Πότε η πώληση ακινήτου θεωρείται εμπορία και φορολογείται? (Α’ ΜΕΡΟΣ)

του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Διονύση Σαμόλη και της Νίκης Χατζοπούλου*

Ένα ζήτημα που έχει έρθει στην επιφάνεια ξανά – ιδίως λόγω της μεγάλης κινητικότητας στην αγορά ακινήτων – είναι αυτό της φορολόγησης της υπεραξίας που προκύπτει κατά την πώληση ενός ακινήτου ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα, στις περιπτώσεις όπου υπάρχει καταστρατήγηση του νόμου. Πρόσφατα εκδόθηκε μία εγκύκλιος που επιχειρεί να διευκρινίσει το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο.

 Με την 2031/2023 εγκύκλιο δίνονται διευκρινίσεις σε ζητήματα που αφορούν στην απόκτηση φορολογητέου εισοδήματος από αγοραπωλησία ακινήτων. Η εγκύκλιος αφορά στα φυσικά πρόσωπα που πραγματοποιούν μεμονωμένες πράξεις ή και συστηματική διενέργεια πράξεων με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Οι πράξεις αυτές, εφόσον κριθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, φορολογούνται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η εγκύκλιος εκδόθηκε σε απάντηση πολλών ερωτημάτων προς την διοίκηση και αφορά την πώληση από ιδιώτη περιουσιακών στοιχείων, ακινήτων, αυτοκινήτων, κοσμημάτων, τιμαλφών, συλλογών, πινάκων ζωγραφικής και λοιπών περιουσιακών στοιχείων.

Στο παρόν κείμενο εμείς θα περιοριστούμε στη μεταβίβαση ακινήτων, αναλύοντας τις περιπτώσεις όπου οι συναλλαγές με ακίνητα υποκύπτουν επιχειρηματική δραστηριότητα.

Νομοθεσία

Η ισχύουσα νομοθεσία είναι τα άρθρα 21 και 42 του ΚΦΕ όπως αυτός τροποποιήθηκε με την περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 115 του ν. 4549/2018 και ισχύει από 1.1.2019 και τέλος με την πρόσφατη τροποποίηση με το άρθρο 29 του ν. 5024/2023 και την εγκύκλιο 2031/2023. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο φόρος της υπεραξίας από την πώληση ακινήτων έχει ανασταλεί μέχρι την 31.12.2024.

Με βάση την οικεία διάταξη ορίζεται ότι: «Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «επιχειρηματική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων. (…) Σε περίπτωση συναλλαγών που αφορούν ακίνητα, η περίοδος του δεύτερου εδαφίου είναι δύο (2) έτη. Δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, η πράξη πώλησης περιουσιακού στοιχείου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο έχει αποκτηθεί αιτία κληρονομιάς ή με χαριστική αιτία από συγγενείς μέχρι δεύτερου βαθμού ή έχει διακρατηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών».

Με βάση τον νόμο, λοιπόν, «Επιχειρηματική συναλλαγή» μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και μία μεμονωμένη πράξη, που έχει ως σκοπό το κέρδος ακόμη και αν είναι μεμονωμένη. Ως κέρδος νοείται η διαφορά μεταξύ αγοράς και πώλησης του ακινήτου (υπεραξία).

Παράδειγμα:

Φυσικό πρόσωπο αγοράζει ακίνητο και σε σύντομο χρονικό διάστημα το μεταπωλεί και από την πράξη αυτή προκύπτει όφελος.

Κλασσικές περιπτώσεις καταστρατήγησης είναι η μεταβίβαση ακινήτου από εταιρεία σε φυσικό πρόσωπο και εν συνεχεία η πώληση από το φυσικό πρόσωπο με σκοπό την επίτευξη κέρδους.

Με βάση και την ως άνω εγκύκλιο, διευκρινίστηκε ότι δεν θεωρείται ότι υπάρχει ο σκοπός της επίτευξης κέρδους σε περίπτωση πώλησης ακινήτων τα οποία αποκτήθηκαν για τον σκοπό της αξιοποίησης κεφαλαίου (π.χ. εκμίσθωση, ιδιοκατοίκηση, ιδιόχρηση επαγγελματικής στέγης κλπ) και η πώληση οφείλεται σε άλλους λόγους τους οποίους ο πωλητής μπορεί να προβάλει και να αποδείξει. Τέτοιοι λόγοι είναι ο χρόνος διακράτησης, το εισόδημα πραγματικό ή τεκμαρτό εισόδημα το οποίο προκύπτει.

Επίσης, λόγοι που μπορεί να οδήγησαν σε πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου να οφείλονται σε καλύτερη αξιοποίηση του κεφαλαίου, π.χ. πώληση ενός διαμερίσματος και αγορά νέου που πληροί τις στεγαστικές ανάγκες του φυσικού προσώπου. Ακόμη, λόγοι υγείας, σπουδών και κάλυψη των αναγκών του φυσικού προσώπου το οποίο προβαίνει στην πώληση του ακινήτου και όλα αυτά μπορούν να τεκμηριωθούν κατά τον φορολογικό έλεγχο.

Ως «συστηματική διενέργεια πράξεων» θεωρείται η πραγματοποίηση τριών (3) ομοειδών συναλλαγών (πωλήσεων) εντός δύο (2) ετών σε περίπτωση συναλλαγών που αφορούν σε ακίνητα.

Στην επόμενη δημοσίευση (Β’ Μέρος της παρούσας μελέτης) θα αναλύσουμε πώς ερμηνεύεται και εφαρμόζεται αυτός ο κανόνας.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ARTION AE & Ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος-Φοροτεχνικός.

O Διονύσης Σαμόλης είναι είναι Partner της ARTION AE.

O Η Νίκη Χατζοπούλου είναι δικηγόρος Παρ’Αρείω Πάγω LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της ARTION AE.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Η φορολόγηση με τεκμήρια ανοίγει την πόρτα για την εφαρμογή των έμμεσων τεχνικών (εξωλογιστικός προσδιορισμός)

του  Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου*

Στην πράξη η τάση είναι να επικρατούν ως μέθοδος διεξαγωγής του ελέγχου οι έμμεσες τεχνικές, καθώς τα ελεγκτικά όργανα φρονούν ότι σχεδόν κάθε περίπτωση ελέγχου υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των εμμέσων. Αυτό εγκυμονεί κινδύνους για τυχόν μη ορθή εφαρμογή τους και για φαινόμενα αυθαιρεσίας εκ μέρους των ελεγκτικών οργάνων. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να γίνεται χρηστή εφαρμογή του άρθρου 28 του ΚΦΕ και του άρθρου 27 του ΚΦΔ και στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να δοθούν ειδικότερες οδηγίες σχετικά με τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν είναι στην ευχέρεια του ελέγχου η χρήση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου σε κάθε περίπτωση, αλλά μόνο τότε όπου ο προσδιορισμός του φορολογητέου εισοδήματος είναι αδύνατος, διότι υπάρχει μεγάλη έκταση φοροδιαφυγής. Για τον λόγο αυτό η σχετική διάταξη (άρθρο 28 ΚΦΕ), που παρακάμπτει και εξοβελίζει το λογιστικό σύστημα της επιχείρησης, θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά, η χρήση των έμμεσων μεθόδων να γίνεται με φειδώ και η εφαρμογή τους θα πρέπει να γίνεται με αυτοσυγκράτηση.

Με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης, ο φορολογούμενος δηλώνει το παγκόσμιο εισόδημά του και παράλληλα δηλώνει και τις δαπάνες, πραγματικές και τεκμαρτές, και με βάση αυτά τα στοιχεία υπολογίζεται το καθαρό ετήσιο εισόδημά του επί του οποίου γίνεται και η φορολόγηση.

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε την περίπτωση κατά την οποία εφαρμόζονται τα τεκμήρια και μάλιστα πώς γίνεται στα πλαίσια φορολογικού ελέγχου συνδυασμός των τεκμηρίων με τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου.

Όπως είναι γνωστό, στην περίπτωση που οι πραγματικές δαπάνες (αγορά περιουσιακού στοιχείου) και οι τεκμαρτές (π.χ. αυτοκίνητο, κατοικία) είναι μεγαλύτερες από το φορολογητέο εισόδημα, τότε το εισόδημα υπολογίζεται βάσει αυτών των δαπανών και επί αυτού του εισοδήματος γίνεται η φορολόγηση. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι η επιπλέον δαπάνη μπορεί να καλυφθεί με ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών.

Η ανάλωση κεφαλαίου έχει υπολογιστεί βάσει των υποβληθεισών φορολογικών δηλώσεων και βάσει αυτών κάθε φορολογούμενος υπολογίζει το διαθέσιμο κεφάλαιο προς ανάλωση, το οποίο έρχεται να αμφισβητήσει ο φορολογικός έλεγχος, ο οποίος διενεργείται με βάση ένα καινούριο μοντέλο, τις έμμεσες τεχνικές.

Ως γνωστόν οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου θεσπίστηκαν στον προϊσχύοντα Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ – ν. 2238/1994) για πρώτη φορά το 2012 με τον ν. 4038/2012, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4079/2012, που εισήγαγε στον ΚΦΕ το άρθρο 67Β που τις προβλέπει και εν συνεχεία μεταφέρθηκαν και στον ισχύοντα Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (άρθρο 27 ν. 4174/2013).

