μπει στο στόχαστρο των φορολογικών αρχών.

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

*Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

 Η Νάνσυ Καλλιανιώτη είναι Senior Partner της της Artion A.E.

H Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω LL.Μ. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Συναλλαγές άνω των 500 ευρώ και τεχνητή διευθέτηση

τoυ Γιώργου Δαλιάνη*

Είναι γνωστό ότι τα τιμολόγια άνω των 500 ευρώ (καθαρή αξία) θα πρέπει να εξοφλούνται με τραπεζικό μέσο προκειμένου να εκπέσει η δαπάνη από τα έσοδα της επιχείρησης. Ένας τρόπος παράκαμψης αυτού του κανόνα είναι ο κατακερματισμός των τιμολογίων σε μικρότερα ποσά που εξοφλούνται μετρητοίς. Πότε όμως αυτό θεωρείται τεχνητή διευθέτηση από τις φορολογικές αρχές;

Όπως έχουμε αναλύσει και σε προηγούμενη αρθρογραφία, η φορολογική νομοθεσία έχει θεσπίσει έναν γενικό κανόνα απαγόρευσης των καταχρήσεων αυτής. Ο κανόνας αυτός έχει αποτυπωθεί με τον όρο «τεχνητή διευθέτηση». Όταν οι φορολογικές αρχές διαπιστώνουν ότι έχει ενορχηστρωθεί μία πρακτική που ως μοναδικό στόχο έχει την καταστρατήγηση της φορολογικής νομοθεσίας, τότε θέτει σε εφαρμογή τον κανόνα αυτόν και, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, έχει το δικαίωμα να αγνοήσει την εν λόγω κίνηση και να εφαρμόσει τον κανόνα φορολόγησης που τυγχάνει εφαρμογής στην εν λόγω περίπτωση.

Ένα κλασικό παράδειγμα τεχνητής διευθέτησης είναι όταν κατακερματίζονται τιμολόγια συνολικής αξίας άνω των 500 ευρώ σε επιμέρους μικρότερα ποσά προκειμένου να αποφευχθεί η χρήση τραπεζικού μέσου για την εξόφληση. Στην περίπτωση αυτή, εάν η εν λόγω κίνηση δεν δικαιολογείται από καμία άλλη παράμετρο, τότε δύναται η φορολογική αρχή (ΕΛΚΕ, ΔΟΥ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΚΕΜΕΕΠ, ΥΕΔΔΕ) να την αγνοήσει και να θεωρήσει ότι οι δαπάνες αυτές δεν εκπίπτουν διότι πρώτον θα έπρεπε να έχει εκδοθεί ένα παραστατικό αντί πολλών και δεύτερον αυτό θα έπρεπε να εξοφληθεί τραπεζικά και όχι μετρητοίς.

Υπενθυμίζουμε ότι δεν εκπίπτει κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των €500, από την ημεδαπή ή την αλλοδαπή, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής.

Ως τραπεζικό μέσο πληρωμής νοείται:

  • Η κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του προμηθευτή, είτε με μετρητά είτε με μεταφορά μεταξύ λογαριασμών (έμβασμα),
  • Η χρήση χρεωστικών ή πιστωτικών καρτών της εταιρείας που πραγματοποιεί την πληρωμή,
  • Η έκδοση τραπεζικής επιταγής της επιχείρησης ή η εκχώρηση επιταγών τρίτων,
  • Η χρήση συναλλαγματικών οι οποίες εξοφλούνται μέσω τραπέζης,
  • Η χρήση ταχυδρομικής επιταγής – ταχυπληρωμής ή η κατάθεση σε λογαριασμό πληρωμών των Ελληνικών Ταχυδρομείων.

Σε πρόσφατη απόφαση της ΔΕΔ (υπ’ αριθ. 796/2024 Αθήνα) διαπιστώθηκε από τις φορολογικές αρχές ότι η προσφεύγουσα λάμβανε περισσότερα του ενός φορολογικά στοιχεία από τον ίδιο προμηθευτή κατά την ιδία μέρα, με καθαρή αξία μικρότερη των 500€, αθροιστικά, όμως με συνολική καθαρή αξία μεγαλύτερη του ορίου των 500€, προϋπόθεση για την εξόφληση τους με τη χρήση τραπεζικού μέσου. Παρατηρήθηκε δε ότι τα φορολογικά στοιχεία έφεραν συνεχόμενη αρίθμηση, είχαν εκδοθεί την ιδία ημερομηνία και προήλθαν από τον ίδιο προμηθευτή. Ο έλεγχος έκρινε ότι επρόκειτο για ενιαίες συναλλαγές αξίας άνω των 500,00 € έκαστη, οι οποίες είχαν κατατμηθεί σε μικρότερες, έτσι ώστε καμία από αυτές να μην υπερβαίνει το όριο των 500,00€. Αυτό σύμφωνα με την κρίση του ελέγχου συνέστησε τεχνητή διευθέτηση και έγινε προκειμένου να υπάρξει, νομιμοφανής εξόφληση των ληφθέντων φορολογικών στοιχείων, καταστρατηγώντας έτσι τις διατάξεις του άρθρου 23 του Ν. 4172/2013 (ΚΦΕ) και της ΠΟΛ.1216/1.10.2014, οι οποίες ορίζουν ότι δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων οι αγορές, δαπάνες κ.λ.π., εφόσον η εξόφλησή τους δεν έχει πραγματοποιηθεί με τη χρήση ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής ή μέσω παρόχου υπηρεσιών πληρωμών.

Με βάση τα ανωτέρω η ΔΕΔ έκρινε ότι: «ο έλεγχος διαπίστωσε για τα προαναφερόμενα φορολογικά στοιχεία την καταχρηστική πρακτική κατακερματισμού των συναλλαγών και διάσπασης του συνολικού τιμήματος σε ποσά μικρότερα των 500,00€, η οποία πρακτική στόχευε στον περιορισμό της υποχρέωσης για εξόφληση με χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής. (…) ο έλεγχος ορθώς διαπίστωσε ότι τα ανωτέρω τιμολόγια συνιστούν μία συναλλαγή ενώ δεν προσκομίστηκαν στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από μία διακινήσεις ανά ημέρα κι επομένως ο σχετικός με τις αγορές ισχυρισμός της προσφεύγουσας απορρίπτεται ως αβάσιμος».

Όπως έχει αποτυπωθεί και στην εγκύκλιο ΠΟΛ1216/2014 «Η μη εξόφληση των ως άνω δαπανών (άνω των 500 ευρώ) με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής δεν συνιστά, από μόνη της, εικονικότητα ως προς τη συναλλαγή και δεν έχει ως αποτέλεσμα τον προσδιορισμό του εισοδήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ιδίου νόμου, εφόσον δεν συντρέχουν και άλλοι λόγοι».

