Υπολογισμός υπεραξίας μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων σε απλογραφικά βιβλία

του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Διονύση Σαμόλη και της Νίκης Χατζοπούλου*

Όταν μεταβιβάζονται τα εταιρικά μερίδια επιχείρησης λόγω πώλησης αυτό που φορολογείται είναι η υπεραξία, το όφελος δηλαδή του πωλητή από την εν λόγω συναλλαγή. Στα μεν διπλογραφικά βιβλία ο τρόπος υπολογισμού είναι εύκολος διότι συντάσσεται ισολογισμός που αποτυπώνει την πραγματική εικόνα της επιχείρησης. Στα απλογραφικά όμως (βιβλία β’ κατηγορίας) το θέμα περιπλέκεται. Για τη μεταβίβαση ατομικής επιχείρησης έχουμε ήδη δημοσιεύσει σε άρθρα μας την φορολογική μεταχείριση (https://www.capital.gr/tax/3612271/imetabibasiatomikisepixeirisismerosa/ και https://www.capital.gr/tax/3613803/imetabibasiatomikisepixeirisismerosb/) στα οποία και παραπέμπουμε.

Με βάση το άρθρο 42 ΚΦΕ ορίζεται ότι:

«1. Κάθε εισόδημα που προκύπτει από υπεραξία μεταβίβασης των ακόλουθων τίτλων, καθώς και μεταβίβασης ολόκληρης επιχείρησης, υπόκειται σε φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων: (…) γ) μερίδια ή μερίδες σε προσωπικές εταιρείες (…) [ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες]

 

  1. Ως υπεραξία νοείται η διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης που κατέβαλε ο φορολογούμενος και της τιμής πώλησης που εισέπραξε. Τυχόν δαπάνες που συνδέονται άμεσα με την αγορά ή την πώληση των τίτλων συμπεριλαμβάνονται στην τιμή κτήσης και την τιμή πώλησης».

Ο σήμερα ισχύων συντελεστής φορολογίας είναι 15% στα φυσικά πρόσωπα με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης και 22% στα νομικά πρόσωπα (βλ. ΠΟΛ 1032/2015 «Το εισόδημα από τη μεταβίβαση τίτλων της παρ. 1 του άρθρου 42, φορολογείται, προκειμένου για τα φυσικά πρόσωπα, με συντελεστή 15% σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του ν. 4172/2013, χωρίς να απαιτείται κατά το χρόνο της μεταβίβασης η υποβολή δήλωσης, όπως ίσχυε με τις προϊσχύσασες διατάξεις του ν. 2238/1994, καθόσον το εν λόγω εισόδημα θα συμπεριληφθεί στην ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος του φυσικού προσώπου και θα φορολογηθεί στο τέλος του έτους (Δ12A 1049253 ΕΞ 17.3.2014 έγγραφό μας»).

Για τον τρόπο υπολογισμού της υπεραξίας έχει εκδοθεί η ΠΟΛ. 1032/25.1.2015 εγκύκλιος διαταγή με θέμα «Φορολογική μεταχείριση του εισοδήματος από μεταβίβαση τίτλων και ολόκληρης επιχείρησης μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του νέου Κ.Φ.Ε. (Ν. 4172/2013)», στην οποία μεταξύ των άλλων ορίζεται ότι:

«Προκειμένου για μεταβιβάσεις τίτλων (μετοχών, μεριδίων ΕΠΕ, μερίδων προσωπικών εταιριών, κλπ.) μη εισηγμένων σε χρηματιστηριακή αγορά, ως τιμή πώλησης θα λαμβάνεται αυτή που δηλώνεται από τους συναλλασσόμενους και αναγράφεται στη σύμβαση μεταβίβασης η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την αξία των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας που εκδίδει τους μεταβιβαζόμενους τίτλους κατά το χρόνο μεταβίβασης. Ως τιμή κτήσης, θα λαμβάνεται η χαμηλότερη μεταξύ αυτής που προσδιορίζεται με βάση την αξία των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας που εκδίδει τους μεταβιβαζόμενους τίτλους κατά το χρόνο απόκτησης των τίτλων και του τιμήματος που αναγράφεται στη σύμβαση μεταβίβασης, κατά το χρόνο απόκτησης των τίτλων (…)

 Ως ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων που τηρούν απλογραφικά βιβλία, θα λαμβάνονται τα κεφάλαια όπως προκύπτουν από το καταστατικό ίδρυσης της εταιρείας και τις τροποποιήσεις αυτού. Επίσης, θα λαμβάνονται υπόψη τυχόν αγορές παγίων, επιδοτήσεις οι οποίες δεν έχουν συμπεριληφθεί στην αξία κτήσης των παγίων και στην κάλυψη λοιπών δαπανών, καθώς και λοιπά στοιχεία που αποδεικνύουν την αύξηση του κεφαλαίου και για τα οποία η εταιρεία δεν έχει προβεί σε τροποποίηση καταστατικού. Τα παραπάνω αποτελούν σε κάθε περίπτωση αντικείμενο ελέγχου της εκάστοτε αρμόδιας ελεγκτικής αρχής…

 Για τον προσδιορισμό της τιμής κτήσης στις πιο πάνω περιπτώσεις λαμβάνονται υπόψη και οι εταιρικές πράξεις που έχουν λάβει χώρα μέχρι το χρόνο της μεταβίβασης, όπως για παράδειγμα, τυχόν αυξήσεις ή μειώσεις κεφαλαίου ανεξάρτητα αν με αυτές μεταβάλλεται ο αριθμός ή η αξία των τίτλων, κλπ.».

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι προκειμένου να εξευρεθεί η πραγματική τρέχουσα αξία μίας εταιρείας που τηρεί απλογραφικά βιβλία, εξετάζεται το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της.

Επί της ουσίας συντάσσεται ένας εξωλογιστικός ισολογισμός με τα πραγματικά οικονομικά μεγέθη τα οποία ισχύουν κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ήτοι αναπόσβεστη αξία παγίων, αποθέματα εμπορευμάτων, προϊόντων και λοιπών βοηθητικών ειδών. Επίσης, το εισπρακτέο υπόλοιπο των πελατών, λοιπών απαιτήσεων και διαθεσίμων. Στο παθητικό θα εμφανιστούν το εταιρικό κεφάλαιο, όπως αναγράφεται στο ισχύον καταστατικό, δάνεια, υποχρεώσεις σε προμηθευτές, πιστωτές, επιδοτήσεις, λοιπές υποχρεώσεις σε Δημόσιο και ασφαλιστικούς φορείς. Η διαφορά θα προστεθεί στα ίδια κεφάλαια εφόσον το ενεργητικό είναι μεγαλύτερο του παθητικού. Εάν είναι μεγαλύτερο το παθητικό, θα μειωθούν τα ίδια κεφάλαια.

Παράδειγμα:

Σε ΟΕ εταιρεία στην οποία συμμετέχουν δύο εταίροι κατά 50% με εταιρικό κεφάλαιο 30.000 ευρώ, ο ένας εκ των εταίρων πωλεί τα εταιρικά μερίδιά του έναντι ποσού 30.000 ευρώ. Ζητείται να υπολογιστεί ο φόρος υπεραξίας.

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ ΠΑΘΗΤΙΚΟ
Αναπόσβεστη αξία παγίων (50.000 €)

Αποθέματα (40.000 €)

Απαιτήσεις (20.000 €)

Ταμειακά διαθέσιμα σε πιστωτικά ιδρύματα (30.000 €)

Ταμειακά διαθέσιμα στο ταμείο της εταιρείας (1.000 €)

ΣΥΝΟΛΟ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ: 141.000 €

Εταιρικό κεφάλαιο (30.000 €)

Υποχρεώσεις σε δανειστές (25.000 €)

Λοιπές υποχρεώσεις (προμηθευτές – πιστωτές) ( 30.000 €)

Φόροι – Τέλη – ΕΦΚΑ (15.000 €)

_____________________

ΛΟΙΠΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ: 41.000 €

 

ΣΥΝΟΛΟ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ: 141.000 €

Το εταιρικό κεφάλαιο (30.000 €) προστίθεται στην διαφορά μεταξύ ενεργητικού και παθητικού (41.000 €) και προκύπτει το ποσό των κεφαλαίων. Τα τελικά ίδια κεφάλαια ανέρχονται στο ποσό των 71.000 € και κατά τη μεταβίβαση θα φορολογηθούν ως ακολούθως.

Ίδια κεφάλαια που αντιστοιχούν στον εταίρο: 71.000 € Χ 50 % = 35.500 €

Μείον αξία εταιρικού μεριδίου: 30.000 € Χ 50% = 15.000 €

Υπεραξία: 20.000 € Χ 15% = 3.000 € φόρος

Περαιτέρω, όταν τα ίδια κεφάλαια είναι αρνητικά, ο φόρος θα προκύψει από την τιμή που αναφέρεται στο συμφωνητικό. Για το θέμα αυτό η Διοίκηση δεν έχει εκδώσει ακόμα ερμηνευτική εγκύκλιο πλην μίας απάντησης σε ερώτηση φορολογούμενου, η οποία είναι η ΔΕΑΦ 1117344 ΕΞ 2017 και η εφαρμογή της εναπόκειται στον φορολογικό έλεγχο, ενώ το αρμόδιο ελεγκτικό όργανο (ΕΛΚΕ, ΚΕΦΟΜΕΠ) πιθανόν να διαφωνήσει με τον τρόπο υπολογισμού διότι μιλάμε για εξωλογιστικό ισολογισμό.

Η σύνταξη του ισολογισμού ενέχει τεράστιο κίνδυνο, όσον αφορά τον υπολογισμό της καθαρής θέσης και ποια δεδομένα λαμβάνονται υπόψιν. Διότι τα ίδια κεφάλαια μπορεί να είναι προϊόν υπεραξίας ή να έχουν σχηματιστεί από κέρδη φορολογηθέντα κατά το παρελθόν τα οποία δεν προκύπτει ότι αναλώθηκαν ή παρέμειναν στην εταιρεία.

Εάν το ποσό των σχηματισθέντων ιδίων κεφαλαίων δεν αιτιολογείται πλήρως τότε κινδυνεύει  εταιρεία να φορολογηθεί για τη σχηματισθείσα υπεραξία και για τον λόγο αυτό θα πρέπει η Φορολογική Διοίκηση να πάρει άμεσα θέση.

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

Ο  Διονύσης Σαμόλης είναι Γενικός Διευθυντής και Senior Partner της Artion. A.E.

 H Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω LL.Μ. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

  

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Δοσοληπτικοί λογαριασμοί και φόρος εισοδήματος

του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Βασιλικής Ηλιοπούλου και της Νίκης Χατζοπούλου*

Είναι γεγονός ότι οι συναλλαγές (δοσοληψίες) μεταξύ επιχειρήσεων με τον επιχειρηματία, τους εταίρους, τους διαχειριστές, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τους διευθυντές ή εργαζομένους αποτελούν ένα συχνό φαινόμενο, καθώς μία επιχείρηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα φυσικά πρόσωπα που την διοικούν ή την κατέχουν. Λόγω των αλλεπάλληλων αλλαγών στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013) η φορολογική αντιμετώπιση των δοσοληπτικών λογαριασμών ποικίλει ανάλογα με τη χρονική περίοδο που εξετάζουμε. 

Tρεχούμενος (ή αλληλόχρεος) δοσοληπτικός λογαριασμός θεωρείται ο λογαριασμός μεταξύ της εταιρείας και του μετόχου/εταίρου/εργαζομένου που εμφανίζει συνεχώς κίνηση όχι μόνο προς μία κατεύθυνση (χρέωση ή πίστωση), αλλά και προς τις δύο, ήτοι, παρουσιάζει όχι μόνο καταβολές μετρητών αλλά και αναλήψεις. Συνεπώς, λογαριασμός συνεχώς πιστούμενος ή συνεχώς χρεούμενος κατά την διάρκεια της χρήσης, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τρεχούμενος δοσοληπτικός. Θα πρέπει αυτός να εμφανίζει συνεχή κίνηση καταθέσεων και αναλήψεων, έστω και αν το υπόλοιπό του καθ’ όλη τη χρήση παραμένει χρεωστικό ή πιστωτικό.

Εκ προοιμίου ξεκαθαρίζουμε ότι εφόσον ένας λογαριασμός πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις, θωρείται δοσοληπτικός λογαριασμός και όχι παροχή σε είδος, συνεπώς η μόνη φορολογική υποχρέωση είναι το τέλος χαρτοσήμου, άλλως με τις νέες διατάξεις ψηφιακό τέλος συναλλαγής, σχετικά με το οποίο θα επανέλθουμε με ξεχωριστό άρθρο.

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε υπό ποιές προϋποθέσεις επιβάλλεται φόρος ως παροχή σε είδος σε έναν λογαριασμό, ο οποίος, λόγω του ότι δεν φέρει τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δεν μπορεί να θεωρηθεί δοσοληπτικός. Δεν θα αναφερθούμε στο καθεστώς που ίσχυε υπό τον προηγούμενο Κώδικα Φορολογίας εισοδήματος (ν. 2238/1994), διότι ήδη οι χρήσεις έως και 31.12.2013 έχουν παραγραφεί.

Νομοθετικές διατάξεις για παροχή σε είδος:

Τι ισχύει από 1.1.2014 έως 31.12.2019

Συγκεκριμένα, με βάση το άρθρο 13 παρ. 3 του νέου ΚΦΕ (ν. 4172/2013), όπως ίσχυε έως 31.12.2019, ορίζεται ότι:

«Οι παροχές σε είδος με τη μορφή δανείου, προς εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα περιβάλλονται τη μορφή έγγραφης συμφωνίας και αποτιμώνται με βάση το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλε ο εργαζόμενος στη διάρκεια του ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβε την παροχή, εάν το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων ήταν το μέσο επιτόκιο αγοράς, του οποίου η μέθοδος υπολογισμού ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατά τον ίδιο μήνα και των τόκων που τυχόν κατέβαλε ο εργαζόμενος στη διάρκεια του εν λόγω ημερολογιακού μήνα. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται έγγραφη συμφωνία δανείου, το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου λογίζεται ως παροχή σε είδος. Η προκαταβολή μισθού άνω των τριών (3) μηνών θεωρείται δάνειο».

Ειδικότερα, ανά κατηγορία συναλλαγές ισχύουν τα ακόλουθα:

► Παροχή σε είδος (δάνειο) χωρίς σύμβαση

Οι συναλλαγές αυτές συνιστούν παροχή σε είδος, επί της οποίας επιβάλλεται και ο ανάλογος φόρος ως εισόδημα από μισθωτή εργασία στον λήπτη για την καθεμία απόληψη, καθώς ολόκληρο το ποσό αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής παροχή σε είδος, εάν δεν υφίσταται έγγραφη σύμβαση δανείου με βέβαιη ημερομηνία και  εμπρόθεσμη καταβολή των αναλογούντων τελών χαρτοσήμου, παρότι έχει κριθεί από τη ΔΕΔ δια της υπ’ αριθ. 1170/2023 απόφασης ότι «εφόσον επεστράφησαν πλήρως τα χορηγηθέντα ποσά και μάλιστα διά συμψηφισμού με απαιτήσεις της έναντι της ως άνω εταιρείας, των ίδιων ετών με τα οποία έλαβε η προσφεύγουσα τα επίμαχα ποσά, ουδόλως στοιχειοθετείται η αναγκαία, για τη θεμελίωση της εννοίας της παροχής σε είδος, προϋπόθεση της αποκομίσεως από μέρους της αντίστοιχης ωφελείας».