Συγκεκριμένα, ένας φορολογούμενος που έχει φορολογηθεί για κάποια έτη με βάση τα τεκμήρια και έχει γι’ αυτόν προκύψει ένα φορολογικό αποτέλεσμα (τόσο από πλευράς φορολογικών υποχρεώσεων όσο και από πλευράς ανάλωσης κεφαλαίου) υπάρχει περίπτωση εν συνεχεία να ελεγχθεί με βάση τις έμμεσες τεχνικές και το φορολογικό αποτέλεσμα για την ίδια χρήση να είναι εντελώς διαφορετικό. Πιο αναλυτικά, επειδή οι έμμεσες τεχνικές εξετάζουν τις πραγματικές και όχι τις τεκμαρτές δαπάνες, ο φορολογούμενος που έχει συμπληρώσει τη φορολογική του δήλωση με τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τα τεκμήρια, μπορεί εν συνεχεία να βρεθεί έκθετος απέναντι στις φορολογικές αρχές και μάλιστα αναδρομικά, αν και έχει συμμορφωθεί πλήρως με την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία περί τεκμηρίων.

Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό το παράδοξο παρακάτω παραθέτουμε δύο  παραδείγματα:

  1. Χρήση 2018: Φορολογούμενος συμπληρώνει το έντυπο Ε1 (φορολογική δήλωση), έχει εισόδημα 16.000 € και έχει τα εξής τεκμήρια:

Κατοικία: 5.400 €

Αυτοκίνητο: 4.600 €

Ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη (διαβίωσης): 3.000 €

Δάνειο: 2.000 €

Σύνολο τεκμηρίων: 15.000 €

Το εισόδημα καλύπτει τα τεκμήριά του.

Εν συνεχεία, εκδίδεται εντολή ελέγχου με έμμεσες τεχνικές για την ίδια χρήση και εξετάζονται πλέον οι πραγματικές του δαπάνες, οι οποίες είναι οι εξής:

Ασφάλειες: 4.000 €

Δαπάνες ΔΕΚΟ κ.λπ.: 3.000 €

Πιστωτικές κάρτες: 8.000 €

Δάνειο: 2.000 €

Σύνολο πραγματικών δαπανών: 17.000 €

Στην δεύτερη αυτή περίπτωση οι πραγματικές δαπάνες είναι μεγαλύτερες από το εισόδημά του. Σημειωτέον ότι οι δαπάνες ΔΕΚΟ δεν υπάρχει τρόπος να αναφερθούν στη δήλωση.

  1. Χρήση: 2019 – Φορολογούμενος συμπληρώνει το έντυπο Ε1 (φορολογική δήλωση), έχει εισόδημα 80.000 € και έχει τα εξής τεκμήρια:

Κατοικία: 30.600 €

Αυτοκίνητο: 17.800 €

Σκάφος: 14.000 €

Λοιπές δαπάνες (ιδ. σχολεία, οικ. βοηθοί κ.λπ.): 10.000 €

Ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη (διαβίωσης): 3.000 €

Δάνειο: 15.000 €

Σύνολο τεκμηρίων: 90.400 €

Το εισόδημα δεν καλύπτει τα τεκμήριά του.

Εν συνεχεία, εκδίδεται εντολή ελέγχου με έμμεσες τεχνικές για την ίδια χρήση και εξετάζονται πλέον οι πραγματικές του δαπάνες, οι οποίες είναι οι εξής:

Ασφάλειες: 6.000 €

Δαπάνες ΔΕΚΟ κ.λπ.: 6.000 €

Πιστωτικές κάρτες: 8.000 €

Δάνειο: 15.000 €

Ιδιωτικά σχολεία: 10.000 €

Λοιπές δαπάνες συντήρησης: 20.000 €

Σύνολο πραγματικών δαπανών: 65.000 €

Στην περίπτωση αυτή το εισόδημά του καλύπτει τις πραγματικές του δαπάνες.

Έστω, λοιπόν, ότι εκδίδεται εντολή ελέγχου με έμμεσες τεχνικές για τον εν λόγω φορολογούμενο και για τις δύο χρήσεις, κατά τις οποίες τη μία τα τεκμήρια υπερβαίνουν τα εισοδήματά του και την άλλη οι πραγματικές δαπάνες υπερβαίνουν τα εισοδήματά του, διερωτάται κανείς με ποιον τρόπο θα γίνει τελικά ο υπολογισμός των εισοδημάτων του, με βάση τις πραγματικές ή με βάση τις τεκμαρτές δαπάνες;

Μέσα και από αυτά τα παραδείγματα προκύπτει ότι άλλο είναι το φορολογικό αποτέλεσμα με βάση τα τεκμήρια και άλλο με βάση τις έμμεσες και γεννάται η εύλογη απορία, ποιο από τα δύο πρέπει να εφαρμοστεί; Όμως, κατά τον  χρόνο υποβολής της δήλωσης αυτό δεν το γνωρίζει ο φορολογούμενος, ο οποίος θεωρεί ότι είναι καθ’ όλα νόμιμος, πράγμα το οποίο μπορεί να ανατραπεί εκ των υστέρων εάν επιλεγεί για έλεγχο με έμμεσες τεχνικές. Και ερωτάται επίσης: έχει ο φορολογούμενος τη δυνατότητα να υποβάλει τη δήλωσή του με βάση τις έμμεσες τεχνικές; Η απάντηση βεβαίως είναι αρνητική.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της εφαρμογής των έμμεσων τεχνικών σε παλαιότερες χρήσεις και παραθέτουμε ένα σχετικό παράδειγμα:

Έστω ότι ο ελεγχόμενος Α την 31/12/2013, έχει δηλωθέντα φορολογητέα και μη εισοδήματα προηγούμενων ετών 1.000.000€. Κατά τις αντίστοιχες χρήσεις είχε ύψος τεκμηρίων που αναφέρονταν στις φορολογικές δηλώσεις 300.000 €. Επομένως το διαθέσιμο προς ανάλωση κεφάλαιο την 31/12/2013 ήταν 1.000.000€ – 300.000€ = 700.000€. Ο φορολογούμενος κατά τις χρήσεις που λήφθηκαν υπόψιν για προσδιορισμό των διαθεσίμων κεφαλαίων δεν είχε συμπεριλάβει στις δηλώσεις ποσό 200.000 ευρώ για αγορά πρώτης κατοικίας (κατά τη χρήση 2005) και ποσό 350.000 ευρώ για συμμετοχή του στην ίδρυση ανώνυμης εταιρείας (κατά τη χρήση 2006). Το έτος 2014 προχωρά σε αγορά ακινήτου αξίας 550.000 ευρώ, πιστεύοντας σύμφωνα με την ισχύουσα περί τεκμηρίων νομοθεσία ότι είναι πλήρως καλυμμένος. Όμως, η φορολογική αρχή στα πλαίσια ελέγχου και στην προσπάθειά της να εντοπίσει διαφεύγουσα  φορολογητέα ύλη, εφαρμόζει τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου και προσδιορίζει το διαθέσιμο προς ανάλωση κεφάλαιο διαφορετικά. Αποδέχθηκε το δηλωθέν εισόδημα του 1.000.000 ευρώ και από αυτό αφαίρεσε τις πραγματικές δαπάνες αξίας  250.000 ευρώ (μείωση προς όφελος του φορολογουμένου κατά 50.000 ευρώ από τις τεκμαρτές δαπάνες) και το υπόλοιπο ποσό 750.000 ευρώ μειώθηκε κατά το ποσό 200.000, και 350.000 ευρώ που αφορούν δαπάνες απόκτησης πρώτης κατοικίας και συμμετοχή στην ίδρυση ανώνυμης εταιρείας αντίστοιχα και το υπόλοιπο προς διάθεση κατά την φορολογούσα αρχή ανέχεται στο ποσό των 200.000 ευρώ και ως εκ τούτου προκύπτει ότι δεν μπορεί ο φορολογούμενος να καλύψει την διαφορά που προκύπτει μεταξύ εισοδημάτων και αγοράς και η διαφορά θα φορολογηθεί ως επιπλέον εισόδημα. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στο εν λόγω παράδειγμα ο έλεγχος έχει εφαρμόσει αναδρομικά έμμεσες τεχνικές για να υπολογίσει το διαθέσιμο κεφάλαιο του φορολογούμενου, καθώς έχει αναζητήσει πραγματοποιηθείσες, αλλά νομότυπα μη δηλωθείσες (βάσει των σχετικών διατάξεων) δαπάνες, όπως η αγορά α’ κατοικίας και η συμμετοχή σε ίδρυση

εταιρείας. Ωστόσο, κατά τις επίμαχες χρήσεις (2005 και 2006) οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου δεν ήταν σε ισχύ και παρά ταύτα εφαρμόζονται αναδρομικά από τα ελεγκτικά όργανα, αναιρώντας ουσιαστικά τα δεδομένα που είχε λάβει υπόψιν του ο φορολογούμενος, ο οποίος ουδόλως παρατύπησε, αλλά αντιθέτως συμμορφώθηκε με την ισχύουσα νομοθεσία. Όπως αναφέραμε και ανωτέρω, οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου θεσπίστηκαν για πρώτη φορά με τον ν. 4038/2012 (όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4079/2012) και η έναρξη ισχύος τους ήταν η ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου (ήτοι η 2.2.2012). Συνεπώς, δεν νοείται να εφαρμόζονται για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, εντούτοις πολλές φορές τα ελεγκτικά όργανα, όπως το ΚΕΦΟΜΕΠ (Κέντρο Ελέγχου Φορολογούμενων Μεγάλου Πλούτου) ή το ΣΔΟΕ σε περιπτώσεις ελέγχου για πρόσωπα που θα επιλεγούν βάσει των σχετικών κριτηρίων της ΑΑΔΕ (είτε μετά από διασταυρωτικούς ελέγχους ή από άνοιγμα λογαριασμών ή από καταγγελία), εφαρμόζουν τις έμμεσες τεχνικές για τις τρέχουσες αλλά και για παλαιότερες χρήσεις (προκειμένου να υπολογίσουν το διαθέσιμο κεφάλαιο που επικαλείται ο φορολογούμενος). Αυτή η πρακτική δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και σύγχυση στους φορολογούμενους.