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει η επιχείρηση να επικαλεστεί συγκεκριμένους βάσιμους λόγους που να αιτιολογούν την έκδοση περισσοτέρων παραστατικών που αθροιστικά υπερβαίνουν το ποσό των 500 ευρώ, προκειμένου να γίνει αποδεκτή από την φορολογική αρχή η έκπτωση των δαπανών αυτών, ακόμη και να έχουν εξοφληθεί με μετρητά.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι φορολογικές αρχές έχουν την δυνατότητα να καταφεύγουν στην εφαρμογή του άρθρου 39 (τεχνητή διευθέτηση) του Κώδικα Φορολογικής διαδικασίας (ν. 5104/2024) σχεδόν σε κάθε περίπτωση κατά την οποία κρίνουν ότι ο φορολογούμενος απέκτησε κάποιο φορολογικό πλεονέκτημα (στην προκειμένη περίπτωση η αποφυγή χρήσης τραπεζικού μέσου) παρακάμπτοντας εμμέσως την κείμενη φορολογική νομοθεσία μέσω ενός φορολογικού χειρισμού που στερείται εμπορικού χαρακτήρα ή εν γένει ουσίας και εξυπηρετεί ως μοναδικό σκοπό την αποφυγή εφαρμογής συγκεκριμένων φορολογικών διατάξεων. Τέλος, υπενθυμίζουμε ότι ο ευρωπαϊκός κανόνας που έχει τεθεί για την χρήση μετρητών εντός των κρατών-μελών είναι το ανώτατο όριο των 10.000 ευρώ, στο πλαίσιο μιας νομοθεσίας κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ενώ η Ελλάδα έχει υιοθετήσει πολύ αυστηρότερο όριο.

 

Δείτε το άρθρο και στo E-FOROLOGIA.gr

*Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Καταγγελία και φορολογικός έλεγχος

τoυ Γιώργου Δαλιάνη*

Είναι γνωστό ότι πολύ συχνά ένας φορολογικός έλεγχος που διενεργείται από το ΣΔΟΕ, το ΚΕΦΟΜΕΠ, τα ΕΛΚΕ και τις Δ.Ο.Υ. ξεκινάει κατόπιν μίας (επώνυμης ή ανώνυμης) καταγγελίας. Στο παρόν άρθρο θα αναλύσουμε ποιός είναι ο ρόλος της καταγγελίας στους φορολογικούς ελέγχους, με τη βοήθεια δύο περιπτώσεων ελέγχου που τέθηκαν υπό την κρίση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών και αφορμή για την εκκίνησή τους ήταν η καταγγελία.

Καταρχάς, οι καταγγελίες που υποβάλλονται κάθε χρόνο είναι χιλιάδες, ενώ κύριες πηγές των καταγγελιών είναι προσωπικοί ή επαγγελματικοί λόγοι, ενώ δεν λείπουν και οι κακόβουλοι. Το αν είναι ανώνυμη ή επώνυμη μία καταγγελία ουδένα ρόλο διαδραματίζει ως προς την εξέλιξη του φορολογικού ελέγχου, αλλά σίγουρα μία επώνυμη καταγγελία έχει περισσότερη βαρύτητα.

1. Καταγγελία και παραγραφή

Σχετικά με το θέμα της παραγραφής, όπως έχει γίνει δεκτό από το ΣτΕ, η καταγγελία αυτή καθαυτή δεν συνιστά από μόνη της συμπληρωματικό στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει την παράταση της παραγραφής από πενταετία σε δεκαετία (ΣτΕ 172/2018). Εάν δηλαδή, κατόπιν καταγγελίας, τίθενται υπόψιν των φορολογικών αρχών πληροφορίες που θα μπορούσαν ούτως ή άλλως να διαθέτουν οι φορολογικές αρχές, τότε η καταγγελία δεν θεωρείται συμπληρωματικό στοιχείο.

Παράδειγμα: Μία πρώην σύζυγος καταγγέλλει στο ΣΔΟΕ ότι ο σύζυγός της (έμπορος) φοροδιαφεύγει. Κατόπιν διενέργειας ελέγχου από το ΚΕΦΟΜΕΠ, εντοπίζονται στον ημεδαπό τραπεζικό λογαριασμό του ελεγχόμενου μεγάλα ποσά αγνώστου προελεύσεως που δεν έχουν δηλωθεί ως εισοδήματα. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, η καταγγελία πυροδότησε έναν έλεγχο, ωστόσο επειδή η πληροφορία που δόθηκε περί φοροδιαφυγής δεν συνοδεύεται από ένα επιπρόσθετο στοιχείο που να μην είχε υπόψιν της η φορολογική αρχή, δηλαδή με άλλα λόγια ο έλεγχος βασίστηκε στις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών που ήταν ούτως ή άλλως στην διάθεση του ελέγχου, η καταγγελία δεν θεωρείται συμπληρωματικό στοιχείο και η παραγραφή παραμένει πενταετής.

Αντίθετα, εάν η καταγγελία εισφέρει προς τις φορολογικές αρχές ένα νέο στοιχείο, τότε η παραγραφή επιμηκύνεται από πενταετή σε δεκαετή.

Παράδειγμα: Ανώνυμος κατήγγειλε ότι μία κατασκευαστική εταιρεία πούλησε κατοικία αντί ποσού 215.200,00 ευρώ με κατάθεση στην Τράπεζα Χ ενώ στο συμβόλαιο δηλώθηκε αξία πώλησης 62.000,00 ευρώ, ήτοι διαφορά μεταξύ του ποσού κατάθεσης και του συμβολαίου 153.200,00 ευρώ. Σημειώνεται ότι η εν λόγω καταγγελία ήταν εμπεριστατωμένη και έφερε συνημμένο φωτοαντίγραφο της απόδειξης κατάθεσης του ως άνω ποσού στην Τράπεζα Χ με καταθέτη την αγοράστρια της κατοικίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το εκδοθέν κατόπιν της ανώνυμης καταγγελίας πληροφοριακό δελτίο κρίθηκε από την ΔΕΔ ότι αποτελεί νέο συμπληρωματικό στοιχείο αποδεικτικό της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος που περιήλθε σε γνώση της Υπηρεσίας μετά την πάροδο πενταετίας και είναι στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει την επιμήκυνση της προθεσμίας παραγραφής στην δεκαετία.

Ο λόγος είναι ότι ακόμη και εάν η αρμόδια Φορολογική Αρχή εντός πενταετίας είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας του υπολοίπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών της προσφεύγουσας κατασκευαστικής εταιρείας στην ημεδαπή, δικαιολογημένα δεν θα μπορούσε να είχε εντοπίσει την επίμαχη κατάθεση, καθώς αυτή έλαβε χώρα σε προσωπικό λογαριασμό του ομορρύθμου εταίρου της. Με αυτό το σκεπτικό απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή (ΔΕΔ Αθ 1045/2020).

Η ως άνω κρίση, κατά την γνώμη μας, είναι κάπως οριακή, δεδομένης της υφιστάμενης νομολογίας του ΣτΕ σχετικά με την έννοια των συμπληρωματικών στοιχείων. Πιο συγκεκριμένα, με βάση την απόφαση ΣτΕ (Β’ Τμήμα) 2934/2017 κρίθηκε ότι το υπόλοιπο και οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των φορολογουμένων στην Ελλάδα δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία που παρατείνουν την παραγραφή σε δεκαετή. Και τούτο διότι η εξέταση της ακρίβειας των δηλώσεων με βάση τα στοιχεία αυτά αποτελεί βασικό εργαλείο και τακτικό μέσο που έχει στο νόμιμο οπλοστάσιό του ο φορολογικός έλεγχος εδώ και πολλά χρόνια. Περαιτέρω, τα τεχνολογικά μέσα της Διοίκησης πρέπει να εξελίσσονται και να προσαρμόζονται αναλόγως, ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες της ορθής και αποτελεσματικής εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας, και όχι η φορολογική νομοθεσία να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ενόψει των περιορισμών που προκύπτουν από τις υφιστάμενες τεχνικές ρυθμίσεις και δυνατότητες των ηλεκτρονικών συστημάτων της Φορολογικής Διοίκησης ή από τις τυχόν ανεπάρκειες και ελλείψεις στην οργάνωση, στελέχωση και λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών της.