Στο πλαίσιο αυτό, πιστεύουμε πως, ακόμη και αν δεν συνάφθηκε σύμβαση, εφόσον έχουν γίνει επιστροφές των ποσών, τότε θα πρέπει να ληφθούν αυτές υπόψιν από την ελεγκτική αρχή, και να μη θεωρηθεί ότι πρόκειται για παροχή σε είδος.

Εξάλλου, σύμφωνα με την ΠΟΛ1175/2017 ορίστηκε ότι: «Στην περίπτωση που ο ελεγχόμενος συμμετέχει σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο (ΟΕ, ΕΕ, ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ), κοινωνία ή κοινοπραξία, και το ποσό που πιστώνεται σε λογαριασμό στον οποίο συμμετέχει το φυσικό πρόσωπο είναι ποσό που αποδεικνύεται ότι αφορά συναλλαγές ή εισόδημα ή περιουσία του νομικού προσώπου ή κοινωνίας ή κοινοπραξίας, δεν συνιστά προσαύξηση περιουσίας, καθώς είναι γνωστής προέλευσης. Στην περίπτωση αυτή το ποσό δύναται να συνιστά δάνειο (αν τούτο προκύπτει από τις σχετικές εγγραφές στα βιβλία ή από άλλα στοιχεία), ή ταμειακή διευκόλυνση, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά της κάθε περίπτωσης, κατά την κρίση του ελέγχου. Επισημαίνεται ότι αν αυτό το ποσό επεστράφη στο νομικό πρόσωπο (ή κοινωνία ή κοινοπραξία) πριν από την διενέργεια του ελέγχου, τότε αποτελεί δάνειο ή ταμειακή διευκόλυνση (ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά) για το φυσικό πρόσωπο και η τυχόν απόδοση (υπεραξία) αποτελεί εισόδημα του φυσικού προσώπου εφόσον στο νομικό πρόσωπο επεστράφη μόνο το κεφάλαιο».

► Παροχή σε είδος (δάνειο) με σύμβαση

Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δηλαδή συναφθεί δάνειο μεταξύ του φυσικού προσώπου και της εταιρείας, τότε θα λογίζονται τόκοι και μόνο η όποια διαφορά από το μέσο επιτόκιο αγοράς θα αντιμετωπίζεται ως παροχή σε είδος, ενώ παράλληλα θα εφαρμόζονται και οι διατάξεις περί χαρτοσήμου. Σε περίπτωση που δεν προβλέπονται τόκοι βάσει της σύμβασης, τότε οι τεκμαρτοί τόκοι θα αποτελέσουν παροχή σε είδος.  Παράδειγμα: Μία επιχείρηση χορηγεί σε μέτοχό της δάνειο ποσού 100.000,00 € άτοκο.  Επί του ποσού αυτού, οι τεκμαρτοί τόκοι υπολογίζονται υπό του ελέγχου σε ποσό 5.000 €. Το ποσό αυτό θεωρείται για το φυσικό πρόσωπο τεκμαρτό εισόδημα από μισθωτή εργασία και φορολογείται ανάλογα.

Ισχύον καθεστώς από 1.1.2020

Με βάση το άρθρο 13 παρ. 3 ΚΦΕ, όπως ισχύει σήμερα, ορίζεται ότι: «Οι παροχές σε είδος με τη μορφή δανείου, προς εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, είτε περιβάλλονται τη μορφή έγγραφης συμφωνίας είτε όχι, αποτιμώνται με βάση το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλε ο εργαζόμενος ή εταίρος ή μέτοχος στη διάρκεια του ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβε την παροχή, εάν το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων ήταν το μέσο επιτόκιο αγοράς, του οποίου η μέθοδος υπολογισμού ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατά τον ίδιο μήνα και των τόκων που τυχόν κατέβαλε ο εργαζόμενος στη διάρκεια του εν λόγω ημερολογιακού μήνα».

Προβληματισμοί σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής της προϊσχύουσας διάταξης (που ίσχυε έως 31.12.2019)

Όπως είναι εύλογο, ως προς τον τρόπο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης («Σε περίπτωση που δεν υφίσταται έγγραφη συμφωνία δανείου, το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου λογίζεται ως παροχή σε είδος») γεννώνται ερωτήματα, όπως π.χ. τι θα συμβεί σε περίπτωση που το ποσό που ελήφθη ως δάνειο χωρίς εγγραφή συμφωνία επιστρέφεται εντός της οικείας χρήσεως ή της επόμενης χρήσεως κ.ο.κ.; Μάλιστα, αυτό το ζήτημα μας απασχολεί έντονα λόγω του ότι είναι ήδη σε πλήρη εξέλιξη λόγω παραγραφής ο έλεγχος των ετών 2018 και 2019 που ήδη έχουν μπει στο μικροσκόπιο των φορολογικών αρχών.

Με βάση την ως άνω διάταξη όλο το ποσό του αρχικού κεφαλαίου που έλαβε το φυσικό πρόσωπο από την εταιρεία θεωρείται από τις φορολογικές αρχές παροχή σε είδος και φορολογείται ως εισόδημα από μισθό, αν και νομικά δεν συνιστά παροχή αλλά δάνειο, αφού επιστρέφεται από τον λήπτη του. Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν, πρώτον, προκύπτει το παράδοξο της γέννησης φορολογικής υποχρέωσης χωρίς την ύπαρξη πραγματικού φορολογικού αντικειμένου, αλλά βάσει ανύπαρκτης φορολογικής ύλης, σημείο που φαίνεται προβληματικό. Δεύτερον, μία έννομη σχέση που στα πλαίσια του αστικού δικαίου αποτελεί αναμφισβήτητα δάνειο λαμβάνει διαφορετικό χαρακτηρισμό και εντεύθεν τυγχάνει διαφορετικής φορολογικής αντιμετώπισης στα πλαίσια του φορολογικού δικαίου, με βάση το οποίο η σχέση αυτή δεν θεωρείται δάνειο, αλλά παροχή σε είδος, ακόμη και αν διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά ενός δανείου, σημείο που επίσης γεννά έντονους προβληματισμούς.

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

Η Βασιλική Ηλιοπούλου είναι πρώην Γενική Διευθύντρια Φορολογικής Διοίκησης και συνεργάτης της ARTΙON A.E.

 H Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω LL.Μ. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

  

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φορολογική μεταχείριση διαγραφής υπολοίπου λόγω συμβιβασμού

του Γιώργου Δαλιάνη*

Στις εμπορικές συναλλαγές συχνά προκύπτει η ανάγκη να διαγραφεί μία απαίτηση από έναν πελάτη, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια που λόγω της συνεχόμενης οικονομικής κρίσης έχουν συσσωρευθεί στις περισσότερες επιχειρήσεις ανείσπρακτα και χρονίζοντα υπόλοιπα πελατών και προμηθευτών. Στο παρόν άρθρο θα αναλύσουμε την φορολογική αντιμετώπιση αυτών των διαγραφών.

Εφόσον η διαγραφή έλαβε χώρα στο πλαίσιο αμοιβαίου συμβιβασμού από την πλευρά του οφειλέτη αυτό θεωρείται ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα βάσει του άρθρου 21 ΚΦΕ, ενώ για τον δανειστή τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις για τις επισφαλείς απαιτήσεις.

Πιο συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 26 ΚΦΕ ορίζεται ότι:

«4.α. Απαίτηση δύναται να διαγραφεί για φορολογικούς σκοπούς μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

(i) έχει προηγουμένως εγγραφεί ποσό που αντιστοιχεί στην οφειλή ως έσοδο,

(ii) έχει προηγουμένως διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογούμενου, και

(iii) έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμον ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης.

 β. Απαιτήσεις, το συνολικό ύψος των οποίων, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά αντισυμβαλλόμενο, δύνανται να διαγραφούν στο φορολογικό έτος εντός του οποίου συμπληρώνονται δώδεκα (12) μήνες από τον χρόνο κατά τον οποίο κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, χωρίς να έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των υποπεριπτώσεων (i) και (ii) της περίπτωσης α’ της παρούσας και οι οφειλέτες έχουν λάβει αποδεδειγμένα γνώση της διαγραφής της οφειλής τους, όπου αυτό είναι δυνατόν. Το συνολικό ύψος των απαιτήσεων που διαγράφονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν δύναται να υπερβαίνει, ανά φορολογικό έτος, ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) επί του συνόλου των απαιτήσεων στο τέλος της χρήσης.

 γ. Απαιτήσεις που διαγράφονται στο πλαίσιο αμοιβαίας συμφωνίας ή δικαστικού συμβιβασμού, ανεξαρτήτως του αν έχει σχηματισθεί σχετική πρόβλεψη, δύνανται να διαγραφούν για φορολογικούς σκοπούς μη εφαρμοζομένων των διατάξεων της υποπερίπτωσης (iii) της περίπτωσης α’ της παρούσας. Στην περίπτωση και κατά το μέρος που δεν έχει σχηματισθεί πρόβλεψη, το σχετικό ποσό της διαγραφής της απαίτησης εκπίπτει με βάση τις διατάξεις του άρθρου 22

Συνεπώς εφόσον η διαγραφή της απαίτησης είναι προϊόν συμβιβασμού για την πιστώτρια εταιρεία η διαγραφή αναγνωρίζεται φορολογικά, χωρίς να απαιτείται η λήψη όλων των ενεργειών για την είσπραξη της απαίτησης.

Περαιτέρω, το ποσό της διαγραφής επιβαρύνεται με ψηφιακό τέλος συναλλαγής (πρώην τέλος χαρτοσήμου) το οποίο οφείλει να καταβάλει ο οφειλέτης και συγκεκριμένα στο άρθρο 15 του Νόμου 5135/2024 προβλέπεται ότι:

«1. Επιβάλλεται Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής επί συμβάσεων συμβιβασμού του άρθρου 871 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164), με συντελεστή δύο κόμμα σαράντα τοις εκατό (2,40%) επί του συμφωνούμενου ποσού, όταν με τη σύμβαση συμφωνείται χρηματικό ποσό που ο ένας συναλλασσόμενος οφείλει στον έτερο, στο πλαίσιο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, εφόσον:

α) τα συναλλασσόμενα μέρη ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και ο συμβιβασμός γίνεται στο πλαίσιο αυτής, ή

β) τουλάχιστον ένας από τους συναλλασσόμενους είναι κεφαλαιουχική ή προσωπική εταιρεία που συστάθηκε στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή (…)

 2. Υποκείμενος στο Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής επί της σύμβασης της παρ. 1 και υπόχρεος για την απόδοσή του είναι ο οφειλέτης της συμβιβαζόμενης απαίτησης».

Αξίζει να αναφέρουμε ότι τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης οι διαγραφές χρεών στα πλαίσια ειδικών διαδικασιών, όπως π.χ. ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών, όπου η φορολογική μεταχείριση της ωφέλειας από τη διαγραφή μέρους ή του συνόλου του χρέους προς πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, προς υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή προς εταιρεία του ν. 4354/2015 στο πλαίσιο εξωδικαστικού συμβιβασμού δεν θεωρείται εισόδημα και απαλλάσσεται του φόρου δωρεάς (βλ. Εγκύκλιο Ε2021/2019).

Περισσότερη ανάλυση για το θέμα αυτό υπάρχει στο άρθρο μας με τίτλο «Τα χρονίζοντα υπόλοιπα πελατών-προμηθευτών και η αντιμετώπισή τους από τους φορολογικούς ελέγχους».

Τέλος, τονίζουμε ότι πρέπει να υπάρχει συμφωνία και των δύο μερών προκειμένου να χωρήσει διαγραφή λόγω συμβιβασμού και μάλιστα θα πρέπει το σχετικό έγγραφο να υποβληθεί στην Εφορία προς χαρτοσήμανση.

Παρά ταύτα έχουμε αντιμετωπίσει υπόθεση φορολογικού ελέγχου κατά την οποία κρίθηκε από τον έλεγχο αυθαίρετα ότι υπάρχει ωφέλεια για την ελεγχόμενη οντότητα από την διαγραφή της υποχρέωσής της για εξόφληση της προμηθεύτριάς της εταιρείας, αν και δεν είχε υπογραφεί κανένα συμφωνητικό περί διαγραφής, ούτε είχαν πραγματοποιηθεί ενέργειες μονομερούς λογιστικής διαγραφής, ενώ καταβάλλονταν ταυτόχρονα από την οφειλέτιδα και ποσά έναντι εξόφλησης. Ειδικότερα ο έλεγχος, αγνοώντας το τυπικό μέρος της μη ύπαρξης συμφωνητικού διαγραφής και της μη διενέργειας ούτε μονομερούς λογιστικής διαγραφής παρεισέφρησε στην εμπορική πολιτική μεταξύ των επιχειρήσεων, θεωρώντας ότι συντρέχει περίπτωση σιωπηρής άφεσης χρέους για υπόλοιπο, επειδή είχε παρέλθει η κατά το αστικό δίκαιο προθεσμία για την παραγραφή του, χωρίς βέβαια αυτό να επηρεάζει το υπαρκτό κατά το φορολογικό δίκαιο της απαίτησης. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος έκρινε ότι η πιστώτρια εταιρεία μηδένισε την απαίτησή της και δήλωσε σιωπηρά την πρότασή της προς τον προσφεύγοντα για άφεση χρέους, την οποία ο προσφεύγων επίσης σιωπηρά απεδέχθη. Μάλιστα, τελείως καταχρηστικά ο έλεγχος θεώρησε ότι οι πληρωμές που εν τω μεταξύ έλαβαν χώρα έναντι εξόφλησης έγιναν στα πλαίσια τεχνητής διευθέτησης, κρίνοντας ότι πραγματοποιήθηκαν σε άτακτα χρονικά διαστήματα! Το ποσό αυτό, για το οποίο ο έλεγχος θεώρησε ότι η πιστώτρια παραιτήθηκε από την είσπραξή του στα πλαίσια αμοιβαίας επαγγελματικής συμφωνίας, κρίθηκε από τον έλεγχο ότι αποτελεί εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα της παρ. 6 του άρθ. 21 του ν. 4172/2013.

Ωστόσο, η ΔΕΔ δικαίωσε την προσφεύγουσα επιχείρηση, καθώς έκρινε ότι: «η σύμβαση άφεσης χρέους, η οποία καταρτίζεται εγγράφως, ή με άτυπη δήλωση ή ακόμα και σιωπηρά, πρέπει να είναι σαφής και αναμφίβολη, με κάθε παραίτηση από το δικαίωμα και δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρεται» και έκανε δεκτή την ενδικοφανή προσφυγή ως προς το σκέλος αυτό (βλ. ΔΕΔ 1242/2023).