Δείτε το άρθρο και στo Ε-FOROLOGIA.gr

* O Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της ARTION AE & Ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος-Φοροτεχνικός.

Η Nίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της ARTION AE.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E  (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φοροαπόψεις – 08/06/2023

Δωρεάν παραχώρηση μέρους Οικίας

Τέλος διαφήμισης και έκπτωση δαπάνης

Για διαφημίσεις που γίνονται με ημερολόγια, δώρα, έντυπα, κάθε είδους παραστάσεις ή λέξεις σε αυτοκόλλητα ή είδη με διαφημιστικές παραστάσεις ή λέξεις ή με άλλο παρόμοιο τρόπο, καθώς και για διαφημίσεις που γίνονται από τον αέρα με οποιονδήποτε τρόπο, το τέλος ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της δαπάνης διαφήμισης.

Τα ένθετα διαφημιστικά φυλλάδια, που διανέμονται μαζί με τις εφημερίδες και τα περιοδικά, υπόκεινται στο ανωτέρω τέλος διαφήμισης.

Επίσης, η προβολή προϊόντων σε χώρους καταστημάτων, που γίνεται είτε με την τοποθέτησή τους σε ειδικά σημεία εντός του καταστήματος είτε με έντυπα, δώρα, επιγραφές κάθε είδους είτε με άλλο παρόμοιο τρόπο, θεωρείται διαφήμιση και υπόκειται σε τέλος διαφήμισης, βάσει των εκδιδομένων από τα καταστήματα τιμολογίων παροχής υπηρεσιών. Το τέλος υπολογίζεται με συντελεστή 2% επί της διαφημιστικής δαπάνης που καταβάλλεται για τις πράξεις αυτές.

Προβολή προϊόντων που εντάσσεται στην παραπάνω έννοια της διαφήμισης συνιστούν οι εξής ενέργειες:

– η ενοικίαση χώρων σε ειδικά ράφια,

– η τοποθέτηση προϊόντων σε ειδικές προθήκες ή περίπτερα,

– η διανομή δοκιμαστικών προϊόντων,

– εκδηλώσεις – εκπλήξεις (“Happenings”) στους χώρους του καταστήματος.

Η απόδοση του τέλους, για όλες τις ενέργειες της κατηγορίας αυτής, γίνεται πάντοτε από τον διαφημιζόμενο, μέχρι τη λήξη προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Η καταβολή πραγματοποιείται σε οποιοδήποτε γραφείο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων λειτουργεί σε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) και αποδεικνύεται με την παροχή ανάλογου παραστατικού στοιχείου (διπλότυπου).

Ως δαπάνη διαφήμισης για τις διαφημίσεις της παρούσας κατηγορίας είναι το ποσό που καταβάλλεται από τον διαφημιζόμενο για τη διενέργεια της διαφήμισης, με βάση το φορολογικό στοιχείο που πρέπει να εκδίδεται για κάθε περίπτωση. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης απόδοσης των οφειλόμενων τελών οι σχετικές δαπάνες διαφήμισης δεν αναγνωρίζονται ως εκπεστέες από τα ακαθάριστα έσοδα, κατά τις φορολογικές διατάξεις.

Ασφάλιστρα για εργαζόμενους και παροχή σε είδος

Τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται για ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή κάλυψη του υπαλληλικού του προσωπικού ή για την κάλυψη του κινδύνου ζωής ή ανικανότητάς του στο πλαίσιο ασφαλιστηρίου συμβολαίου εξαιρούνται από τον υπολογισμό του εισοδήματος ως μισθωτή εργασία και συντάξεις. Η διάταξη αυτή ως ειδικότερη υπερισχύει των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 13 του ΚΦΕ (παροχή σε είδος – «οποιεσδήποτε παροχές σε είδος λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή εταίρος ή μέτοχος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού κατά την έννοια της περίπτωσης στ΄ του άρθρου 2, συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημά του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος και μόνο για το υπερβάλλον ποσό».).

Χορηγία προς αθλητή έναντι ανταλλάγματος (διαφήμιση)

Αν η χορηγία η οποία νοείται ως η οικονομική παροχή προς το σκοπό κάλυψης δαπανών των δραστηριοτήτων του δέκτη και με την οποία   υποκρύπτεται αντάλλαγμα (π.χ. διαφήμιση), δεν θεωρείται ως δωρεά, αλλά ως σύμβαση αμοφτεροβαρής η οποία ξεφεύγει από το δωροληπτικό χαρακτήρα.

Η σχετική δαπάνη, εφόσον είναι εμφανώς παραγωγική λόγω της διαφήμισης της εταιρείας, (π.χ. μέσω λογοτύπου στην φανέλα του αθλητή) καταρχήν πληροί τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 4172/2013 περί Κ.Φ.Ε. και της ΠΟΛ. 1113/2015 εγκυκλίου διαταγής και εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης.

Συνήθη Ερωτήματα

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 της με αριθμό ΠΟΛ. 1006/31.12.2013 εγκυκλίου διαταγής, ορίζεται ότι η διακοπή της επιχείρησης, ολοκληρώνεται, ανεξάρτητα της ύπαρξης βεβαιωμένων χρεών ή της μη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων των φορολογουμένων.

Δείτε τις Φοροαπόψεις και στo Capital

Η επιστημονική ομάδα της ΑΡΤΙΟΝ

Με την επιμέλεια του κυρίου Γεώργιου Δαλιάνη

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr).


Ποιό θεωρείται διευθυντικό στέλεχος από την Επιθεώρηση Εργασίας?

της Δρ. Ευαγγελίας Φασούλα, με τη συνεργασία του  Γιώργου Δαλιάνη και της Νίκης Χατζοπούλου*

Μία επιχείρηση απασχολεί ανάμεσα στους εργαζόμενούς της και διευθυντικά στελέχη, που συνήθως διαθέτουν εξειδίκευση στον τομέα τους και ιδιαίτερα προσόντα. Τα διευθυντικά στελέχη που απασχολούνται σε μία επιχείρηση είναι μεν εργαζόμενοι από πλευράς εργατικού δικαίου, ωστόσο υπόκεινται σε ένα ιδιαίτερο καθεστώς από πλευράς εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας. Πώς αντιμετωπίζονται σε έναν έλεγχο από την Επιθεώρηση Εργασίας τα άτομα που εργάζονται πέραν του νομίμου ωραρίου;

Ένα από τα πλέον καίρια ζητήματα για τη λειτουργία της επιχείρησης είναι η επιλογή και ο ορισμός των διευθυντικών στελεχών της, που έχουν πολύ σημαντικό και ίσως καθοριστικό ρόλο για την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων της. Μάλιστα, η ποιότητα και η κατάρτιση των διευθυντικών στελεχών μιας επιχείρησης αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξή της πάνω σε σταθερά θεμέλια.

Πολύ συχνά ανακύπτει αμφιβολία για το εάν ένας εργαζόμενος με αυξημένες αποδοχές, αλλά και ευθύνες, διαθέτει την ιδιότητα του διευθυντικού στελέχους, όχι τόσο από πλευράς οργανωτικής δομής της επιχείρησης όπου απασχολείται, αλλά κυρίως από πλευράς νομοθεσίας. Ο χαρακτηρισμός ή μη ενός εργαζόμενου ως διευθυντικού στελέχους έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή στην περίπτωση αυτού των περιορισμών του ωραρίου.

Με Υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε σε εφαρμογή του νόμου 4808/2021 για την Προστασία της Εργασίας (άρθρο 79 παράγραφος 5 εδάφιο στ), καταγράφονται τα κριτήρια που θα πρέπει να εφαρμόζουν οι ελεγκτικές αρχές, προκειμένου να διαπιστώσουν εάν ένας υπάλληλος είναι διευθυντικό στέλεχος και μπορεί να εξαιρεθεί από τη νομοθεσία για το ωράριο.

Η ιδιότητα του διευθυντικού στελέχους πρέπει να συμφωνείται ρητά στη σύμβαση εργασίας και να δηλώνεται στο ΠΣ «ΕΡΓΑΝΗ».