Εν προκειμένω, δηλαδή, στην ως άνω υπόθεση η πληροφορία για κίνηση τραπεζικού λογαριασμού ομόρρυθμου εταίρου, θεωρήθηκε συμπληρωματικό στοιχείο για τον καταλογισμό σε βάρος της ελεγχόμενης κατασκευαστικής εταιρείας του ποσού του υπερβάλλοντος τιμήματος το οποίο η εταιρεία ουδέποτε φορολογήθηκε, υπό την έννοια ότι δεν θα μπορούσε η φορολογική αρχή να επεξεργαστεί συνδυαστικά τα δεδομένα των τραπεζικών κινήσεων τόσο της εταιρείας όσο και του ομόρρυθμου εταίρου, ώστε να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα περί φοροαποφυγής, εάν δεν είχε γίνει η καταγγελία, η οποία θεωρείται κατά την έννοια αυτή ότι εισέφερε ένα «νέο στοιχείο». Το επιχείρημα ότι η ομόρρυθμη εταιρεία τηρεί απλογραφικά βιβλία (αν και δεν αναφέρεται κάπου στην απόφαση) οπωσδήποτε έπαιξε ρόλο για την κρίση αυτή, ωστόσο τηρούμε τις αμφιβολίες μας περί της ορθότητας της κρίσης αυτής, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση ο καταλογισμός στηρίχθηκε σε κίνηση ημεδαπού τραπεζικού λογαριασμού, και μάλιστα όχι οποιουδήποτε τρίτου, αλλά του ομόρρυθμου εταίρου.

2. Καταγγελία και αποδεικτική διαδικασία

Περαιτέρω, μία καταγγελία δεν θεωρείται από μόνη της αποδεικτικό στοιχείο, αλλά θα πρέπει να το περιεχόμενό της να εξακριβώνεται και να διασταυρώνεται μέσω πρόσθετων ελεγκτικών επαληθεύσεων.

Παράδειγμα: Ένας ασθενής κατήγγειλε επώνυμα έναν ιατρό για μη έκδοση αποδείξεων. Η αρμόδια ΔΟΥ κατόπιν επεξεργασίας και διασταύρωσης των δεδομένων του συστήματος ΗΔΙΚΑ (ηλεκτρονική συνταγογράφηση) άντλησε στοιχεία για τους ασθενείς που επισκέφθηκαν το ιατρείο και καταλόγισε στον ελεγχόμενο φόρους και πρόστιμα για τα οικεία ελεγχόμενα έτη (εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής), λόγω μη έκδοσης αποδείξεων (ΔΕΔ Θ 662/2020).

Εν κατακλείδι, η καταγγελία αποτελεί πολύ συχνά την αφορμή για την διενέργεια ενός φορολογικού ελέγχου. Ωστόσο, δεν αποτελεί απόδειξη για φοροαποφυγή η ίδια η καταγγελία από μόνη της, ενώ για να θεωρηθεί συμπληρωματικό στοιχείο που παρατείνει την παραγραφή θα πρέπει να γνωστοποιεί στις φορολογικές αρχές μία πληροφορία που δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν οι φορολογικές αρχές στα πλαίσια του έργου τους. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, κάθε υπόθεση είναι ξεχωριστή και θα πρέπει να αξιολογείται με βάση τα πραγματικά περιστατικά της.

 

Δείτε το άρθρο και στo E-FOROLOGIA.gr

*Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φορολόγηση Επενδυτικών Προϊόντων

τoυ Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα *

Τα εισοδήματα από τοποθετήσεις σε επενδυτικά προϊόντα και καταθέσεις αποτελούν για πολλούς φορολογούμενους ένα σημαντικό μέρος των συνολικών τους εσόδων.

Πριν τη λήψη μιας επενδυτικής απόφασης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φορολογική επιβάρυνση της συγκεκριμένης κίνησης αφού η πραγματική απόδοση μιας επένδυσης είναι η ονομαστική απόδοση μείον το φόρο που προκύπτει.

Κάνοντας βέλτιστη χρήση των διαφόρων διατάξεων ανά κατηγορία επενδύσεων στην ελληνική φορολογική νομοθεσία μπορεί κάποιος να αριστοποιήσει (μειώσει σημαντικά) την συνολική φορολογική του υποχρέωση από τα εισοδήματά του σε επενδυτικά προϊόντα.

Ο τρόπος με τον οποίο θα φορολογηθεί κάθε επενδυτική τοποθέτηση εξαρτάται από τρεις παράγοντες:

  • Τον τόπο φορολογικής κατοικίας του υποκείμενου στο φόρο
  • Τον τύπο του εισοδήματος που λαμβάνει
  • Τη χώρα προέλευσης του εισοδήματος που λαμβάνει

Για την εύρεση του τρόπου φορολόγησης λαμβάνεται υπόψη το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο, οι κοινοτικές οδηγίες και οι συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολογίας (ΣΑΔΦ) που έχει συνάψει η χώρα μας με άλλα κράτη.

Σύμφωνα με την ελληνική φορολογική νομοθεσία, η φορολογική κατοικία των φυσικών προσώπων καθορίζει και τον τρόπο φορολόγησης των εισοδημάτων τους.

Συγκεκριμένα:

– τα φυσικά πρόσωπα που είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας, φορολογούνται στην Ελλάδα:

  • για όλα τους τα εισοδήματα που αποκτούν στην Ελλάδα, αλλά και
  • για όσα εισοδήματα αποκτούν στην αλλοδαπή,

είτε υπάρχει σχετική ΣΑΔΦ που επιτρέπει τη φορολόγησή τους στην Ελλάδα, είτε δεν υπάρχει σε ισχύ ΣΑΔΦ με την χώρα απόκτησης του εισοδήματος

  • οι φορολογικοί κάτοικοι αλλοδαπής φορολογούνται στην Ελλάδα μόνο για τα εισοδήματα που αποκτούν στην Ελλάδα και ανάλογα με τις προβλέψεις της σχετικής ΣΑΔΦ

Σε όλες τις περιπτώσεις που αφορούν εισοδήματα από επενδυτικά προϊόντα, η ελληνική νομοθεσία προβλέπει είτε σταθερούς φορολογικούς συντελεστές με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, είτε απαλλαγή από το φόρο. Σημειώνεται ότι η αξία των μετοχών ή ομολόγων στο χαρτοφυλάκιο ενός επενδυτή, με βάση τις τιμές τους στο τέλος του έτους, μπορεί να διαφέρει σημαντικά από την αξία κτήσης τους, παρουσιάζοντας κέρδη ή ζημίες.

Δεδομένου όμως ότι τα επενδυτικά προϊόντα δεν έχουν ρευστοποιηθεί, τα κέρδη ή οι ζημίες θεωρούνται μη πραγματοποιηθέντα/είσες (unrealized profits & losses) και επομένως δεν δηλώνονται και δεν αποτελούν αντικείμενο φορολόγησης.

 Αν ρευστοποιηθεί μέρος μόνο μίας θέσης, για παράδειγμα, σε μετοχές της εταιρίας ΧΨΩ ενός χαρτοφυλακίου, τότε το κέρδος ή η ζημία προκύπτει εάν από την αξία πώλησης (μειωμένη κατά το κόστος που σχετίζεται με τη συναλλαγή) αφαιρεθεί η αξία κτήσης που υπολογίζεται με το μέσο όρο αγοράς των αντίστοιχων μετοχών (προσαυξημένης με το αντίστοιχο κόστος).

Το εισόδημα αυτό δύναται να μειωθεί περαιτέρω, με τυχόν ζημίες που θα προκύψουν -μέσα στην ίδια χρήση ή μέχρι 5 παρελθούσες χρήσεις- από πώληση κάθε είδους τίτλων, υπό την προϋπόθεση ότι η υπεραξία αυτών των τίτλων φορολογείται.