 

Δείτε το άρθρο και στo E-FOROLOGIA.gr

Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

  

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φοροαπόψεις – 03/10/2024

Άτυπη δωρεά – βάρος απόδειξης φορολογικής αρχής

Στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. 1590/2024 απόφασης ΔΕΔ (Αθήνα), κρίθηκε το κατά πόσον η φορολογική αρχή απέδειξε το πόρισμά της περί άτυπης δωρεάς. Συγκεκριμένα, με αφορμή τραπεζικές κινήσεις μεταφοράς στον λογαριασμού φορολογούμενου, ο έλεγχος καταλόγισε φόρο δωρεάς, αν και ο φορολογούμενος επικαλέστηκε ότι αποτελούσε επιστροφή άτυπου δανείου. Προς απόδειξη προσκόμισε τραπεζικό παραστατικό για την τραπεζική μεταφορά του ποσού από τον λογαριασμού του, ωστόσο η ελεγκτική αρχή το απέρριψε αφενός επειδή ήταν απλό αντίγραφο που εκδόθηκε προ δεκαπεντετίας και αφετέρου επειδή δεν συνοδευόταν από περαιτέρω στοιχεία αναφορικά με τυχόν λοιπές συναλλαγές μεταξύ των εμπλεκόμενων προσώπων.

Η ΔΕΔ έκανε δεκτή την ενδικοφανή προσφυγή, καθώς αφενός ο έλεγχος  είχε  τη  δυνατότητα να  ελέγξει  τη  γνησιότητα  του αποδεικτικού υποβάλλοντας  σχετικό ερώτημα στην εκδότρια τράπεζα και αφετέρου ο έλεγχος δεν  απέδειξε  ότι  το  ποσό  της  ταμειακής  διευκόλυνσης  επιστράφηκε σε χρόνο προγενέστερο.

Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε από την ΔΕΔ ότι  δεν  εχώρησε  άτυπη  δωρεά  χρημάτων, αφού για την τεκμηρίωση της χρηματικής δωρεάς δεν αρκεί  η  μεταφορά  χρημάτων  μεταξύ  τραπεζικών  λογαριασμών  αλλά  απαιτείται  η  απόδειξη της χαριστικής  αιτίας  της  συναλλαγής,  ήτοι  ότι  αυτή  έγινε  με  τη  συμφωνία  των  μερών  χωρίς αντάλλαγμα.

Δανεισμός μεταξύ ημεδαπής και αλλοδαπής εταιρείας

  • Για συμβάσεις που συνάπτονται έως και 30.9.2024: Υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου δάνειο, εφόσον το δάνειο εκτελείται στην Ελλάδα. Ως εκτέλεση δανείου, νοείται η παράδοση του δανείσματος από τον δανειστή στον οφειλέτη να γίνεται στην Ελλάδα, ανεξάρτητα αν αυτό (το δάνεισμα) κατατίθεται σε αλλοδαπή τράπεζα για να εμβασθεί στην Ελλάδα
  • Για συμβάσεις που συνάπτονται από 30.9.2024: Ισχύει ο ν. 5135/2024 (ψηφιακό τέλος συναλλαγών) που επέφερε αλλαγές ως προς το θέμα αυτό και, πλέον, υπόκεινται σε ψηφιακό τέλος συναλλαγής, καθώς με βάση το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου ορίζεται ότι: «Επιβάλλεται φόρος με την ονομασία «Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής» (…) όταν τουλάχιστον ένα από τα συναλλασσόμενα μέρη αα) έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα ή αβ) έχει μόνιμη εγκατάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 6 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 4172/2013, Α’ 167) στην Ελλάδα, αν η συναλλαγή συνδέεται με τη δραστηριότητα της μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα».

 Φυσικό Πρόσωπο που πραγματοποιεί βραχυχρόνιες μισθώσεις έως δύο (2) ακινήτων

Το εισόδημα που αποκτάται, από φυσικά πρόσωπα, από τη βραχυχρόνια μίσθωση μέχρι δύο (2) ακινήτων εφόσον τα ακίνητα εκμισθώνονται επιπλωμένα, χωρίς την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας πλην της παροχής κλινοσκεπασμάτων:

είναι εισόδημα από ακίνητη περιουσία και

εφαρμόζονται το άρθρο 39 και η παρ. 4 του άρθρου 40 του ν. 4172/2013 (Α’ 240).

Επισημαίνεται ότι το εισόδημα που αποκτάται με τον παραπάνω τρόπο, φορολογείται σε κάθε περίπτωση ως εισόδημα από ακίνητα και όχι ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα (άρ. 39 ΚΦΕ).

Σε περίπτωση που το φυσικό πρόσωπο υποβάλει δήλωση έναρξης εργασιών, με έναν από τους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριοτήτων (ΚΑΔ) που αφορούν σε βραχυχρόνια μίσθωση και δεν πληρούται η προϋπόθεση της εκμετάλλευσης τριών (3) ακινήτων και άνω και της παροχής πρόσθετων υπηρεσιών (πλην την παροχής κλινοσκεπασμάτων), τότε δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί φορολόγησης των σχετικών εσόδων ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα υπαγόμενο σε ΦΠΑ 13% (περ. α’, παρ. 2, άρ 8 Κώδικα ΦΠΑ και άρ. 39Α ΚΦΕ). Ως εκ τούτου, τα σχετικά μισθώματα απαλλάσσονται από τον ΦΠΑ και φορολογούνται ως εισόδημα από ακίνητη περιουσία.

 

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Η υπεραξία μεταβίβασης των τίτλων εισηγμένων στο Χ.Α. δεν φορολογείται για το φυσικό πρόσωπο, εκτός αν κατέχει άνω του 0,5% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας.

Δείτε τις Φοροαπόψεις και στo Capital

Η επιστημονική ομάδα της ΑΡΤΙΟΝ

Με την επιμέλεια του κυρίου Γεώργιου Δαλιάνη

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr).


ΣτΕ 378/2024 – Η δυνατότητα αυτεπάγγελτης εξέτασης των νομικών πλημμελειών από το δικαστήριο-πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ μετά από έλεγχο

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ARTION

της Νίκης Χατζοπούλου*

ΣτΕ 378/2024 – Η δυνατότητα αυτεπάγγελτης εξέτασης των νομικών πλημμελειών από το δικαστήριο – πράξεις προσδιορισμού ΦΠΑ μετά από έλεγχο

Με πρόσφατη απόφασή του το ΣτΕ έκανε δεκτή αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά αποφάσεως Διοικητικού Εφετείου, κρίνοντας επί του νομικού ζητήματος της δυνατότητας αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου της παράλειψης της φορολογικής αρχής να προσδιορίσει αυτοτελώς τα έσοδα επιχείρησης για την επιβολή ΦΠΑ.

 

Στην εν λόγω υπόθεση, το Διοικητικό Εφετείο έκανε δεκτή την προσφυγή εταιρείας με το σκεπτικό ότι στην κρινόμενη περίπτωση υπάρχει μεν αυτοτελής έκθεση ελέγχου Φ.Π.Α., πλην όμως ο καθορισμός των εκροών έγινε με απλή αναφορά των ακαθαρίστων εσόδων όπως καθορίστηκαν στη φορολογία εισοδήματος και όχι με αυτοτελή προσδιορισμό αυτών. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο προστιθεμένης αξίας, εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές οι οποίες εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων των εμπορικών επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, κατά τον προσδιορισμό δε των ακαθαρίστων εσόδων για την επιβολή φόρου προστιθεμένης αξίας καμία δέσμευση δεν υφίσταται, κατά το νόμο, από όσα έχουν γίνει δεκτά στην φορολογία εισοδήματος.

 

Συνεπώς, προκειμένου να προσδιοριστούν τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο προστιθεμένης αξίας, διενεργείται αυτοτελής έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεως και συντάσσεται ιδιαίτερη αυτοτελής έκθεση, η οποία περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις του ελέγχου, δεν αρκεί δε ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων που έχει γίνει στη φορολογία εισοδήματος και ο προσδιορισμός, με βάση τα δεδομένα του ελέγχου αυτού, των ακαθαρίστων εσόδων τόσο στη φορολογία εισοδήματος όσο και στη φορολογία προστιθεμένης αξίας, χωρίς πάντως να αποκλείεται να συμπέσουν οι διαπιστώσεις του ελέγχου και στις δύο φορολογίες.

 

 

 

Ωστόσο, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί από την προσφεύγουσα εταιρεία. Με βάση, λοιπόν τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 περ. α΄ του ΚΔΔ (ν.2717/1999, Α΄ 97) όπως ισχύει μετά την προσθήκη με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3900/2010 Α΄ 213), ερμηνευόμενη υπό το φως των άρθρων 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 35 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το διοικητικό δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως την παράβαση δεδικασμένου και την τυχόν αντισυνταγματικότητα των νομοθετικών διατάξεων, κατ’ εφαρμογή των οποίων εκδόθηκε η προσβληθείσα με την προσφυγή πράξη της φορολογικής αρχής (βλ. ΣτΕ 1438/2018 7μ, 2977-80/2020, 2221, 2607/2018, 682/2017), όχι δε και τυχόν άλλες νομικές πλημμέλειες της πράξης κατά την παρ. 1 περ. β΄ του ιδίου ως άνω άρθρου 79, η οποία δεν έχει εφαρμογή στις ως άνω διαφορές (βλ. ΣτΕ 420/2022, 3254/2017).

Συνεπώς, το ΣτΕ έκρινε ότι μη νομίμως το δικάσαν Εφετείο εξέτασε την πλημμέλεια αυτή αυτεπαγγέλτως και αναίρεσε την εν λόγω απόφαση.

 

* Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, LL.M. και Διαμεσολαβήτρια,
Νομική Σύμβουλος και συνεργάτης του Ομίλου
ARTION.

 

Ακολουθεί το κείμενο της υπ’ αριθ. ΣτΕ 378/2024

Αριθμός 378/2024

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2024, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Αγορίτσα Σδράκα, Μαρία Σταματοπούλου, Σύμβουλοι, ΄Ολγα-Μαρία Βασιλάκη, Κωνσταντίνος Χριστόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Καλλιόπη Ανδρέου.
Για να δικάσει την από 17 Ιανουαρίου 2018 αίτηση:
της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η οποία παρέστη με την …………. Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της,
κατά του …, κατοίκου Αθηνών (… και …), ως συνδίκου της υπό πτώχευση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… …………..”, ο οποίος δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα αρχή επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 5580/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Κωνσταντίνου Χριστόπουλου.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

  1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά τον νόμο η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 5580/2017 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή προσφυγή του αναιρεσίβλητου, συνδίκου της υπό πτώχευση ανώνυμης εταιρείας «… Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Πετρελαίου και Υγραερίου», και ακυρώθηκε η …/14.4.2008 οριστική πράξη προσδιορισμού φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), διαχειριστικής περιόδου 1.1. έως 31.12.1998, του Προϊσταμένου του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (ΔΕΚ) Αθηνών. Με την τελευταία πράξη είχε καταλογισθεί σε βάρος της ως άνω εταιρείας φόρος εκροών 1.470.554.404 δραχμών (4.315.640,22 ευρώ) και προσαύξηση, σε ποσοστό 300%, λόγω μη υποβολής δήλωσης, ποσού 4.411.663.212 δραχμών.
    2. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, διότι, όπως προκύπτει από την …/22.12.2020 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …, αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και της από 23.10.2020 πράξης του Προέδρου του Β΄ Τμήματος του Δικαστηρίου περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή επιδόθηκαν εμπροθέσμως και νομοτύπως στον αναιρεσίβλητο, δικηγόρο Αθηνών, με θυροκόλληση (άρθρα 128 παρ. 4 και 129 του ΚΠολΔ, π.δ. 503/1985, Α΄ 182).
  2. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, ως εκ του χρόνου ασκήσεώς της (18.1.2018), υπάγεται στις παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), η δε παράγραφος 3 περαιτέρω και με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240). Όπως δε προκύπτει από το από 28.11.2017 σημείωμα προσδιορισμού φορολογικής διαφοράς του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Ρόδου και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ποσό της ένδικης διαφοράς υπερβαίνει το όριο των 40.000 ευρώ.
    4. Επειδή, όπως έχει κριθεί, η διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 περ. α΄ του ΚΔΔ (ν.2717/1999, Α΄ 97) όπως ισχύει μετά την προσθήκη με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3900/2010 Α΄ 213), ερμηνευόμενη υπό το φως των άρθρων 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 35 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως την παράβαση δεδικασμένου και την τυχόν αντισυνταγματικότητα των νομοθετικών διατάξεων, κατ’ εφαρμογή των οποίων εκδόθηκε η προσβληθείσα με την προσφυγή πράξη της φορολογικής αρχής (βλ. ΣτΕ 1438/2018 7μ, 2977-80/2020, 2221, 2607/2018, 682/2017), όχι δε και τυχόν άλλες νομικές πλημμέλειες της πράξης κατά την παρ. 1 περ. β΄ του ιδίου ως άνω άρθρου 79, η οποία δεν έχει εφαρμογή στις ως άνω διαφορές (βλ. ΣτΕ 420/2022, 3254/2017).
    5. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν διοικητικό εφετείο ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 1-10, 38 και 39 του ν. 1642/1986 «Για την εφαρμογή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και άλλες διατάξεις» (Α’ 125) και δέχθηκε ότι «για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο προστιθεμένης αξίας, εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές οι οποίες εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εσόδων των εμπορικών επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, κατά τον προσδιορισμό δε των ακαθαρίστων εσόδων για την επιβολή φόρου προστιθεμένης αξίας καμία δέσμευση δεν υφίσταται, κατά το νόμο, από όσα έχουν γίνει δεκτά στην φορολογία εισοδήματος. Συνεπώς, προκειμένου να προσδιοριστούν τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων που υπόκεινται σε φόρο προστιθεμένης αξίας, διενεργείται αυτοτελής έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων της επιχειρήσεως και συντάσσεται ιδιαίτερη αυτοτελής έκθεση, η οποία περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις του ελέγχου, δεν αρκεί δε ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων που έχει γίνει στη φορολογία εισοδήματος και ο προσδιορισμός, με βάση τα δεδομένα του ελέγχου αυτού, των ακαθαρίστων εσόδων τόσο στη φορολογία εισοδήματος όσο και στη φορολογία προστιθεμένης αξίας, χωρίς πάντως να αποκλείεται να συμπέσουν οι διαπιστώσεις του ελέγχου και στις δύο φορολογίες. Εξ άλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η παράλειψη συντάξεως ιδιαίτερης εκθέσεως ελέγχου ή η παράλειψη να προσδιοριστούν αυτοτελώς τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως, προκειμένου να επιβληθεί φόρος προστιθεμένης αξίας, συνιστά νομική πλημμέλεια της πράξεως επιβολής του φόρου, η οποία μάλιστα εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια της ουσίας (βλ. ΣτΕ 1360/2014, 1514/2013, 426/2013, 3338/2011, 1190/2007, 754-6/2003, 2357/2001)». Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι «Στην κρινόμενη όμως περίπτωση υπάρχει μεν αυτοτελής έκθεση ελέγχου Φ.Π.Α., πλην όμως ο καθορισμός των εκροών έγινε με απλή αναφορά των ακαθαρίστων εσόδων όπως καθορίστηκαν στη φορολογία εισοδήματος (βλ. σελ. 8 της σχετικής έκθεσης ελέγχου) και όχι με αυτοτελή προσδιορισμό αυτών, όπως κατά τα ανωτέρω απαιτείται» και για τον λόγο αυτόν έκρινε ότι «… με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή απορριπτομένων των λοιπών ισχυρισμών αυτής ως αλυσιτελών, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη…». Τέλος, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ο λόγος ότι οι φορολογητέες εκροές της επιχείρησης δεν προσδιορίστηκαν αυτοτελώς, αλλά ταυτίστηκαν με τα ακαθάριστα έσοδά της, όπως αυτά είχαν προσδιοριστεί για τη φορολογία εισοδήματος, δεν προβλήθηκε με την από 4.7.2008 προσφυγή του αναιρεσίβλητου, ελήφθη δε υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο.
    6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση το αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλει ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 68 παρ. 1 και 79 παρ. 1 και 5 του ΚΔΔ, όπως η παρ. 5 του άρθρου 79 προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 3900/2010 και ίσχυε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου, το τελευταίο εξέτασε αυτεπαγγέλτως, χωρίς να έχει προβληθεί σχετικός λόγος με την ένδικη προσφυγή, την παράλειψη της φορολογικής αρχής να προσδιορίσει αυτοτελώς τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας, προκειμένου να επιβάλει σε αυτήν ΦΠΑ, παρότι η νομική αυτή πλημμέλεια δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων ως αυτεπαγγέλτως εξεταζομένων στην ανωτέρω παρ. 5 (περ. α΄). Εξάλλου, με το εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλεται ότι δεν υφίσταται νομολογία του Δικαστηρίου επί του τιθέμενου με τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως νομικού ζητήματος της, υπό την ισχύ των ανωτέρω διατάξεων, δυνατότητας αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου της παράλειψης της φορολογικής αρχής να προσδιορίσει αυτοτελώς τα έσοδα επιχείρησης για την επιβολή ΦΠΑ. Περαιτέρω, με το από 30.1.2024 υπόμνημα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι, ως προς το ανωτέρω νομικό ζήτημα, η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αντίθετη προς την 3254/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία είχε ήδη δημοσιευθεί, από 13.12.2017, κατά τον χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (18.1.2018).
    7. Επειδή, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος προς θεμελίωση της παραδεκτής προβολής του λόγου αναιρέσεως από την άποψη του ν. 3900/2010 (άρθρο 12 παρ. 1), όπως ο ισχυρισμός αυτός συμπληρώθηκε με το από 30.1.2024 υπόμνημα βάσει της παρεχομένης από το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 δυνατότητας, είναι βάσιμος και ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην τέταρτη σκέψη, ο λόγος αναιρέσεως είναι και βάσιμος (βλ. ΣτΕ 420/2022). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό μέρος, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