Σύμφωνα με την Υπουργική απόφαση, ως εργαζόμενοι που κατέχουν θέση εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστευτική θεωρούνται όσοι:

α. Ασκούν το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη έναντι λοιπών εργαζομένων της επιχείρησης ή

β. Εκπροσωπούν και δεσμεύουν την επιχείρηση προς τρίτους ή

γ. Είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή αντίστοιχου οργάνου διοίκησης του εργοδότη ή

δ. Είναι μέτοχοι ή εταίροι κατέχοντες άνω του 0,5% των δικαιωμάτων ψήφου του εργοδότη.

Επίσης, ανεξάρτητα από τα ανωτέρω κριτήρια, διευθυντικά στελέχη θεωρούνται σύμφωνα με τον νόμο και όσοι εργαζόμενοι προΐστανται Διευθύνσεων, Μονάδων ή Τμημάτων ή άλλων αυτοτελών μονάδων της εργοδοτικής επιχείρησης που προσδιορίζονται στο οργανόγραμμά της, η οποία τους εμπιστεύεται την εποπτεία μέρους της συνεχούς, διακεκομμένης ή έκτακτης, αλλά πάντως ουσιώδους λειτουργίας της, όπως π.χ. ο διευθυντής καταστήματος σουπερμάρκετ, εφόσον αμείβονται με αποδοχές όχι μικρότερες από το εξαπλάσιο του εκάστοτε ελάχιστου νομοθετημένου μισθού, δηλαδή σήμερα ποσό 6.240 ευρώ.

Τέλος, ως στελέχη εποπτείας, διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης χαρακτηρίζονται και όσοι αμείβονται με το οκταπλάσιο τουλάχιστον του εκάστοτε ελάχιστου νομοθετημένου μισθού.

Τα παραπάνω στοιχεία, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να προκύπτουν από ρητούς όρους της σύμβασης εργασίας και να δηλώνονται στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ.

Οι εργαζόμενοι που δεν έχουν τις παραπάνω ιδιότητες δεν επιτρέπεται να εργάζονται υπερωριακά χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και χωρίς να λαμβάνουν  συμπληρωματική αμοιβή για υπερωρία και υπερεργασία, αποζημίωση εκτός έδρας, καθώς και προσαύξηση νυχτερινής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες.

Σημειώνεται ότι πολύ συχνά τα όρια για την διαπίστωση του εάν συντρέχει η ιδιότητα του διευθυντικού στελέχους σε έναν εργαζόμενο είναι λεπτά. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή σε ένα συχνό λάθος που παρατηρείται: δεν θα πρέπει να συγχέεται η έννοια του διευθυντικού στελέχους με την έννοια του προϊσταμένου ή manager. Ένας manager στην ιεραρχία της επιχείρησης δεν είναι κατ’ ανάγκη διευθυντικό στέλεχος με την νομική έννοια του όρου.

Παράδειγμα: Διευθυντής μάρκετιγνκ που δεν αμείβεται με το 6πλασιου του κατώτατου μισθού δεν αποτελεί διευθυντικό στέλεχος, εφόσον δεν ασκεί ιδιαίτερα διευθυντικά καθήκοντα που να επηρεάζουν τη λειτουργία της επιχείρησης.

Όλα τα ανωτέρω θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν κατά την διαδικασία επιλογής των εργαζόμενων που πρόκειται να αναλάβουν διευθυντικές θέσεις και θα πρέπει να υπάρχει η κατάλληλη ενημέρωση τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζόμενου για το αν εμπίπτει ή όχι σε αυτό το ιδιότυπο καθεστώς. Τέλος, σημειώνουμε ότι έχει παρατηρηθεί κατά τους ελέγχους να παρευρίσκονται στην επιχείρηση μέλη ΔΣ ή διαχειριστές ή μέτοχοι της εταιρείας και να καταλογίζεται παράβαση, γιατί η Επιθεώρηση Εργασίας θεωρεί ότι δεν υπάρχει λόγος να παρευρίσκονται τα πρόσωπα αυτά εντός της επιχείρησης και καταλογίζει πρόστιμα της τάξεως των 10.000 ευρώ ανά πρόσωπο. Θα πρέπει να προβλεφθεί, λοιπόν, ρητά ότι όταν τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται στην επιχείρηση δεν θα πρέπει να γεννάται ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά εναπόκεινται στην κρίση των αρμόδιων οργάνων για τον εντοπισμό της συγκεκαλυμμένης εργασίας, αλλά και των δικαστηρίων που έχουν τον τελευταίο λόγο σε ζητήματα εργατικής φύσεως.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* Η Δρ. Ευαγγελία Φασούλα είναι από τα πλέον έμπειρα και εξειδικευμένα στελέχη στον χώρο του HR.  Είναι Πρόεδρος και Διεθύνουσα Σύμβουλος της EVERGROW AE (εταιρεία Recruiting & HRM), μέλος του ΟΜΙΛΟΥ ARTION.

O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ARTION AE & Ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος-Φοροτεχνικός.

Η Nίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της ARTION AE.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E ή στην ΕVERGROW AE (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 ή 210 6015600 / www.artion.gr ή www.evergrow.gr)


Φοροαπόψεις – 25/05/2023

Δωρεάν παραχώρηση μέρους Οικίας

Δεδομένου ότι σε καμία διατάξεις του Ν. 4172/2013 (Κ.Φ.Ε.) δεν ορίζεται ότι η δωρεάν παραχώρηση αφορά μόνο σε ολόκληρη κατοικία και όχι σε μέρος αυτής, ενώ με την Α 1041/2019 διευκρινίζεται ρητώς ότι επιτρέπεται η παραχώρηση και μέρους οικίας προς ανιόντες ή κατιόντες εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία, με την υπ’ αριθ. 340/2022 απόφαση της ΔΕΔ Θεσ/νικης έγινε δεκτό ότι εσφαλμένα η φορολογική αρχή έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να παραχωρήσει μέρος της οικίας της στον υιό της (κατιόντα εξ αίματος) και συνυπολόγισε στην αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης για ιδιοκατοικούμενη κατοικία την συνολική επιφάνεια της κύριας κατοικίας της, 284,98 τ.μ. κύριων χώρων και 4,37 τ.μ. βοηθητικών, προσαυξάνοντας το τεκμήριο κατοικιών κατά 19.090,00€.

Παραχώρηση κατοικίας σε εργαζόμενους λόγω πρόσκαιρης μετακίνησης

Δεν θεωρείται παροχή σε είδος η παραχώρηση κατοικίας σε εργαζόμενους, από φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, στις περιπτώσεις πρόσκαιρης μετακίνησης αυτών σε άλλη εγκατάσταση του εργοδότη, για προσδιορισμένο χρόνο στο πλαίσιο της εργασίας τους, για τις ανάγκες του εργοδότη και κατ’ εντολή του, όπως ενδεικτικά στην περίπτωση μετακίνησης εργαζομένου για την κάλυψη αναγκών της επιχείρησης προς αναπλήρωση άλλου υπαλλήλου λόγω απουσίας με άδεια κύησης ή/και ανατροφής τέκνου, ασθένειας ή για την κάλυψη εποχικών ή έκτακτων αναγκών της επιχείρησης. Διάφορη είναι η περίπτωση της παραχώρησης κατοικίας σε εργαζόμενους που μετακινούνται σε άλλο τόπο για να αναλάβουν θέση διευθυντικού στελέχους, η οποία θεωρείται παροχή σε είδος και η αγοραία αξία της παροχής αυτής φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία.

Προσαυξημένη έκπτωση διαφημιστικής δαπάνης

Η διαφημιστική δαπάνη που πραγματοποιεί επιχείρηση κατά τα φορολογικά έτη 2020, 2021, 2022 και 2023, κατά το μέρος που η εν λόγω δαπάνη αφορά:

α) στην ανάρτηση σε χώρους που νόμιμα προορίζονται για υπαίθρια διαφήμιση, διαφημιστικών και χορηγικών μηνυμάτων ή επί πληρωμή δημοσιεύσεων ή

β) στην αγορά χρόνου ή χώρου, με σκοπό τη μετάδοση ή καταχώρηση διά των ακόλουθων Μέσων Ψυχαγωγίας:

βα) της τηλεόρασης,

ββ) του ραδιοφώνου,

βγ) του κινηματογράφου,

βδ) του διαδικτύου,

βε) των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης και των λοιπών ψηφιακών μέσων και εργαλείων, εφόσον η μετάδοση ή η καταχώριση στις υποπερ. βδ) και βε) πραγματοποιήθηκε από επιχείρηση που έχει καταχωρισθεί στο Μητρώο Επιχειρήσεων Ηλεκτρονικών Μέσων Ενημέρωσης του άρθρου 52 του ν. 4339/2015 (Α’ 133) και

βστ) των εφημερίδων και περιοδικών,

εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων κατά τον χρόνο της πραγματοποίησής της, προσαυξημένη κατά ποσοστό 30% για τα φορολογικά έτη 2022 και 2023 υπό την προϋπόθεση ότι η διαφημιστική δαπάνη ανέρχεται τουλάχιστον στο 105% του ποσού της προ εκδόσεως πιστωτικών τιμολογίων κύκλου εργασιών (τζίρου) διαφημιστικής δαπάνης στα οριζόμενα στις περ. α) και β) για το έτος 2019.