Σε πολλές περιπτώσεις εισοδημάτων (όχι υπεραξιών λόγω κερδών) από επενδυτικά προϊόντα εξωτερικού υπάρχει παρακράτηση εθνικών φόρων στην πηγή από τις αλλοδαπές φορολογικές αρχές.

 ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Ένα φυσικό πρόσωπο με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα μπορεί να λάβει μέρισμα στο οποίο έχει παρακρατηθεί φόρος. Σε αυτή την περίπτωση ο φορολογούμενος θα αφαιρέσει το φόρο που παρακρατήθηκε στο διανεμηθέν μέρισμα και στην υπόλοιπη αξία θα καταβάλει τον αναλογούντα φόρο στην Ελλάδα, σε ποσοστό 5%, με εξάντληση της φορολογικής του υποχρέωσης.

Υφίσταται, ωστόσο, υποχρέωση δήλωσης του εισοδήματος στην ετήσια Δήλωση Φόρου Εισοδήματος, αναγράφοντας και το φόρο που παρακρατήθηκε, χωρίς να προκύπτει περαιτέρω φόρος.

Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος επικαλεσθεί συμψηφισμό παρακρατούμενου φόρου στο εξωτερικό, θα φορολογηθεί στο μικτό, αλλά θα πρέπει να υποβάλει στις φορολογικές αρχές τα δικαιολογητικά για έλεγχο.

Παρακράτηση φόρων γίνεται επίσης από τους ημεδαπούς θεματοφύλακες / τράπεζες με βάση την ελληνική νομοθεσία, τους οποίους αποδίδουν στις φορολογικές αρχές για λογαριασμό των πελατών τους.

Τέλος, οι αλλοδαποί θεματοφύλακες/τράπεζες δεν προβαίνουν σε παρακράτηση του φόρου που ισχύει στην Ελλάδα και επομένως τα φυσικά πρόσωπα με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα έχουν την υποχρέωση να υπολογίσουν και να δηλώσουν τα αντίστοιχα εισοδήματα και τα κέρδη / ζημίες κατά την υποβολή της ετήσιας φορολογικής τους δήλωσης.

Το άρθρο αποτελεί απόσπασμα από τον Φορολογικό Οδηγό:

«Φορολογίας Επενδυτικών Προϊόντων Για Φυσικά Πρόσωπα 2023»

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

*Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

 Ο Γιάννης Αρτσίτας είναι Senior Accountant & Υπεύθυνος του τμήματος Φυσικών Προσώπων της Artion A.E.

  

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Άτυπη δωρεά και κάλυψη τεκμηρίων

τoυ Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Γιάννη Αρτσίτα και της Νίκης Χατζοπούλου*

Αποτελεί συνήθη πρακτική στη χώρα μας η μεταξύ συγγενών δωρεά χρημάτων για κάλυψη των άμεσων βιοποριστικών αναγκών αλλά και για αγορά περιουσιακών στοιχείων. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται εντονότερα σε μικρότερα ποσά που δεν ακολουθούν την υφιστάμενη νομοθεσία περί δωρεών.

Με αφορμή μία πρόσφατη απόφαση της ΔΕΔ θα θέλαμε να αναφερθούμε στο ζήτημα της άτυπης δωρεάς (κυρίως μεταξύ συγγενικών προσώπων), καθώς αφορά την πλειονότητα των φορολογούμενων. Η φορολογική νομοθεσία δεν καλύπτει επαρκώς το ζήτημα αυτό αν και αποτελεί μία πραγματικότητα που χρήζει νομοθετικής πλαισίωσης, ιδίως σε εποχές όπως η τρέχουσα οικονομική κατάσταση που αναγκάζει πολλούς φορολογούμενους να στηρίζονται σε εισοδήματα συγγενών.

Κάλυψη τεκμηρίων

Με τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 του ΚΦΕ ορίζονται τα ποσά που λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη από τη Φορολογική Διοίκηση για τον περιορισμό της διαφοράς μεταξύ του τεκμαρτού και του συνολικού εισοδήματος. Σύμφωνα δε με την ερμηνευτική εγκύκλιο ΠΟΛ.1076/2015, οι κατηγορίες αυτών των εισοδημάτων ή εσόδων είναι ενδεικτικές, αλλά και οποιοδήποτε άλλο έσοδο που δεν αναφέρεται ρητά στο νόμο λαμβάνεται υπόψη, εφόσον αποδεικνύεται η είσπραξη του, η φορολόγηση του ή η απαλλαγή του από τη φορολογία.

Εξ αντιδιαστολής, χρηματικό ποσό δωρεάς, για το οποίο δεν έχει υποβληθεί η οικεία δήλωση δωρεάς εντός του έτους που πραγματοποιήθηκε η δαπάνη αλλά μετά τη λήξη του, δε λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη, είναι όμως ελεύθερο εκτίμησης και αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών από την αρμόδια για την παραλαβή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φορολογική αρχή.

Με απόφασή της η ΔΕΔ δικαίωσε τον φορολογούμενο που δεν είχε υποβάλει εντός του έτους την δήλωση δωρεάς με το σκεπτικό ότι προκύπτει η δωρεά από το πραγματικό γεγονός των δύο μεταφορών από τον τραπεζικό λογαριασμό των γονέων του προσφεύγοντος σε τραπεζικό λογαριασμό της πωλήτριας εργολάβου εταιρείας, συνολικού ποσού 70.000,00, για την αποπληρωμή μέρους του τιμήματος αγοράς ακινήτου σε συνδυασμό με το ότι η παρέχουσα και ο προσφεύγων (τέκνο) υπέβαλαν δηλώσεις άτυπης γονικής παροχής χρημάτων ποσού 35.000,00€ και 35.000,00€, για την κάλυψη της συγκεκριμένης δαπάνης, με συνημμένα τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Έτσι κρίθηκε ότι  δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η απόκτηση των χρηματικών ποσών πραγματοποιήθηκε λόγω γονικής παροχής, στις 29/04/2022 και 23/05/2022 αντίστοιχα.

Τεκμήρια διαβίωσης μεταξύ συζύγων

Κατά τη διάρκεια του γάμου για την κάλυψη των τεκμηρίων λαμβάνεται υπόψη το συνολικό οικογενειακό  εισόδημα. Με λίγα λόγια, στην κοινή δήλωση που υποβάλλουν οι σύζυγοι, από ανάλωση κεφαλαίου που επικαλείται ο φορολογούμενος μπορεί να καλυφθεί αντικειμενική δαπάνη (τεκμήριο διαβίωσης) της συζύγου του. Υπάρχει δηλαδή το δικαίωμα της “μεταφοράς” εισοδήματος από τον έναν στον άλλο σύζυγο για την κάλυψη τεκμηρίων. Λόγω των κοινών τεκμηρίων διαβίωσης, ο ένας σύζυγος μπορεί να στηριχθεί στα εισοδήματα του άλλου, ώστε να δικαιολογήσει τα περιουσιακά στοιχεία που έχει στην κατοχή του (τα οποία δεν δικαιολογούνται από το ατομικό του εισόδημα).

Ακόμη, όπως έχει κριθεί και με την υπ’ αριθ. 409/2018 απόφαση της ΔΕΔ Θεσσαλονίκης μπορεί να επικαλεστεί ο ένας σύζυγος ακόμη και κεφάλαια του άλλου συζύγου που αποκτήθηκαν προ του έγγαμου βίου για να καλύψει τη διαφορά τεκμηρίων, καθώς ούτε στις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 30, 31, 32, 33 και 34 του ν. 4172/2013 αλλά ούτε και στην ΠΟΛ.1076/26.3.2015, προβλέπεται ρητά η μη δυνατότητα κάλυψης της προστιθέμενης διαφοράς τεκμηρίων του ενός συζύγου με κεφάλαια του άλλου συζύγου, που αποκτήθηκαν προ έγγαμου βίου.