Διά ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 5580/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2024

Ο Πρόεδρος του Β´ Τμήματος Η Γραμματέας

Μιχαήλ Πικραμένος Καλλιόπη Ανδρέου

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20 του ίδιου μήνα και έτους

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος

Κωνσταντίνος Κουσούλης

Η Γραμματέας

Καλλιόπη Ανδρέου

 

 

*H Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω LL.Μ. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

 

Δείτε το άρθρο και στo E-FOROLOGIA.gr

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Ιδιαίτερη προσοχή στις συμπληρωματικές δηλώσεις διότι παρατείνουν την παραγραφή

τoυ Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Παναγιώτη Παπασταύρου και της Νίκης Χατζοπούλου *

Τις τελευταίες ημέρες λίγο πριν την παραγραφή των φορολογικών υποθέσεων του έτους 2018 έχουν κληθεί εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες φορολογούμενοι να υποβάλουν συμπληρωματικές δηλώσεις για τη χρήση 2018. Οι κλήσεις προς τους φορολογούμενους είναι κυρίως υποθέσεις που έχουν επεξεργαστεί οι υπηρεσίες της ΥΕΔΔΕ και ΣΔΟΕ και αφορούν την έκδοση και λήψη φορολογικών στοιχείων, που πιθανολογείται ότι είναι εικονικά.

Στο παρόν κείμενο δεν θα αξιολογήσουμε την ύπαρξη ή όχι φορολογικών παραβάσεων, αλλά θα επιστήσουμε την προσοχή στους φορολογούμενους σχετικά την παράταση της παραγραφής, σε περίπτωση υποβολής τροποποιητικής δήλωσης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 37 του Κώδικα Φορολογικής διαδικασίας, όπως ισχύει, ορίζεται ότι:

«1. Η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε κοινοποίηση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Αν για κάποια φορολογία προβλέπεται η υποβολή περισσότερων δηλώσεων, η κοινοποίηση της πράξης του πρώτου εδαφίου μπορεί να γίνει εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης της τελευταίας φορολογικής περιόδου εκάστου έτους.

  

  1. Η περίοδος που αναφέρεται στην παρ. 1 παρατείνεται στις εξής περιπτώσεις:

 α) εάν, εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, υποβάλλεται αρχική ή τροποποιητική δήλωση (…) από τις οποίες προκύπτει φορολογική οφειλή και μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν, για περίοδο ενός (1) έτους από τη λήξη της πενταετίας».

Σε αυτό το σημείο το ζήτημα που τίθεται είναι πώς ερμηνεύεται η αναφορά περί παράτασης «μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν» οι τροποποιητικές δηλώσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι και την 12.12.2019 η διατύπωση του νόμου ήταν «εάν ο φορολογούμενος υποβάλει αρχική ή τροποποιητική δήλωση εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, για περίοδο ενός έτους από τη λήξη της πενταετίας», δηλαδή δεν περιλάμβανε την πρόβλεψη της παράτασης «μόνο για το ζήτημα στο οποίο αφορούν» οι τροποποιητικές δηλώσεις, το οποίο προστέθηκε με τον υπ’ αριθ. 4646/2019 νόμο.

Αυτό σημαίνει πως αν εντός του τρέχοντος έτους υποβληθεί τροποποιητική δήλωση π.χ. για το ΦΠΑ του έτους 2018, τότε θα μπορεί να παραταθεί η παραγραφή έως και την 31.12.2025 και η συμπληρωματική δήλωση για το ΦΠΑ συμπαρασύρει και το εισόδημα.

Στο πλαίσιο αυτό, τις τελευταίες ημέρες έχουν ενταθεί οι έλεγχοι των φορολογικών υποθέσεων από τις ελεγκτικές υπηρεσίες για (ΔΟΥ, ΣΔΟΕ, ΚΕΦΟΜΕΠ, ΚΕΜΕΕΠ, Ελεγκτικά Κέντρα) το φορολογικό έτος 2018 (1/1/2018– 31/12/2018), διότι παραγράφονται στο τέλους του τρέχοντος έτους (31/12/2024). Στη πράξη όμως, παραγράφονται στις 10 Δεκεμβρίου, διότι εκ του νόμου (με βάση το άρθρο 33 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας – Ν. 5104/2024) δίδεται περιθώριο είκοσι ημερών (20 ημέρες) στον κάθε φορολογούμενο, ούτως ώστε να έχει τη δυνατότητα να απαντήσει και να τεκμηριώσει τα πιθανά σφάλματα που προκύπτουν κατά τη διαδικασία του ελέγχου.

Συνοψίζοντας, θα πρέπει να γνωρίζει ο κάθε φορολογούμενος, είτε βρίσκεται σε έλεγχο είτε όχι ότι η υποβολή τροποποιητικής δήλωσης για το τελευταίο παραγραφόμενο έτος (εν προκειμένω το 2018) προκαλεί παράταση της παραγραφής για ένα ακόμα έτος. Συνεπώς, η υποβολή της τροποποιητικής δήλωσης θα πρέπει να γίνεται σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. εάν ο φορολογούμενος επιθυμεί να αποδεχτεί τα αποτελέσματα του ελέγχου, ώστε να μειωθούν τα πρόστιμα και οι προσαυξήσεις, με βάση το άρθρο 75 ΚΦΔ που θα ισχύσει από 1.10.2024 («1. Τα πρόστιμα που οφείλονται δυνάμει του παρόντος μειώνονται, αν ο φορολογούμενος αποδεχθεί την κύρια οφειλή του, κατά ποσοστά, τα οποία διαμορφώνονται σύμφωνα με τα παρακάτω στάδια: α) μετά την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14, και έως την παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή εκπρόθεσμης αρχικής ή τροποποιητικής δήλωσης από την κοινοποίηση προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, με βάση την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 22 ή την περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 23 του παρόντος, κατά περίπτωση, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%)»).

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

*Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

 O Παναγιώτης Παπασταύρου είναι Senior Partner της της Artion A.E.

H Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω LL.Μ. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Φοροαπόψεις – 19/09/2024

Ψηφιακό τέλος συναλλαγών

Με τον ν. 5135/2024 αντικαταστάθηκε ο Κώδικας Τελών Χαρτοσήμου (Κ.Τ.Χ.) και μετονομάστηκε το τέλος χαρτοσήμου σε ψηφιακό τέλος συναλλαγών. Σκοπός του νέου νόμου είναι ο εκσυγχρονισμός και η ψηφιοποίηση του τέλους που επιβαρύνει τις συναλλαγές, καθώς ο μέχρι τώρα ισχύων κώδικας ήταν απαρχαιωμένος. Ακολουθεί μία σύντομη καταγραφή των αλλαγών που επήλθαν με το νέο καθεστώς:

Με τον νέο νόμο καταγράφονται οι περιπτώσεις των συναλλαγών που επιβαρύνονται με το εν λόγω τέλος και ξεκαθαρίζει το τοπίο για περιπτώσεις που μέχρι τώρα ήταν δυσδιάκριτες.

Το ψηφιακό τέλος συναλλαγών επιβάλλεται πλέον σε συναλλαγές, όπου ο ένας τουλάχιστον συναλλασσόμενος είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος ή έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα.

Καταργείται η επιβολή του σε κάποιες κατηγορίες συναλλαγών που μέχρι τώρα επιβαρύνονταν με χαρτόσημο (χρησιδάνεια, ασφαλιστικές συναλλαγές, συμβατικοί τόκοι δανείων, ενέγγυες πιστώσεις τραπεζών υπέρ εισαγωγέων κ.α.).

Οι υπόχρεοι καλούνται να υποβάλουν δήλωση σε μηνιαία βάση για τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν μέσα στον μήνα.

Φορολόγηση εισοδήματος από Airbnb

Το εισόδημα που αποκτούν οι ιδιώτες από τη βραχυχρόνια μίσθωση μέχρι δύο ακινήτων αποτελεί εισόδημα από ακίνητη περιουσία, εφόσον δεν παρέχονται υπηρεσίες, εκτός από την προμήθεια κλινοσκεπασμάτων.

Το εισόδημα που αποκτούν οι ιδιώτες από βραχυχρόνιες μισθώσεις τριών ή περισσότερων ακινήτων θεωρείται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και φορολογείται με προοδευτική κλίμακα από 9% έως 44% μετά την αφαίρεση των επιχειρηματικών δαπανών, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών συντήρησης και βελτίωσής τους. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνει έναρξη εργασιών από τον ιδιοκτήτη.

Το ενοίκιο από βραχυχρόνιες μισθώσεις από επιχειρηματίες με τρία ή περισσότερα μισθωμένα ακίνητα και νομικά πρόσωπα υπόκειται σε ΦΠΑ με συντελεστή 13%.

Νέα διαδικασία εξωδικαστικού συμβιβασμού για φορολογικές οφειλές

Με τις πρόσφατες αλλαγές του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας θεσπίστηκε νέα διαδικασία συμβιβασμού για οφειλές που προέκυψαν κατόπιν φορολογικού ελέγχου.

Με βάση το άρθρο 75 του ν. 5104/2024 προβλέπεται η δυνατότητα αποδοχής από τον φορολογούμενο των πράξεων του φορολογικού ελέγχου σε διάφορα στάδια της διαδικασίας, προς τον σκοπό ενίσχυσης της φορολογικής συμμόρφωσης και των δημοσίων εσόδων, καθώς και της ταχύτερης δυνατής περάτωσης της σχετικής εκκρεμότητας. Ειδικότερα, εάν ο φορολογούμενος αναγνωρίσει την κύρια οφειλή του, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστά, τα οποία διαμορφώνονται αναλόγως του σταδίου επέλευσης της αποδοχής από αυτόν ως εξής:

α) μετά την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14, και έως την παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή εκπρόθεσμης αρχικής ή τροποποιητικής δήλωσης από την κοινοποίηση προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, με βάση την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 22 ή την περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 23 του παρόντος, κατά περίπτωση, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%),

β) μετά την κοινοποίηση οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Δ.Ε.Δ., τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%),

γ) μετά την κοινοποίηση της απόφασης της Δ.Ε.Δ. ή την πάροδο της προθεσμίας για τη σιωπηρή απόρριψη και ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου πρώτου βαθμού, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), και

δ) μετά την άσκηση δικαστικής προσφυγής και έως την προηγούμενη ημέρα της αρχικά ορισθείσας ημερομηνίας για την εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).

Η διάταξη έχει έναρξη ισχύος 1.10.2024 και αναμένουμε να δούμε τις λεπτομέρειες εφαρμογής της από την Φορολογική Διοίκηση.

 

 

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Στην ΠΟΛ.1003/31-12-2014 στην παρ. 3.1, αναφέρεται ότι «Από τις διατάξεις του παρόντος νόμου δεν προκύπτει υποχρέωση τήρησης ιδιαίτερων λογιστικών αρχείων για τα υποκαταστήματα. Η λογιστική παρακολούθηση των υποκαταστημάτων μπορεί να διενεργείται από το λογιστικό σύστημα της οντότητας σύμφωνα με τις καθιερωμένες λογιστικές πρακτικές» (βλ. ΔΕΔ 694/2024).

Δείτε τις Φοροαπόψεις και στo Capital

Η επιστημονική ομάδα της ΑΡΤΙΟΝ

Με την επιμέλεια του κυρίου Γεώργιου Δαλιάνη

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι | +30 210 6009062 |  www.artion.gr).


Πως αντιμετωπίζονται από τη φορολογική διοίκηση οι συνεχόμενες ζημίες των επιχειρήσεων

της Βασιλικής Ηλιοπούλου με τη συνεργασία του Γιώργου Δαλιάνη*

Η ύπαρξη ζημιογόνων αποτελεσμάτων διαβάζεται διαφορετικά από τον εμπορικό κόσμο και διαφορετικά από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αλλά και από την φορολογική διοίκηση.