 

Συνήθη Ερωτήματα

Υπάρχει δυνατότητα συμψηφισμού της διαφοράς, που προκύπτει από την έκδοση μετοχών σε τιμή ανώτερη του αρτίου, με τις ζημίες μίας ανώνυμης εταιρίας, προκειμένου αυτές να αποσβεσθούν ( άρθρο 80 του ν. 4916/2022).

Δείτε τις Φοροαπόψεις και στo Capital

Η επιστημονική ομάδα της ΑΡΤΙΟΝ

Με την επιμέλεια του κυρίου Γεώργιου Δαλιάνη

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr).


Aνάληψη μεγάλου χρηματικού ποσού μπορεί να προκαλέσει έλεγχο?

του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Νατάσας Δαλιάνη*

Ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία του φορολογικού ελέγχου είναι το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών και η εξέταση της κίνησής τους. Πολύ συχνά οι φορολογούμενοι καλούνται να αιτιολογήσουν τις πιστώσεις που διερευνώνται από τον έλεγχο και ιδιαίτερα προβλήματα υπάρχουν όταν δεν μπορεί να δοθεί επαρκής αιτιολόγηση για εμβάσματα, καταθέσεις κ.λπ. Πώς αντιμετωπίζονται όμως οι αναλήψεις χρηματικών ποσών;

Επισημαίνεται ότι οι Τράπεζες ακόμη και για ποσά μικρότερα ή ίσα των 10.000 ευρώ,  πολύ δε περισσότερο για αναλήψεις μεμονωμένες ή τμηματικές μεγαλύτερων ποσών (50.000 € ή 100.000 €) ζητούν να αιτιολογηθεί η ανάληψη και υπάρχει περίπτωση οι αρμόδιες (ειδικές) υπηρεσίες της κάθε τράπεζας που ασχολούνται με το ξέπλυμα να ειδοποιήσουν τις φορολογικές αρχές. Αυτό συμβαίνει επειδή οι Τράπεζες και οι φορολογικές αρχές επιδιώκουν την πάταξη της φοροδιαφυγής και της διακίνησης μαύρου χρήματος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μία ανάληψη συνιστά απαραίτητα φορολογητέα πράξη.

Επισημαίνουμε ότι η ύπαρξη υπολοίπου στην τελευταία παραγεγραμμένη χρήση ή η μεταφορά του ποσού σε άλλο λογαριασμό δεν αποτελεί εισόδημα προς φορολόγηση. Όμως, δεν μπορεί να γίνει χρήση του ποσού αυτού εάν δεν δικαιολογείται φορολογικά η δημιουργία του. Η ανάληψη μπορεί να αποτελέσει φορολογητέα πράξη στον βαθμό που προορίζεται για την αγορά περιουσιακού στοιχείου π.χ. αγορά ακινήτου, χωρίς να υπάρχει «φορολογικά» το αντίστοιχο εισόδημα. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό την διάταξη του άρθρου 28 παρ. 2 ΚΦΕ που ορίζει ότι: «Το εισόδημα φυσικών προσώπων, ανεξαρτήτως αν προέρχεται από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, μπορεί επίσης να προσδιορίζεται με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο ή έμμεσες μεθόδους ελέγχου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όταν το ποσό του δηλούμενου εισοδήματος δεν επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών δαπανών διαβίωσης ή σε περίπτωση που υπάρχει προσαύξηση περιουσίας η οποία δεν καλύπτεται από το δηλούμενο εισόδημα».

Ο έλεγχος μπορεί να συσχετίσει την αγορά ακινήτου με την ανάληψη ποσού, ιδιαίτερα όταν δεν έχει μεσολαβήσει αρκετό χρονικό διάστημα.

Περαιτέρω, η ανάληψη από συνδικαιούχο κοινού λογαριασμού που δεν συμμετέχει στη δημιουργία των κατατεθειμένων κεφαλαίων είναι πιθανό να προκαλέσει έλεγχο. Επίσης, το ποσό αυτό ο συνδικαιούχος δεν μπορεί να το χρησιμοποιήσει για καμία πράξη πλην της διευκόλυνσης του κύριου δικαιούχου για το διαδικαστικό κομμάτι ανάληψης του ποσού και απόδοσης στον κύριο δικαιούχο.

Τέλος, σχετικά με τις αναλήψεις και επανακαταθέσεις ποσών στον ίδιο ή άλλο λογαριασμό του φορολογούμενου επισημαίνεται ότι καταρχήν δεν αντίκειται στη φορολογική νομοθεσία η ανάληψη χρηματικών ποσών και η αποδεδειγμένη επανακατάθεση μέρους ή του συνόλου αυτών και ούτε προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την διαδικασία κίνησης χρηματικών κεφαλαίων. Ωστόσο, εάν ένας φορολογούμενος προβεί σε αναλήψεις χρηματικών ποσών και στη συνέχεια σε απόκτηση ισόποσου (με τις αναλήψεις) περιουσιακού στοιχείου και κατάθεση εκ νέου των ποσών που ανελήφθησαν είναι πολύ πιθανό μία φορολογική αρχή να μην αποδεχθεί ότι πρόκειται για αναλήψεις που στη συνέχεια επανακατατέθηκαν επειδή μεσολαβεί η απόκτηση περιουσιακού στοιχείου.

Κλείνοντας, επισημαίνουμε ότι η ανάληψη μεγάλου χρηματικού ποσού από λογαριασμό αποτελούν αφορμές για την έναρξη ενός φορολογικού ελέγχου. Ωστόσο, εφόσον ο φορολογούμενος διαθέτει τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την κίνηση των κεφαλαίων, δεν γεννάται ζήτημα φορολόγησης.

Δείτε το άρθρο και στo Capital.gr

* Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ARTION AE & Ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος-Φοροτεχνικός.

Η Νατάσα Δαλιάνη είναι Partner της ARTION AE.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φοροαπόψεις – 11/05/2023

Απώλεια κεφαλαίου (ζημίας) λόγω αρνητικής απόδοσης επενδύσεων

Δεδομένου ότι όλα τα έσοδα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες, θεωρούνται έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα, η ζημία (απώλεια κεφαλαίου) ενός νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας που προκύπτει λόγω της αρνητικής απόδοσης επενδύσεων (αρνητικό επιτόκιο), εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα τους, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ΚΦΕ, καθόσον αποτελεί ζημία οριστική και εκκαθαρισμένη.

Για τα φυσικά πρόσωπα, είτε ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα είτε όχι, το εισόδημα από τόκους εντάσσεται στην κατηγορία εισοδήματος από κεφάλαιο (κι όχι από επιχειρηματική δραστηριότητα) και φορολογείται αυτοτελώς σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του ΚΦΕ. Εξάλλου, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 37 του ΚΦΕ δεν υφίσταται η έννοια του αρνητικού εισοδήματος από τόκους, ούτε και προβλέπεται η έκπτωση δαπανών από το εισόδημα της κατηγορίας αυτής, όπως ρητά ορίζεται σε άλλες κατηγορίες εισοδήματος (πχ. Εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης τίτλων, άρθρο 42 ΚΦΕ). Με βάση τα ανωτέρω τα φυσικά πρόσωπα δεν αναγράφουν στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος τυχόν αρνητικά εισοδήματα από τόκους.(Ε2008/2022).

 Επίκληση δωρεάς για κάλυψη τεκμηρίων

Προκειμένου να μπορέσει κάποιος να κάνει στη φορολογική του δήλωση χρήση ποσού που έχει προέλθει από δωρεά ώστε να καλύψει τεκμήρια, αυτή θα πρέπει να δηλωθεί  μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του οικείου φορολογικού έτους με δήλωση στην αρμόδια ΔΟΥ και να καταλογιστεί ο φόρος που αναλογεί.

Υπόχρεος για κατάθεση δήλωσης φόρου δωρεάς είναι ο δωρεοδόχος εφόσον η δωρεά δεν έχει καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο (άρθρο 85 παρ.2 ν.2961/2001). Σε διαφορετική περίπτωση πάντες οι συμβαλλόμενοι είναι υπόχρεοι υποβολής δήλωσης.

Επίσης πρέπει να τονιστεί πως ο δωρητής θα πρέπει να συμπεριλάβει το ποσό της δωρεάς στη φορολογική του δήλωση αφού όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το ποσό αυτό αποτελεί τεκμήριο και θα πρέπει να καλύπτεται από τα εισοδήματά του.

 Εδώ να σημειωθεί πως σε περίπτωση ελέγχου με τις έμμεσες τεχνικές, προκειμένου για την κάλυψη τεκμηρίου απόκτησης (π.χ. αυτοκίνητο) ο έλεγχος εξετάζει το κατά πόσον η δωρεά έλαβε χώρα προ της απόκτησης του περιουσιακού στοιχείου.