Ωστόσο, οι σύζυγοι που υποβάλλουν χωριστή δήλωση φόρου εισοδήματος λόγω διάστασης, μπορούν να επικαλεστούν κεφάλαιο προηγούμενων ετών για κάλυψη τεκμηρίου τους, το οποίο θα προέρχεται μόνο από τα δικά τους εισοδήματα και όχι από το οικογενειακό εισόδημα που προέκυπτε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης (υπ’ αριθ. πρωτ. 1020051/389/12.03.2002, 1013980/335/13.02.2003, 1001807/11/08.01.2003 έγγραφα της Διεύθυνσης Άμεσης Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών, βλ. και ΔΕΔ Θες/νικης 1412/2020).

Επίσης, σε περίπτωση χωριστών δηλώσεων συζύγων, για την κάλυψη ή τον περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, λαμβάνονται υπόψη τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, όπως αυτά δηλώνονται από τον κάθε σύζυγο χωριστά, δεν είναι δηλαδή κοινά τα τεκμήρια.

Επιβολή φόρου δωρεάς – Τεκμήριο άτυπης δωρεάς

Η απόδειξη της, χωρίς αντάλλαγμα, παραχώρησης, για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο, βαρύνει την ελεγκτική αρχή, πλην λόγω του ότι η απόδειξη αυτή είναι δυσχερής, είναι ανεκτή η συναγωγή τεκμηρίου δωρεάς.

Από την δικαστηριακή νομολογία έχει γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η συναγωγή τεκμηρίου δωρεάς αν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

Α. Τα πρόσωπα (αυτός που δίνει και αυτός που παίρνει), να συνδέονται μεταξύ τους με ιδιαίτερο συγκεκριμένο συγγενικό δεσμό.

Β. Ο αρμόδιος Οικονομικός Προϊστάμενος αιτιολογημένα να αποκλείσει κάθε άλλη πηγή προέλευσης χρημάτων κατά το οποίο υπολογίζεται ότι αυξήθηκε η περιουσία του προσώπου που θεωρείται δωρεοδόχος ή και μόνο να αποκλείσει αιτιολογημένα τις πηγές των χρημάτων που επικαλούνται οι φορολογούμενοι.

Γ. Ο αρμόδιος Οικονομικός Προϊστάμενος αιτιολογημένα να διαπιστώσει ότι η οικονομική κατάσταση του προσώπου που θεωρείται δωρητής του επέτρεπε να κάνει δωρεά που υποστηρίζει ότι έγινε.

Αν συντρέχουν οι τρείς αυτές προϋποθέσεις ο αρμόδιος Οικονομικός Προϊστάμενος νόμιμα καταλογίζει φόρο δωρεάς έστω και αν δεν έχει πλήρη αποδεικτικά στοιχεία για την πραγματοποίηση της (σχετ. ΣΤΕ 2856/1974, 954/1982, 4026/1983).

Αφορολόγητο δωρεών από 1.10.2021 έως 800.000 ευρώ

Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις που ισχύουν από 1.10.2021, ορίστηκε ως αφορολόγητο το ποσό δωρεών και γονικών παροχών περιουσιακών στοιχείων και μετρητών για τους δικαιούχους της Α’ κατηγορίας της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2961/2001 σε οκτακόσιες χιλιάδες (800.000) ευρώ. Συνεπώς, στην ως άνω περίπτωση της ΔΕΔ δεν θα υπήρχε ζήτημα φόρου δωρεάς, αν η αγορά ακινήτων είχε γίνει μετά την 1.10.2021, καθώς η αξία των ακινήτων στην υπόθεση αυτή ήταν  κάτω των 800.000 ευρώ. Υπενθυμίζουμε τους δικαιούχους που εντάσσονται στην Α’ κατηγορία παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2961/2001: σύζυγοι,  πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, παιδιά, εγγόνια και γονείς.

Κατ’ ακολουθία βλέπουμε ότι η άτυπη δωρεά λαμβάνεται μεν υπόψιν από τις φορολογικές αρχές για κάλυψη τεκμηρίων, ωστόσο θα πρέπει να προκύπτει και να επαληθεύεται ως πραγματικό γεγονός, όταν δεν υπεβλήθη εμπροθέσμως η σχετική δήλωση. Άτυπη δωρεά σε μετρητά δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν από τις φορολογικές αρχές για κάλυψη τεκμηρίων. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, βλέπουμε ότι οι φορολογικές αρχές επιβάλλουν φόρο δωρεάς σε δοσοληψίες μεταξύ συγγενικών προσώπων αν και δεν συντρέχει περίπτωση δωρεάς, αγνοώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με την κατανομή του οικογενειακού εισοδήματος, αλλά και επιμερισμού των δαπανών. Αυτές οι άτυπες δοσοληψίες μεταξύ συγγενών ελλοχεύουν κινδύνους σε περίπτωση ελέγχου, ιδίως όταν γίνονται τραπεζικά.

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

*Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

 Ο Γιάννης Αρτσίτας είναι Senior Accountant & Υπεύθυνος του τμήματος Φυσικών Προσώπων της Artion A.E.

 H Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω LL.Μ. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Η παγίδα των έμμεσων τεχνικών ελέγχου

της Βασιλικής Ηλιοπούλου – πρώην Γενικής Διευθύντριας Φορολογικής Διοίκησης και συνεργάτης της ARTION*

Ξεκινώντας ένα ταξίδι για το φορολογικό σύστημα των τελευταίων ετών τους τρόπους προσδιορισμού του φόρου και τον θεσμό του φορολογικού ελέγχου μου έρχονται στο νου οι τεχνικές και τα εργαλεία που έχει στην φαρέτρα του ο ελεγκτικός μηχανισμός προκειμένου να εξετάσει την ορθότητα της απεικόνισης των αποκτηθέντων εισοδημάτων στην υποβληθείσα δήλωση φορολογίας εισοδήματος αλλά και να προσδιορίσει εκ νέου την φορολογητέα ύλη.

Στο σημερινό άρθρο μας θα ασχοληθούμε περισσότερο με τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης φυσικών και νομικών προσώπων ως προς την συμμόρφωση τους με τις υποχρεώσεις από την φορολογική νομοθεσία και κατά πόσον η μη συμμόρφωση τους δύναται να οδηγήσει σε φορολογικό έλεγχο και ποιες οι μέθοδοι του φορολογικού ελέγχου.

Η φοροδιαφυγή, ως μέρος της παραοικονομίας έχει σαν χαρακτηριστικό της, ότι εμφανίζεται σε μεταγενέστερο χρονικό στάδιο, σε σχέση με την φοροαποφυγή.

Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που οδήγησε στην εφαρμογή των τεκμηρίων τα οποία εμφανίστηκαν το 1955 έγιναν πιο σκληρά το 1978 όταν για πρώτη φορά εμφανίσθηκε η λίστα των δαπανών διαβίωσης (ενοίκια, δαπάνη για  ΕΙΧ ,ταξίδια στο εξωτερικό δίδακτρα κλπ) και έως και σήμερα προβλέπεται η φορολόγηση με βάση τα τεκμήρια.