Οι ζημίες των επιχειρήσεων σε διαδοχικές χρήσεις επιβάλλουν την λήψη άμεσων και σημαντικών αποφάσεων για την συνέχιση των δραστηριοτήτων της. Το κεφάλαιο μειώνεται και οι  επιχειρηματίες – εταίροι ή και μέτοχοι ή θα προχωρήσουν σε αύξηση κεφαλαίου ή σε δανεισμό. Εάν όμως η επιχείρηση συνεχίζει την λειτουργία της χωρίς εμφανή πηγή χρηματοδότησης, εφόσον δεν αιτιολογείται από επιχειρηματικούς λόγους, τότε πιθανολογείται ότι μπορεί να προκαλέσει έλεγχο.

Πρακτικά με το νέο φορολογικό νομοσχέδιο ενεργοποιείται ο μηχανισμός φορολόγησης των αυτοαπασχολουμένων όταν δηλώνονται ζημίες εκτός εάν τις δικαιολογήσει και στον φορολογικό έλεγχο.

Ήδη έχουν μπει στο στόχαστρο των φορολογικών αρχών και τα νομικά πρόσωπα  και νομικές οντότητες που συστηματικά δηλώνουν ζημιογόνα αποτελέσματα. Η κυβέρνηση με τον πρόσφατο νόμο φορολογεί με τεκμαρτό τρόπο τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις που δηλώνουν ζημίες ή οριακά κέρδη και δεν δικαιολογούν την διαβίωσή τους.

Στο σημερινό άρθρο μας θα αναφερθούμε στην δυνατότητα μεταφοράς των ζημιογόνων αποτελεσμάτων των επιχειρήσεων στα επόμενα έτη σε σχέση την φορολογία εισοδήματος εφόσον πάντα το ζημιογόνο αποτέλεσμα χρηματοδοτείται από εμφανείς πηγές.

Τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα αλλά και οι νομικές οντότητες που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως της κατηγορίας των βιβλίων που τηρούν (απλογραφικά ή διπλογραφικά) έχουν δικαίωμα μεταφοράς της ζημιάς, που προκύπτει από τα ζημιογόνα αποτελέσματα της επιχείρησης τους σε ένα φορολογικό έτος, προκειμένου αυτή να συμψηφιστεί με κέρδη της επόμενης πενταετίας

ια τα φυσικά πρόσωπα ο συμψηφισμός της ζημιάς θα γίνει με μελλοντικά κέρδη της επιχειρηματικής δραστηριότητας και όχι με τυχόν εισοδήματα από άλλη δραστηριότητα πχ. μισθούς, ενοίκια, κλπ. του ίδιου έτους. Ο συμψηφισμός της ζημιάς, κατά ρητή διατύπωση του νόμου, γίνεται διαδοχικά με κέρδη των επόμενων πέντε (5) φορολογικών ετών και όχι των προηγούμενων και συγκεκριμένα η ζημία του προγενέστερου έτους συμψηφίζεται κατά προτεραιότητα έναντι της ζημίας μεταγενέστερου έτους.

Αν στο τέλος της πενταετίας μείνει υπόλοιπο ζημιών ακάλυπτο, αυτό χάνεται.

Για τα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1/1/2014 δεν ισχύουν οι περιορισμοί που έθετε ο προηγούμενος ΚΦΕ (Ν.2238/1994) και η ζημιά μπορεί να δηλωθεί οποτεδήποτε, μέσα στην πενταετία, με την υποβολή εκπρόθεσμης αρχικής ή τροποποιητικής δήλωσης. Στην περίπτωση αυτή η πενταετία ξεκινά από το επόμενο φορολογικό έτος από αυτό εντός του οποίου προέκυψε η ζημία και όχι από το επόμενο φορολογικό έτος εντός του οποίου υποβλήθηκε η δήλωση φορολογίας εισοδήματος (αρχική ή τροποποιητική).

Σε περίπτωση εκκαθάρισης που διαρκεί πέραν του έτους, η ζημία που προκύπτει στο τελευταίο φορολογικό έτος πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης μεταφέρεται για συμψηφισμό με τα κέρδη/ζημίες της λήξης της εκκαθάρισης. Τυχόν ζημία που προκύπτει από προσωρινές δηλώσεις δεν υπόκειται στον περιορισμό του χρόνου συμψηφισμού δεδομένου ότι το αποτέλεσμα προκύπτει στο χρόνο υποβολής της οριστικής δήλωσης.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν σε περίπτωση αναβίωσης της επιχείρησης, δηλαδή όσες ζημίες είχαν προκύψει πριν από τη θέση της σε εκκαθάριση, εμπίπτουν στον περιορισμό της πενταετίας, καθώς σε περίπτωση αναβίωσης δεν ολοκληρώνεται η διαδικασία της εκκαθάρισης. (πολ. 1088/2016)).

Μεταφέρεται η ζημιά σε ατομική επιχείρηση στην οποία προσδιορίστηκε τεκμαρτός προσδιορισμός του εισοδήματος επειδή το φυσικό πρόσωπο είχε τεκμήρια διαβίωσης και φορολογήθηκε με το εισόδημα που προσδιορίστηκε από τις αντικειμενικές δαπάνες ;

Σύμφωνα με την §3 του άρθρου 34 ΚΦΕ η ζημία του ίδιου φορολογικού έτους από επιχειρηματική δραστηριότητα ή και των προηγούμενων δεν εκπίπτει και δεν μεταφέρεται για συμψηφισμό στα επόμενα φορολογικά έτη. Στις περιπτώσεις που ατομική επιχείρηση εμφάνισε ζημία και για το έτος αυτό το εισόδημα του φορολογούμενου προσδιορίστηκε με βάση τις αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες, το επόμενο φορολογικό έτος ο φορολογούμενος εκ του γεγονότος αυτού και με βάση τις προηγούμενες διατάξεις, απώλεσε το δικαίωμα συμψηφισμού της εν λόγω ζημίας. Ωστόσο, εφόσον ο φορολογούμενος με τροποποιητική δήλωση καλύψει την προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων με ανάλωση κεφαλαίου, τότε η δηλωθείσα ζημία μεταφέρεται για συμψηφισμό κατά τις κείμενες διατάξεις (πολ. 1076/2015).

Τα παραπάνω ισχύουν από 1/1/2014

Τι συμβαίνει όμως με την μεταφορά ζημιών από επιχειρηματική δραστηριότητα στην περίπτωση που το εισόδημα προσδιορίζεται με την εφαρμογή των άρθρων 28 Α έως 28 Δ του ΚΦΕ (τεκμαρτός υπολογισμός);

Σύμφωνα με την Ε.2027/2024 διευκρινίζεται ότι

  • εφόσον το ελάχιστο καθαρό εισόδημα των άρθρων 28 Α έως 28 Δ υπερβαίνει τα δηλωθέντα κέρδη ο φόρος προσδιορίζεται επί του εισοδήματος αυτού η δε ζημία που μεταφέρεται από προηγούμενα έτη συμψηφίζεται με τα δηλωθέντα κέρδη και εφόσον απομείνει υπόλοιπο ζημίας αυτό μεταφέρεται στα επόμενα έτη σύμφωνα με το άρθρο 27§1 του ΚΦΕ
  • εφόσον τα δηλωθέντα κέρδη υπερβαίνουν το ελάχιστο καθαρό εισόδημα των άρθρων 28 Α έως 28 Δ, ο φόρος προσδιορίζεται επί των δηλωθέντων κερδών μετά από τον συμψηφισμό τους με μεταφερόμενη ζημία προηγουμένων ετών ακόμα και εάν το τελικό ποσό που θα προκύψει υπολείπεται του ελαχίστου καθαρού εισοδήματος, εάν δε απομείνει υπόλοιπο ζημίας αυτό μεταφέρεται στα επόμενα έτη σύμφωνα με το άρθρο 27§1 του ΚΦΕ
  • εφόσον στο τρέχον έτος δηλώνεται ζημία από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας και μεταφερομένη ζημία προηγουμένων ετών ,τότε ο φόρος προσδιορίζεται επί του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος των άρθρων 28 Α έως 28 Δ, η δε μεταφερόμενη ζημία προηγουμένων ετών αθροίζεται με την δηλωθείσα ζημία τρέχοντος έτους και μεταφέρεται για συμψηφισμό στα πέντε (5) επόμενα φορολογικά έτη για συμψηφισμό σύμφωνα με το άρθρο 27§1 του ΚΦΕ

Περιορισμοί για την μεταφορά της ζημιάς (για νομικά πρόσωπα στα οποία αλλάζει η μετοχική σύνθεση)

Το ζημιογόνο αποτέλεσμα μιας διαχειριστικής χρήσης δεν μεταφέρεται για μελλοντικό συμψηφισμό όταν :

«μεταβληθεί η άμεση ή έμμεση συμμετοχή ή τα δικαιώματα ψήφου σε ένα νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα άνω του ποσοστού τριάντα τρία τοις εκατό (33%) εντός ενός φορολογικού έτους και παράλληλα γίνει, μέσα στο ίδιο ή/και το επόμενο φορολογικό έτος από αυτό που συντελέσθηκε η μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου, αλλαγή της δραστηριότητας της εταιρείας στην οποία αποκτάται η συμμετοχή ή τα δικαιώματα ψήφου, σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) του κύκλου εργασιών της σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο φορολογικό έτος από τη μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου». (άρθρ. 27 παρ.5 ΚΦΕ).

Στην Ε.2167/2019 στο κεφάλαιο Δ διευκρινίζεται ότι :

«θα πρέπει αρχικά να εξετάζεται εάν έχουν επέλθει αλλαγές στη συμμετοχή ή στα δικαιώματα ψήφου και, σε θετική περίπτωση, στη συνέχεια να εξετάζεται εάν πληρείται και το δεύτερο κριτήριο της εν λόγω διάταξης, δηλαδή εάν στο ίδιο ή στο επόμενο φορολογικό έτος, από αυτό που έλαβε χώρα η μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου (έτος αναφοράς), έχει πραγματοποιηθεί και αλλαγή της δραστηριότητας του νομικού αυτού προσώπου ή της νομικής οντότητας σε ποσοστό που υπερβαίνει το 50% του κύκλου εργασιών του σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο φορολογικό έτος από αυτό που επήλθε η μεταβολή της συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου.» και επίσης

«Ως αλλαγή δραστηριότητας νοείται τόσο η διενέργεια νέας δραστηριότητας από την εταιρεία η οποία δεν υφίστατο κατά το προηγούμενο έτος από το έτος αναφοράς (π.χ. η διατήρηση των υφιστάμενων δραστηριοτήτων με προσθήκη νέας δραστηριότητας, η κατάργηση κάποιας από τις υφιστάμενες με προσθήκη νέας), οι τυχόν αυξομειώσεις της συνεισφοράς των υφιστάμενων δραστηριοτήτων στον κύκλο εργασιών (π.χ. κατάργηση μιας ή περισσοτέρων από τις υφιστάμενες δραστηριότητες, σημαντικός περιορισμός στην άσκηση μιας ή περισσοτέρων υφιστάμενων δραστηριοτήτων),

Η επαναδραστηριοποίηση εταιρείας που είτε ήταν σε κατάσταση αδράνειας είτε δεν είχε ενεργή δραστηριότητα (ήτοι έχει μηδενικά ακαθάριστα έσοδα χωρίς να είναι σε κατάσταση αδράνειας).

Για την αποφυγή καταστρατηγήσεων, θεωρείται ότι καταλαμβάνεται από τις υπόψη διατάξεις η περίπτωση κατά την οποία σε ζημιογόνα εταιρεία η οποία είτε είναι σε κατάσταση αδράνειας είτε δεν έχει ενεργή δραστηριότητα (ήτοι έχει μηδενικά ακαθάριστα έσοδα χωρίς να είναι σε κατάσταση αδράνειας) πληρείται το κριτήριο μεταβολής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ενώ εξακολουθεί να είναι στην ίδια κατάσταση αδράνειας ή μη ενεργούς δραστηριότητας.»

Μεταφορά ζημίας στον μετασχηματισμό των επιχειρήσεων

Για τους μετασχηματισμούς που διενεργούνται με τις διατάξεις του  Ν.2166/1993, η παράγραφος 3 του Ν.2166/93 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ν. 4935/2022 και καταλαμβάνει μετασχηματισμούς που η διαδικασία ξεκίνησε από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 26/05/2022, σύμφωνα με το άρθρο 28 του ιδίου νόμου

Σύμφωνα λοιπόν με τις διατάξεις του άρθρου 11§1 του Ν.4935/2022 ορίζεται ότι :

  1. Εφόσον μεταξύ των στοιχείων του παθητικού των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, υφίσταται υπόλοιπο ζημιών τρέχουσας ή προηγούμενων χρήσεων, τούτο εμφανίζεται σε ιδιαίτερο λογαριασμό στον ισολογισμό τους και στον ισολογισμό της νέας εταιρείας.

Η μεταφερόμενη στον ισολογισμό της νέας εταιρείας ζημία, κατά το ποσό που τυχόν δεν συμψηφίζεται με κέρδη υφιστάμενα κατά τον μετασχηματισμό, συμψηφίζεται με τα προκύπτοντα κέρδη της νέας εταιρείας της τρέχουσας ή επόμενων χρήσεων, μόνο κατά το μέρος που αναγνωρίζεται φορολογικώς, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις περί φορολογίας του εισοδήματος, εφόσον ο κύκλος εργασιών της νέας εταιρείας, δηλαδή, το άθροισμα του κύκλου εργασιών των τελευταίων εγκεκριμένων και δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων ή, κατά περίπτωση, των τελευταίων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος των μετασχηματιζόμενων εταιρειών, αφαιρουμένων των τυχόν μεταξύ τους συναλλαγών, είναι ίσος ή μεγαλύτερος από το ποσό των τετρακοσίων πενήντα χιλιάδων (450.000) ευρώ.

Το ποσό της μη αναγνωριζόμενης προς συμψηφισμό ζημίας μπορεί να αποσβέννυται κάθε χρόνο χωρίς δικαίωμα έκπτωσης από τα ακαθάριστα έσοδα ή συμψηφισμού με τα προκύπτοντα κέρδη.

Ειδικά, για απορροφήσεις για την πραγματοποίηση των οποίων συντάσσονται ισολογισμοί μετασχηματισμού από 11.4.2012 και μετά μεταφέρεται η ζημία παρελθουσών χρήσεων της απορροφώσας ανώνυμης εταιρίας ή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης.

Για τους μετασχηματισμούς που διενεργούνται με τις διατάξεις του  Ν.1297/1972 μεταφέρεται μόνο η ζημία της απορροφώσας εταιρείας όχι της απορροφουμένης.

– Επί συγχωνεύσεως ή διασπάσεως επιχειρήσεων δυνάμει του άρθρου 54 του ν. 4172/2013, η λήπτρια (απορροφώσα) μπορεί να μεταφέρει τις ζημίες της εισφέρουσας (απορροφούμενης ή διασπώμενης), υπό τους ίδιους όρους που θα ίσχυαν για εισφέρουσα εταιρεία, εάν η συγχώνευση ή η διάσπαση δεν είχε λάβει χώρα.

– Σε περίπτωση μετατροπής, είτε με τον ν. 2166/1993, είτε με το ν.δ. 1297/1972 (π.χ. Ε.Π.Ε. μετατρέπεται σε Α.Ε.), δεν μεταφέρεται η ζημία της μετατρεπόμενης.

Ζημίες και μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων, τίτλων, κ.λπ.

Φορολογική μεταχείριση του εισοδήματος από μεταβίβαση τίτλων, εταιρικών μεριδίων, κλπ.

– Το εισόδημα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες από τη μεταβίβαση τίτλων, εταιρικών μεριδίων, κλπ. θεωρείται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και φορολογείται μαζί με τα λοιπά εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 του ν. 4172/2013.

– Ως εισόδημα (υπεραξία) από μεταβίβαση τίτλων, εταιρικών μεριδίων, κλπ., που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες, λαμβάνεται υπόψη αυτό που προκύπτει με βάση τα τηρούμενα βιβλία και τα αντίστοιχα παραστατικά.

– Σε περίπτωση που από τη μεταβίβαση των τίτλων προκύπτει ζημία, η υπόψη ζημία αναγνωρίζεται φορολογικά.

– Για την απόδοση του φόρου που αναλογεί στο εισόδημα από μεταβίβαση τίτλων, εταιρικών μεριδίων, κλπ. δεν υποβάλλεται ξεχωριστή δήλωση, αλλά το εν λόγω εισόδημα περιλαμβάνεται στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας του άρθρου 68 του ν. 4172/2013.

 Προσοχή όμως

Στο άρθρο 48Α του ΚΦΕ (το οποίο προστέθηκε με τις διατάξεις της §1 του άρθρου 20 του Ν. 4646/2019) ορίζονται οι προϋποθέσεις με τις οποίες τα νομικά πρόσωπα φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδος απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος επί της υπεραξίας που προκύπτει από την μεταβίβαση συμμετοχών νομικού πρόσωπου του οποίου οι τίτλοι συμμετοχής μεταβιβάζονται

Οι διατάξεις του άρθρου 48Α του ν. 4172/2013, έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1.01.2020 και μετά.

Σύμφωνα με τις διατάξεις  της περίπτ. β’ της παρ. 18 του άρθρου 66 του ν. 4646/2019, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 4941/2022 (Α’ 113), ορίζεται, ότι οι ζημίες των νομικών προσώπων του άρθρου 45 του ν. 4172/2013, που προέρχονται από τη μεταβίβαση τίτλων συμμετοχής της παραγράφου 1 του άρθρου 48Α του ν. 4172/2013, μπορούν να αναγνωριστούν προς έκπτωση μετά την 1.1.2020 υπό την προϋπόθεση ότι έχουν αποτιμηθεί μέχρι την 31.12.2019 και έχουν εγγραφεί στα βιβλία της εταιρείας ή αποτυπώνονται σε οικονομικές καταστάσεις ελεγμένες από ορκωτούς ελεγκτές. Η έκπτωση των ζημιών αυτών αναγνωρίζεται μόνο όταν οι ζημίες αυτές καταστούν οριστικές έως την 31.12.2024.

Εάν οι ζημίες κατά τον χρόνο οριστικοποίησης είναι μικρότερες από τις ζημίες που αποτιμήθηκαν, αναγνωρίζεται το μικρότερο ποσό.

Εάν οι οριστικές ζημίες είναι μεγαλύτερες, αναγνωρίζεται μόνο το ποσό που αποτιμήθηκε

Διευκρινίζεται ότι

  1. το νομικό πρόσωπο του οποίου οι τίτλοι μεταβιβάζονται μπορεί να είναι νομικό πρόσωπο είτε της ημεδαπής είτε της αλλοδαπής (εντός E.E.)
  2. για νομικά πρόσωπα της ημεδαπής, αυτά μπορεί να είναι, πέρα από τα ρητά κατονομαζόμενα στο Παράρτημα της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ (A.E. και Ε.Π.Ε.), οι IKE, καθώς και οι προσωπικές εταιρίες, οι οποίες πλέον υπόκεινται σε φορολογία εταιρειών στην Ελλάδα (Ε. 2057/2021).

Επίσης, οι διατάξεις του άρθρου 48Α έχουν εφαρμογή και για την υπεραξία που προκύπτει από τη μεταβίβαση συμμετοχών μόνιμης εγκατάστασής στην Ελλάδα αλλοδαπού νομικού προσώπου, το οποίο είναι φορολογικός κάτοικος κράτους – μέλους της Ε.Ε. ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.2047/2022, ΑΔΑ: 90ΦΠ46ΜΠ3Ζ-3 εγκύκλιος).

Συμψηφισμός ζημιών με μείωση του μετοχικού κεφαλαίου.

Σε περίπτωση επιχείρησης με λογιστικές ζημίες στα βιβλία της η οποία επιθυμεί να μειώσει το μετοχικό/εταιρικό της κεφάλαιο με συμψηφισμό των ζημιών αυτών, οι υπόψη ζημίες κατά το μέρος που αναγνωρίζονται φορολογικά εξακολουθούν για φορολογικούς σκοπούς να μεταφέρονται προς συμψηφισμό με τα κέρδη των επόμενων φορολογικών ετών.

Στην § 2 του άρθρου 31του ν. 4548/2018 Επιτρέπεται η μείωση κεφαλαίου με σκοπό το σχηματισμό ειδικού αποθεματικού. Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 30 δεν εφαρμόζονται, εφόσον το ύψος του ειδικού αυτού αποθεματικού δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του κεφαλαίου, όπως αυτό διαμορφώνεται μετά την μείωση. Το ανωτέρω ειδικό αποθεματικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο προς το σκοπό εκ νέου κεφαλαιοποίησής του ή του συμψηφισμού του προς απόσβεση ζημιών της εταιρείας

Λοιπές περιπτώσεις για ζημιογόνα αποτελέσματα επιχειρήσεων

  1. Τα μερίσματα, ημεδαπής ή αλλοδαπής (Ε.Ε.) προέλευσης, που εισπράττει ένα νομικό πρόσωπο που είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις διατάξεις του Ν.4172/2013(άρθρο 48) απαλλάσσονται της φορολογίας εισοδήματος Η απαλλαγή αυτή ισχύει και για τις επιχειρήσεις που παρουσιάζουν ζημιογόνα αποτελέσματα
  2. Η ζημία που προκύπτει από την αποτίμηση τίτλων από 1.1.2014 και μετά δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων.
  3. Σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή διανομής κερδών που δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήματος, τότε το ποσό που διανέμεται ή κεφαλαιοποιείται φορολογείται σε κάθε περίπτωση ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη φορολογικών ζημιών.

Εάν τα ζημιογόνα αποτελέσματα αφορούν το τρέχον φορολογικό έτος (είτε λόγω ύπαρξης φορολογικών ζημιών παρελθόντων χρήσεων, είτε για άλλο λόγο) και ταυτόχρονα, μέσα στην ίδια χρήση, πραγματοποιείται και διανομή κερδών θα πρέπει τα προς διανομή ποσά να φορολογούνται ξεχωριστά (αυτοτελώς).

Σε περίπτωση που το διανεμηθέν ή κεφαλαιοποιηθέν ποσό προέρχεται από κέρδη του τρέχοντος φορολογικού έτους προστίθεται στις μεταφερόμενες φορολογικές ζημίες, ενώ εάν αφορά σε κέρδη παρελθουσών χρήσεων (αποθεματικών) τα ποσά αυτά δεν προστίθενται στις φορολογικά αναγνωρίσιμες ζημίες (αριθ. ΠΟΛ. 1014/2018).

  1. Σύμφωνα με το άρθρο 35 §3 του ν. 4548/2018 Η διαφορά που προκύπτει από την έκδοση μετοχών σε τιμή ανώτερη του αρτίου δεν μπορεί να διατεθεί για πληρωμή μερισμάτων ή ποσοστών, μπορεί όμως: (α) να κεφαλαιοποιηθεί ή (β) να συμψηφισθεί προς απόσβεση ζημιών της εταιρίας, μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων.
  2. Ζημίες που προκύπτουν στην αλλοδαπή από την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας μέσω μόνιμης εγκατάστασης δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό των κερδών του ίδιου φορολογικού έτους ούτε να συμψηφιστούν με μελλοντικά κέρδη, με εξαίρεση τις ζημίες από επιχειρηματική δραστηριότητα μέσω μόνιμης εγκατάστασης που προκύπτουν σε άλλη χώρα ΕΕ/ΕΟΧ, με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας, βάσει της οποίας τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα δεν απαλλάσσονται (παρ. 4 άρθρου 27 και εγκύκλιος Ε 2100/2021).

Κλείνοντας, υπενθυμίζουμε ότι στον τεκμαρτό τρόπο υπολογισμού κερδών υπήχθησαν περίπου 400.000 φυσικά και νομικά πρόσωπα και από αυτούς μόνο 265 αμφισβήτησαν τον τεκμαρτό υπολογισμό.

 

Δείτε το άρθρο και στo E-FOROLOGIA.gr

* Η κα Βασιλική Ηλιοπούλου είναι πρώην Γενική Διευθύντρια Φορολογικής Διοίκησης και συνεργάτης της ARTΙON A.E.

Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

  

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


Πώληση ΙΧ και λοιπών κινητών πραγμάτων από ιδιώτη – φορολογικές προεκτάσεις

τoυ Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία της Μαρίας Πουρνιά και της Νίκης Χατζοπούλου *

Η πώληση ενός ΙΧ οχήματος από έναν ιδιώτη σε άλλον είναι μία κοινή πρακτική και δεν φορολογείται. Τι συμβαίνει όμως όταν ένας ιδιώτης προβαίνει σε επαναλαμβανόμενες πράξεις αγοράς και πώλησης Ι.Χ. αυτοκινήτων; Πότε αυτή η πρακτική καθιστά υποχρεωτική την έναρξη εργασιών και την φορολόγηση ως έσοδο από επιχειρηματική δραστηριότητα;

Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ορίζεται ότι «ως «επιχειρηματική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων».

Με την 2031/2023 εγκύκλιο δίνονται διευκρινίσεις σε ζητήματα που αφορούν στην απόκτηση φορολογητέου εισοδήματος από αγοραπωλησία ακινήτων. Η εγκύκλιος αφορά στα φυσικά πρόσωπα που πραγματοποιούν μεμονωμένες πράξεις ή και συστηματική διενέργεια πράξεων με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Οι πράξεις αυτές, εφόσον κριθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, φορολογούνται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η εγκύκλιος εκδόθηκε σε απάντηση πολλών ερωτημάτων προς την διοίκηση και αφορά την πώληση από ιδιώτη περιουσιακών στοιχείων, ακινήτων, αυτοκινήτων, κοσμημάτων, τιμαλφών, συλλογών, πινάκων ζωγραφικής και λοιπών περιουσιακών στοιχείων.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο, λοιπόν:

  • Ως «συστηματική διενέργεια πράξεων» θεωρείται η πραγματοποίηση τριών (3) ομοειδών συναλλαγών (πωλήσεων) εντός ενός εξαμήνου.
  • Ως ομοειδείς συναλλαγές για τους σκοπούς εφαρμογής της υπόψη διάταξης νοούνται οι πωλήσεις όμοιων ή παρεμφερών ειδών (π.χ. αυτοκινήτων ανεξαρτήτως κατασκευαστή ή μοντέλου, έργων τέχνης, κοσμημάτων, ρολογιών κ.λπ.) με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κρίσιμο στην περίπτωση αυτή είναι το πλήθος των συναλλαγών και όχι το πλήθος των πωλούμενων σε κάθε συναλλαγή περιουσιακών στοιχείων.
  • Σε περίπτωση που διαπιστώνεται η «συστηματική διενέργεια πράξεων» σύμφωνα με τα παραπάνω, για κάθε επόμενη πράξη, τεκμαίρεται ότι υπάρχει ο σκοπός της επίτευξης κέρδους και πλέον ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης για το αντίθετο.
  • Για τον υπολογισμό του χρονικού ορίου εντός του οποίου θα πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί οι ομοειδείς συναλλαγές για να χαρακτηριστούν ως συστηματική διενέργεια πράξεων (εξάμηνο), ως αφετηρία λαμβάνεται η ημέρα της πρώτης συναλλαγής (πώλησης), χωρίς να συνδέεται με την έννοια του ημερολογιακού ή του φορολογικού έτους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 του ΚΦΕ.
  • Το κέρδος από κάθε συναλλαγή θα πρέπει να περιληφθεί στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε.
  • Ως κέρδος νοείται η διαφορά μεταξύ της αξίας κτήσης και της αξίας πώλησης, όπως οι αξίες αυτές προσδιορίζονται από τα οικεία παραστατικά, έγγραφα ή συμβόλαια που κατά περίπτωση εκδίδονται ή συντάσσονται.
  • Για να θεωρηθεί μία συναλλαγή ως επιχειρηματική δεν απαιτείται η ύπαρξη επιχειρηματικής οργάνωσης.
  • Εμπίπτει στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 21 του ΚΦΕ η συστηματική διενέργεια πράξεων πώλησης συναλλάγματος και λοιπών επενδυτικών αγαθών (όπως πχ. ράβδων χρυσού, χρυσών λιρών, πολύτιμων λίθων, κ.λπ.) αλλά και η μεμονωμένη πράξη πώλησης αυτών, εφόσον γίνονται με σκοπό την επίτευξη κέρδους, δεδομένου ότι τα εν λόγω αγαθά δεν περιλαμβάνονται στους κατονομαζόμενους τίτλους του άρθρου 42 του ΚΦΕ (μετοχές κλπ), που ρητά εξαιρούνται από την εφαρμογή αυτού του άρθρου.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, και οι συναλλαγές που περιλαμβάνουν αγοραπωλησία αυτοκινήτων υπόκεινται σε καθεστώς φορολόγησης ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι υποκρύπτεται επιχειρηματική δραστηριότητα, εκτός από την φορολόγηση της υπεραξίας ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα, επειδή οι πράξεις αυτές υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής ΦΠΑ, επιβάλλεται και ο αναλογών ΦΠΑ, καθώς και πρόστιμο του άρθρου 54 ΚΦΔ, λόγω μη υποβολής δήλωσης έναρξης επιτηδεύματος και πρόστιμα του άρθρου 58Α του ΚΦΔ, λόγω μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων για πράξεις που επιβαρύνονται με ΦΠΑ.

Σε πρόσφατη απόφαση της ΔΕΔ (1677/2024 Αθήνα) τέθηκε το ζήτημα της συστηματικής πώλησης αυτοκινήτων από ιδιώτη. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω περίπτωση σε βάρος του προσφεύγοντος είχε διενεργηθεί κατά το παρελθόν έλεγχος των φορολογικών ετών 2017-2019 από την ΥΕΔΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ, βάσει του οποίου είχε διαπιστωθεί ότι ο προσφεύγων προέβαινε σε επαναλαμβανόμενες πράξεις αγοράς και πώλησης Ι.Χ. αυτοκινήτων, ιδιωτικά, δίχως να έχει προβεί σε υποβολή δήλωσης έναρξης εργασιών, δίχως να τηρεί αξιόπιστο λογιστικό σύστημα με τα κατάλληλα λογιστικά αρχεία και δίχως να εκδίδει φορολογικά στοιχεία για πράξεις που επιβαρύνονται με Φ.Π.Α.. Εξαιτίας του ανωτέρω γεγονότος είχαν επιβληθεί  στον  προσφεύγοντα  πρόστιμα  του  ΚΦΔ λόγω  μη  υποβολής  δήλωσης  έναρξης επιτηδεύματος και μη έκδοσης φορολογικών στοιχείων για πράξεις που επιβαρύνονται με ΦΠΑ. Εν συνεχεία, ο έλεγχος επανήλθε με καταλογισμό φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ. Η ενδικοφανής προσφυγή απερρίφθη με το σκεπτικό ότι στην εν λόγω περίπτωση ο προσφεύγων προέβη σε 5 αγορές και 5 πωλήσεις αυτοκινήτων κατ’ έτος και εν γένει συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 21 ΚΦΕ.

Καταληκτικά, σημειώνουμε ότι η εφαρμογή του άρθρου αυτού επηρεάζει δυνητικά μεγάλο αριθμό προσώπων όχι μόνο στην περίπτωση της συστηματικής πώλησης αυτοκινήτων, αλλά εν γένει και για τις περιπτώσεις  συστηματικής πώλησης αντικειμένων, ειδικά για τις αγοραπωλησίες που πραγματοποιούνται μέσω πλατφόρμας. Ήδη διενεργούνται έλεγχοι σε πολλά φυσικά πρόσωπα κατόπιν αποστολής πληροφοριακών στοιχείων από πλατφόρμες σε εκτέλεση αιτήματος από την ΑΑΔΕ (δείτε και προηγούμενο άρθρο μας «Αποστολή στοιχείων στην ΑΑΔΕ από πλατφόρμες»).

 

Δείτε το άρθρο και στo CAPITAL.gr

*Ο Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.

 Η Μαρία Πουρνιά είναι Senior Partner της της Artion A.E.

H Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω LL.Μ. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)


ΣτΕ 770/2024-Τριγωνικές συναλλαγές και τεκμήριο εικονικότητας

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ARTION

της Νίκης Χατζοπούλου*

Στην παρούσα απόφαση το Συμβούλιο της Επικρατείας παίρνει θέση ως προς τις τριγωνικές συναλλαγές, για τις οποίες δεν θεωρεί ότι η νομοθεσία προβλέπει τεκμήριο εικονικότητάς τους ούτε έναν γενικό κανόνα μη έκπτωσης των δαπανών αυτών, αλλά θέτει ορισμένες προϋποθέσεις για την αναγνώρισή τους προς έκπτωση, μεταξύ των οποίων είναι η  εξυπηρέτηση ενός οικονομικού σκοπού. Μάλιστα, η φορολογική αρχή φέρει κατ’ αρχήν το βάρος απόδειξης όχι μόνον του χαρακτήρα των συναλλαγών ως τριγωνικών, αλλά και του γεγονότος ότι η δραστηριότητα της επιχείρησης που μεσολάβησε για την πραγματοποίησή τους εξαντλήθηκε στην τιμολόγησή τους. Η δε ελεγχόμενη επιχείρηση οφείλει να ανατρέψει την πραγματική βάση των διαπιστώσεων του ελέγχου, αποδεικνύοντας, με την επίκληση πρόσφορων προς τούτο στοιχείων ότι η εταιρεία που παρεμβάλλεται μεταξύ αυτής και της προμηθεύτριας των αγαθών επιχείρησης έχει ουσιαστική οικονομική συμβολή στην πραγματοποίηση των επίμαχων συναλλαγών, μη περιοριζόμενη στην τιμολόγησή τους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω απόφαση ερμηνεύει τις διατάξεις του προϊσχύοντος Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Στην εν λόγω υπόθεση, η ελεγχόμενη εταιρεία υποστήριξε ότι η ενδιάμεση εταιρεία δεν είχε ως αποκλειστικό αντικείμενο την τιμολόγηση, δεδομένου ότι η εταιρεία αυτή διαπραγματευόταν και διαχειριζόταν για λογαριασμό όλων των επιχειρήσεων του ομίλου τις εμπορικές συναλλαγές με τις προμηθεύτριες εταιρείες, επί τη βάσει συναφθεισών συμβάσεων διανομής, αναλαμβάνοντας όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις (πληρωμή τιμήματος, τόκων υπερημερίας και ποινικών ρητρών, παροχή εγγυήσεων, εξασφάλιση χρηματοδότησης για προωθητικές ενέργειες κ.ά.) και απολαμβάνοντας, σε αντάλλαγμα, τα συμβατικά προνόμια που απέρρεαν από τις μνημονευθείσες συμβάσεις (προστασία τιμών, δικαίωμα επιστροφής προϊόντων κ.ά.), είχε δηλαδή πραγματική οικονομική συμβολή στην όλη συναλλαγή.

Κατά τον αναιρετικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι ήταν νόμιμη η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου ότι η έκπτωση των ένδικων δαπανών δεν αποκλειόταν εκ μόνου του λόγου ότι αφορούσαν τριγωνικές συναλλαγές, και η ελεγχόμενη εταιρεία είχε κατά νόμο τη δυνατότητα να ανατρέψει την πραγματική βάση του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, αποδεικνύοντας ότι η δραστηριότητα της μητρικής εταιρείας δεν εξαντλήθηκε στην τιμολόγηση των υπό προμήθεια αγαθών, αλλά είχε ουσιαστική οικονομική συμβολή στην πραγματοποίηση των επίμαχων συναλλαγών, ενώ η κρίση περί ορθότητας της ουσιαστικής περί των πραγμάτων εκτίμησης του δικάσαντος δικαστηρίου ως προς τον χαρακτήρα των ασκούμενων από τη μητρική εταιρεία δραστηριοτήτων ως μη περιοριζόμενων στην τιμολόγηση των συναλλαγών που αντιστοιχούσαν στις προς έκπτωση δαπάνες της αναιρεσίβλητης αποτελεί ζήτημα ουσίας που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με αυτό το σκεπτικό το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.

* Η Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, LL.M. και Διαμεσολαβήτρια,
Νομική Σύμβουλος και συνεργάτης του Ομίλου
ARTION.

Ακολουθεί το κείμενο της υπ’ αριθ. 14/2024 απόφασης ΣτΕ (Β’ Τμ).

Αριθμός 770/2024

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β’

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2023, με την εξής σύνθεση: Μιχαήλ Πικραμένος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Μαρία Σταματοπούλου, Βασιλική Μόσχου, Σύμβουλοι, Χρήστος Νέγρης, Αντώνιος Φοβάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αναστασία Ζυγουρίτσα, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 16 Νοεμβρίου 2017 αίτηση:

της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με την ……………, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…………………………………”, που εδρεύει στον …………….. (θέση ………….), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο ……………. (Α.Μ. ……………), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Αρχή επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 4674/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Αντωνίου Φοβάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας Αρχής, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

 

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

 

  1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 4674/2017 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν της ………/2016 προδικαστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου:

α) έγινε δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά της σιωπηρής απόρριψης προδικαστικής προσφυγής κατά της …../…….2014 πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2011, του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.) και

β) προσδιορίσθηκαν τα φορολογητέα καθαρά κέρδη της αναιρεσίβλητης, για το ένδικο οικονομικό έτος, στο ποσό των 142.141€, μετά την αναγνώριση προς έκπτωση δαπανών, συνολικού ύψους 22.450.180€, οι οποίες, με την προσβληθείσα πράξη διορθωτικού προσδιορισμού, είχαν προστεθεί, ως λογιστικές διαφορές, στη δηλωθείσα από αυτή ζημία. Παραδεκτώς, περαιτέρω, συμπροσβάλλεται η προδικαστική απόφαση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου (…../2016), κατά το μέρος που περιέχει οριστικές κρίσεις (ΣτΕ 129/2018, 3320/2017, 1623/2016 κ.ά.).

 

  1. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση διέπεται, ως προς τις προϋποθέσεις ασκήσεώς της, από τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και τη συμπλήρωση της πρώτης εξ αυτών με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240). Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (βλ. και το ………/…….2017 σημείωμα του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. περί προσδιορισμού του ποσού της διαφοράς), το χρηματικό αντικείμενο της κατ’ αναίρεση αγόμενης διαφοράς, ανερχόμενο στο ποσό του κύριου φόρου (5.388.043€) που επεβλήθη στην αναιρεσείουσα με την ακυρωθείσα πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, λόγω της προσθήκης των, κατά τα ανωτέρω, λογιστικών διαφορών, υπερβαίνει το κατ’ άρθρο 53 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989 όριο των 40.000€.

 

  1. Επειδή, με την παράγραφο 1 του άρθρου 31 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., ν. 2238/1994, Α΄ 151) – η οποία, όπως ίσχυε κατά την ένδικη χρήση, ήτοι μετά τη συμπλήρωσή της με το άρθρο 11 παρ. 6α του ν. 3842/2010 (Α΄ 58, βλ. άρθρο 92 παρ. 2), εφαρμόζεται και επί ημεδαπών ανωνύμων εταιριών (βλ. άρθρο 105 του Κ.Φ.Ε.) – παρέχεται, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του ίδιου Κώδικα περί μη συνεργάσιμων κρατών ή κρατών με προνομιακό φορολογικό καθεστώς (βλ. άρθρα 51Α και 51Β του Κ.Φ.Ε.), η δυνατότητα έκπτωσης από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων που τηρούν επαρκή και ακριβή βιβλία του Κ.Β.Σ. των μνημονευόμενων στις διατάξεις αυτές δαπανών. Μεταξύ των δαπανών αυτών περιλαμβάνεται, κατά τις ειδικότερες προβλέψεις της περίπτωσης γ΄ της ίδιας παραγράφου, και η αξία των «εμπορεύσιμων αγαθών» και των «πρώτων και βοηθητικών υλών» που χρησιμοποιούνται για την άσκηση της δραστηριότητας των δικαιούμενων έκπτωσης επιχειρήσεων, περιλαμβανομένου και του κόστους παροχής συναφών υπηρεσιών (επεξεργασίας, αποθήκευσης, μεταφοράς, ασφάλισης κ.ά.). Με το προστεθέν, εξάλλου, με το άρθρο 11 παρ. 6β του ν. 3842/2010, τελευταίο εδάφιο της αυτής περιπτώσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. προβλέφθηκε ότι δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα έκπτωσης των δαπανών που αντιστοιχούν στην προμήθεια αγαθών, όταν το μεν τίμημα καταβάλλεται σε επιχείρηση, της οποίας η δραστηριότητα εξαντλείται στην τιμολόγηση των αντίστοιχων συναλλαγών, η δε παράδοση των αγαθών πραγματοποιείται απευθείας από τρίτο πρόσωπο, χωρίς τη μεσολάβηση της διενεργήσασας την τιμολόγηση επιχείρησης. Ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα του σκοπού τους, την αντιμετώπιση, δηλαδή, περιπτώσεων αθέμιτης διεθνούς φοροδιαφυγής (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3842/2010), οι προπαρατεθείσες διατάξεις δεν εισάγουν τεκμήριο εικονικότητας των τριγωνικών συναλλαγών που πραγματοποιούνται μεταξύ ημεδαπής και αλλοδαπών επιχειρήσεων, με αντικείμενο την προμήθεια αγαθών, και, κατ’ επέκταση, γενική απαγόρευση έκπτωσης των προερχόμενων από αυτές δαπανών (βλ. και σχετ. παρατηρήσεις της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής), αποκλείουν όμως την έκπτωση τέτοιων δαπανών στις περιπτώσεις που η πραγματοποίηση των αντίστοιχων συναλλαγών δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς από τις συνθήκες της αγοράς, αλλά αποτελεί κατ’ ουσίαν μέθοδο μεταφοράς κερδών (transfer pricing) στο πλαίσιο σχεδιασμού της φορολογικής πολιτικής (tax planning) συνδεδεμένων, κατά κανόνα, επιχειρήσεων (πρβλ. και άρθρα 39Α και 39Β του Κ.Φ.Ε. περί ενδοομιλικών συναλλαγών). Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, για την απόρριψη των προαναφερόμενων δαπανών και, κατ’ επέκταση, για την προσθήκη αντίστοιχου ύψους λογιστικών διαφορών στα ακαθάριστα έσοδα ημεδαπής επιχείρησης, η φορολογική αρχή φέρει κατ’ αρχήν το βάρος απόδειξης όχι μόνον του χαρακτήρα των συναλλαγών ως τριγωνικών, αλλά και του γεγονότος ότι η δραστηριότητα της επιχείρησης που μεσολάβησε για την πραγματοποίησή τους εξαντλήθηκε στην τιμολόγησή τους. Η προϋπόθεση αυτή συντρέχει, κατ’ αρχήν, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η φορολογική αρχή, εξαντλώντας τα μέσα ελέγχου που διαθέτει, δεν ανευρίσκει άλλα στοιχεία, πέραν εκείνων που εκδόθηκαν από τη μεσολαβούσα επιχείρηση για την τιμολόγηση των συναλλαγών, με αποτέλεσμα νομίμως να στηρίζει επ’ αυτών την άρνησή της να αναγνωρίσει προς έκπτωση τις αντίστοιχες δαπάνες. Στην ημεδαπή επιχείρηση εναπόκειται, ωστόσο, να ανατρέψει την πραγματική βάση των διαπιστώσεων του ελέγχου, αποδεικνύοντας, με την επίκληση πρόσφορων προς τούτο στοιχείων (π.χ. συμβάσεις μεταξύ συναλλασσόμενων επιχειρήσεων), ότι η εταιρεία που παρεμβάλλεται μεταξύ αυτής και της προμηθεύτριας των αγαθών επιχείρησης έχει ουσιαστική οικονομική συμβολή στην πραγματοποίηση των επίμαχων συναλλαγών, μη περιοριζόμενη στην τιμολόγησή τους (πρβλ. ΣτΕ 1301-1302/2021). Ως εκ τούτου, η παρεμβολή της δεν αποτελεί μέθοδο αθέμιτης φοροαποφυγής, αλλά παρίσταται δικαιολογημένη από τις συνθήκες της αγοράς [πρβλ. και άρθρο 50 παρ. 2β΄ του ν. 4250/2014 (Α΄ 74), με το οποίο προστέθηκε στο τέλος της περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε. νέο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο η έκπτωση αποκλείεται, «εκτός εάν πρόκειται για πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές» και κατά το μέρος που οι συμφωνηθείσες τιμές κυμαίνονται εντός του εύρους τιμών που διαμορφώνεται σε χρηματιστήρια εμπορευμάτων ή σε οργανωμένες χρηματιστηριακές αγορές].

 

  1. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία, κατά την ένδικη χρήση (2010), είχε ως αντικείμενο εργασιών την εμπορία ηλεκτρονικών υπολογιστών, λογισμικού και ειδών κινητής τηλεφωνίας, υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ………………. δήλωση φορολογίας εισοδήματος (…../12.5.2011), με την οποία, μετά από φορολογική αναμόρφωση των αποτελεσμάτων, δήλωσε ζημία, ύψους 204.115€. Κατόπιν ελέγχου, η φορολογική αρχή έκρινε μεν επαρκή και ακριβή τα τηρούμενα από την αναιρεσίβλητη βιβλία, προέβη, όμως, σε λογιστική αναμόρφωση των αποτελεσμάτων, προσθέτοντας ως λογιστικές διαφορές στη δηλωθείσα ζημία, διάφορα κονδύλια, συνολικού ύψους 22.796.437€, τα οποία δεν αναγνώρισε προς έκπτωση. Όπως προκύπτει από την έκθεση ελέγχου (…….2014), το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων αυτών αντιστοιχούσαν σε δαπάνες για αγορά εμπορευμάτων, ύψους 22.450.180€, τα οποία απεστάλησαν απευθείας στην αναιρεσίβλητη από τις προμηθεύτριες αλλοδαπές επιχειρήσεις (….. και ……), με την τιμολόγησή τους, όμως, να πραγματοποιείται από τη μητρική εταιρεία της αναιρεσίβλητης (…….), η οποία είχε την έδρα της στην Κύπρο, σε χώρα, δηλαδή, με προνομιακό φορολογικό καθεστώς. Δεδομένου, ωστόσο, ότι το τίμημα για την αγορά των αγαθών αυτών καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη στη μητρική εταιρεία, της οποίας η δραστηριότητα, ως προς τις συγκεκριμένες συναλλαγές, εξαντλήθηκε, κατά την εκτίμηση του ελέγχου, στην τιμολόγησή τους, ενώ η παράδοση των αγαθών έγινε από τρίτες αλλοδαπές επιχειρήσεις, εδρεύουσες στο Ηνωμένο Βασίλειο (……. και …….), η φορολογική αρχή, επικαλούμενη το άρθρο 31 παρ. 1 περ. γ΄ εδ. τελ. του Κ.Φ.Ε., όπως ίσχυε μετά τη συμπλήρωσή του με το άρθρο 11 παρ. 6β του ν. 3842/2010, χαρακτήρισε τις συναλλαγές αυτές ως τριγωνικές και έκρινε ότι οι σχετικές δαπάνες δεν μπορούσαν, κατ’ αμάχητο κριτήριο, να αναγνωρισθούν προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της αναιρεσίβλητης. Μετά την τήρηση της κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 του Κ.Φ.Δ. διαδικασίας ακροάσεως, ο έλεγχος, αφού έλαβε υπόψη τις απόψεις της αναιρεσίβλητης, προσδιόρισε τα καθαρά κέρδη, μετά την προσθήκη και των λογιστικών διαφορών που αντιστοιχούσαν στις προαναφερόμενες αγορές εμπορευμάτων, στο ποσό των 22.592.321€. Κατ’ αποδοχή των διαπιστώσεων αυτών, όπως είχαν αποτυπωθεί στην προαναφερόμενη έκθεση ελέγχου, η Προϊσταμένη του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. εξέδωσε την …../…….2014 πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, με την οποία, κατόπιν προσθήκης των προαναφερόμενων λογιστικών διαφορών, επέβαλε σε βάρος της αναιρεσίβλητης, για το ένδικο οικονομικό έτος (2011), διαφορά κύριου φόρου, ύψους 5.422.157€, και πρόσθετο φόρο, λόγω ανακρίβειας της οικείας δήλωσης, ύψους 3.687.067€. Κατά της πράξης αυτής, καθ’ ο μέρος αφορούσε την προσθήκη των λογιστικών διαφορών που αντιστοιχούσαν στις δαπάνες για την αγορά εμπορευμάτων (22.450.179€) – στις οποίες αναλογούσε διαφορά κυρίου φόρου εισοδήματος, ύψους 5.388.043€, και πρόσθετος φόρος ανακρίβειας, ύψους 3.663.869€ – η αναιρεσίβλητη άσκησε ενδικοφανή προσφυγή, η οποία απερρίφθη σιωπηρώς, λόγω άπρακτης παρέλευσης της σχετικώς προβλεπόμενης προθεσμίας.

 

  1. Επειδή, κατά της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής, η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών προσφυγή, με την οποία, μεταξύ άλλων, προέβαλε ότι: α) με το άρθρο 31 παρ. 1 περ. γ΄ εδ. τελ. του Κ.Φ.Ε. δεν θεσπίζεται αμάχητο τεκμήριο, συνεπαγόμενο τη συλλήβδην απόρριψη των δαπανών που προέρχονται από τριγωνικές συναλλαγές, όπως εσφαλμένως εξέλαβε η φορολογική αρχή, αλλά μαχητό τεκμήριο ως προς το εάν η δραστηριότητα του προσώπου που τιμολόγησε τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της ένδικης συναλλαγής εξαντλείται ή όχι στην τιμολόγησή τους και β) η προϋπόθεση αυτή δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η μητρική κυπριακή εταιρεία διαπραγματευόταν και διαχειριζόταν για λογαριασμό όλων των επιχειρήσεων του ομίλου τις εμπορικές συναλλαγές με τις προμηθεύτριες εταιρείες (… και ….), επί τη βάσει συναφθεισών συμβάσεων διανομής (……2006 και …….1999), αναλαμβάνοντας όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις (πληρωμή τιμήματος, τόκων υπερημερίας και ποινικών ρητρών, παροχή εγγυήσεων, εξασφάλιση χρηματοδότησης για προωθητικές ενέργειες κ.ά.) και απολαμβάνοντας, σε αντάλλαγμα, τα συμβατικά προνόμια που απέρρεαν από τις μνημονευθείσες συμβάσεις (προστασία τιμών, δικαίωμα επιστροφής προϊόντων κ.ά.). Επιλαμβανόμενο της προσφυγής της αναιρεσίβλητης, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι από τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 1 περ. γ΄ του Κ.Φ.Ε., όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι μετά τη συμπλήρωσή τους με το άρθρο 11 παρ. 6β του ν. 3842/2010, συνάγεται ότι οι δαπάνες προμήθειας αγαθών δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων που τηρούν ακριβή και επαρκή βιβλία και στοιχεία της Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., στην περίπτωση που καταβάλλονται ή οφείλονται από την επιχείρηση σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, της οποίας η δραστηριότητα στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαντλείται στην τιμολόγηση, ενώ η παράδοση των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών διενεργείται από τρίτο πρόσωπο. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε, περαιτέρω, ότι το καθιερωθέν από τις προπαρατεθείσες διατάξεις (άρθρο 31 παρ. 1 περ. γ΄ του Κ.Φ.Ε.) τεκμήριο δεν είναι αμάχητο, ελλείψει ρητής περί τούτου πρόβλεψης, αλλά, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, πρέπει να θεωρηθεί μαχητό. Εκκινώντας από τις ως άνω ερμηνευτικές παραδοχές και λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπόψη ότι η αναιρεσίβλητη είχε μεν προσκομίσει τις προαναφερόμενες συμβάσεις διανομής και τα σχετικώς εκδοθέντα τιμολόγια, όχι, όμως, και νόμιμη μετάφρασή τους, το δικάσαν δικαστήριο εξέδωσε την προδικαστική απόφαση (…/2016), με την οποία διέταξε την αναιρεσίβλητη να προσκομίσει νομίμως μεταφρασμένες τις συμβάσεις, μαζί με τα παραρτήματα, καθώς και τα εκδοθέντα για τις ένδικες συναλλαγές παραστατικά στοιχεία. Μετά την εκτέλεση της προδικαστικής απόφασης και επί τη βάσει των προσκομισθέντων από την αναιρεσίβλητη στοιχείων, δημοσιεύθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη οριστική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (…/2017), με την οποία η προσφυγή έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι από το περιεχόμενο των συμβάσεων που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη «αποδεικνύεται ότι η πρώτη εταιρία [ενν: μητρική], ως μη αποκλειστικός διανομέας των προϊόντων και υπηρεσιών των υπόλοιπων δύο διεθνών εταιριών [ενν: προμηθευτών], εντός ΕΜΕΑ (χώρες που βρίσκονται στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, την Αφρική κλπ), διαπραγματεύεται και συναλλάσσεται μόνη αυτή και για λογαριασμό της με τις εν λόγω εταιρείες, αναλαμβάνοντας όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις μνημονευόμενες συμβάσεις» και ότι, ως εκ τούτου, «η μεσολάβηση αυτής στις ένδικες συναλλαγές, που αφορούν προϊόντα των παραπάνω προμηθευτριών εταιρειών που απεστάλησαν απευθείας στη θυγατρική της εταιρεία και προσφεύγουσα [ενν: αναιρεσίβλητη], δεν εξαντλήθηκε μόνο στην τιμολόγησή τους». Κατ’ εκτίμηση τούτων, το δικάσαν δικαστήριο, αφού επανέλαβε τη μείζονα σκέψη της προδικαστικής απόφασης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, εν προκειμένω, δεν συνέτρεχε η κατ’ άρθρο 31 παρ. 1 περ. γ΄ εδ. τελ. του Κ.Φ.Ε. προϋπόθεση για την απόρριψη των σχετικών δαπανών και ότι, ως εκ τούτου, μη νομίμως η φορολογική αρχή αρνήθηκε να προβεί στην έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της αναιρεσίβλητης των αντίστοιχων δαπανών, συνολικού ύψους 22.450.180€. Επί τη βάσει των διαπιστώσεων αυτών, το δικάσαν διοικητικό εφετείο ακύρωσε, κατ’ αποδοχή της προσφυγής, τη σιωπηρή απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής της αναιρεσίβλητης και, αφού αναγνώρισε τις προαναφερόμενες δαπάνες ως εκπεστέες, προσδιόρισε, κατά μεταρρύθμιση της προσβληθείσης, με αυτήν, πράξης διορθωτικού προσδιορισμού, τα φορολογητέα κέρδη της αναιρεσίβλητης για την ένδικη χρήση στο ποσό των 142.141€.

 

  1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, όπως αναπτύσσεται με το από ……..2023 υπόμνημα, προβάλλεται ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 1 περ. γ΄ τελ. εδ. του Κ.Φ.Ε., το δικάσαν διοικητικό εφετείο, στηριζόμενο στις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη συμβάσεις διανομής που είχαν συναφθεί μεταξύ της μητρικής εταιρείας και των προμηθευτών της, αναγνώρισε προς έκπτωση τις επίμαχες δαπάνες, παρά το γεγονός ότι αφορούσαν τριγωνικές συναλλαγές, απαιτώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την πλήρωση πρόσθετων προϋποθέσεων, οι οποίες δεν ετίθεντο εκ του νόμου για την απόρριψη των σχετικών δαπανών. Καθ’ ο μέρος πλήττει την ορθότητα της ερμηνείας που το δικάσαν δικαστήριο απέδωσε στις προμνημονευθείσες διατάξεις του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε., ο λόγος προβάλλεται μεν παραδεκτώς κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει, ελλείψει νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του σχετικώς ανακύπτοντος νομικού ζητήματος, είναι, όμως, απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, ενόψει όσων έχουν ήδη εκτεθεί στη σκέψη 3, με τις προαναφερόμενες διατάξεις δεν εισάγεται αμάχητο τεκμήριο αθέμιτης φοροαποφυγής και, κατ’ επέκταση, απόλυτη απαγόρευση έκπτωσης των δαπανών που αντιστοιχούν σε τριγωνικές συναλλαγές, χωρίς δυνατότητα περαιτέρω διερεύνησης του ρόλου που διαδραματίζει στις συναλλαγές αυτές η μεσολαβούσα αλλοδαπή επιχείρηση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον Δημόσιο. Αντιθέτως δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα έκπτωσης (κατ’ αρχήν εκπεστέων) δαπανών, στις περιπτώσεις που η δραστηριότητα της επιχείρησης περιορίζεται στην τιμολόγηση των αντίστοιχων συναλλαγών. Νόμιμη, κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως ειδικότερης αιτιολογίας, είναι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η έκπτωση των ένδικων δαπανών δεν αποκλειόταν εκ μόνου του λόγου ότι αφορούσαν τριγωνικές συναλλαγές, όπως ορθή είναι και η περαιτέρω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου ότι η αναιρεσείουσα είχε κατά νόμο τη δυνατότητα να ανατρέψει την πραγματική βάση του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου περί συνδρομής των κατ’ άρθρο 31 παρ. 1 περ. γ΄ τελ. εδ. του Κ.Φ.Ε. προϋποθέσεων, αποδεικνύοντας ότι η δραστηριότητα της μητρικής εταιρείας δεν εξαντλήθηκε στην τιμολόγηση των υπό προμήθεια αγαθών, αλλά είχε ουσιαστική οικονομική συμβολή στην πραγματοποίηση των επίμαχων συναλλαγών. Απαραδέκτως, κατά τα λοιπά, το αναιρεσείον πλήσσει την ορθότητα της ουσιαστικής περί των πραγμάτων εκτίμησης του δικάσαντος δικαστηρίου ως προς τον χαρακτήρα των ασκούμενων από τη μητρική εταιρεία δραστηριοτήτων ως μη περιοριζόμενων στην τιμολόγηση των συναλλαγών που αντιστοιχούσαν στις προς έκπτωση δαπάνες της αναιρεσίβλητης. Κρίση η οποία, εξηνεχθείσα κατόπιν συνεκτίμησης και των στοιχείων που προσκομίσθηκαν σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης προδικαστικής αποφάσεως, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Υπό τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της, δεδομένου ότι το αναιρεσείον δεν θέτει νομικό ζήτημα ως προς την εμμέσως συναγόμενη ερμηνευτική κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι η εκ μέρους της κυπριακής εταιρείας διαπραγμάτευση των όρων των συμβάσεων που συνήφθησαν υπέρ της θυγατρικής της εταιρείας αποτελεί κατά νόμον ουσιαστική συμβολή στην πραγματοποίηση των ένδικων τριγωνικών συναλλαγών, μη περιοριζόμενη στην τιμολόγηση των υπό προμήθεια εμπορευμάτων.

 

Δια ταύτα

 

Απορρίπτει την αίτηση

(…)

 

 

*H Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω LL.Μ. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

 

Δείτε το άρθρο και στo E-FOROLOGIA.gr

 

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION A.E (Πουρνάρα 9, Μαρούσι /210 6009062 / www.artion.gr)