 Συναλλαγές μέσω λογαριασμού τρίτου

Επειδή πολλές επιχειρήσεις ανεξαρτήτως μορφής συγχέουν τις συναλλαγές που αφορούν την εταιρεία με τους ατομικούς λογαριασμούς μελών της εταιρείας συμβαίνει συχνά (και παλιότερα ακόμη εντονότερα) να χρησιμοποιείται ο ατομικός λογαριασμός αυτών των προσώπων για συναλλαγές που αφορούν την εταιρεία (πληρωμές αλλά και εισπράξεις π.χ. εξόφληση από πελάτη τιμολογίου σε προσωπικό λογαριασμό εταίρου αντί για τον λογαριασμό της εταιρείας).

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όπως είναι εύλογο, δεν υπάρχει προσαύξηση της περιουσίας του ελεγχόμενου φυσικού προσώπου από άγνωστη αιτία, εφόσον προκύπτει και αποδεικνύεται ότι το εν λόγω πιστωθέν ποσό αφορά συναλλαγές ή εισόδημα ή περιουσία του νομικού προσώπου, στο οποίο το φυσικό πρόσωπο συμμετέχει (βλ. ΠΟΛ 1175/16-11-2017).

Συνήθη Ερωτήματα

Δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων οι δαπάνες ενοικίων, εφόσον η εξόφλησή τους δεν έχει πραγματοποιηθεί με τη χρήση ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής ή μέσω παρόχου υπηρεσιών πληρωμών. Το μέτρο εφαρμόζεται για δαπάνες που πραγματοποιούνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1.1.2020 και μετά (βλ. εγκύκλιο Ε 2109/2021).

Δείτε τις Φοροαπόψεις και στo Capital

Η επιστημονική ομάδα της ΑΡΤΙΟΝ

Με την επιμέλεια του κυρίου Γεώργιου Δαλιάνη

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr).


Φοροαπόψεις – 04/05/2023

Σημαντική εγκύκλιος για κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα πώλησης ακινήτων

Με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013 (ΚΦΕ), όπως ισχύουν μετά και την τροποποίησή τους με το άρθρο 29 του ν. 5024/2023 (Α’41), ορίζεται ότι για τους σκοπούς του άρθρου αυτού ως «επιχειρηματική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για τους τίτλους του άρθρου 42 του ν. 4172/2023 που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη ή μη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένης και της Εναλλακτικής Αγοράς του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ή για τα ομόλογα που εκδίδονται από εισηγμένες εταιρείες, καθώς και για τα κρατικά ομόλογα.

Πρόσφατα εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2031/2023 εγκύκλιος, με την οποία διευκρινίζεται μεταξύ άλλων ο «σκοπός της επίτευξης κέρδους». Ως ζήτημα πραγματικό, ανάγεται στην εξελεγκτική εξουσία του Προϊσταμένου της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής. Κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, η ύπαρξη δε του σκοπού επίτευξης κέρδους θα πρέπει να συνάγεται επαρκώς από τις εκάστοτε συνθήκες εν γένει υπό τις οποίες οι πράξεις πραγματοποιούνται, καθώς το βάρος της απόδειξης φέρει καταρχήν η φορολογική αρχή. Τέτοιες συνθήκες αποτελούν ενδεικτικά η πώληση σε σύντομο χρονικό διάστημα από την απόκτηση και σε συνδυασμό με το ύψος του επιτευχθέντος τιμήματος, σε περίπτωση ανέγερσης οικοδομής η αναλογία των διαμερισμάτων που πωλήθηκαν σε σχέση με αυτά που κατασκευάστηκαν και το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ανέγερση μέχρι την πώληση, η αγορά ακινήτων από πλειστηριασμούς και η πώληση αυτών κ.λπ. Αντίθετα, δεν θεωρείται ότι υπάρχει ο σκοπός της επίτευξης κέρδους σε περίπτωση πώλησης ακινήτων τα οποία αποκτήθηκαν για τον σκοπό αξιοποίησης κεφαλαίου (π.χ. εκμίσθωση, ιδιοκατοίκηση, ιδιόχρηση επαγγελματικής στέγης κ.λπ.) και η πώληση οφείλεται σε άλλους λόγους τους οποίους ο πωλητής μπορεί να προβάλει και να αποδείξει. Σημειώνεται πάντως ότι ο σκοπός της επίτευξης κέρδους πρέπει να υπάρχει κατά την απόκτηση του πράγματος (π.χ. αγορά, ανέγερση του κτίσματος), το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της εξεταζόμενης συναλλαγής.

Για να θεωρηθεί μία συναλλαγή ως επιχειρηματική, για σκοπούς εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 21 του ΚΦΕ, δεν απαιτείται η ύπαρξη επιχειρηματικής οργάνωσης.

 Εικονικά τιμολόγια και παράταση παραγραφής

Όπως κρίθηκε πρόσφατα από το ΣτΕ (υπ’ αριθ. 512/2022 απόφαση Τμήμα Β’), σε περίπτωση που εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής περιέρχονται σε φορολογική αρχή από άλλη φορολογική αρχή πληροφορίες περί της πιθανότητας συναλλαγές αφορώσες φορολογούμενο, υπαγόμενο στην αρμοδιότητά της, να είναι εικονικές, είναι υποχρεωμένη, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, να προβεί σε σχετικό έλεγχο και έκδοση και κοινοποίηση των οικείων καταλογιστικών πράξεων εντός της ως άνω προθεσμίας και δεν μπορεί να αναμείνει, για την έναρξη του ελέγχου και την έκδοση και κοινοποίηση των σχετικών πράξεων, την ολοκλήρωση του ελέγχου από την άλλη φορολογική αρχή.

Σε περίπτωση δε που η αρμόδια για τον λήπτη φορολογικών στοιχείων φορολογική αρχή, παρά το γεγονός ότι έλαβε γνώση για την πιθανότητα της εικονικότητας των στοιχείων αυτών, δεν προχωρήσει, παραλλήλως και συγχρόνως με την αρμόδια για τον εκδότη των στοιχείων αρχή, στον απαιτούμενο έλεγχο, σε συνεργασία και με την άλλη αυτή αρχή, αν τούτο είναι αναγκαίο, (π.χ. ανταλλάσσοντας εγκαίρως πληροφορίες, πραγματοποιώντας εγκαίρως διασταυρωτικούς ελέγχους) και δεν εκδώσει και κοινοποιήσει τις οικείες καταλογιστικές πράξεις εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, η έκθεση ελέγχου της φορολογικής αρχής που είναι αρμόδια για τον εκδότη των εικονικών στοιχείων δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιμήκυνση της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής σε δεκαετή και την έκδοση και κοινοποίηση καταλογιστικών πράξεων εις βάρος του λήπτη των στοιχείων μετά την πάροδο της πενταετίας.

Ποσά προοριζόμενα για αύξηση κεφαλαίου

Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 1942/2019 απόφαση της ΔΕΔ, έγινε δεκτό ότι στον νόμο δεν τάσσεται πουθενά προθεσμία για πόσο διάστημα πρέπει να παραμείνουν στον ειδικό λογαριασμό κατατεθειμένα τα καταβληθέντα χρήματα της κάλυψης του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου ή των αυξήσεών του. Το είδος του λογαριασμού – λογαριασμός καταθέσεων όψεως – διακρίνεται για την έλλειψη δέσμευσης των κατατεθειμένων χρημάτων και την υποχρέωση της τράπεζας για άμεση απόδοση των σε αυτήν κατατεθειμένων χρημάτων. Πρέπει έτσι να συναχθεί ότι επειδή πρόκειται για καταβολές που από την στιγμή της κατάθεσής τους ανήκουν πλέον στην περιουσία της εταιρίας, η οποία έχει κατά κανόνα αποκτήσει την νομική προσωπικότητα, εναπόκειται στα όργανα της Διοίκησης να αποφασίσουν, βάσει των επιχειρηματικών αναγκών και των συμφερόντων της, για πόσο χρονικό διάστημα τα κεφάλαια αυτά θα παραμείνουν κατατεθειμένα ή εάν θα χρησιμοποιηθούν αμέσως (ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ, ΠΕΡΡΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, τόμος 2α σελ. 492-493).

 

Συνήθη Ερωτήματα

Η ακύρωση των μετοχών ή των εταιρικών μεριδίων και η επιστροφή του ποσού που αντιστοιχούσε σε αυτές της μετοχές, δεν υπόκειται σε φορολογία εισοδήματος (έγγραφο του Yπ. Οικονομικών με αριθμό 1056585/10746/B0012/8.6.2005).

Δείτε τις Φοροαπόψεις και στo Capital

Η επιστημονική ομάδα της ΑΡΤΙΟΝ

Με την επιμέλεια του κυρίου Γεώργιου Δαλιάνη

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr).


Σημαντική Κρίση της Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών στο Ζήτημα της Παραγραφής

του Γεωργίου Σπ.Ευσταθόπουλου, δικηγόρος παρ’Αρείω Πάγω*

Γεγονός μη αποδεκτό πλέον αποτελεί η συστηματική και προκλητική άρνηση μερίδας ελεγκτών της φορολογικής Διοίκησης να αποδεχθεί και να εφαρμόσει τις κρίσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες ερμηνεύθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης φορολογικής νομοθεσίας ως προς το ζήτημα της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να ελέγξει και να καταλογίσει διαφορές φόρων και προστίμων, οδηγώντας του φορολογούμενους σε κίνδυνο οικονομικής εξόντωσης μέχρι το χρόνο δικαίωσής τους.