Η μετάβαση στην νέα εποχή όπου η τεχνολογία οι ηλεκτρονικές διασταυρώσεις και η υιοθέτηση σύγχρονων ελεγκτικών εργαλείων δίνουν την δυνατότητα στην φορολογική διοίκηση να προσδιορίσει με μεγαλύτερη ευχέρεια την φορολογητέα ύλη  έδωσε την ελπίδα δημιουργίας σταθερού φορολογικού περιβάλλοντος που θα οδηγούσε στην ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας στην πραγματικότητα όμως τι συμβαίνει ?

Το φορολογητέο εισόδημα προσδιορίζεται:

  • Με λογιστικό τρόπο ο φόρος επιβάλλεται στο εισόδημα που απομένει μετά την αφαίρεση των δαπανών που εκπίπτουν σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΦΕ και ο έλεγχος με τις γενικές διατάξεις επαληθεύει εάν τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία (τήρηση φορολογικών αρχείων ,υποβολή δηλώσεων κλπ )με τους φορολογικούς νόμους που ισχύουν ανά έτος καθώς και εάν το περιεχόμενο αυτών είναι αληθές
  • Με εναλλακτικό τρόπο προσδιορισμού (τεκμαρτή μέθοδος προσδιορισμού) ο τεκμαρτός τρόπος φορολόγησης προσδιορίζει το φορολογητέο εισόδημα βάσει τεκμηρίων απόκτησης και τεκμηρίων διαβίωσης (άρθρα 30-34 του ν. 4172/2013). Τα τεκμήρια θεωρείται ότι αποτελούν δείκτες φοροδοτικής ικανότητας και έχουν καθολική εφαρμογή . Έχει δε κριθεί δικαστικά ότι με τον τεκμαρτό προσδιορισμό του εισοδήματος δεν επιβάλλεται υποχρέωση καταβολής φόρου επί πλασματικού εισοδήματος αλλά αποτελεί ειδική μέθοδο προσδιορισμού του πραγματικού εισοδήματος αλλά συμπληρωματικό του δηλωθέντος εισοδήματος και είναι μαχητός.
  • Με εξωλογιστικό προσδιορισμό ο οποίος καταργήθηκε από 1/1/2014 σύμφωνα όμως με τον οποίο η φορολογική αρχή μπορούσε να προσδιορίσει εξωλογιστικά το εισόδημα φυσικού ή νομικού προσώπου που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση που έκρινε τα βιβλία του ανεπαρκή ή ανακριβή. Η κρίση περί ανεπάρκειας ή ανακρίβειας αναφερόταν ρητά στις § 3 και 4 του άρθρου 30 του ΚΒΣ
  • Ως «προσαύξηση περιουσίας» σε όσες περιπτώσεις ο φορολογούμενος δεν μπορεί να αποδείξει την πραγματική πηγή ή αιτία προέλευσης της αύξησης των περιουσιακών του δικαιωμάτων καθώς και εάν αυτά προέρχονται από δηλωθέντα εισοδήματα ή από εισοδήματα που νόμιμα απαλλάσσονται του φόρου Η προσαύξηση περιουσίας ως έννοια προβλέφθηκε από το άρθρο 15 §3 του ν 3888/2010 και μετέπειτα στον ν. 4172/13 στο άρθρο 21§4  Η «προσαύξηση περιουσίας» φορολογείται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα με συντελεστή 33%
  • Με «έμμεσες τεχνικές ελέγχου» σε αυτήν την περίπτωση το εισόδημα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου προσδιορίζεται έμμεσα δηλαδή από την ανάλυση της οικονομικής του κατάστασης και χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε διαθέσιμο στοιχείο βάσει του οποίου μπορεί να στοιχειοθετηθεί η απόκρυψη φορολογητέας ύλης .

«Διαθέσιμο στοιχείο» είναι κάθε πληροφορία που έρχεται σε γνώση της φορολογικής διοίκησης

Για τα φυσικά πρόσωπα οι πληροφορίες αντλούνται από τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών ,τις επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, την λήψη και αποπληρωμή δανείων, ψηφιακές πλατφόρμες, χρήση καρτών , ασφαλιστικά επενδυτικά προϊόντα ανταλλαγή πληροφοριών με φορολογικές διοικήσεις άλλων χωρών, κτηματολογικά γραφεία, συμβολαιογράφους,  από επενδεδυμένα  κεφάλαια σε επιχειρήσεις από την συναλλακτική δράση των επιχειρήσεων στις οποίες συμμετέχει (αντικείμενο δραστηριότητας ,αγορές, πωλήσεις, μικτό κέρδος, τρόπος τήρησης φορολογικών αρχείων της επιχείρησης) Πληροφορίες και στοιχεία από τρίτους.

Όταν το εισόδημα προκύπτει από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας (φυσικά νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες) αξιοποιούνται τα δεδομένα της επιχειρηματικής δραστηριότητας ήτοι το σύνολο των αγορών, πωλήσεων ,ο συντελεστής μικτού και καθαρού κέρδους , η ορθή τήρηση και διαφύλαξη των λογιστικών αρχείων (βιβλία και στοιχεία), οι ΦΗΜ, οι φορολογικές μνήμες και τα αρχεία των Φ.Η.Μ. καθώς και  ο έλεγχος παραβίασης , παραποίησης ή επέμβασης επί των ΦΗΜ , οι διαβιβάσεις μέσω των my data  καθώς και οι επαληθεύσεις του QR code των εκδιδομένων φορολογικών στοιχείων.

Οι έμμεσες τεχνικές εφαρμόζονται τόσο για τον προσδιορισμό φορολογητέου εισοδήματος σε φυσικά πρόσωπα όσο και σε νομικά πρόσωπα.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω ένα φυσικό πρόσωπο κατά την υποβολή της δήλωσης θα φορολογηθεί είτε με τις γενικές διατάξεις είτε με τεκμήρια ανεξαρτήτως της πηγής προέλευσης των εισοδημάτων του.

Είναι δυνατόν η φορολογία του με τεκμήρια να οδηγήσει σε έλεγχο και δη σε έλεγχο με τις έμμεσες τεχνικές ?

Κάτω από προϋποθέσεις βεβαίως ναι ιδιαίτερα  όταν το ποσό του δηλούμενου εισοδήματος δεν επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών δαπανών διαβίωσης ή η προσαύξηση περιουσίας δεν καλύπτεται από το δηλούμενο εισόδημα.

Με την απόφαση 450/2023 η ΔΕΔ έκρινε ότι δεν υφίσταται προσαύξηση περιουσίας όταν είναι εμφανής η πηγή προέλευσης ενός χρηματικού ποσού ακόμα και αν το ποσό αυτό δεν συμπεριελήφθη στις σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, ενώ υπήρχε σχετική υποχρέωση. Στις περιπτώσεις αυτές, εφόσον οι εν λόγω πιστώσεις συνεπάγονται φορολογική υποχρέωση στον φόρο εισοδήματος ο καταλογισμός θα γίνεται με την εφαρμογή των γενικών διατάξεων του ν 4172/2013.

Συνεπώς ως πίστωση σε τραπεζικό λογαριασμό μπορεί να περιληφθούν εισόδημα από κεφάλαιο, εισόδημα από κινητές αξίες, εισόδημα Δ’ πηγής του ν.2238/1994, πώληση περιουσιακών στοιχείων, δάνειο, έσοδα από διατροφή συζύγου και τέκνων κλπ).

Στις περιπτώσεις όμως που το εισόδημα προέρχεται από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας και

  • όταν τα λογιστικά αρχεία δεν τηρούνται ή οι οικονομικές καταστάσεις δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον νόμο για τα λογιστικά πρότυπα, ή
  • όταν τα φορολογικά στοιχεία ή τα λοιπά προβλεπόμενα σχετικά δικαιολογητικά δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ή
  • όταν τα λογιστικά αρχεία ή φορολογικά στοιχεία δεν προσκομίζονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από σχετική πρόσκληση.

Τότε το εισόδημα μπορεί να προσδιορίζεται με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο ή με έμμεσες τεχνικές.  Για την ορθή κατανόηση και εφαρμογή των εμμέσων τεχνικών (άρθρο 28 του ν. 4172/2013) η φορολογική διοίκηση εξέδωσε πλήθος εγκυκλίων και οδηγιών και συγκεκριμένα με την Ε 2015/2020 προκύπτει η καθοριστική  σημασία που αποδίδει ο νομοθέτης στο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εμμέσων τεχνικών και ως βασική κρίνεται ότι «θα πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς από την φορολογική αρχή στην έκθεση ελέγχου ποιες οι αιτίες εφαρμογής τους».

Οι διατάξεις βέβαια είναι σαφέστατες και αναφέρουν επιπλέον ότι προϋπόθεση εφαρμογής οποιασδήποτε μεθόδου από τις έμμεσες τεχνικές για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4172/2013 είναι η διαπίστωση ότι η διενέργεια ελεγκτικών επαληθεύσεων θεωρείται ότι δεν είναι δυνατή ή το λογιστικό σύστημα θεωρείται ως μη αξιόπιστο.

Ενδεικτικά και όχι περιοριστικά οι περιπτώσεις που οδηγούν την φορολογική διοίκηση σε εφαρμογή των έμμεσων τεχνικών είναι:

α) όταν τα λογιστικά αρχεία δεν τηρούνται ή οι οικονομικές καταστάσεις δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον νόμο για τα λογιστικά πρότυπα, ή

β) όταν τα φορολογικά στοιχεία ή τα λοιπά προβλεπόμενα σχετικά δικαιολογητικά δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον Κ.Φ.Δ., ή

γ) όταν τα λογιστικά αρχεία ή φορολογικά στοιχεία δεν προσκομίζονται στη Φορολογική Διοίκηση εντός της προθεσμίας της παρ. 2 του άρθρου 14 του Κ.Φ.Δ. μετά από δύο σχετικές προσκλήσεις, ή

δ) όταν υπάρχει σημαντική αναντιστοιχία μεταξύ των δηλούμενων οικονομικών μεγεθών, ιδίως των αγορών, των πωλήσεων και των αποθεμάτων, ή

ε) όταν δεν επαληθεύεται ο συντελεστής μικτού κέρδους που προκύπτει από τα δηλούμενα αποτελέσματα με αυτόν που προκύπτει βάσει των παραστατικών αγορών και πωλήσεων ή υπάρχει αδικαιολόγητη μεταβολή αυτού μεταξύ διαδοχικών ετών, ή

στ) όταν δηλώνεται ζημία σε τρία (3) τουλάχιστον συνεχόμενα φορολογικά έτη και δεν προκύπτει ο τρόπος χρηματοδότησης της επιχείρησης, με τον οποίο καλύπτονται οι υποχρεώσεις της.

ζ) όταν το ποσό του δηλούμενου εισοδήματος δεν επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών δαπανών διαβίωσης ή σε περίπτωση που υπάρχει προσαύξηση περιουσίας η οποία δεν καλύπτεται από το δηλούμενο εισόδημα.

Σύμφωνα λοιπόν με την Α.1008/2020 «Τα έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα/εκροές/φορολογητέα κέρδη που προσδιορίζονται με τις προαναφερθείσες μεθόδους έμμεσου προσδιορισμού, εφόσον είναι μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα δηλωθέντα, συνιστούν τα τελικά έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα/εκροές/φορολογητέα κέρδη.

 Εφόσον τα έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα του ελεγχόμενου προσώπου προσδιορίζονται με τις έμμεσες μεθόδους της παρούσας, τότε, ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα για κάθε φορολογικό έτος θεωρείται το σύνολο των προσδιορισθέντων με τις έμμεσες μεθόδους της παρούσας εσόδων από επιχειρηματική δραστηριότητα μετά την αφαίρεση των επιχειρηματικών δαπανών, των αποσβέσεων και των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4172/2013.»

Η ΔΕΔ απέρριψε ενδικοφανή προσφυγή (ΔΕΔ Αθ 919/2023) και αποφάσισε ότι ορθά ο έλεγχος εφάρμοσε τις έμμεσες τεχνικές σε επιχείρηση στην εξής περίπτωση: Στις υποβληθείσες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος προκύπτουν συνεχόμενα ζημίες, δεν διενήργησε απογραφή ενώ υπήρχε η σχετική υποχρέωση, δεν αιτιολόγησε επαρκώς την καταστροφή ή απώλεια αγαθών που συνιστούν στοιχεία κόστους και δεν αναγράφονταν  οι εκπτώσεις επί του σώματος των εκδοθέντων στοιχείων.

Σε άλλη περίπτωση η ΔΕΔ (ΔΕΔ Αθ 2057/2022) ορθώς απέρριψε την εφαρμογή των εμμέσων τεχνικών κατά τον διενεργηθέντα έλεγχο σε ατομική επιχείρηση όπου διαπιστώθηκε ότι το συνολικό δηλωθέν εισόδημα της προσφεύγουσας, επαρκεί για την κάλυψη προσωπικών δαπανών διότι σύμφωνα με την ΠΟΛ.1050/2014 οι προσωπικές δαπάνες διαβίωσης αφορούν πραγματικές δαπάνες και όχι τεκμαρτές.

Επιπλέον σε περίπτωση που διαπιστώνεται μη έκδοση φορολογικού στοιχείου, απαιτείται η φορολογική αρχή να προσδιορίζει με ακρίβεια τον αριθμό των μη εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων, κατόπιν συγκεκριμένων διαπιστώσεων και δεν επιτρέπεται η εξεύρεση του εν λόγω αριθμού κατά προσέγγιση κατόπιν συμπερασματικών σκέψεων (ΣτΕ 3261/1994), ΔΕφΑθ 1526/2012.

Είναι δυνατή η επίκληση ανάλωσης κεφαλαίου για την ανατροπή εφαρμογής εμμέσων τεχνικών ?  Για τον σχηματισμό της ανάλωσης κεφαλαίου λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές δαπάνες και όχι οι τεκμαρτές και σε κάθε περίπτωση όταν δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η προσαύξηση της περιουσίας, τότε αυτή φορολογείται στη χρήση που διαπιστώνεται από τον έλεγχο ότι επήλθε. Ο φορολογούμενος δύναται σε κάθε περίπτωση να αποδείξει ότι ο χρόνος αυτός είναι διάφορος από αυτόν που διαπιστώθηκε από τον έλεγχο.

Σημειώνεται ότι, ανεξαρτήτως κατηγορίας βιβλίων, ζημία χρήσης που προκύπτει από πωλήσεις μείον αγορές και έξοδα (εκτός αποσβέσεων και προβλέψεων), εφόσον δεν χρηματοδοτούνται από το υπάρχον καταβεβλημένο κεφάλαιο, δημιουργεί αντίστοιχη μη εξοφλημένη αύξηση της απλήρωτης υποχρέωσης στη χρήση που προκύπτει προς προμηθευτές της επιχείρησης.

Με την 1023/23 η ΔΕΔ αποφάσισε  ότι οι δηλωθείσες ζημίες χρήσης (πλην αποσβέσεων και προβλέψεων) που προέρχονται από δαπάνες που υπερκαλύπτουν τα έσοδα και δεν προκύπτει ο τρόπος χρηματοδότησής τους συνιστούν προσαύξηση περιουσίας μη αιτιολογημένη της επιχείρησης .Εαν όμως από την έκθεση ελέγχου δεν προκύπτει με βεβαιότητα ο τρόπος υπολογισμού των ακαθάριστων εσόδων ελέγχου, ενώ δεν υφίσταται διαπίστωση παράβασης μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης που να αναφέρεται σε συγκεκριμένα φορολογικά στοιχεία παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών ούτε από διενέργεια συγκεκριμένων επαληθεύσεων επί των αποθεμάτων (αρχής – τέλους) αλλά κατόπιν συμπερασματικών σκέψεων μέσω μιας μεθόδου σύγκρισης της χρέωσης και της πίστωσης λογαριασμών του ισοζυγίου γενικής λογιστικής  αυτό δε δύναται να αποτελέσει αιτιολογία επαρκή και ικανή να στοιχειοθετήσει την ανακρίβεια των υποβληθεισών, από την προσφεύγουσα εταιρεία, δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι, δεν είναι εφικτό να εκτιμήσουμε με ακρίβεια πόση είναι πραγματικά η  φορολογητέα ύλη που αποκρύπτεται, αλλά η φορολογική διοίκηση διαθέτει πλέον τις πληροφορίες  και τα εργαλεία για να συλλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της, κυρίως μέσα από τις διασταυρώσεις  και τα τεκμήρια.

Βεβαίως συνεχίζουν και υπάρχουν νομοθετικές ασάφειες και αντινομίες,  πολυνομία  και  νομοθετικά κενά, η έλλειψη οδηγιών σχετικά με τις αρχές της ελεγκτικής και τη δειγματοληψία στον έλεγχο,  έλλειψη ενιαίου πλαισίου εφαρμογής των μεθόδων από τους ελεγκτές και πάνω από όλα οι ενδεχόμενες διαφορετικές ερμηνείες των διατάξεων από ελεγκτές, τη Δ.Ε.Δ. και τα διοικητικά δικαστήρια.

 

Δείτε το άρθρο και στo E-FOROLOGIA.gr

*H Bασιλική Ηλιοπούλου είναι πρώην Γενική Διευθύντρια Φορολογικής Διοίκησης και συνεργάτης της ΑRTION.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φορολογική αντιμετώπιση εξόδων διαμονής προσωπικού σε τουριστικές μονάδες

τoυ Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Κατερίνας Μουσελίμη*

Είμαστε ήδη στο μέσο της θερινής σεζόν και παραμένει έντονο το πρόβλημα έλλειψης προσωπικού στις τουριστικές μονάδες, ιδιαίτερα στα νησιά με υψηλή τουριστική κίνηση. Οι επιχειρηματίες καλούνται να καταβάλουν αυξημένους μισθούς και να δαπανήσουν μεγάλα ποσά για να στεγάσουν το προσωπικό. Πώς αντιμετωπίζεται φορολογικά το έξοδο της στέγασης του προσωπικού σεζόν;

Εκ των προτέρων διευκρινίζουμε ότι στο παρόν κείμενο θα περιοριστούμε στις φορολογικές συνέπειες και όχι στις πιθανές ασφαλιστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές τις παροχές.

Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν. 4172/2013 και την ερμηνευτική εγκύκλιο 1219/6.10.2014 μεταξύ των άλλων ορίζεται ότι:

«Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν.4172/2013 ορίζεται ότι το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαμβάνει τα πάσης φύσεως εισοδήματα σε χρήμα ή σε είδος που αποκτώνται στα πλαίσια  υφιστάμενης παρελθούσας ή μελλοντικής σχέσης». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις η παροχή στέγης έχει όλα τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά του εισοδήματος.

Με την παρ. 5 του άρθρου 13 του Ν.4172/2013 ορίζεται ότι παροχή σε είδος είναι η αγοραία αξία από τη παραχώρηση κατοικίας σε εργαζόμενο για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του φορολογικού έτους.

Περιπτώσεις υπολογισμού της παροχής σε είδος:

(α) Ξενοδοχείο διαθέτει δωμάτια στο προσωπικό

Στην περίπτωση αυτή θεωρείται αυτοπαράδοση και η παροχή θα υπολογιστεί στο κόστος /έσοδο μείον εμπορικό κέρδος, γεγονός εξαιρετικά δύσκολο να υπολογιστεί το κόστος. Στη περίπτωση αυτή θα πρέπει να εκδοθεί στοιχείο αυτοπαράδοσης και ο αναλογούν ΦΠΑ δεν μπορεί να εκπέσει.

(β) Ξενοδοχείο ή οποιαδήποτε άλλη τουριστική μονάδα, ενοικιάζει από τρίτο καταλύματα

Στην περίπτωση αυτή ως παροχή σε είδος θεωρείται το κόστος του ενοικίου που καταβάλλεται. Εάν η μίσθωση υπάγεται σε ΦΠΑ, ο αναλογούν ΦΠΑ δεν εκπίπτει.

(γ) Ξενοδοχείο ή οποιαδήποτε άλλη τουριστική μονάδα παρέχει κατάλυμα σε χώρους, οι οποίοι είναι διαμορφωμένοι γι αυτό το σκοπό

Στην περίπτωση αυτή θεωρείται  ιδιοχρησιμοποίηση και η παροχή σε είδος αποτιμάται στο 3% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Σε οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1113/2.6.015 ορίζεται ότι: «Διευκρινίζεται ότι όποια δαπάνη έχει χαρακτηριστεί  ως παροχή σε είδος με βάση το άρθρο 13 του Ν.4172/2013 (ΠΟΛ. 1219/2014) και φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία, θεωρείται ότι πραγματοποιείται προς το συμφέρον της επιχείρησης (άρθρο 22 παρ. α’) και εκπίπτει ως έξοδο μισθοδοσίας, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις των περιπτώσεων β’ και γ’ του άρθρου 22…..»

Όπως προαναφέραμε, ο ΦΠΑ σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 30 του κώδικα ΦΠΑ δεν εκπίπτει, διότι κατά στενή ερμηνεία της διάταξης αυτής, ο ΦΠΑ των δαπανών στέγασης προσωπικού της επιχείρησης δεν εκπίπτει από τον ΦΠΑ εκροών.

Οι ίδιες διατάξεις ισχύουν και για το εποχικό προσωπικό που καλείται από το εξωτερικό και εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 5038/2023.

Στο παρόν άρθρο δεν ασχολούμαστε με το άλλο μεγάλο κεφάλαιο της υπαγωγής ή μη σε ασφάλιση εισφορές, ένα τοπίο θολό για το οποίο οφείλει η Διοίκηση να παράσχει διευκρινίσεις.

Επειδή το πρόβλημα μεγεθύνεται, η Πολιτεία θα πρέπει να δώσει κίνητρα σε εργοδότες και εργαζόμενους, διότι σε διαφορετική περίπτωση κανείς εργαζόμενος δεν θα μεταβαίνει σε τουριστικούς  προορισμούς για εργασία.

Άλλωστε, η Πολιτεία οφείλει να λάβει μέτρα, ώστε να διασφαλίσει την διαρκή παρουσία σε αυτούς τους προορισμούς ειδικευμένου προσωπικού που καλύπτει πάγιες ανάγκες (π.χ. ιατροί, δάσκαλοι).

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

*Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ARTION AE & Ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος-Φοροτεχνικός.

Η Κατερίνα Μουσελίμη είναι Διευθύνουσα Σύμβουλος της ARTION ΜΥΚΟΝΟΥ Α.Ε.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)