Επ΄ αφορμή υποθέσεως που χειριστήκαμε με την ομάδα φοροτεχνικών του ομίλου εταιρειών ARTION από το στάδιο του φορολογικού ελέγχου έως και την προσφυγή μας στην Επιτροπή Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών και κατόπιν έκδοσης θετικής Προτάσεως αυτής, σημειώνουμε ορισμένες σκέψεις μας προς προβληματισμό.

Με το άρθρο 16 του νόμου 4714/2020 θεσμοθετήθηκε η εξώδικη επίλυση των φορολογικών διαφορών που εκκρεμούσαν ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το νομοθέτημα αυτό προέβλεπε ότι είναι δυνατή η επίλυση φορολογικής υπόθεσης εξωδίκως ενώπιον Επιτροπής, που απαρτίζεται από δικαστές και μέλη του προσωπικού του ΝΣΚ (με εισηγητές εφοριακούς υπαλλήλους χωρίς δικαίωμα ψήφου), κατόπιν αιτήσεως του φορολογουμένου, εντός συγκεκριμένων χρονικών πλαισίων για την υποβολή αιτήσεων και με συγκεκριμένους, περιοριστικά αναφερόμενους στο νόμο, ισχυρισμούς. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί που ηδύναντο να προβληθούν ήταν: (α) Παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον επίδικο φόρο ή πρόστιμο λόγω παρόδου του χρόνου εντός του οποίου η Φορολογική Διοίκηση είχε δικαίωμα προς καταλογισμό αυτών, (β) παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον επίδικο φόρο ή πρόστιμο λόγω λήψης φορολογικού πιστοποιητικού χωρίς επιφύλαξη, (γ) εσφαλμένος καταλογισμός του φόρου ή προστίμου λόγω πρόδηλης έλλειψης φορολογικής υποχρέωσης ή αριθμητικού σφάλματος, (δ) αναδρομική εφαρμογή της ευμενέστερης φορολογικής κύρωσης σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά από τη νομολογία του ΣτΕ και (ε) μείωση του πρόσθετου φόρου, του τόκου, των προσαυξήσεων και των προστίμων γενικώς. Πρόδηλον είναι ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν η ταχεία διεκπεραίωση των φορολογικών υποθέσεων και είσπραξη δημοσίων εσόδων, ως επίσης και η αποφόρτιση των Δικαστηρίων.

Επισημαίνεται ότι, πλέον, δεν επιτρέπεται η υποβολή νέων Αιτήσεων, καθώς ο νομοθέτης έθεσε καταληκτική ημερομηνία υποβολής, κατά παράταση, την 28η Φεβρουαρίου 2023.

Η δυνατότητα προσφυγής του φορολογούμενου στην Επιτροπή Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών τοποθετείτο χρονικά μετά την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας και σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής, ήτοι μετά την άσκηση Προσφυγής, Εφέσεως ή Αιτήσεως Αναιρέσεως και οπωσδήποτε πριν τη συζήτηση αυτών από το αρμόδιο Δικαστήριο, εντός των χρονικών πάντοτε πλαισίων που έθετε ο νομοθέτης.

Οι ισχυρισμοί που ηδύνατο να προβάλει ο φορολογούμενος στην άνω Επιτροπή (ίδετε ανωτέρω ισχυρισμούς α’ έως δ’) προφανώς και είναι δυνατόν να προβληθούν σε όλα τα προηγούμενα στάδια της διοικητικής διαδικασίας και συγκεκριμένα (α) στο στάδιο των Έγγραφων Απόψεων, όπου αξιολογούνται από τη φορολογική Αρχή, και (β) στο στάδιο της ενδικοφανούς διαδικασίας, όπου αξιολογούνται από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ (στην περίπτωση έκδοσης αποφάσεως υπ΄ αυτής και όχι επί σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής).

Στην περίπτωση που χειριστήκαμε, ο φορολογικός έλεγχος, το έτος 2021, καταλόγισε σε βάρος του εντολέα μας διαφορά φόρου εισοδήματος, μετά προσθέτου φόρου λόγω ανακρίβειας, για τη χρήση 2012, κατόπιν ελέγχου των τραπεζικών λογαριασμών ημεδαπής και διαπίστωσης πιστωτικών κινήσεων – πρωτογενών καταθέσεων, τις οποίες θεώρησε ως εισόδημα άγνωστης πηγής, φορολογώντας αυτές ως εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Τόσο διά των Έγγραφων Απόψεών μας όσο και διά της ασκηθείσης ενδικοφανούς προσφυγής, υποστηρίξαμε ότι το δικαίωμα του Δημοσίου, για τον έλεγχο και καταλογισμό φόρων και προστίμων, στη χρήση 2012 είχε υποκύψει σε παραγραφή. Αντιθέτως, η φορολογούσα Αρχή, κατ΄επίκληση της παρ. 3 του άρθρου 36 του Ν. 4174/2013 (ως επίσης και της ΠΟΛ 1154/2017 και ΔΕΛ Β 1136035ΕΞ2017/15.9.17 Απόφασης του Διοικητή της ΑΑΔΕ), υποστήριξε ότι, στις περιπτώσεις φοροδιαφυγής (άρ. 66 ν. 4174/2013), η προθεσμία της παραγραφής είναι 20ετής και επομένως νομίμως εξεδόθη η καταλογιστική πράξη. Η δε Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ απέρριψε τον άνω ισχυρισμό μας, επικαλούμενη ότι η υπόθεση, ως προς τη φορολογία εισοδήματος και τα πρόστιμα ΚΒΣ, παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαετίας από το τέλος του έτους που υποβλήθηκε η δήλωση, ήτοι, για τη χρήση 2012, η παραγραφή συμπληρώνεται στις 31/12/2023, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 66 παρ. 1,3 και 36 παρ.3 του ν.4174/2013 και του άρθρου 66 παρ. 27 περ. α’ του ν. 4646/2019, δεδομένου ότι το προς απόδοση ποσό εισοδήματος που αποδόθηκε ανακριβώς υπερβαίνει για όλη τη διαχειριστική περίοδο το ποσό των 100.000 €, γεγονός που εντάσσεται στα εγκλήματα φοροδιαφυγής.

Κατόπιν ασκήσεως δικαστικής Προσφυγής, υποβάλαμε νομοτύπως και εμπροθέσμως Αίτηση για την εξώδικη επίλυση της συγκεκριμένης φορολογικής διαφοράς ενώπιον της Επιτροπής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών, επικαλούμενοι τον άνω ισχυρισμό περί παραγραφής, η οποία, κατά παραδοχή τούτου, διέγραψε την φορολογική επιβάρυνση.

Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, αφού προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων της κείμενης φορολογικής νομοθεσίας και σε απόλυτη συμμόρφωση προς τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, απεφάνθη, με την Πρότασή της, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, που αφορά αξιώσεις χρήσης 2012, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 36 του Κ.Φ.Δ., όπως έγινε δεκτό με την ΄Εκθεση Μερικού Ελέγχου Φορολογίας Εισοδήματος της Φορολογικής Αρχής, καθώς το ιδιαιτέρως μεγάλο χρονικό διάστημα παραγραφής που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή (εικοσαετία), είναι αμφίβολο εάν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, από την άποψη της διάρκειά της. Εξάλλου, δεν ήταν συνταγματικώς ανεκτή, η εφαρμογή, όπως έγινε δεκτό από την ΔΕΔ, της διάταξης του άρθρου 66 παρ.27 εδ. β΄ του ν. 4646/2019, διότι η τελευταία καταλαμβάνει φορολογικές αξιώσεις που ανάγονται σε ημερολογιακά έτη προγενέστερα του προηγούμενου της δημοσίευσης του νόμου αυτού έτους, όπως η συγκεκριμένη, που αφορά αξιώσεις για τη χρήση 2012. Με τα δεδομένα αυτά, κρίθηκε ότι, στην συγκεκριμένη υπόθεση, πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε. Σύμφωνα με αυτές, ο χρόνος παραγραφής άρχισε στις 31-12-2013 και έληγε 31-12-2018. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την Έκθεση Μερικού Ελέγχου Φορολογίας Εισοδήματος, η προσαύξηση περιουσίας διαπιστώθηκε από τον έλεγχο, μετά από επεξεργασία των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών εσωτερικού του αιτούντος, που δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία για να δικαιολογήσουν 10ετή προθεσμία παραγραφής, σύμφωνα με περ. β΄ της παρ. 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε. Επομένως, κατά τον χρόνο κοινοποίησης της Οριστικής Πράξης Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Εισοδήματος στον αιτούντα (τον Δεκέμβριο του έτους 2021), το δικαίωμα του Δημοσίου είχε υποκύψει σε παραγραφή.

Αναμφίβολα, η άνω Πρόταση της Επιτροπής είναι εξαιρετικά σημαντική, ως προς το νομικό ζήτημα που επεξεργάστηκε, πλήρως εμπεριστατωμένη και απόλυτα εναρμονισμένη με τις διατάξεις της κείμενης φορολογικής νομοθεσίας και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Χώρας.

Ο προβληματισμός που εύλογα προκύπτει εν προκειμένω συνίσταται στο γεγονός ότι πολλοί ελεγκτές της Φορολογικής Διοίκησης, καίτοι υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και την εξενεχθείσα, πλούσια πλέον, νομολογία του ΣτΕ, σε όλα τα στάδια του υπ΄ αυτής ελέγχου, εντούτοις δεν αποδέχονται βάσιμους ισχυρισμούς φορολογουμένου, όπως η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον επίδικο φόρο ή πρόστιμο (για συγκεκριμένες χρήσεις) λόγω παρόδου του χρόνου εντός του οποίου είχε δικαίωμα προς καταλογισμό αυτών και, διά της απορρίψεως αυτών, να υποβάλουν τον φορολογούμενο στην δαπανηρή και πολύχρονη δικαστική διαδικασία, προκειμένου αυτός να δικαιωθεί και να απαλλαγεί από μη νόμιμες καταλογισθείσες φορολογικές επιβαρύνσεις. Το αυτό βέβαια ισχύει και για τους λοιπούς ισχυρισμούς που προβλέπονταν στο άρθρο 16 του Ν. 4714/2020 και αναφέρονται ανωτέρω. Είναι κρίσιμο να «ευαισθητοποιηθούν» επιτέλους οι ελεγκτές, εις τρόπον ώστε να αποφεύγουν τις άδικες, ανεπιεικείς ή δογματικές απόψεις και κυρίως να ξεφύγουν από τη λογική του παντί τρόπω καταλογισμού φορολογικών επιβαρύνσεων σε βάρος των φορολογουμένων.

Επίσης, προβληματισμό προκαλεί και το γεγονός ότι η θεσμοθέτηση της Επιτροπής Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών προσέλαβε έναν προσωρινό χαρακτήρα και όχι μόνιμο, δοθέντος μάλιστα ότι, από διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι εκπλήρωσε με επιτυχία την αποστολή της και τον επιδιωκόμενο σκοπό, αφού (α) η παραγωγή Προτάσεων και η επίτευξη επίλυσης των φορολογικών διαφορών είναι υψηλή, (β) η ανταπόκριση λαμβάνει χώρα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την υποβολή αιτήσεων, (γ) οι φορολογούμενοι αποδέχονται τις προτάσεις σε ικανοποιητικό ποσοστό, (δ) το κόστος για τον φορολογούμενο είναι μικρό, (ε) τα έσοδα του Δημοσίου τονώθηκαν αισθητά και (στ) αποφορτίστηκαν τα Δικαστήρια από σημαντικό όγκο υποθέσεων.

Τούτου δοθέντος, ο νομοθέτης οφείλει να επανεξετάσει το θεσμό προς το σκοπό να προσδώσει σε αυτόν μόνιμο χαρακτήρα και επιπροσθέτως να εμπλουτίσει τους ισχυρισμούς με βάση τους οποίους ο φορολογούμενος δύναται να προσφύγει στην Επιτροπή χωρίς όμως να υποκαταστήσει τη δικαστική εξουσία.

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.GR

* Ο κ. Γεώργιος Σπ. Ευσταθόπουλος είναι δικηγόρος παρ’Αρείω Πάγω, εξειδικευθείς στο Φορολογικό Δίκαιο και Συνεργάτης της  ARTION ΑΕ.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φοροαπόψεις – 20/04/2023

Υπολογισμός φύρας με βάση αποφάσεις ΔΕΔ

Με την υπ’ αριθ. 527/2023 απόφαση της ΔΕΔ Αθήνας κρίθηκε ότι:

Α) η φύρα στα πωλούμενα με το τεμάχιο είδη, ήτοι σουβλάκι χοιρινό, σουβλάκι κοτόπουλο και κεμπάπ  (καλαμάκι) θα  πρέπει  να  υπολογιστεί  φύρα σε  ποσοστό  10%,  λαμβάνοντας  υπόψη σχετικές αποφάσεις της Υπηρεσίας (ενδεικτική ΔΕΔ 3623/2022)

Β) Από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο διαδίκτυο και ενδεικτικά άρθρο στο site του Επιμελητηρίου Κυκλάδων με θέμα «Εργαλεία κοστολόγησης στον κλάδο εστίασης», όπου ως απόδοση των κρεάτων υπολογίζεται σε 60%, ήτοι φύρα 40%. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη: • σχετικές αποφάσεις της ΔΕΔ ότι για τα προσφερόμενα σε τεμάχια εφαρμόζεται φύρα 10% και • ότι ο έλεγχος εφάρμοσε φύρα 30% στα προσφερόμενα με το κιλό είδη,  ως  εκ  τούτου και στο  χοιρινό παϊδάκι  (Μπριζόλα)  θα πρέπει να  υπολογιστεί  φύρα  30% (ενδεικτική ΔΕΔ  2018/2022) και  επιπλέον, δεδομένου ότι  στο είδος κοτόπουλο,  το  οποίο προσφέρεται από τον προσφεύγοντα σε τεμάχια (ολόκληρο ή μισό) αλλά και σε μερίδες θα πρέπει να υπολογιστεί φύρα λόγω απόψυξης και απώλειας ψησίματος ο μέσος των ανωτέρω, ήτοι 20% [(30% +10%)/2=20%].

Με αφορμή αυτή την απόφαση θα θέλαμε να επισημάνουμε την ανάγκη για θεσμοθέτηση στο πλαίσιο φορολογικών ελέγχων σταθερών ποσοστών φύρας ανά είδος, καθώς για το ίδιο είδος, ανάλογα με την Υπηρεσία που διενεργεί τον έλεγχο, έχουμε συναντήσει ποσοστά φύρας από 5% έως και 30%.

Επιβολή προστίμων σε βάρος αποβιώσαντα

Κρίσιμο στοιχείο για τη νόμιμη ή μη επιβολή προστίμων σε βάρος αποβιώσαντα, είναι κατ’ αρχάς εάν αυτά είναι κυρωτικού ή αποζημιωτικού  χαρακτήρα  και  επιπροσθέτως  εάν  τα  πρόστιμα  αυτά  καταλογίζονται πρωτογενώς ή εάν είχαν «το πρώτον» κοινοποιηθεί στον ίδιο τον θανούντα, όσο αυτός ήταν εν ζωή. Τα πρόστιμα εις βάρος αποβιώσαντα, που έχουν αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα δεν μετακυλίονται προς τους κληρονόμους. Πιο συγκεκριμένα ένα πρόστιμο π.χ. μη ανταπόκρισης σε αίτημα προσκόμισης στοιχείων έχει προσωπικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι, ως διοικητική κύρωση αποσκοπεί στον  εξαναγκασμό  του  υπόχρεου  προς  συμμόρφωση  προς  τις  φορολογικές  εν  γένει υποχρεώσεις  του,  ήτοι  αποτρέποντας  τον  από  την  τέλεση  (μελλοντικών)  φορολογικών παραβάσεων και η επιβολή τους δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ζημίας στο Δημόσιο και συνεπώς, δεν έχει αποκαταστατικό χαρακτήρα, εφόσον μ’ αυτό δεν επιδιώκεται η ικανοποίηση -έστω και μερικώς -της υποχρέωσης προς πληρωμή των οικείων οφειλόμενων φόρων. Για τον λόγο αυτό παύει ο σκοπός για την επιβολή προστίμου επί τυπικής -διαδικαστικής παράβασης, καθόσον, τα εν λόγω πρόστιμα, έχοντας αυστηρά προσωπικό και αποκλειστικά κυρωτικό χαρακτήρα αποσβένονται με τον θάνατο του υπόχρεου.

Αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού αξίας

Για  τον προσδιορισμό  της  αξίας  των  ακινήτων  με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού λαμβάνονται  υπόψη  και  συνεκτιμώνται  ιδίως  τα στοιχεία εκτίμησης των ιδίων ή άλλων πλησιόχωρων ομοειδών ακινήτων που προκύπτουν από μεταβιβάσεις με αντάλλαγμα ή κτήσεις αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής, ή κάθε πρόσφορο στοιχείο το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στη διαμόρφωση της αγοραίας αξίας τους. Σε περίπτωση έλλειψης οποιουδήποτε από τα ανωτέρω  στοιχεία ή εφόσον αυτά που υπάρχουν  κρίνονται απρόσφορά ή ανεπαρκή  ο προσδιορισμός  της  αξίας αυτών  γίνεται με βάση κάθε αποδεικτικό στοιχείο.

Συνήθη Ερωτήματα

Το εισόδημα ακίνητης περιουσίας αποκτάται από κάθε φυσικό πρόσωπο στο οποίο έχει νόμιμα μεταβιβασθεί, με δικαστική απόφαση, με οριστικό συμβόλαιο ή χρησικτησία κ.λπ., το εμπράγματο δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή νομής ή επικαρπίας ή οίκησης, κατά περίπτωση.

Δείτε τις Φοροαπόψεις και στo Capital

Η επιστημονική ομάδα της ΑΡΤΙΟΝ

Με την επιμέλεια του κυρίου Γεώργιου Δαλιάνη

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr).