ΠΟΛ.1076/17.03.2014

Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 66 του ν. 4172/2013
Αθήνα, 17 Μαρτίου 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔ/ΤΟΣ (Δ12)
ΤΜΗΜΑΤΑ: Β’, Α’

Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κωδ.: 101 84 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες: Δ. Βελισσαράκου, Β. Γιοβά
Τηλέφωνο: 210-33.75.312
ΦΑΞ: 210-33.75.001

ΠΟΛ 1076/2014

ΘΕΜΑ: Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 66 του ν.4172/2013.

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 66 του ν.4172/2013 (ΦΕΚ Α’ 167/23.07.2013), αναφορικά με τις ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες (ΕΑΕ) και σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους:

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 66 του ΚΦΕ (ν. 4172/2013) προσαρμόστηκε η εσωτερική φορολογική νομοθεσία στις υποδείξεις/οδηγίες του Ψηφίσματος του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2010 για το συντονισμό των κανόνων περί ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιριών (ΕΑΕ) και περί υποκεφαλαιοποίησης εντός της EE (2010/C 156/01) αλλά και της Ανακοίνωσης της Επιτροπής (COM(2007) 785), με την οποία συστήνεται η εφαρμογή κανόνων κατά των καταχρήσεων στον τομέα της άμεσης φορολογίας εντός της EE και όσον αφορά τρίτες χώρες με Κανόνες για τις ΕΑΕ.

Συγκεκριμένα, εισήχθησαν για πρώτη φορά στο εσωτερικό μας δίκαιο κανόνες για την αποτροπή της φοροαποφυγής των ημεδαπών εταιρειών μέσω της μεταφοράς των εσόδων τους σε θυγατρικές που βρίσκονται σε χώρες με χαμηλή φορολογία.

Το πεδίο εφαρμογής των κανόνων αυτών ορίζεται γενικά με αναφορά σε κριτήρια που αφορούν στον έλεγχο της αλλοδαπής εταιρείας (ΕΑΕ), το ικανοποιητικό επίπεδο φορολόγησής της, στη δραστηριότητα και στον τύπο των εσόδων της.

2. Ειδικότερα, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού εισήχθησαν διατάξεις περί ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών που αφορούν στη συμπερίληψη στο φορολογητέο εισόδημα φορολογούμενου που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα, φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, του μη διανεμηθέντος εισοδήματος νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας που είναι φορολογικός κάτοικος άλλης χώρας, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) ο φορολογούμενος, μόνος του ή από κοινού με τα συνδεδεμένα πρόσωπα, όπως αυτά ορίζονται στην περ. ζ’ του άρθρου 2, κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, μετοχές, μερίδια, δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής στο κεφάλαιο σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) ή δικαιούται να εισπράττει ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των κερδών του εν λόγω νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας,

β) το παραπάνω αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα υπόκειται σε φορολογία σε μη συνεργάσιμο κράτος ή κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς, ήτοι σε ειδικό καθεστώς που επιτρέπει ουσιωδώς χαμηλότερο επίπεδο φορολογίας από ό,τι το γενικό καθεστώς,

γ) άνω του τριάντα τοις εκατό (30%) του καθαρού εισοδήματος προ φόρων που πραγματοποιεί το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα εμπίπτει σε μία ή περισσότερες από τις κατηγορίες που ορίζονται στην παράγραφο 3,

δ) το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα δεν είναι εταιρεία, της οποίας η κύρια κατηγορία μετοχών αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά.

Επισημαίνεται ότι το ως άνω φορολογητέο εισόδημα του μη διανεμηθέντος εισοδήματος του αλλοδαπού νομικού προσώπου υπολογίζεται με βάση το ποσοστό συμμετοχής του φορολογούμενου σε αυτό, όπως αυτό ορίζεται στην περ. α’, το οποίο σε κάθε περίπτωση είναι μεγαλύτερο του 50%. Στην περίπτωση κατά την οποία η προϋπόθεση της περίπτωσης αυτής πληρείται από κοινού από συνδεδεμένα πρόσωπα, το φορολογητέο εισόδημα υπολογίζεται από κάθε φορολογούμενο ξεχωριστά, με βάση το ποσοστό συμμετοχής του.

3. Με την παράγραφο 2 προβλέπεται ότι σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα είναι φορολογικός κάτοικος κράτους – μέλους της Ε.Ε. ή κάτοικος χώρας που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας για τον Ε.Ο.Χ. και υφίσταται και εφαρμόζεται συμφωνία ανταλλαγής πληροφοριών, ανάλογης με την ανταλλαγή πληροφοριών, κατόπιν αιτήσεως που προβλέπεται στην Οδηγία 2011/16/ΕΕ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 περί ελεγχόμενων εταιρειών, εκτός εάν η εγκατάσταση ή η οικονομική δραστηριότητα του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας συνιστά επίπλαστη κατάσταση που δημιουργήθηκε με ουσιαστικό σκοπό την αποφυγή του αναλογούντος φόρου.

Επομένως, προκειμένου να μην εφαρμοσθούν οι διατάξεις της παραγράφου 1, στην περίπτωση φορολογικού κατοίκου κράτους-μέλους της Ε.Ε. ή χώρας που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, απαιτείται η απόδειξη περί επιδίωξης από την ΕΑΕ πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας (π.χ. η αλλοδαπή εταιρία να πραγματοποιεί ουσιαστική επιχειρηματική δραστηριότητα στη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένη, δηλαδή να έχει αποδεδειγμένα φυσική υπόσταση στη χώρα εγκατάστασής της, ήτοι έδρα ή μόνιμη εγκατάσταση, μόνιμα απασχολούμενο προσωπικό, κλπ., να είναι φορολογικός κάτοικος της αλλοδαπής χώρας στην οποία έχει την έδρα της και να φορολογείται εκεί, κλπ).

4. Με την παράγραφο 3 ορίζονται οι κατηγορίες εισοδήματος που λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή του στοιχείου γ’ της παραγράφου 1 (καθαρό εισόδημα προ φόρων). Συγκεκριμένα, εφόσον άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) της αντίστοιχης κατηγορίας εισοδήματος του αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας προέρχεται από συναλλαγές με το φορολογούμενο ή με τα συνδεδεμένα με αυτό πρόσωπα, λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθες κατηγορίες εισοδήματος:

α) τόκοι ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα παράγεται από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία,

β) δικαιώματα ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα παράγεται από πνευματική ιδιοκτησία,

γ) μερίσματα και εισόδημα από τη μεταβίβαση μετοχών,

δ) εισόδημα από κινητά περιουσιακά στοιχεία (π.χ. εμπορεύματα, κλπ),

ε) εισόδημα από ακίνητη περιουσία, εκτός εάν το κράτος του αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας δεν θα είχε δικαίωμα να φορολογήσει το εισόδημα βάσει συμφωνίας που έχει συναφθεί με τρίτη χώρα,

στ) εισόδημα από ασφαλιστικές, τραπεζικές και άλλες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.

Επισημαίνεται, ότι για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 66 του ν. 4172/2013, ήτοι την προσαύξηση του φορολογητέου εισοδήματος του φορολογούμενου με το αδιανέμητο εισόδημα της αλλοδαπής εταιρείας, αρκεί έστω και μια κατηγορία εισοδήματος του αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας να προέρχεται από συναλλαγές με τον φορολογούμενο με βάση το οριζόμενο στις πιο πάνω διατάξεις ποσοστό, δηλαδή άνω του 50% της αντίστοιχης κατηγορίας εισοδήματος του αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας να προέρχεται από συναλλαγές με το φορολογούμενο ή με τα συνδεδεμένα με αυτό πρόσωπα.

5. Με την παράγραφο 4 καθορίζεται ο συντελεστής φορολογίας εισοδήματος που επιβάλλεται στις κατηγορίες εισοδήματος που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο. Συγκεκριμένα, τα υπόψη εισοδήματα υπολογίζονται στη βάση του φορολογικού έτους και με το φορολογικό συντελεστή που ισχύει για τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα των φυσικών προσώπων σύμφωνα με το Δεύτερο Μέρος του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ή με το φορολογικό συντελεστή που ισχύει για τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα των νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων σύμφωνα με το Τρίτο Μέρος, κατά περίπτωση.

6. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ως φορολογητέο εισόδημα λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του μη διανεμηθέντος εισοδήματος της ΕΑΕ του οικείου φορολογικού έτους, όπως αυτό προκύπτει από τον επίσημο ισολογισμό του αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας ή από οποιοδήποτε άλλο αντίστοιχο επίσημο στοιχείο που προβλέπεται από την νομοθεσία της αλλοδαπής του οικείου φορολογικού έτους, κατά το μέρος που αναλογεί στον φορολογούμενο – μέτοχο με βάση το ποσοστό συμμετοχής του και όχι μόνο το εισόδημα των περ. α’ έως στ’ της παρ. 3 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Ε. του αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας.

Στην περίπτωση κατά την οποία το φορολογικό έτος του αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας λήγει σε διαφορετικό χρόνο από αυτό του ημεδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας – μετόχου, λαμβάνεται υπόψη το μη διανεμηθέν εισόδημα όπως προκύπτει από τον επίσημο ισολογισμό του τελευταίου φορολογικού έτους. Για παράδειγμα, ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, της οποίας το φορολογικό έτος λήγει στις 31.12.2014, η οποία συμμετέχει με ποσοστό μεγαλύτερο του 50% στο κεφάλαιο αλλοδαπού νομικού προσώπου, του οποίου το φορολογικό έτος λήγει στις 30 Ιουνίου κάθε έτους και πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 66 του ΚΦΕ (ν.4172/2013), θα λάβει υπόψη το μη διανεμηθέν εισόδημα του αλλοδαπού νομικού προσώπου όπως αυτό προκύπτει από τον ισολογισμό του φορολογικού έτους που έληξε την 30.06.2014, για τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2014.

Το υπόψη εισόδημα νοείται ότι έχει αποκτηθεί από το ημεδαπό φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, στο τέλος του οικείου φορολογικού έτους του εν λόγω προσώπου ή οντότητας. Ως εκ τούτου, στις περιπτώσεις που ημεδαπό πρόσωπο συμμετέχει σε αλλοδαπή εταιρεία φορολογικό κάτοικο κράτους που δεν εντάσσεται στη ζώνη του ευρώ, το φορολογητέο εισόδημά του, όπως υπολογίζεται με βάση τις κοινοποιούμενες διατάξεις, θα μετατραπεί σε ευρώ λαμβάνοντας υπόψη τη συναλλαγματική ισοτιμία της τελευταίας εργάσιμης ημέρας του φορολογικού έτους του ημεδαπού προσώπου ή οντότητας.

Επισημαίνεται ότι, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9 του ν.4172/2013, ο φορολογούμενος δικαιούται να μειώσει το ποσό του καταβλητέου φόρου εισοδήματος κατά το ποσό του φόρου εισοδήματος νομικού προσώπου που τυχόν καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για το εισόδημα αυτό.

Στο χρόνο κατά τον οποίο, το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα προβεί σε διανομή των κερδών, τα οποία έχουν υπαχθεί σε φορολογία σύμφωνα με τις κοινοποιούμενες διατάξεις, τα ποσά αυτά απαλλάσσονται της φορολογίας, κατά το μέρος που έχουν φορολογηθεί, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση θα υπήρχε διπλή φορολόγηση του υπόψη εισοδήματος.

Οι κοινοποιούμενες διατάξεις του άρθρου 66 του ν.4172/2013 έχουν εφαρμογή για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1.1.2014 και μετά, ήτοι για τα μη διανεμηθέντα κέρδη αλλοδαπών ελεγχόμενων εταιρειών που προκύπτουν από την ημερομηνία αυτή και μετά και ως εκ τούτου δεν καταλαμβάνουν τα μη διανεμηθέντα κέρδη παρελθουσών χρήσεων των εταιρειών αυτών.

7. Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:

Ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, της οποίας η χρήση λήγει στις 31.12.2014, κατέχει το 60% των μη εισηγμένων σε χρηματιστήριο μετοχών αλλοδαπής εταιρείας η οποία είναι εγκατεστημένη σε κράτος μη συνεργάσιμο.

Με βάση τον τελευταίο επίσημο ισολογισμό της αλλοδαπής εταιρείας προκύπτουν τα ακόλουθα:

Το συνολικό καθαρό ποσό τόκων και δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει η αλλοδαπή εταιρεία εντός του οικείου φορολογικού έτους ανέρχεται σε € 400.000 και 250.000, αντίστοιχα, ενώ τα καθαρά κέρδη προ φόρων ανέρχονται σε€ 1.000.000. Η υπόψη εταιρεία δεν έχει άλλα εισοδήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες της παρ. 3 του άρθρου 66 του Κ.Φ.Ε.

Επομένως, το καθαρό εισόδημα προ φόρων που πραγματοποιεί η αλλοδαπή εταιρεία και εμπίπτει στις ανωτέρω κατηγορίες ανέρχεται σε ποσοστό 65% ([(400.000+250.000)/1,000.0000)*100]=65%) του συνολικού καθαρού κέρδους αυτής, δηλαδή σε ποσοστό μεγαλύτερο του 30%.

Με βάση τα βιβλία της ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας διαπιστώνεται ότι έχει καταβάλλει στην υπόψη αλλοδαπή εταιρεία ποσά τόκων και δικαιωμάτων, ύψους €300.000 και €50.000, αντίστοιχα, δηλαδή καλύπτει ποσοστό μεγαλύτερο του 50% των εισοδημάτων της αλλοδαπής για μία εκ των δύο κατηγοριών εισοδήματος (75% και 20%, αντίστοιχα).

Επομένως, η ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία θα υπολογίσει ως φορολογητέο εισόδημα στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2014 το ποσό των €600.000 (€1.000.000*60%).

8. Τέλος, σημειώνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται για τις εταιρείες που έχουν συσταθεί και λειτουργούν σύμφωνα με το ν.27/1975 και το ν.δ.2687/1953, καθόσον στις διατάξεις της παρ. 15 του άρθρου 72 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι, δεν εφαρμόζονται για τις εταιρείες αυτές οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου.

 

Ακριβές Αντίγραφο
Η Προϊσταμένη της Γραμματείας

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ


ΠΟΛ.1278/27.12.2013

Εξόφληση φόρου με μεταβίβαση σε τρίτο ακινήτου και εκχώρηση του τιμήματος στο Ελληνικό Δημόσιο
Αθήνα, 27 Δεκεμβρίου 2013
(ΦΕΚ Β’ 3398/31-12-2013)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ & ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ
ΤΜΗΜΑ Α΄

Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κωδ.: 101 84 Αθήνα
Τηλ.: 210 3635480
FAX : 210 3635077

ΠΟΛ 1278/2013

ΘΕΜΑ: «Εξόφληση φόρου με μεταβίβαση σε τρίτο ακινήτου και εκχώρηση του τιμήματος στο Ελληνικό Δημόσιο».

ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 43, παρ. 8 του ν.4174/2013 (Α΄ 170) «Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις», όπως ισχύει.

2. Την Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1274/27.12.2013, Αποδεικτικό Ενημερότητας άρθρου 12 ν. 4174/2013 (Α’ 170), όπως ισχύει.

3. Την Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1275/27.12.2013, Βεβαίωση Οφειλής άρθρου 12 ν. 4174/2013 (Α’ 170), όπως ισχύει.

4. Τις διατάξεις της υποπαραγράφου Ε2 του ν. 4093/2012 περί σύστασης θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (Α΄222).

5. Την Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 1 της 16.1.2013 (τ. Υ.Ο.Δ.Δ. 18), «Επιλογή και Διορισμός Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων».

6. Την ανάγκη καθορισμού λεπτομερειών για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

7. Το γεγονός ότι από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

Α Π Ο Φ Α Σ Ι Ζ Ο Υ Μ Ε

Άρθρο 1

1. Οφειλέτης ο οποίος βρίσκεται σε αδυναμία να καταβάλει φόρο, μπορεί να υποβάλει αίτηση πληρωμής αυτού, μερικώς ή ολικώς, με μεταβίβαση εξ επαχθούς αιτίας της πλήρους κυριότητας ακινήτου του σε τρίτο και ταυτόχρονη εκχώρηση στο Ελληνικό Δημόσιο μέρους ή του συνόλου του χρηματικού τιμήματος.

2. Στην αίτηση, η οποία υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης, δηλώνονται το ύψος του τιμήματος καθώς και τα στοιχεία α) του ακινήτου που πρόκειται να μεταβιβαστεί και του αγοραστή και β) αυτά που αποδεικνύουν την οικονομική αδυναμία του οφειλέτη να καταβάλει το φόρο. Επί της αίτησης δύναται να εκδοθεί αποδεικτικό ενημερότητας ή βεβαίωση οφειλής σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, τα οποία επέχουν θέση πράξης αποδοχής της αίτησης της παραγράφου 1 της παρούσας και επί των οποίων αναφέρονται, τουλάχιστον, οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 43 του ν. 4174/2013, όπως ισχύουν, και της παρούσας απόφασης, η αίτηση – δήλωση εκχώρησης του τιμήματος καθώς και το ακίνητο που πρόκειται να μεταβιβαστεί. Στο συμβόλαιο μεταβίβασης γίνεται υποχρεωτικά μνεία της εκχώρησης του τιμήματος στο Ελληνικό Δημόσιο βάσει των διατάξεων του άρθρου 43, παρ. 8, του ν. 4174/2013, όπως ισχύουν, και της παρούσας απόφασης, καθώς και του αποδεικτικού ή της βεβαίωσης οφειλής, κατά περίπτωση, με τα οποία γίνεται αποδεκτή η εκχώρηση και αποδίδεται το τίμημα στο Ελληνικό Δημόσιο.

3. Με την απόδοση του παρακρατούμενου ποσού ο φόρος εξοφλείται μέχρι του ύψους του τιμήματος. Σε περίπτωση που υφίστανται και μη φορολογικές οφειλές κατά την απόδοση του τιμήματος πιστώνονται κατά προτεραιότητα οι υποχρεώσεις από φόρο.

Άρθρο 2

1. Η παρούσα απόφαση ισχύει από 1.1.2014.

2. Η παρούσα απόφαση να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ


ΠΟΛ.1033/21.2.2013

Διευκρινίσεις στο πλαίσιο χειρισμού των υποθέσεων φορολογουμένων που έχουν αποστείλει εμβάσματα στο εξωτερικό κατά τα έτη 2009-2011

Αθήνα, 21 Φεβρουαρίου 2013

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
1. ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Α. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ(Δ12)
Β. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (Δ13)
2. ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ & ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Α. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ
Β. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΛΕΓΧΩΝ
Γ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΙΧ/ΚΟΥ ΣΧΕΔ/ΣΜΟΥ
3. ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΠΛΗΡΟΦ. ΣΥΣΤ/ΤΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΚΕΠ.Υ.Ο.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ Η/Υ (Δ30)

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΠΕΙΓΟΝ

ΠΟΛ 1033

ΘΕΜΑ: Διευκρινίσεις στο πλαίσιο χειρισμού των υποθέσεων φορολογουμένων που έχουν αποστείλει εμβάσματα στο εξωτερικό κατά τα έτη 2009-2011

Στο πλαίσιο του χειρισμού των υποθέσεων φορολογουμένων που έχουν αποστείλει εμβάσματα στο εξωτερικό κατά τα έτη 2009-2011 και οι οποίοι έχουν λάβει σχετική πρόσκληση από τη Γ.Γ.Π.Σ, παρέχονται οι ακόλουθες οδηγίες – διευκρινίσεις τόσο για τη διευκόλυνση των φορολογουμένων όσο και για την ταχύτερη διεκπεραίωση αυτών. Η φορολογική αντιμετώπιση των διαφορών που προκύπτουν από την κατάσταση προσδιορισμού κεφαλαίου θα πρέπει να αντιμετωπιστεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 48 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Ν.2238/1994 (Κ.Φ.Ε.) αλλά και των οδηγιών που δίδονται με την παρούσα εγκύκλιο. Ειδικότερα:

1. Επικαλούμενα έτη για την ανάλωση κεφαλαίου.

Όπως έχει γίνει δεκτό με το υπ’ αριθμ. 1087172/1642/Α0012/25.10.2005 έγγραφο της Δ/νσης φορολογίας εισοδήματος, τα έτη που επικαλείται ο φορολογούμενος για ανάλωση κεφαλαίου, πρέπει να είναι συνεχόμενα και να φθάνουν μέχρι το προηγούμενο του κρινόμενου έτους. Τα παραπάνω δεν ισχύουν κατά τα έτη που ο φορολογούμενος αποδεδειγμένα δεν ήταν υπόχρεος υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, βάσει των κείμενων διατάξεων.

2. Διαφορά τεκμαρτών – λογιστικών κερδών.

Διευκρινίζεται ότι, σε όσες περιπτώσεις τηρούνταν βιβλία του ΚΒΣ, από τα οποία προέκυπταν λογιστικά κέρδη, αλλά οι υπόψη επιχειρήσεις / ελεύθεροι επαγγελματίες φορολογούνταν όχι με αυτά, αλλά είτε με τεκμαρτά ποσά είτε με κατ’ αποκοπή ποσά φόρου (άρθρο 33 του Κ.Φ.Ε.) είτε με τη χρήση συντελεστή στις ακαθάριστες νόμιμες αμοιβές των υπόχρεων του άρθρου 49 του Κ.Φ.Ε., τότε για την κάλυψη της προσαύξησης της περιουσίας, θα λαμβάνονται υπόψη αυτά τα λογιστικά κέρδη, εφόσον είναι μεγαλύτερα των τεκμαρτών. Το ίδιο ισχύει και για όσους απέκτησαν γεωργικό εισόδημα, στην περίπτωση που δεν τηρούνταν βιβλία Γ’ κατηγορίας, το οποίο εισόδημα προσδιορίζεται με αντικειμενικό τρόπο (ΠΟΛ.1095/29.4.2011).

Στην περίπτωση αυτή, στο φάκελο δικαιολογητικών επισυνάπτεται και το έντυπο Ε3 το οποίο είχε υποβληθεί με τη δήλωση εισοδήματος του έτους που επικαλείται ο φορολογούμενος.

3. Προσδιορισμός κεφαλαίου.

Τονίζεται ότι κατά τον προσδιορισμό του κεφαλαίου κάθε έτους αφαιρούνται οι δαπάνες που ορίζονται από τα άρθρα 16 και 17 του ΚΦΕ, ανεξάρτητα από το αν απαλλάσσονται της εφαρμογής τεκμηρίου.

Επισημαίνεται ότι ειδικά για τις χρήσεις 2008 και 2009, για τον υπολογισμό ανάλωσης κεφαλαίου (άρθρο 19 του Κ.Φ.Ε.) εκπίπτουν οι δαπάνες που ο προσδιορισμός τους ορίζεται από τα άρθρα 16 και 17 του Κ.Φ.Ε., εφόσον εμπίπτουν στις διατάξεις περί εφαρμογής του τεκμηρίου (παρ. 4 του άρθρου 3 του ν.3763/2009).

4. Τεκμαρτή δαπάνη κύριας κατοικίας.

Από τη χρήση 2003 έως και τη χρήση 2009, το ετήσιο τεκμαρτό μίσθωμα για ιδιοκατοικούμενη ή μισθούμενη κύρια κατοικία άνω των 200 τ. μ. αποτελεί στοιχείο προσδιορισμού της ετήσιας δαπάνης διαβίωσης (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 3091/2002). Επίσης, από 1.1.2003 αυξήθηκε η συνολική επιφάνεια των δευτερευουσών κατοικιών, των οποίων το τεκμαρτό μίσθωμα λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, από 100 σε 150 τ. μ. Συνεπώς, κατοικίες που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 16 του ΚΦΕ δε λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό ανάλωσης κεφαλαίου. Για τις χρήσεις 2002 και παλαιότερα, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1094/23.3.1989 διαταγή και την ΠΟΛ.1201/9.7.1996 διαταγή, δε λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό ανάλωσης κεφαλαίου τα απαλλασσόμενα τεκμαρτά εισοδήματα, όπως το απαλλασσόμενο τεκμαρτό μίσθωμα από ιδιοκατοίκηση.

5. Εκπρόθεσμες αρχικές δηλώσεις.

Αν σε μία χρήση δεν υπεβλήθη δήλωση φόρου εισοδήματος, η οποία είναι απαραίτητη για τον υπολογισμό του διαθέσιμου υπολοίπου, υποβάλλεται εκπρόθεσμη δήλωση με τις αντίστοιχες κυρώσεις, όπου προβλέπεται. Εάν η χρήση έχει παραγραφεί, έχει γίνει δεκτό από τη Διοίκηση με το 1092294/1658/Α0012/2008 έγγραφο ότι επιτρέπεται η υποβολή αρχικής εκπρόθεσμης δήλωσης σχετικά με εισαγωγή συναλλάγματος (άρθρο 19 παρ. 2 περ. δ’ ΚΦΕ) στο πρώτο μη παραγεγραμμένο έτος, με τις προϋποθέσεις της ΠΟΛ.1130/17.4.2002 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Επίσης, επιτρέπεται η υποβολή εκπρόθεσμης συμπληρωματικής δήλωσης στο πρώτο μη παραγεγραμμένο έτος (οικον. 2001) και χωρίς την επιβολή προστίμου, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 4 του ν. 2523/1997, και μόνο όταν δηλώνονται ποσά του πίνακα 6 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (ΕΙ) «Πρόσθετα Πληροφοριακά Στοιχεία- Ποσά που μειώνουν την ετήσια δαπάνη».

6. Εκπρόθεσμες συμπληρωματικές δηλώσεις.

Στις εκπρόθεσμες συμπληρωματικές δηλώσεις με τις οποίες δηλώνεται κάποιο στοιχείο το οποίο ο φορολογούμενος παρέλειψε να δηλώσει , αλλά με αυτή την παράλειψή του δεν παραβίασε κάποια φορολογική διάταξη, στην περίπτωση που δεν προκύπτει διαφορά φόρου, για να επιβληθεί πρόσθετος φόρος, δεν επιβάλλεται πρόστιμο (ΠΟΛ.1279/31.12.1999 διαταγή).

7. Αποζημιώσεις.

Η αποζημίωση συζύγου σε πρώην σύζυγο μπορεί να δικαιολογήσει έμβασμα, εφόσον αποδεικνύεται από πραγματικά περιστατικά. Το ίδιο ισχύει και για ποσά διατροφής τέκνων καθώς και για αποζημιώσεις ασφαλιστικών ταμείων.

8. Κοινοί λογαριασμοί.

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος επικαλείται ότι χρηματικό ποσό ήταν κατατεθειμένο σε κοινό λογαριασμό (του ν. 5638/1932 – ΦΕΚ.307 Α’) αυτού με συνδικαιούχο, ο οποίος έχει ήδη – κατά το χρόνο του εμβάσματος – αποβιώσει, απαιτείται η προσκόμιση σχετικής βεβαίωσης για το ποσό που υπήρχε στον κοινό λογαριασμό κατά την ημερομηνία θανάτου του συνδικαιούχου και το είδος της κατάθεσης (κατά τα προηγούμενα) από το πιστωτικό ίδρυμα.

9. Κάτοικοι εξωτερικού.

α. Οι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδος που υποστηρίζουν ότι είναι κάτοικοι εξωτερικού, οφείλουν να κάνουν τις απαραίτητες ενέργειες αλλαγής κατοικίας σύμφωνα με όσα ορίζει η ΠΟΛ.1142/31.5.2012 διαταγή.

β. Οι κάτοικοι εξωτερικού που υποχρεούνται σε φορολογική δήλωση εισοδήματος στην Ελλάδα, εφόσον εισήγαγαν στην Ελλάδα ποσό ή ποσά τα οποία την τριετία 2009-2011 εμβάστηκαν στο εξωτερικό, μπορούν να υποβάλουν συμπληρωματικές δηλώσεις εισαγωγής χρηματικού κεφαλαίου από το εξωτερικό, εφόσον επιθυμούν να το χρησιμοποιήσουν και για κάλυψη τεκμηρίων.

Στην περίπτωση που επιθυμούν να καλύψουν μόνο το ποσό του εμβάσματος, αναγράφουν στην κατάσταση προσδιορισμού κεφαλαίου σωρευτικά στο χρόνο που πραγματοποιήθηκε το έμβασμα, το ποσό ή τα ποσά της εισαγωγής χρηματικού κεφαλαίου από το εξωτερικό που πραγματοποιήθηκαν κατά τα προηγούμενα έτη, τα οποία προκύπτουν από βεβαιώσεις χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, χωρίς την υποβολή συμπληρωματικής δήλωσης.

γ. Οι κάτοικοι εξωτερικού που δεν υποχρεούνται σε φορολογική δήλωση εισοδήματος στην Ελλάδα, εφόσον εισήγαγαν με κάθε νόμιμη μορφή στην Ελλάδα ποσό ή ποσά τα οποία την τριετία 2009-2011 εμβάστηκαν στο εξωτερικό, αναγράφουν μόνο στην κατάσταση προσδιορισμού κεφαλαίου, σωρευτικά στο χρόνο που πραγματοποιήθηκε το έμβασμα, το ποσό ή τα ποσά της εισαγωγής χρηματικού κεφαλαίου από το εξωτερικό που πραγματοποιήθηκαν κατά τα προηγούμενα έτη, τα οποία προκύπτουν από βεβαιώσεις χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, χωρίς την υποβολή δήλωσης.

10. Κάλυψη του εμβάσματος με επαναπατριζόμενα κεφάλαια.

Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 18 του ν.3842/2010, του άρθρου 21 παρ. 19 του ν. 3943/2011 (αντικατέστησε την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3842/2010) καθώς και του άρθρου 38 του ν. 3259/2004, σχετικά με τα επαναπατριζόμενα κεφάλαια, σας γνωρίζουμε ότι, με την καταβολή των αντίστοιχων φόρων επί της αξίας των κεφαλαίων που επαναπατρίστηκαν, εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του υπόχρεου, φυσικού ή νομικού προσώπου, για τα κεφάλαια που εισάγει. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος νέας φορολόγησής τους, εφόσον υπάρχουν τα νόμιμα παραστατικά που ορίζουν οι ανωτέρω νόμοι.

Περιπτώσεις:

α. Κεφάλαια που επαναπατρίστηκαν με την καταβολή φόρου 3% ή 5% και εισήχθησαν στη χώρα μας μπορούν να δικαιολογήσουν το έμβασμα ανεξάρτητα του χρόνου του εμβάσματος.

β. Κεφάλαια για τα οποία κατεβλήθη φόρος (8%) (επειδή παρέμειναν στην αλλοδαπή) μπορούν να το δικαιολογήσουν, εφόσον το έμβασμα έγινε πριν τον επαναπατρισμό του κεφαλαίου.

12. Κάλυψη του εμβάσματος με χρηματικά ποσά που υπήρχαν σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στο τέλος του έτους 1999.

Γίνονται δεκτά χρηματικά ποσά που υπήρχαν σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στο τέλος του έτους 1999, εφόσον αποδεικνύεται από επίσημα δικαιολογητικά (βεβαίωση από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα) και εφόσον έχουν υποβληθεί οι σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος.

Στην ηλεκτρονική εφαρμογή συμπληρώνεται το πεδίο “Αφορολόγητα και φορολογηθέντα κατ’ ειδικό τρόπο” στο οικον. έτος 2000, με το ποσό αυτό.

Στην περίπτωση που ο δικαιούχος χρησιμοποιήσει χρηματικά διαθέσιμα που υπήρχαν σε πιστωτικά ιδρύματα στο τέλος του έτους 1999, δε μπορεί να επικαλεσθεί και ανάλωση προηγουμένων ετών.

13. Κάλυψη του εμβάσματος με χρηματικά ποσά που προέρχονται από λίστες γάμου.

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος επικαλείται χρηματικά ποσά που προέρχονται από λίστες γάμου- δώρα γάμου, ο ισχυρισμός αυτός, ως θέμα πραγματικό, εξετάζεται από την αρμόδια ελεγκτική αρχή και το βάρος της απόδειξης το φέρει ο δικαιούχος του εμβάσματος προσκομίζοντας κάθε νόμιμο μέσο π.χ. ληξιαρχική πράξη γάμου και αντίγραφο κίνησης τραπεζικού λογαριασμού, για διάστημα μέχρι δύο μηνών πριν και ενός μήνα μετά την τέλεση του γάμου. Τούτο βεβαίως δεν αποκλείει τον έλεγχο για την τυχόν επιβολή φόρου δωρεάς.

14. Κάλυψη του εμβάσματος με χρηματικά ποσά που προέρχονται από πώληση μετοχών.

Σε περίπτωση που ο δικαιούχος του εμβάσματος πούλησε μετοχές εισηγμένες ή μη, μπορεί να καλύψει το ποσό του εμβάσματος με το ποσό που προήλθε από την πώληση αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι η εκποίηση τους έχει λάβει χώρα πριν από την ημερομηνία του εμβάσματος και εφόσον βέβαια προκύπτει από νόμιμα παραστατικά (πινακίδια αγοράς – πώλησης, βεβαίωση χρηματιστηριακής εταιρίας – χρηματιστηρίου, δήλωση απόδοσης του οικείου φόρου) στα οποία απεικονίζονται οι σχετικές πράξεις .

Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση ελέγχεται η οικονομική δυνατότητα απόκτησης των μετοχών αυτών από το φορολογούμενο.

15. Κάλυψη του εμβάσματος με χρηματικά ποσά που προέρχονται από ρευστοποίηση ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Δημοσίου.

Σε περίπτωση που φορολογούμενος εκποίησε τίτλους του Δημοσίου (ομόλογα- έντοκα γραμμάτια), μπορεί να καλύψει το ποσό του εμβάσματος με ολόκληρο το ποσό της εκποίησης των τίτλων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι η εκποίηση τους έχει λάβει χώρα πριν από την ημερομηνία του εμβάσματος.

Επιπλέον σε κάθε περίπτωση ελέγχεται η οικονομική δυνατότητα απόκτησης των τίτλων αυτών από το φορολογούμενο.

16. Κάλυψη του εμβάσματος με χρηματικά ποσά που προέρχονται από λήψη δανείων.

Δάνεια τα οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία (π.χ. κίνηση λογ/σμών, οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που απέκτησε βεβαία χρονολογία πριν την ημερομηνία του εμβάσματος) γίνονται δεκτά, εφόσον από τα παραπάνω έγγραφα αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί πριν την πραγματοποίηση του εμβάσματος, έστω και αν υποβληθεί εκπρόθεσμα η οικεία δήλωση (δανείου).

Για το δανειοδότη, εφόσον δεν έχει δηλώσει στην οικεία δήλωση φορολογίας εισοδήματος το ποσό του δανείου, συντρέχει υποχρέωση δήλωσής του με συμπληρωματική δήλωση (άρ.17 ΚΦΕ), προκειμένου να ελεγχθεί εάν είχε τη δυνατότητα να το καλύψει, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 19 ΚΦΕ.

Επισημαίνουμε ότι για την αναγνώριση των ποσών αυτών που προέρχονται από δάνεια, θα εξετάζεται πρώτα αν το δάνειο είναι πραγματικό. Εφόσον διαπιστώνεται ότι είναι εικονικό και εμφανίζεται για την καταστρατήγηση των διατάξεων περί τεκμηρίων, δεν θα λαμβάνεται υπόψη.

17. Αντιμετώπιση των εμβασμάτων σε περίπτωση εξαγωγής και εισαγωγής.

Σε περίπτωση εξαγωγής – εισαγωγής και επανεξαγωγής εμβασμάτων, για το διάστημα από 1/1/2009 έως και 31/12/2011, ο φορολογούμενος στο πεδίο «ΕΜΒΑΣΜΑΤΑ» θα δηλώσει όλες τις εξαγωγές που έχουν γίνει ανά έτος και στο πεδίο «ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΖΟΜΕΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ Ή ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ» θα δηλώσει όλες τις εισαγωγές .

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ήδη οριστικοποιήσει την εφαρμογή και στο πεδίο των εμβασμάτων ανέγραψε τη διαφορά μεταξύ των εξαγωγών – εισαγωγών, μπορεί να επανέλθει στην εφαρμογή και μέσω της επιλογής «ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΔΗΛΩΣΗΣ» να διορθώσει σύμφωνα με τα κατά τα ανωτέρω οριζόμενα. Σε διαφορετική περίπτωση θα λαμβάνεται υπόψη το ποσό της διαφοράς, εφόσον προκύπτει από τα σχετικά δικαιολογητικά.

18. Αντιμετώπιση των εμβασμάτων σε περίπτωση συνδικαιούχων.

Για τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, το ποσό του εμβάσματος επιμερίζεται στους συνδικαιούχους καταρχήν ισομερώς και, εφόσον ο φορολογούμενος επικαλείται διαφορετική αναλογία, φέρει το βάρος της απόδειξης με κάθε νόμιμο μέσο.

19. Αντιμετώπιση των εμβασμάτων με εισαγωγή κεφαλαίων που δεν ευρωποιήθηκαν ή δραχμοποιήθηκαν.

Για τις περιπτώσεις εκείνες που, κατά την εισαγωγή του συναλλάγματος και μέχρι την ημερομηνία του εμβάσματος, δεν έγινε μετατροπή του σε ευρώ, προκειμένου ο φορολογούμενος να καλύψει το ποσό του εμβάσματος (μέσω της εφαρμογής του taxis), θα πρέπει να προσκομίσει βεβαίωση του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος περί της εισαγωγής του ανάλογου ποσού και παραμονής του στο νόμισμα στο οποίο είχε εισαχθεί.

Ειδικά για τους υπόχρεους σε δήλωση στην Ελλάδα, θα πρέπει να υπάρχει δικαιολόγηση προέλευσης του παραπάνω ποσού που θα επικαλεστούν.

Για λόγους πρακτικής αντιμετώπισης των παραπάνω περιπτώσεων, διευκρινίζεται ότι τα ανωτέρω περιγραφόμενα ποσά θα συμπεριληφθούν στην ειδική εφαρμογή του TAXIS χωρίς υποβολή συμπληρωματικής δήλωσης, στο πεδίο «ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΖΟΜΕΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ Ή ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ» αθροιστικά, αφού μετατραπούν σε ευρώ, με ισοτιμία την ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημερομηνία εξαγωγής του εμβάσματος. Μεταξύ των δικαιολογητικών που θα προσκομίσει ο φορολογούμενος στη Δ.Ο.Υ. θα περιλαμβάνεται και σχετική αναλυτική κατάσταση ανά έτος κ.λπ. των εισαγόμενων σε ξένο νόμισμα κεφαλαίων.

20. Αντιμετώπιση των εμβασμάτων που προέρχονται από μερίσματα πλοίων του ν. 27/1975.

Σύμφωνα με την ΠΟΛ.1135/4.10.2010 διαταγή, τα δικαιολογητικά που υποχρεούνται να προσκομίζουν οι φορολογούμενοι κάτοικοι Ελλάδας που αποκτούν μερίσματα που καταβάλλονται από αλλοδαπές πλοιοκτήτριες εταιρείες πλοίων με ξένη ή ελληνική σημαία, στην περίπτωση που τα πλοία τελούν υπό τη διαχείριση ή εκμετάλλευση γραφείων που έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 27/1975, είναι τα εξής:

α) βεβαίωση της αλλοδαπής πλοιοκτήτριας εταιρίας, από την οποία θα προκύπτουν τα στοιχεία του φορολογουμένου ως μετόχου της εταιρείας, το καταβληθέν σε αυτόν μέρισμα και το όνομα του πλοίου, από την εκμετάλλευση του οποίου χορηγείται το σχετικό μέρισμα και

β) αντίγραφο της σχετικής άδειας εγκατάστασης στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 27/1975, του γραφείου ή του υποκαταστήματος της αλλοδαπής ναυτιλιακής επιχείρησης, που ασχολείται αποκλειστικά με τη διαχείριση, εκμετάλλευση ή ναύλωση του πλοίου (1089690/11472πε/Β0012/2005).

Σύμφωνα εξάλλου, με το Δ12 1073769 ΕΞ 2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Φορολογίας Εισοδήματος, οι βεβαιώσεις μεταφοράς χρηματικών κεφαλαίων από το εξωτερικό δεν απαιτούνται, όμως, στην περίπτωση που τα ποσά χρειάζεται να δηλωθούν στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος (κωδικοί αριθμοί 659,660) προκειμένου να καλύψουν αντικειμενικές δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, τότε απαιτείται η ευρωποίηση του ποσού.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, όσον αφορά τη δικαιολόγηση των εμβασμάτων στο εξωτερικό, θα πρέπει να αποδεικνύεται με κάθε νόμιμη μορφή η προηγούμενη μεταφορά των κεφαλαίων στην Ελλάδα.

21. Αντιμετώπιση των εμβασμάτων για υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σχετικά με τις αμοιβές των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως έχει γίνει δεκτό με το Δ12Α 1141439/3120 ΕΞ 2013 έγγραφο και με το Δ12 1136335 ΕΞ 2012 έγγραφο του Υπουργού Οικονομικών, οι υπάλληλοι των οργάνων της EE που έχουν την κατοικία τους για φορολογικούς σκοπούς στην Ελλάδα, όπου και διαθέτουν ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, μπορούν να δηλώνουν στον κωδικό 659 ή 657 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος τους (έντυπο ΕΙ) τα φορολογούμενα με ειδικό τρόπο εισοδήματά τους (σύμφωνα με το άρθρο 12 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 της ΣΛΕΕ περί προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και να τα χρησιμοποιούν για την κάλυψη των αντικειμενικών δαπανών που αναφέρονται στο άρθρο 16 και 17 του ΚΦΕ.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, όσον αφορά τη δικαιολόγηση των εμβασμάτων στο εξωτερικό, θα πρέπει να αποδεικνύεται με κάθε νόμιμη μορφή η προηγούμενη εισαγωγή των κεφαλαίων στην Ελλάδα.

22. Αντιμετώπιση των εμβασμάτων για το αλλοδαπό προσωπικό των επιχειρήσεων του α.ν. 89/1967 το οποίο δεν διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα.

Όσον αφορά στο αλλοδαπό προσωπικό των επιχειρήσεων του α.ν. 89/1967 το οποίο δεν διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα, για το οποίο ισχύει προνομιακό καθεστώς φορολόγησης λόγω του ειδικού και αναπτυξιακού χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων (ΠΟΛ.1155/21.7.2011), αυτό υποχρεούται στη δικαιολόγηση των εμβασμάτων. Η φορολόγηση των μισθωτών αυτών μόνο για το αποκτώμενο στην Ελλάδα εισόδημά τους δεν τους απαλλάσσει από την υποχρέωση να δικαιολογήσουν τα ποσά που έστειλαν στο εξωτερικό.

Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να υποβάλουν είτε αρχικές εκπρόθεσμες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, εφόσον δεν έχουν υποβληθεί είτε συμπληρωματικές, με τα απαραίτητα δικαιολογητικά.

23. Αντιμετώπιση των εμπορικών εμβασμάτων.

Στις περιπτώσεις εμπορικών εμβασμάτων, η συμπλήρωση της εφαρμογής θα γίνει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παράρτημα Α’. Ο φορολογούμενος, στο φάκελο δικαιολογητικών που θα υποβάλει στη Δ.Ο.Υ, θα επισυνάψει κατάσταση στην οποία θα αναγράφονται αναλυτικά τα ποσά των εμβασμάτων και τα αντίστοιχα τιμολόγια που αυτά αφορούν.

24. Σε περίπτωση εμβάσματος από παιδί που κατοικεί στο εξωτερικό, τίθενται τα πιο κάτω θέματα:

α) αν το έμβασμα έγινε από κοινό λογαριασμό του τέκνου με το γονέα σε ατομικό λογαριασμό του τέκνου, που σπουδάζει στο εξωτερικό, και αποδεικνύεται ότι το ποσό του εμβάσματος καλύπτει τις αναγκαίες υποχρεώσεις του γονέα για τις σπουδές του τέκνου, η κάλυψη του εμβάσματος θα βαρύνει το γονέα και δεν προκύπτει θέμα άτυπης δωρεάς στο τέκνο.

β) αν, στην πιο πάνω περίπτωση, το ποσό που εμβάστηκε υπερβαίνει τις αναγκαίες δαπάνες για τις σπουδές του τέκνου, η κάλυψη του εμβάσματος για το επιπλέον ποσό θα βαρύνει το τέκνο και, εφόσον το τέκνο δεν είχε την οικονομική δυνατότητα συνεισφοράς στον κοινό λογαριασμό, λόγω απουσίας εισοδημάτων ή άλλων εσόδων, προκύπτει θέμα άτυπης δωρεάς σε αυτό.

γ) αν το έμβασμα έγινε από κοινό λογαριασμό του τέκνου το οποίο δεν σπουδάζει) με το γονέα σε κοινό λογαριασμό αυτών και εφόσον το τέκνο δεν είχε την οικονομική δυνατότητα συνεισφοράς στον κοινό λογαριασμό, λόγω απουσίας εισοδημάτων ή άλλων εσόδων, η κάλυψη του εμβάσματος θα βαρύνει το γονέα. Η τυχόν ύπαρξη άτυπης δωρεάς δεν μπορεί να αποκλειστεί στις περιπτώσεις αυτές (μετά από τη διενέργεια ελέγχου), εφόσον αποδεικνύεται ότι το τέκνο που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εισφέρει στον κοινό λογαριασμό, παραταύτα έκανε χρήση αυτού μεταγενέστερα (π.χ. με ανάληψη ποσού και περαιτέρω κατάθεση σε άλλο λογαριασμό ατομικό ή κοινό με τρίτο πρόσωπο ή οποιαδήποτε άλλη επένδυση ή και απλή ανάληψη).

Τα πιο πάνω (για την τυχόν υποχρέωση φόρου δωρεάς) μπορούν να ισχύσουν βεβαίως ανάλογα και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται η μεταφορά χρηματικών ποσών από ή /και προς κοινό ή ατομικό λογαριασμό. Στις περιπτώσεις μεταφοράς χρηματικών ποσών από και προς κοινό λογαριασμό μεταξύ των αυτών συνδικαιούχων, η κάλυψη των ποσών του εμβάσματος βαρύνει τον καθένα από αυτούς κατ’ αναλογία, εκτός αν αποδεικνύεται διαφορετικά, με την επιφύλαξη της τυχόν ύπαρξης άτυπης δωρεάς κατά τα ανωτέρω. Σημειώνεται ότι η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό δεν μπορεί να θεμελιώσει εκ προοιμίου την ύπαρξη άτυπης δωρεάς μεταξύ των συνδικαιούχων.

Θέμα άτυπης δωρεάς τίθεται εφόσον ο συνδικαιούχος, ο οποίος δεν είχε (την οικονομική δυνατότητα να) εισφέρει στον κοινό λογαριασμό, κάνει χρήση (του) ποσού του λογαριασμού, γεγονός πραγματικό και ελεγκτέο σε κάθε περίπτωση από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.. Για παράδειγμα, η μεταφορά χρηματικού ποσού από και προς κοινό λογαριασμό μεταξύ των αυτών προσώπων και η επιστροφή του ίδιου χρηματικού ποσού στον αρχικό λογαριασμό, χωρίς ενδιάμεσα να έχει γίνει χρήση (του) ποσού αυτού από κάποιον από τους συνδικαιούχους, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη άτυπης δωρεάς.

25. Κάλυψη του εμβάσματος με χρηματικά ποσά από εκπρόθεσμες δωρεές, γονικές παροχές.

Οι άτυπες δωρεές και γονικές παροχές χρηματικών ποσών γίνονται δεκτές, έστω και αν υποβληθεί εκπρόθεσμα η οικεία φορολογική δήλωση (εισοδήματος ή δωρεάς), κατ’ εξαίρεση των όσων ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 19 ΚΦΕ, επειδή αφορούν εμβάσματα που δεν εμπίπτουν στην έννοια των τεκμηρίων (άρθ. 15-19 ΚΦΕ). Ελέγχεται όμως το πραγματικό γεγovόc της δωρεάς (π.χ. κίνηση λογ/σμών, οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που απέκτησε βεβαία χρονολογία πριν την ημερομηνία του εμβάσματος). Για το δωρητή συντρέχει υποχρέωση δήλωσης του χρηματικού ποσού με συμπληρωματική δήλωση του έτους που έκανε τη δωρεά (άρ.17 ΚΦΕ), προκειμένου να ελεγχθεί εάν είχε τη δυνατότητα να την καλύψει, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 19 ΚΦΕ.

Επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με τις ΠΟΛ.1042/8.2.1993 και Ε. 752/Εγκ. 7 /22.1.1979 διαταγές, για την αναγνώριση των ποσών αυτών που προέρχονται από δωρεά θα εξετάζεται πρώτα αν η δωρεά είναι πραγματική. Εφόσον διαπιστώνεται ότι η δωρεά είναι εικονική και εμφανίζεται για την καταστρατήγηση των διατάξεων περί τεκμηρίων, δεν θα λαμβάνεται υπόψη. Προς τούτο θα ερευνάται αν ο δωρητής είχε την οικονομική δυνατότητα να χορηγήσει αυτή.

Εξάλλου σας γνωρίζουμε ότι, σύμφωνα με τα ισχύοντα στη φορολογία δωρεών και γονικών παροχών, χρόνος φορολογίας για τις άτυπες δωρεές και γονικές παροχές είναι ο χρόνος σύστασης αυτών, δηλαδή – εν προκειμένω – ο χρόνος παράδοσης των χρηματικών ποσών. Εφόσον με την υποβολή της οικείας δήλωσης φόρου δωρεάς δεν μπορεί να αποδειχθεί ο αληθής χρόνος σύστασης της δωρεάς – γονικής παροχής, κατ’ αρχήν ο αναλογών φόρος δωρεάς θα υπολογισθεί με τα ισχύοντα κατά τον αναγραφόμενο στη δήλωση χρόνο σύστασης της δωρεάς. Εάν κατά τον έλεγχο της υπόθεσης φόρου δωρεάς – γονικής παροχής διαπιστωθεί με οποιονδήποτε τρόπο (π.χ. μεταφορά χρηματικών ποσών από και προς λογαριασμό) ότι η παράδοση των χρηματικών ποσών έγινε σε διαφορετικό χρόνο, ακολουθούνται οι σχετικές διαδικασίες για την έκδοση πράξης επιβολής φόρου.

Σε κάθε περίπτωση, για τη δικαιολόγηση των εμβασμάτων θα λαμβάνονται υπόψη εισοδήματα ή ποσά που δεν αποτελούν εισόδημα (π.χ. δωρεές, κληρονομιές, γονικές παροχές κλπ) που έχουν φορολογηθεί ή νομίμως απαλλαχτεί και τα οποία αποδεικνύονται με νόμιμα δικαιολογητικά.

Όλα τα ανωτέρω θα υπόκεινται στην εξελεγκτική αρμοδιότητα της Αρμόδιας Αρχής.

Οδηγίες για τη συμπλήρωση της κατάστασης προσδιορισμού κεφαλαίου παρέχονται στο επισυναπτόμενο στην παρούσα, παράρτημα Α’.

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ A’
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ και ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ.

Για τη χρήση της εφαρμογής θα πρέπει ο φορολογούμενος να είναι πιστοποιημένος χρήστης του taxisnet. Στην περίπτωση που ο έλεγχος αφορά φορολογούμενη που είναι έγγαμη, αυτή υποχρεούται να υποβάλει την κατάσταση προσδιορισμού κεφαλαίου με τους κωδικούς πρόσβασης του συζύγου. Επίσης, εάν καταχωρηθεί στο μητρώο του taxis διακοπή της έγγαμης σχέσης ή διάσταση (έστω και από τον ένα σύζυγο), τότε διακόπτεται η πιο πάνω δυνατότητα χρησιμοποίησης των κωδικών πρόσβασης του πρώην ή εν διαστάσει συζύγου.

Τα παραπάνω ισχύουν και για τους κατοίκους εξωτερικού, εφόσον είναι υπόχρεοι σε δήλωση.

Για τους αποβιώσαντες, εφόσον έχει γίνει απενεργοποίηση των κωδικών πρόσβασης, η κατάσταση θα υποβάλλεται χειρόγραφα από οποιονδήποτε από τους κληρονόμους αυτών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Επισημαίνεται ότι η κατάσταση συμπληρώνεται βάσει των δηλώσεων που έχουν ήδη υποβληθεί και εκκαθαριστεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Συνεπώς, εάν εκκρεμεί προς εκκαθάριση αρχική φορολογική δήλωση, θα πρέπει άμεσα να διενεργείται εκκαθάριση από τις Δ.Ο.Υ.

Επίσης, σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης συμπληρωματικής ή τροποποιητικής δήλωσης οποιουδήποτε οικ. έτους θα μπορεί ο φορολογούμενος να συμπληρώσει την κατάσταση προσδιορισμού κεφαλαίου. Οι συμπληρωματικές αυτές δηλώσεις δεν θα εκκαθαρισθούν από τις Δ.Ο.Υ. αλλά με νεότερη εγκύκλιο μας θα δοθούν οδηγίες για τον έλεγχο και την εκκαθάριση αυτών.

Αντίθετα, αν η συμπληρωματική δήλωση αφορά προσθήκη Α.Φ.Μ. συζύγου, τότε απαιτείται η άμεση εκκαθάριση από τη Δ.Ο.Υ. πριν την υποβολή της κατάστασης στην ηλεκτρονική εφαρμογή.

Αν παρά ταύτα δεν έχει γίνει εκκαθάριση, θα πρέπει ο φορολογούμενος να συμπληρώσει τους σχετικούς πίνακες της εφαρμογής με τα αναμορφωμένα ποσά και να συμπεριλάβει στο φάκελο δικαιολογητικών αντίγραφα των συμπληρωματικών αυτών δηλώσεων.

Επιπρόσθετα παρέχονται οι ακόλουθες διευκρινίσεις για επιμέρους θέματα συμπλήρωσης της εφαρμογής:

Στο πεδίο ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ δηλώνονται τα επιπλέον ποσά που προέκυψαν από φορολογικό έλεγχο.

Στο πεδίο ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ & ΠΡΟΣΔΙΟΡ/ΝΤΩΝ ΜΕ ΕΙΔΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ δηλώνονται εισοδήματα ορισμένων κατηγοριών επιτηδευματιών ή εν γένει φορολογούμενων που έχουν προσδιοριστεί με ειδικό τρόπο (τεκμαρτά κλπ σχετική ΠΟΛ.1095/29.4.2011).

ΠΡΟΣΟΧΗ

Τα ανωτέρω ποσά όπως και κάθε ποσό που επικαλείται ο φορολογούμενος για να καλύψει τα ποσά των εμβασμάτων, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει για την κάλυψη τεκμηρίων του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε. και ως εκ τούτου δεν θα υποβάλει συμπληρωματική Φορολογική Δήλωση, θα τα αναγράψει υόνο στα αντίστοιχα πεδία της ηλεκτρονικής εφαρμογής.

Η συμπλήρωση του πεδίου ΕΜΒΑΣΜΑΤΑ γίνεται υποχρεωτικά από το φορολογούμενο. Στην περίπτωση συνδικαιούχων συμπληρώνεται μόνο το ποσό που του αναλογεί, ενώ στην περίπτωση που τα εμβάσματα είναι εμπορικά συμπληρώνεται ως ποσό εμβασμάτων το 0,10 και στην επόμενη οθόνη, το πεδίο ΕΜΠΟΡΙΚΟ (βλ. σχετικά παραδείγματα που έχουν αναρτηθεί).

Τα στοιχεία που εμφανίζονται στην αρχική κατάσταση, προέρχονται από τις δηλώσεις Φ.Ε. των οικονομικών ετών 2004-2012. Ο φορολογούμενος αφού ελέγξει την ορθότητα των ποσών αυτών, πρέπει να συμπληρώσει τα τυχόν μη εμφανιζόμενα ποσά των τεκμηρίων, εισοδημάτων, κ.λ.π στα αντίστοιχα έτη. Επιπλέον, υπάρχει η δυνατότητα να τροποποιηθούν ή ακόμη και να διαγραφούν οποιαδήποτε πεδία της κατάστασης, ανεξάρτητα αν είναι συμπληρωμένα ή όχι.

Μετά τη συμπλήρωση-τροποποίηση της κατάστασης οι διαθέσιμες ενέργειες είναι οι εξής:

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΥΝΟΛΩΝ & ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ: Με την επιλογή αυτή, εφόσον συμπληρωθεί ή τροποποιηθεί η κατάσταση και εφόσον έχει συμπληρωθεί το πεδίο ΕΜΒΑΣΜΑΤΑ υπολογίζονται τα σύνολα και αποθηκεύονται οι ενέργειες.

ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ-ΑΡΧΙΚΟΠΟΙΗΣΗ: Με την επιλογή αυτή, ακυρώνονται όλες οι ενέργειες συμπλήρωσης στοιχείων στα διάφορα οικ. έτη και επανέρχεται η κατάσταση στην αρχική της μορφή.

ΕΤΗ 2006-2000: Με την επιλογή αυτή, γίνεται η μετάβαση στα συγκεκριμένα έτ


ΠΟΛ.1050/17.2.2014

(ΦΕΚ Β’ 478/26-02-2014)

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 27 του ν.4174/2013 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Φ.Ε.Κ. Α’ 170), όπως ισχύουν.

2. Τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν.4172/2013 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Φ.Ε.Κ. Α’ 167), όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 13 ν.4223/2013 (Α’ 254) και ισχύουν.

3. Τις διατάξεις του άρθρου 3 του ΚΦΔ (ν. 4174/2013) και του άρθρου 2 του ν. 4172/2013.

4. Τις διατάξεις των άρθρων 48 και 48Α’ του ν.2859/2000 (Α’ 248).

5. Τις διατάξεις του άρθρου 67Β’ του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151), όπως ίσχυαν μέχρι την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων των ν. 4172/2013.

6. Τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του ν.2238/1994 όπως ίσχυαν μέχρι την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων των Ν. 4172/2013.

7. Τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 21 του ν.4172/2013 καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 39 ΚΦΔ (Ν. 4174/2013).

8. Τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 82 του ν. 2238/1994,όπως ίσχυαν μέχρι την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων των ν. 4172/2013.

9. Τις διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 16 του Ν. 4174/2013 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Φ.Ε.Κ. Α’ 170).

10. Τις διατάξεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Φ.Ε.Κ. Α’ 170).

11. Τις διατάξεις της ΔΕΣ Α 1077357 ΕΞ 10.5.2013 (ΦΕΚ Β’ 1136) Α.Υ.Ο.

12. Τις διατάξεις της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε’ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 όπως ισχύει και την αριθμ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013/28.1.2013 (ΦΕΚ Β’130) Απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Οικονομικών Μεταβίβαση Αρμοδιοτήτων στο Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων.

13. Ότι από τις διατάξεις της Απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

Άρθρο 1
Αντικείμενο τεχνικών ελέγχου με την χρήση μεθόδων εμμέσου προσδιορισμού φορολογητέας ύλης.

Αντικείμενο των τεχνικών ελέγχου των περιπτώσεων β’, γ’ και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 27 ν.4174/2013 είναι ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης προκειμένου να εκδοθεί πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου σε φορολογούμενο φυσικό πρόσωπο, μέσω μιας μεθοδολογίας που αξιοποιεί τα στοιχεία, τις πληροφορίες και τα δεδομένα για έσοδα κάθε πηγής και πραγματοποιηθείσες δαπάνες πάσης φύσεως, που η Φορολογική Διοίκηση διαθέτει ή συγκεντρώνει, για τον ίδιο τον/την σύζυγο του και τα προστατευόμενα μέλη αυτών.

Άρθρο 2
Περιεχόμενο των τεχνικών ελέγχου.

2.1. Τεχνική της ανάλυσης ρευστότητας του φορολογουμένου.

Η τεχνική προσδιορίζει τη φορολογητέα ύλη αναλύοντας τα έσοδα (φορολογητέα και μη), τις αγορές και δαπάνες (επαγγελματικές, ατομικές και οικογενειακές) και τις αυξήσεις και μειώσεις των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων (επαγγελματικών, ατομικών και οικογενειακών) του φορολογούμενου φυσικού προσώπου.

Κατά την μέθοδο αυτή δημιουργείται ισοζύγιο με δύο βασικές στήλες: «Πηγές Κεφαλαίων/Εσόδων» και «Αναλώσεις Κεφαλαίων/Εσόδων».

Στην πρώτη στήλη Πηγές Κεφαλαίων/Εσόδων περιλαμβάνονται τα κάθε μορφής έσοδα που έχουν εισπραχθεί στην διάρκεια της ελεγχομένης φορολογικής περιόδου, των οποίων αποδεικνύεται η πραγματοποίηση και η νομιμότητα των συναλλαγών.

Στην δεύτερη στήλη Αναλώσεις Κεφαλαίων /Εσόδων περιλαμβάνονται όλες οι πραγματοποιηθείσες αναλώσεις, κατά τη διάρκεια της ελεγχομένης φορολογικής περιόδου.

Η διαφορά μεταξύ στήλης «Αναλώσεις Κεφαλαίων/ Εσόδων» και στήλης «Πηγές Κεφαλαίων/Εσόδων», θεωρείται μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη και εφόσον δεν αιτιολογείται υπόκειται σε φορολόγηση.

2.2. Τεχνική της καθαρής θέσης του φορολογουμένου.

Η τεχνική αυτή αναδημιουργεί το οικονομικό ιστορικό του φορολογούμενου φυσικού προσώπου και προσδιορίζει φορολογητέα ύλη, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τα διαθέσιμα κεφάλαια προσωπικά, οικογενειακά, επαγγελματικά, τις διάφορες απαιτήσεις προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές (ενεργητικό), τις υποχρεώσεις προσωπικές, οικογενειακές ή επαγγελματικές (παθητικό), τις ατομικές, οικογενειακές και επαγγελματικές δαπάνες ως και τα εισοδήματα από λοιπές πηγές (ατομικά και οικογενειακά).

Κατά την τεχνική αυτή δημιουργείται ο Πίνακας Ενεργητικού και Παθητικού για όλες τις ελεγχόμενες φορολογικές περιόδους με φορολογική περίοδο βάσης την αμέσως προηγούμενη από την πρώτη ελεγχόμενη φορολογική περίοδο. Στο Ενεργητικό περιλαμβάνονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία και οι καταθέσεις σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατά την λήξη κάθε φορολογικής περιόδου. Στο Παθητικό περιλαμβάνονται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις. Η διαφορά Ενεργητικού-Παθητικού αποτελεί την Καθαρή Θέση κάθε φορολογικής περιόδου.

Από την καθαρή θέση λήξης κάθε φορολογικής περιόδου αφαιρείται η καθαρή θέση έναρξης.

Οι αυξήσεις/μειώσεις της Καθαρής Θέσης αναπροσαρμόζονται με τις περιπτώσεις απόκτησης περιουσιακών στοιχείων άνευ ανταλλάγματος (αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής, προίκας, κερδών από τυχερά παίγνια, ανταλλαγής) και τις περιπτώσεις εκποίησης αυτών, με τις ατομικές και οικογενειακές δαπάνες κάθε είδους, και συγκρίνονται με τα δηλωθέντα εισοδήματα.

Η προκύπτουσα διαφορά θεωρείται μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη και εφόσον δεν αιτιολογείται υπόκειται σε φορολόγηση.

2.3. Τεχνική του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά.

Η τεχνική αυτή προσδιορίζει φορολογητέα ύλη παρακολουθώντας την κίνηση των (διαθεσίμων) κεφαλαίων του φορολογούμενου, του/της συζύγου και των προστατευομένων μελών αυτών, είτε με την κατάθεση αυτών σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς είτε με την ανάλωση τους σε διάφορες συναλλαγές με χρήση μετρητών. Αναλύει τις συνολικές καταθέσεις σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς, τα διαθέσιμα, τις αγορές και δαπάνες σε μετρητά τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο κατά τη διάρκεια της ελεγχομένης φορολογικής περιόδου και τα συγκρίνει με τα συνολικά δηλωθέντα έσοδα.

Κατά την τεχνική αυτή από τις συνολικές τραπεζικές καταθέσεις της ελεγχόμενης φορολογικής περιόδου αφαιρούνται τα κατατεθειμένα ποσά που αφορούν μη υποκείμενα σε φορολογία έσοδα, όπως εκταμιεύσεις δανείων, συμψηφιστικές κινήσεις και λοιπές πράξεις που δεν αποτελούν καθαρές καταθέσεις.

Στο Υπόλοιπο των καθαρών τραπεζικών καταθέσεων προστίθενται όλες οι καταβολές σε μετρητά για αγορές, δαπάνες (προσωπικές/οικογενειακές ή επαγγελματικές) και λοιπές συναλλαγές και αφαιρούνται τα μη υποκείμενα σε φορολογία έσοδα που δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμούς.

To νέο Υπόλοιπο αναμορφώνεται με τις αυξήσεις/ μειώσεις εισπρακτέων λογαριασμών και συγκρίνεται με τα συνολικά δηλωθέντα Εισοδήματα.

Η προκύπτουσα διαφορά θεωρείται μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη και εφόσον δεν αιτιολογείται υπόκειται σε φορολόγηση.

2.4. Για την εφαρμογή των ανωτέρω τεχνικών ορίζονται οι παρακάτω έννοιες:

• Καταθέσεις σε/Αναλήψεις από προσωπικούς και επαγγελματικούς λογαριασμούς σε/από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Καταθέσεις σε/ Αναλήψεις από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (κάθε μορφής στην Ελλάδα ή το Εξωτερικό), του φορολογούμενου, της συζύγου και των προστατευόμενων μελών αυτών (λογαριασμοί προσωπικοί, οικογενειακοί και επαγγελματικοί). Περιπτώσεις κοινών λογαριασμών καταλογίζονται στον πραγματικό δικαιούχο, ο οποίος καθορίζεται με βάση τις πραγματικές περιστάσεις και τη φύση των συναλλαγών. Εφόσον αυτό δεν είναι δυνατό, τα ποσά κατανέμονται ισόποσα σε όλους τους συνδικαιούχους (ποσό διά αριθμό συνδικαιούχων).

• Περιουσιακά στοιχεία. Κινητή και ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής του φορολογουμένου, του/ της συζύγου και των προστατευομένων μελών αυτών στην Ελλάδα ή και στο Εξωτερικό. Η αποτίμηση γίνεται με βάση την αξία κτήσης ή το κόστος κατασκευής προσαυξημένη με την αξία/κόστος τυχόν προσθηκών ή βελτιώσεων, επίσης περιλαμβάνονται και τυχόν υπάρχουσες απαιτήσεις έναντι τρίτων.

• Προστατευόμενα μέλη. Τα πρόσωπα που θεωρείται ότι βαρύνουν τον φορολογούμενο σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν.2238/1994 ή τα εξαρτώμενα μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν.4172/2013, ανάλογα με τις διατάξεις που ισχύουν στη φορολογία εισοδήματος σε κάθε φορολογική περίοδο.

• Δαπάνες. Δαπάνες πάσης φύσεως που πραγματοποιούνται από τον ελεγχόμενο, τον/την σύζυγο του και τα προστατευόμενα μέλη αυτών. Σε περίπτωση όπου είναι δεδομένη η πραγματοποίηση της δαπάνης, αλλά δεν είναι γνωστό το ποσό που καταβλήθηκε και δεν παρέχονται στοιχεία από το φορολογούμενο για το ύψος του, αυτό προσδιορίζεται με βάσει τα στοιχεία που έχει στην διάθεση της η Φορολογική Διοίκηση.

Όπου αναφέρονται δαπάνες διαβίωσης (προσωπικές/ οικογενειακές ) αφορούν πραγματικές δαπάνες και όχι τεκμαρτές.

• Φορολογική περίοδος: Ειδικά για την εφαρμογή των παραπάνω τεχνικών ελέγχου ως φορολογική περίοδος ορίζεται: η διαχειριστική περίοδος για το διάστημα που ίσχυαν οι διατάξεις του ν.2238/1994 και το φορολογικό έτος για εισοδήματα που αποκτώνται από 1/1/2014 και μετά.

Εξαιρετικά στην τεχνική της καθαρής θέσης μπορεί η ελεγχόμενη Φορολογική περίοδος να περιλαμβάνει περισσότερες της μίας συνεχόμενες διαχειριστικές περιόδους ή φορολογικά έτη.

• Φορολογούμενος: Όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παρ α’ και β’ του Κ.Φ.Δ και στο άρθρο 2 παρ α’ και β’ του ν 4172/2013, ανεξαρτήτως πηγής εισοδήματος.

Άρθρο 3
Υπαγόμενοι – Πεδίο εφαρμογής

Στον τρόπο και στη διαδικασία ελέγχου που ορίζεται με την απόφαση αυτή, μπορούν να υπαχθούν:

1) οι ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογουμένων φυσικών προσώπων, που αναφέρονται στο άρθρο 28 του ν.4172/2013, για τα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1/1/2014 και μετά,

2) οι ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογουμένων φυσικών προσώπων για διαχειριστικές περιόδους που έληγαν πριν την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων του ν.4172/2013 για τις οποίες δεν είχε γίνει έναρξη ελέγχου μέχρι 31/12/2013 (σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 66 του ν.4174/2013), και συντρέχει μία ή περισσότερες από τις πιο κάτω περιπτώσεις:

α) υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός (περιουσιακά στοιχεία και καταθέσεις),

β) παρουσιάζονται μεγάλες δαπάνες που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογούμενου φυσικού προσώπου(ατομικά και οικογενειακά),

γ) Είναι μέλη εταιρειών (οποιασδήποτε μορφής) με ζημιογόνα αποτελέσματα,

δ) δεν τηρούνται ή δεν επιδεικνύονται τα βιβλία και τα στοιχεία ΚΒΣ/Κ.Φ.Α.Σ.,

ε) υφίστανται πληροφορίες για παράνομα ή/και αδήλωτα εισοδήματα/αγορές/ δαπάνες (επαγγελματικές, ατομικές, οικογενειακές).

Στις πιο πάνω υποθέσεις περιλαμβάνονται και αυτές για τις οποίες μία ή περισσότερες πηγές εισοδήματος (του φορολογούμενου ή του/της συζύγου) παραμένουν ανέλεγκτες.

Άρθρο 4
Επιλογή υποθέσεων.

Η επιλογή των υποθέσεων στις οποίες θα εφαρμοστούν οι τεχνικές ελέγχου μεθόδων έμμεσου προσδιορισμού φορολογητέας ύλης γίνεται με βάσει τις διατάξεις του άρθρου 26 του ΚΦΔ (ν. 4174/2013).

Άρθρο 5
Επιλογή τεχνικής ελέγχου.

Όταν διενεργείται προσδιορισμός φορολογητέας ύλης με μεθόδους εμμέσου προσδιορισμού, εφαρμόζονται οι τεχνικές ελέγχου που ορίζονται με την παρούσα απόφαση και επιλέγεται η τεχνική ελέγχου που κρίνεται προσφορότερη για το δημόσιο συμφέρον.

Όταν διενεργείται προσδιορισμός φορολογητέας ύλης με μεθόδους εμμέσου προσδιορισμού, εφαρμόζεται η τεχνική ελέγχου που επιλέγεται με αιτιολογημένη απόφαση του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ. ή του Ελεγκτικού Κέντρου που εκδίδεται από κοινού με τον υποδιευθυντή και τον προϊστάμενο του τμήματος έλεγχου, μετά από εισήγηση του υπαλλήλου που φέρει την εντολή ελέγχου, αξιολογώντας τα στοιχεία που η ελεγκτική υπηρεσία έχει στη διάθεσή της.

(Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 5, τέθηκε όπως αντικαταστάθηκε με την ΠΟΛ.1094/7.4.2014)

Στην περίπτωση που και οι δυο φορολογούμενοι/ σύζυγοι υποβάλουν κοινή δήλωση και ελέγχονται ταυτόχρονα ο προσδιορισμός φορολογητέας ύλης με τις τεχνικές ελέγχου της παρούσας γίνεται ενιαία.

Στις υποθέσεις που εφαρμόζονται οι τεχνικές ελέγχου με μεθόδους εμμέσου προσδιορισμού φορολογητέας ύλης, θα εφαρμόζονται και οι λοιπές ισχύουσες περί φορολογικού ελέγχου διατάξεις.

Άρθρο 6
Ενέργειες της Φορολογικής Διοίκησης.

Η Φορολογική Διοίκηση συγκεντρώνει πληροφορίες και στοιχεία τόσο από Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών όσο και από τρίτες πηγές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Κ.Φ.Δ (ν. 4174/2013).

Τα ανωτέρω στοιχεία, οι παρεχόμενες από τον φορολογούμενο πληροφορίες (άρθρο 14 του Κ.Φ.Δ ), καθώς και τα οικονομικά δεδομένα των τηρουμένων βιβλίων και στοιχείων (στις περιπτώσεις όπου σύμφωνα με τις ισχύουσες σε κάθε φορολογική περίοδο διατάξεις έχει υποχρέωση να τηρεί), λαμβάνονται υπ όψη από τον έλεγχο κατά την εφαρμογή των τεχνικών έλεγχου.

Άρθρο 7
Παροχή στοιχείων.

Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας η Φορολογική Διοίκηση, με την έναρξη του ελέγχου ή κατά τη διάρκεια αυτού, μπορεί να ζητήσει από τον φορολογούμενο και αυτός έχει υποχρέωση να παράσχει στοιχεία για την περιουσιακή κατάσταση και τις συνθήκες διαβίωσης του ιδίου, του/της συζύγου του και των προστατευόμενων μελών τους, για τις ελεγχόμενες φορολογικές περιόδους, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που η Φορολογική Διοίκηση θεωρεί απαραίτητο.

Στα ανωτέρω στοιχεία μπορούν να συμπεριλαμβάνονται: στοιχεία για ακίνητα (οικόπεδα, αγροτεμάχια, κτίσματα κάθε μορφής), για κινητά μέσα (οχήματα κάθε μορφής, πλωτά και εναέρια μέσα), για επενδύσεις/συ μ μετοχές κάθε μορφής, για καταθέσεις κάθε μορφής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για διαθέσιμα μετρητά, για έργα τέχνης, συλλογές και λοιπά τιμαλφή και για απαιτήσεις/υποχρεώσεις κάθε είδους.

Ειδικά ως προς τα περιουσιακά στοιχεία των κατηγοριών έργων τέχνης, συλλογών και λοιπών τιμαλφών απαιτείται η παροχή στοιχείων μόνο εφόσον η αξία εκάστου υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

Τα ανωτέρω στοιχεία παρέχονται διακεκριμένα για κάθε φορολογική περίοδο σε περίπτωση που υπάρχουν μεταβολές.

Το βάρος της απόδειξης για τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία φέρει ο φορολογούμενος, το ύψος δε των δηλούμενων καταθέσεων και μετρητών κατά την έναρξη της πρώτης ελεγχόμενης χρήσης, προκειμένου να γίνει δεκτό, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το πραγματικό διαθέσιμο κεφάλαιο προηγουμένων ετών, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση τα δεδομένα των υποβληθεισών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, ή από στοιχεία που έχει στην διάθεση της η ελεγκτική υπηρεσία.

Άρθρο 8
Κατανομή μη δηλωθείσας φορολογητέας ύλης.

Στην περίπτωση που ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης με μεθόδους εμμέσου προσδιορισμού γίνεται για συζύγους που υποβάλουν κοινή δήλωση και προκύψει μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη, αυτή κατανέμεται μεταξύ των συζύγων κατά το ποσό που αφορά έκαστον, εφόσον αυτό μπορεί να προσδιοριστεί από τον έλεγχο, ή μερίζεται κατ’ αναλογία των δηλωθέντων εισοδημάτων όταν τα εισοδήματα και των δυο συζύγων προέρχονται από επιχειρηματικές δραστηριότητες. Όταν ο ένας σύζυγος έχει εισόδημα μόνο από μισθωτή εργασία / συντάξεις, ο δε άλλος και από επιχειρηματική δραστηριότητα τότε η μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη βαρύνει τον/την σύζυγο που έχει και επιχειρηματική δραστηριότητα, εκτός και αν προσδιοριστεί διαφορετικά από τον έλεγχο.

Η μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη, κατανέμεται στην φορολογική περίοδο που αφορά και στις πηγές/κατηγορίες εισοδήματος που ανάγεται εφόσον αυτό τεκμηριώνεται.

Αν δεν μπορεί να προσδιοριστεί σαφώς η πηγή/κατηγορία προέλευσης του εισοδήματος αυτού, η διαφορά καταλογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 48 του ν.2238/1994 όπως ίσχυαν μέχρι την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων του ν.4172/2013 ή στην παραγράφου 4 του άρθρου 21 του ν.4172/2013 για φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1/1/2014 και μετά.

Όταν η ελεγχόμενη φορολογική περίοδος περιλαμβάνει περισσότερες της μίας συνεχόμενες διαχειριστικές περιόδους ή φορολογικά έτη, η προσδιοριζόμενη φορολογητέα ύλη κατανέμεται ισομερώς μεταξύ των διαχειριστικών περιόδων ή φορολογικών ετών.

Άρθρο 9
Προσδιορισμός καθαρού φορολογητέου εισοδήματος

Το καθαρό φορολογητέο εισόδημα, με την εφαρμογή μεθόδων εμμέσου προσδιορισμού, προκύπτει από την άθροιση της αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης, όπως αυτή προσδιορίζεται με τις τεχνικές ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 2 της παρούσας και κατανέμεται σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου της παρούσας, και του δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος του φορολογουμένου ανά φορολογική περίοδο και πηγή /κατηγορία εισοδήματος.

Η επιλογή του τελικού προσδιορισθέντος καθαρού φορολογητέου εισοδήματος του φορολογουμένου γίνεται ως εξής:

• Κατ αρχάς, προσδιορίζεται το συνολικό καθαρό φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου από όλες τις πηγές/κατηγορίες εισοδήματος με τις γενικές φορολογικές διατάξεις, όπως αυτές ίσχυαν σε κάθε ελεγχόμενη/νο διαχειριστική περίοδο/φορολογικό έτος.

• Στην συνέχεια, προσδιορίζεται το συνολικό καθαρό φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου από όλες τις πηγές/κατηγορίες εισοδήματος με τις τεχνικές ελέγχου της παρούσας απόφασης, όπως αναφέρεται παραπάνω

• Συγκρίνονται, ανά φορολογική περίοδο, τα αποτελέσματα των δύο προσδιορισμών και ως τελικό φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου λαμβάνεται το μεγαλύτερο.

Στην περίπτωση που ο προσδιορισμός του καθαρού φορολογητέου εισοδήματος με τις τεχνικές ελέγχου γίνεται ενιαία για φορολογουμένους/συζύγους που υποβάλουν κοινή δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας, τότε και τα προσδιορισθέντα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου με τις λοιπές γενικές διατάξεις θα πρέπει αντίστοιχα να αθροίζονται για να είναι δυνατή η σύγκριση με το ενιαίο προσδιορισθέν αποτελέσματα από τις τεχνικές ελέγχου.

Στην συνέχεια, συγκρίνονται, ανά φορολογική περίοδο, τα αποτελέσματα των δύο προσδιορισμών και ως τελικό φορολογητέο εισόδημα θα λαμβάνεται το μεγαλύτερο, το οποίο θα κατανέμεται στους φορολογουμένους σύμφωνα με τον επιλεγέντα τρόπο. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα επιλέγεται το αποτέλεσμα που προκύπτει από τον έλεγχο με τις γενικές φορολογικές διατάξεις.

Αν σε κάποια φορολογική περίοδο, το φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου/ης και του/της συζύγου του προσδιορίστηκε τεκμαρτά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 έως 19 του ν.2238/1994 ή του Κεφαλαίου Δ’ του ν. 4172/2013, όπως αυτές ίσχυαν σε κάθε ελεγχόμενη/νο φορολογική περίοδο/διαχειριστικό έτος, ο τεκμαρτός προσδιορισμός θα λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του τελικού φορολογητέου εισοδήματος.

Άρθρο 10
Προσδιορισμός ακαθαρίστου εισοδήματος/συνολικών εσόδων στην περίπτωση εφαρμογής τεχνικών ελέγχου με τη χρήση μεθόδων εμμέσου προσδιορισμού.

Στην περίπτωση που επιλεγεί ο προσδιορισμός του τελικού φορολογητέου εισοδήματος με τις λοιπές γενικές φορολογικές διατάξεις τότε τα ακαθάριστα έσοδα προσδιορίζονται σύμφωνα με αυτές.

Στην περίπτωση που το τελικό φορολογητέο εισόδημα σύμφωνα με το άρθρο 9 της παρούσας είναι το προσδιορισθέν με τις τεχνικές ελέγχου μεθόδων εμμέσου προσδιορισμού τότε αν η προκύπτουσα διαφορά έχει κατανεμηθεί ολόκληρη ή τμήμα αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 της παρούσας, ως εισόδημα από ατομική εμπορική επιχείρηση ή από άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος ή από επιχειρηματική δραστηριότητα, αυτή προστίθεται στα δηλωθέντα ή βάσει βιβλίων και στοιχείων ακαθάριστα εισοδήματα/στα συνολικά έσοδα για τον προσδιορισμό των ακαθαρίστων εισοδημάτων/ συνολικών εσόδων.

Άρθρο 11
Δικαίωμα Ανταπόδειξης φορολογούμενου

Το δικαίωμα ανταπόδειξης του φορολογούμενου φυσικού προσώπου σε περίπτωση διορθωτικού προσδιορισμού φορολογητέας ύλης με τις τεχνικές ελέγχου των έμμεσων μεθόδων που αναφέρονται στην παρούσα, πραγματοποιείται στα πλαίσια εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 28 του ν.4174/2013.

Οι διαφορές μεταξύ προσδιορισθείσας βάσει τεχνικών ελέγχου και δηλωθείσας φορολογητέας ύλης αιτιολογούνται με τεκμηριωμένα στοιχεία που προσκομίζονται από τον φορολογούμενο και δικαιολογούν έσοδα αποκτηθέντα και μη δηλωθέντα σε κάθε ελεγχόμενη/ νο φορολογική περίοδο/διαχειριστικό έτος, όπως πωλητήρια συμβόλαια, δηλώσεις φόρου δωρεάς- κληρονομιάς χρημάτων, κέρδη από τυχερά παίγνια γενικά, συμβάσεις δανείων και κάθε σχετικό έγγραφο το οποίο θα φέρει βεβαία ημερομηνία και στοιχεία νομιμότητας.

Για όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις θα πρέπει να αποδεικνύεται το πραγματικό στοιχείο της συναλλαγής, όπως η πίστωση των ποσών σε λογαριασμό/ούς του ελεγχόμενου, του/της συζύγου ή των προστατευόμενων μελών αυτών.

Σε κάθε περίπτωση το βάρος της απόδειξης φέρει ο φορολογούμενος.

Άρθρο 12
Έλεγχος λοιπών φορολογικών αντικειμένων στην περίπτωση εφαρμογής τεχνικών ελέγχου με την χρήση μεθόδων εμμέσου προσδιορισμού.

Τα ακαθάριστα εισοδήματα ή συνολικά έσοδα όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 της παρούσας λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των φόρων, τελών και εισφορών στις λοιπές φορολογίες. Ο προσδιορισμός πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για κάθε φορολογία.

Επί του προσδιορισθέντος συνολικού καθαρού εισοδήματος προσδιορίζεται Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης αρθ.29 Ν.3986/2011, καθώς και κάθε άλλη επιβάρυνση που προβλέπονταν σε κάθε φορολογική περίοδο.

Άρθρο 13

Από την δημοσίευση της παρούσας απόφασης κάθε διάταξη της ΔΕΣ Α 1077357 ΕΞ 10.5.2013 (ΦΕΚ Β 1136) Α.Υ.Ο. που έρχεται σε αντίθεση με αυτήν παύει να ισχύει.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Ο Γενικός Γραμματέας
Δημοσίων Εσόδων ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ

πηγή Tax Heaven


ΠΟΛ.1180/16.7.2014

Παροχή διευκρινίσεων για την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3691/2008 (ΦΕΚ 166 Α’), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 68 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ 170 Α’)

Αθήνα, 16 Ιουλίου 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΛΕΓΧΩΝ
ΤΜΗΜΑΤΑ Δ’, Α’

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κωδ. : 101 84 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες: Ν. Τζούμα – Γ. Ματσούκη
Τηλέφωνο : 210 – 3375928 – 5046
FAX :210 – 3375354

ΠΟΛ 1180/2014

ΘΕΜΑ: Παροχή διευκρινίσεων για την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3691/2008 (ΦΕΚ 166 Α’), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 68 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ 170 Α’).

Σε συνέχεια της ΠΟΛ.1207/3.9.2013, με την οποία σας κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 68 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ 170 Α’), σας γνωρίζουμε τα εξής:

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 68 του ν. 4174/2013 εξαιρέθηκαν από τον ορισμό των βασικών αδικημάτων ορισμένα αδικήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή χαμηλότερη της γενικής ρήτρας, δηλαδή ποινή η οποία μπορεί να είναι χαμηλότερη των έξι μηνών φυλάκισης, απαλείφοντας έτσι περιπτώσεις φοροδιαφυγής χαμηλού φορολογικού ενδιαφέροντος σε σχέση με την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Επίσης, προστίθεται ως βασικό αδίκημα και το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, λόγω της σημασίας του εν λόγω αδικήματος στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Ειδικότερα, τα βασικά αδικήματα που ενδιαφέρουν τις φορολογικές αρχές είναι, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση ιη’ του ν. 3691/2008, τα κάτωθι:

α) Της φοροδιαφυγής:

i) Μη υποβολή δήλωσης ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, καθώς και η αποφυγή πληρωμής φόρου πλοίων (άρθρο 17 του ν. 2523/1997 – ΦΕΚ 179 Α’- όπως ισχύει).

ii) Μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση Φ.Π.Α., παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίστηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, υπερβαίνει τις 3.000 ευρώ σε ετήσια βάση (άρθρο 18, με την εξαίρεση της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1, του ν. 2523/1997, όπως ισχύει).

iii) Έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, καθώς και μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση στοιχείων (άρθρο 19, με την εξαίρεση της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του ν. 2523/1997, όπως ισχύει και μετά την αντικατάσταση του Π.Δ. 186/1992 από τις διατάξεις του Κ.Φ.Α.Σ.).

β) Της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, με την εξαίρεση της μη καταβολής χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές ή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από τα δικαστήρια ή από διοικητικές αρχές (άρθρο 25 του ν. 1882/1990 – ΦΕΚ 43 Α’, όπως ισχύει, με την εξαίρεση της περίπτωσης α της παραγράφου 1 ).

2. Αναφορικά με το χρόνο και τις προϋποθέσεις αποστολής αναφορών για αδικήματα φοροδιαφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 3691/2008, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

i) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 3691/2008, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 68 του ν. 4174/2013, οι Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα ελεγκτικά κέντρα, όταν διαπιστώνουν περιπτώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και των λοιπών αδικημάτων αρμοδιότητάς τους που υπάγονται στα βασικά αδικήματα, υποβάλλουν αναφορές στην Αρχή του άρθρου 7 του ν. 3691/2008 ενημερώνοντας συγχρόνως και τη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, εφόσον το ποσό των παραβάσεων υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, σύμφωνα με τις οδηγίες που δόθηκαν με το ΔΕΛ Δ 1148965 ΕΞ 2013 / 30.9.2013 έγγραφό μας.

Για διευκόλυνσή σας, επισυνάπτεται στην παρούσα το νέο υπόδειγμα αναφορών του ν. 3691/2008, όπως διαμορφώθηκε μετά και τις ανωτέρω διατάξεις.

ii) Αναφορές του ν. 3691/2008 δεν αποστέλλονται στην περίπτωση που ο υπόχρεος καταβάλει το φόρο που του καταλογίστηκε στα πλαίσια του φορολογικού ελέγχου, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Φ.Δ.

iii) Εφόσον ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, δεν αποστέλλεται αναφορά του ν. 3691/2008 σε περίπτωση αποδοχής από τον υπόχρεο της απόφασης ή της σιωπηρής απόρριψης της προσφυγής από την ανωτέρω Διεύθυνση.

iv) Αντίθετα, αποστέλλεται αναφορά του ν. 3691/2008 σε περίπτωση μη αποδοχής από τον υπόχρεο της απόφασης της ανωτέρω Διεύθυνσης (δηλαδή σε περίπτωση μη καταβολής καταλογισθέντων ποσών ή προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια).

ν) Όπως ορίζεται και στην ΠΟΛ.1151/14.11.2008, δεν αποστέλλεται αναφορά του ν. 3691/2008 στις περιπτώσεις όπου από τον έλεγχο προκύπτουν διαφορές φόρου εισοδήματος που οφείλονται σε συνήθεις λογιστικές διαφορές, όπως επίσης και στις περιπτώσεις εξωλογιστικού προσδιορισμού των αποτελεσμάτων, όπου οι διαφορές φόρων δεν συνδέονται με αποδεδειγμένη πραγματική απόκρυψη. Αντίθετα, διαβιβάζονται αναφορές στις περιπτώσεις εξωλογιστικού προσδιορισμού λόγω μη επίδειξης βιβλίων και στοιχείων στον έλεγχο ή μη τήρησης αυτών.

Μετά την ισχύ του Κ.Φ.Δ. από 1/1/2014 (άρθρο 27 παρ. 1 του Ν. 4174/2013 – ΦΕΚ Α’ 170), με τον οποίο εφαρμόζονται οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου για τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, αποστέλλεται αναφορά του ν. 3691/2008 στις περιπτώσεις πραγματικής απόκρυψης εισοδήματος που διαπιστώνεται κατά την ελεγκτική διαδικασία, εφόσον το ποσό του αναλογούντος φόρου υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ (σχετικό το υπ’ αριθ. ΔΕΛ Δ 1148965 ΕΞ 2013 / 30.9.2013 έγγραφό μας).

3. Αναφορικά με την αποστολή αναφορών για περιπτώσεις μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο θα ακολουθήσουν νεώτερες οδηγίες.

4. Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 68 του ν. 4174/2013 δεν περιλαμβάνονται πλέον στα υπόχρεα πρόσωπα αρμοδιότητας της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 6 του ν. 3691/2008, οι εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών και οι εταιρείες παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου (εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς).

Υπενθυμίζεται ότι, οι Δ.Ο.Υ. και τα ελεγκτικά κέντρα, όταν διενεργούν φορολογικό έλεγχο σε υπόχρεα πρόσωπα αρμοδιότητας της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης, οφείλουν υποχρεωτικά και ταυτόχρονα με το φορολογικό έλεγχο, να διενεργούν και έλεγχο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις του ν. 3691/2008 και να ενημερώνουν σχετικά την ηλεκτρονική εφαρμογή της Δ/νσης Ελέγχων (ΠΟΛ.1127/31.8.2010, Κεφάλαια ΣΤ’ και Θ).

5. Σύμφωνα με το άρθρο 40 του ν. 3691/2008, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 68 του ν. 4174/2013, ειδικά στις περιπτώσεις διενέργειας φορολογικών ή τελωνειακών ελέγχων και κατά τη διαδικασία είσπραξης χρεών, η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών δύναται να ζητήσει και να λάβει από την Αρχή του άρθρου 7 του ν.3691/2008 κάθε διαθέσιμη σε αυτήν πληροφορία που είναι πιθανό να σχετίζεται με το διενεργούμενο έλεγχο ή με την επιδιωκόμενη είσπραξη χρέους του υπόχρεου. Η Αρχή δύναται να αποφασίσει να μην παράσχει τις πληροφορίες, εάν η παροχή των πληροφοριών θα έθετε σε κίνδυνο μια συνεχιζόμενη έρευνα της Αρχής. Αυτή η άρνηση δεν μπορεί να υπερβεί χρονικά τους έξι (6) μήνες. Ωστόσο, όπως ορίζει η παράγραφος 2 του άρθρου 15 του ν.4174/2013, η Φορολογική Διοίκηση δεν μπορεί να λαμβάνει γνώση πληροφοριών ή εγγράφων που αφορούν σε ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών ή των ποινικών δικαστηρίων, χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια του αρμόδιου Εισαγγελέα.

Αρμόδιος για την υποβολή αιτήματος προς την Αρχή του άρθρου 7 του ν.3691/2008 για χορήγηση κάθε διαθέσιμης σε αυτήν πληροφορίας, καθώς και για την υποβολή αιτήματος προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα για χορήγηση έγγραφης άδειας για λήψη πληροφοριών ή εγγράφων για υποθέσεις που εκκρεμούν όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω είναι «ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή του Ελεγκτικού Κέντρου ή του Ειδικού Συνεργείου Ελέγχου του άρθρου 39 του ν.1914/1990, όπως ισχύει, ο υπάλληλος των οποίων διενεργεί τον έλεγχο ή ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή του Ελεγκτικού Κέντρου που επιδιώκει την είσπραξη της οφειλής ή ο Προϊστάμενος της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης ή ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. που παραλαμβάνει την προβλεπόμενη δήλωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα» (περίπτωση 6 της υπ’ αριθ.Δ6Α 1036682 ΕΞ/2014 25.2.2014 Απόφαση Γεν. Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ.Δ6Α 1054391 ΕΞ 2014/1.4.2014 Απόφαση Γεν. Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων).

Σημειώνεται ότι το αίτημα, είτε προς την Αρχή, είτε προς τον Εισαγγελέα προκειμένου για αναζήτηση πληροφοριών, όπως περιγράφεται ανωτέρω, θα πρέπει να υποβάλλεται μόνο εφόσον δεν επαρκούν οι ίδιες πηγές πληροφόρησης και συνεπώς κρίνεται απολύτως απαραίτητο.

Κατόπιν των ανωτέρω, παρακαλείσθε για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων σύμφωνα με τις οδηγίες που δίνονται με την παρούσα εγκύκλιο.

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

Η ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑ
ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ

πηγή Tax Heaven


Η «αγνώστου» προελεύσεως προσαύξηση της περιουσίας

Του δικηγόρου Γεωργίου Σπ. Ευσταθόπουλου,

 

Το θέμα αυτό αποτελεί ειδικό κεφάλαιο της φορολογικής νομοθεσίας, απασχολεί όλους τους εμπλεκόμενους (Ελεγκτές, λογιστές, δικηγόρους) που ασχολούνται με την εφαρμογή της.


Ι. Επί του άνω θέματος, παρατίθενται κατωτέρω οι εφαρμοστές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας:


(α) Δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 15 Ν. 3888/2010 (ΦΕΚ Α 175/30.9.2010) προστέθηκε νέο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρου 48 Ν. 2238/1994, σύμφωνα με το οποίο ορίστηκε ότι:

«Σε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, ο φορολογούμενος μπορεί να κληθεί να αποδείξει είτε την πραγματική πηγή ή αιτία προέλευσης της είτε ότι φορολογείται από άλλες διατάξεις είτε ότι απαλλάσσεται από το φόρο με ειδική διάταξη, προκειμένου αυτό να μην φορολογηθεί ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων της χρήσης κατά την οποία επήλθε η προσαύξηση»

(β) Η Διοίκηση, προς το σκοπό ορθής εφαρμογής της άνω διατάξεως, παρείχε διευκρινιστικές οδηγίες με την εκδοθείσα ΠΟΛ 1095/2011, η οποία αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα (παρ. 3, 5 και 8):
«Οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε οποιαδήποτε προσαύξηση περιουσίας, που προέρχεται από άγνωστη πηγή και αιτία προέλευσης, ή πρόκειται για προσαύξηση περιουσίας που δεν προκύπτει από διαρκή και σταθερή πηγή και καθορίζεται ότι ο φορολογούμενος, εφόσον κληθεί, φέρει το βάρος της απόδειξης για την πηγή η την αιτία προέλευσης ή ότι η εν λόγω προσαύξηση φορολογείται με συγκεκριμένες διατάξεις, ή ότι απαλλάσσεται με ειδική διάταξη. Σε περίπτωση που οι αποδείξεις δεν είναι ικανοποιητικές η οποιαδήποτε προσαύξηση της περιουσίας χαρακτηρίζεται και φορολογείται ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα»
«Κατά την εφαρμογή αυτών των διατάξεων, για κάθε υπόθεση που ελέγχεται, πιθανόν να προκύπτουν συγκεκριμένα προβλήματα, τα οποία πρέπει να ελέγχονται και να αντιμετωπίζονται το κάθε ένα ξεχωριστά και μεμονωμένα με τις δικές του ιδιαιτερότητες.»
«Σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε προσαύξηση της περιουσίας διαπιστωθεί κατά τον έλεγχο, προκειμένου να φορολογηθεί ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων, απαιτείται να ελέγχονται και να συνεκτιμώνται τα πραγματικά στοιχεία όπως αναφέρονται παραπάνω και επίσης να ελέγχονται και να συνεκτιμώνται οι τυχόν δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν ή όχι τεκμήρια απόκτησης περιουσιακών στοιχείων όπως ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 17 και 18 ΚΦΕ»

 

(γ) Επίσης, η εκδοθείσα για τον έλεγχο των εμβασμάτων στο εξωτερικό ΠΟΛ 1033/2013 ορίζει τις ενέργειες των ελεγκτικών υπηρεσιών, για τον έλεγχο αποστολής εμβασμάτων στο εξωτερικό.

Τέλος, στο άρθρο 39 του Ν. 4174/2013 υπό τον τίτλο «Δικαιολόγηση προσαύξησης περιουσίας», ορίζεται ότι:
«Σε περίπτωση διαπίστωσης προσαύξησης περιουσίας κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 21 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, η προσαύξηση αυτή δεν υπόκειται σε φορολογία, εφόσον ο φορολογούμενος αποδείξει την πραγματική πηγή αυτής, καθώς επίσης και ότι αυτή είτε έχει υπαχθεί σε νόμιμη φορολογία είτε απαλλάσσεται από το φόρο σύμφωνα με ειδικές διατάξεις».

 

ΙΙ. Πρόδηλον είναι ότι, η Διοίκηση, με την υιοθέτηση των άνω διατάξεων, απέβλεψε στην φορολόγηση «αφανών», άλλως αδήλωτων από τους φορολογουμένους, εισοδημάτων. Και ναι μεν η πρόθεση ορθή, η υλοποίηση ωστόσο για άλλη μία φορά πάσχει.
Ειδικότερα, προς τον (γενικώς παραδεκτό κατά γενική ομολογία) σκοπό αυτό, ο νομοθέτης υιοθέτησε μία αφηρημένη και μάλλον αόριστη νομική έννοια «προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία», η οποία από το έτος θεσμοθέτησής της (2010) δεν εξειδικεύτηκε ή, με άλλα λόγια, δεν ερμηνεύθηκε επαρκώς από τη Διοίκηση μέχρι σήμερα. Τούτο δε διότι απουσιάζει παντελώς οιαδήποτε σχετική οδηγία που να καθορίζει τις περιπτώσεις που ο Έλεγχος δύναται να κρίνει κάποια διαπιστωθείσα προσαύξηση περιουσίας ως αγνώστου προελεύσεως.
Το γεγονός αυτό οδήγησε τον φορολογικό έλεγχο σε γενικές, αόριστες και αυθαίρετες κρίσεις και, ακολούθως, σε αβάσιμους, αναιτιολόγητους και όλως καταχρηστικούς καταλογισμούς υπέρογκων φόρων και προστίμων, κατά παράβαση κάθε έννοιας νομιμότητας και χρηστής διοίκησης.
Προ της παράθεσης συγκεκριμένων πραγματικών παραδειγμάτων, επιχειρείται η δική μας ερμηνευτική προσέγγιση των παρατιθέμενων ανωτέρω διατάξεων ως προς την έννοια της «προσαύξησης περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη πηγή και αιτία προέλευσης».
Άγνωστης πηγής και αιτίας προέλευσης δύναται να χαρακτηρισθεί εισόδημα που εμφανίζεται μεν σε κάποια συναλλαγή, επ΄ αφορμή της οποίας διενεργείται έλεγχος, αλλά δεν εμφανίζεται στις οικείες φορολογικές δηλώσεις του φορολογούμενου. Πρόκειται δηλαδή περί ανυπάρκτου (-αφανούς) εσόδου, άλλως, κατά το κοινώς λεγόμενο, πρόκειται περί «μαύρου χρήματος» που φυλάσσεται στην κατοικία ή οπουδήποτε αλλού (κατά την προσφιλή ελληνική πρακτική), αγνώστου στις δημόσιες Αρχές.
Στην έννοια αυτή (και επομένως στην σχετική φορολόγηση) δεν υπάγεται το χρηματικό ποσό που εμφανίζεται σε κάποια συναλλαγή, αποδεικνύεται η προέλευσή του (αλλά και η αιτία του ενδεχομένως) και τυγχάνει (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) γνωστό στη Διοίκηση.
Σύμφωνα επομένως με τις άνω διατάξεις, ο φορολογούμενος μπορεί να αποδείξει την προέλευση με πραγματικούς ισχυρισμούς και με κάθε νόμιμο μέσο, ενώ από την άλλη η διοίκηση κρίνει εάν οι προσκομιζόμενες αποδείξεις είναι ικανοποιητικές ή μη στα πλαίσια της καθοριζόμενης υπό των άνω διατάξεων διαδικασίας αυτοτελούς εξέτασης των πραγματικών στοιχείων κάθε υπόθεσης και των ιδιαιτεροτήτων της. Επίσης, ο φορολογούμενος πρέπει να αποδείξει ότι προσαύξηση της περιουσίας αυτής είτε ότι έχει υπαχθεί σε νόμιμη φορολογία είτε ότι απαλλάσσεται από το φόρο σύμφωνα με ειδικές διατάξεις.
Η ύπαρξη ή η ανυπαρξία κατά τα προαναφερόμενα της προελεύσεως χρηματικού ποσού αποτελεί αντικείμενο αυτοτελούς για κάθε υπόθεση ελέγχου της διοίκησης σε ένα πραγματικό επίπεδο και εν τέλει κρίσεως αυτής τόσο επί των προσκομιζόμενων (πραγματικών) αποδείξεων και ισχυρισμών όσο και επί της εφαρμογής των άνω διατάξεων.
Τέλος, η συνηθέστερη εφαρμογή των άνω διατάξεων παρατηρείται στις περιπτώσεις φορολογουμένων που πραγματοποίησαν εμβάσματα στο εξωτερικό (ή ακόμα διατραπεζικά στο εσωτερικό) ή αγορές κάποιας αξίας, το ποσό της οποίας δεν δικαιολογείτο από τις οικείες φορολογικές δηλώσεις.

ΙΙΙ. Τούτων δοθέντων, εάν, για παράδειγμα, φορολογούμενος συνέλεξε το περιεχόμενο των τραπεζικών του καταθέσεων αλλά και των καταθέσεων συγγενικών ή φιλικών του προσώπων και, ακολούθως, ενέβασε το σύνολο του χρηματικού ποσού σε τράπεζα του εξωτερικού σε δικό του ή σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό πως θα αντιμετωπισθεί από την φορολογική διοίκηση;
Επισημαίνεται ότι, προ της απαντήσεως, θα πρέπει να γίνει δεκτό:

(α) ότι ο φορολογούμενος άσκησε το νόμιμο δικαίωμα διαχείρισης και προστασίας της περιουσίας αυτής διά της μεταφοράς στο εξωτερικό και (β) ότι το περιεχόμενο των τραπεζικών καταθέσεων όλων των φορολογουμένων είναι γνωστό στις φορολογικές Αρχές.
Στο παράδειγμα αυτό, η αρμόδια φορολογική Αρχή, παρά τις προσκομισθείσες από τον φορολογούμενο αποδείξεις, έκρινε ότι το σύνολο του εμβασθέντος χρηματικού ποσού (ως μη δικαιολογούμενο από τις σχετικές φορολογικές του δηλώσεις) αποτελούσε προσαύξηση της περιουσίας του από άγνωστη πηγή και αιτία, καταλογίζοντας φόρο εισοδήματος μετά προσαυξήσεων, ανερχομένου σχεδόν στο σύνολο του εμβασθέντος ποσού.
Πρόδηλον είναι ότι η φορολογική διοίκηση ενήργησε εν προκειμένω καταχρηστικώς, καθόσον το εμβασθέν χρηματικό ποσό ήταν ΥΠΑΡΚΤΟ και ΓΝΩΣΤΟ στις φορολογικές Αρχές, δηλαδή δεν βγήκε από «το καπέλο» του φορολογούμενου, και, ως εκ τούτου, ΔΕΝ προήλθε από άγνωστη πηγή και αιτία προελεύσεως.
Σημειωτέον ότι αφορμή και αιτία του ελέγχου (και φυσικά του καταλογισμού) απετέλεσε η μεταφορά στο εξωτερικό και όχι η νομιμότητα ή μη του σχηματισμού των κεφαλαίων των τραπεζικών καταθέσεων των αναφερομένων προσώπων, η οποία, προκειμένου για την εφαρμογή των άνω διατάξεων, είναι παντελώς άσχετη και δεν εξετάζεται.
Εξάλλου, ως προελέχθη, η ύπαρξη (και το περιεχόμενο) των τραπεζικών καταθέσεων οιουδήποτε προσώπου είναι γνωστή στις φορολογικές Αρχές, γεγονός που συνεπάγεται την καθ’ οιονδήποτε χρόνο δυνατότητα ελέγχου της νομιμότητας του σχηματικού κάποιου τραπεζικού λογαριασμού και μάλιστα με το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε προ της υιοθέτησης της παρ. 3 του άρθρου 15 του Ν. 3888/2010.
Σε άλλη περίπτωση, φορολογούμενος ενέβασε στο εξωτερικό χρηματικό ποσό που προήλθε από μείωση μετοχικού κεφαλαίου ανωνύμου εταιρείας, στην οποία συμμετείχε ως μέτοχος αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής.
Τούτο δε παρά το γεγονός ότι, αποδεδειγμένως, το χρηματικό ποσό εξήλθε από τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας (άρα υπήρχε), αναλήφθηκε και εμβάστηκε από τον ίδιο τον φορολογούμενο σε προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό του εξωτερικού. Πέραν τούτων όμως, το επιστραφέν ποσό και κυρίως η εν γένει οικονομική κατάσταση της εταιρείας είναι απολύτως γνωστή στις δημόσιες Αρχές όχι μόνο εκ των υποβληθέντων σε αυτή, με μέριμνα της εταιρείας, στοιχείων (π.χ. φορολογικές δηλώσεις, ισολογισμοί), αλλά και από την διαρκή εποπτεία που αυτή ασκεί σε όλες τις ανώνυμες εταιρείες. Συνεπεία τούτων, αποκλείεται απολύτως ο χαρακτηρισμός της προέλευσης του χρηματικού ποσού ως αγνώστου πηγής.
Σε άλλη περίπτωση υπήρξε άτυπος δανεισμός επιχειρηματία από την εταιρεία του μέσω του δοσοληπτικού λογαριασμού και οι κινήσεις μεταφοράς των χρημάτων προκύπτουν από τα επίσημα και επαρκή βιβλία της εταιρείας , στην οποία έχει διενεργηθεί και φορολογικός έλεγχος. Στο τελευταίο αυτό παράδειγμα ο έλεγχος ήταν υποχρεωμένος να λάβει υπόψιν του, την ύπαρξη του δοσοληπτικού λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου θεωρείται άτυπο δάνειο της εταιρείας προς τον μέτοχο (με αποτέλεσμα τον καταλογισμό τέλους χαρτοσήμου πλέον νομίμων προσαυξήσεων).
Συνεπώς, σε όλες τις άνω περιπτώσεις, η προέλευση-πηγή του χρηματικού ποσού δεν μπορεί να χαρακτηριστεί άγνωστη και, κατ΄ ακολουθία, η εφαρμογή της άνω διατάξεως υπό του Ελέγχου δεν είναι σύννομη, καθόσον δεν πληρούται η προϋπόθεση εφαρμογής της.
Ωστόσο, εντύπωση προκαλεί η πρακτική του φορολογικού ελέγχου να αμφισβητεί (ή/και να αγνοεί), χωρίς αιτιολογία μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις, μη δυνάμενα να αμφισβητηθούν πραγματικά περιστατικά, όταν αυτά αποδεικνύονται με κάθε νόμιμο τρόπο (πολλώ μάλλον δε με έγγραφα βεβαίας χρονολογίας).
Και τούτο μάλιστα όταν, διά των διατάξεων των άνω ΠΟΛ, καθιερώνεται με τον πλέον εμφατικό τρόπο η υποχρέωση της Διοίκησης να εξετάζει κατά τον έλεγχο και να λαμβάνει υπόψη, προ οιουδήποτε καταλογισμού φόρου ή προστίμου, Τα πραγματικά περιστατικά και τις ειδικές περιστάσεις εκάστης εξεταζόμενης περίπτωσης, προκειμένου για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και την υπαγωγή αυτών στον κατά περίπτωση εφαρμοστέο κανόνα δικαίου και κυρίως για την αποφυγή επιβολής δογματικών, άδικων και ανεπιεικών κυρώσεων στους φορολογούμενους.

 

IV. Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης οδήγησε:
(α) στην κατασκευή απολύτως «φανταστικής» φορολογητέας ύλης,

 

(β) στον, επί τη βάσει αυτής, καταλογισμό αυθαίρετων και παντελώς αβάσιμων υπέρογκων ποσών φόρων και προστίμων

 

(γ) στον εξαναγκασμό των φορολογουμένων να αμφισβητήσουν τις φορολογικές εγγραφές αρχικώς με ενδικοφανή προσφυγή – αίτηση επανεξέτασης ενώπιον της Δ/νσης Επίλυσης Διαφορών (άρ. 63 Ν. 4174/2013) και, ακολούθως, με Προσφυγή ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, σε περίπτωση απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής είτε ρητώς (με πράξη-απόφαση) είτε σιωπηρώς

 

(δ) στον εξαναγκασμό καταβολής ποσοστού 50% της φορολογικής επιβαρύνσεως (επ΄ απειλή λήψεως ιδιαιτέρως επαχθών μέτρων αλλά και αναγκαστικής είσπραξης ολοκλήρου της επιβαρύνσεως) αλλά και παραβόλου ποσοστού 2% επί του κύριου φόρου (με ανώτατο όριο τις 10.000 €) για την εξέταση της προσφυγής ενώπιον των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων.
Ειδικά, επί του ανωτέρω στοιχείου γ΄, λεκτέα τα ακόλουθα:
Η καθιέρωση ενδικοφανούς διαδικασίας στις φορολογικές διαφορές (αρχικώς Επιτροπή άρθρου 70Α και Επιτροπή άρθρου 70Β Ν. 2238/1994 και ακολούθως Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΓΓΔΕ – Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης άρθρου 63 Ν. 4174/2013) αποσκοπεί στην ταχύτερη διεκπεραίωση-επίλυση των υποθέσεων από την ίδια τη διοίκηση και είσπραξη των καταλογιζόμενων φόρων, ως επίσης και στην αποφόρτιση των Διοικητικών Δικαστηρίων.
Στα πλαίσια αυτά ο φορολογούμενος δύναται να επιδιώξει την ολική ή μερική ακύρωση ή την τροποποίηση της καταλογιστικής πράξεως, ως επίσης και την αναστολή πληρωμής της φορολογικής επιβαρύνσεως, με την υποχρεωτική προσκόμιση (επί ποινή απαραδέκτου μάλιστα) πληθώρας στοιχείων (σε φυσική και ηλεκτρονική μορφή) που να αποδεικνύουν την βασιμότητα των περιλαμβανομένων στην Προσφυγή του ισχυρισμών του και την ανεπανόρθωτη βλάβη που θα υποστεί εκ της μη χορήγησης αναστολής πληρωμής.
Είναι απορίας άξιον πως ακριβώς εξυπηρετείται ο άνω σκοπός όταν, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, από τις υποβληθείσες το τελευταίο χρονικό διάστημα 200 περίπου Προσφυγές – Αιτήσεις Επανεξέτασης Πράξης έχουν εξετασθεί και έχει εκδοθεί απόφαση (θετική ή αρνητική) μόνο στις 8 !! (ήτοι ποσοστό χαμηλότερο του 10%) Οι λοιπές απορρίφθηκαν σιωπηρώς, καθόσον παρήλθε δίμηνο από την υποβολή χωρίς να εκδοθεί απόφαση, σύμφωνα με τη σχετική διάταξη του άρθρου 63 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, και ο φορολογούμενος οδηγήθηκε μοιραία στα Διοικητικά Δικαστήρια, προσβλέποντας στην ουσιαστική εξέταση της φορολογικής διαφοράς.
Είναι περιττή η αναφορά των παραβιαζόμενων εν προκειμένω αρχών και δικαιωμάτων, που καθιερώνονται από το Σύνταγμα και το Διοικητικό Δίκαιο, εκ της περιγραφόμενης ανωτέρω πρακτικής της Διοίκησης. Περιοριζόμεθα μόνο στην επισήμανση του αυτονόητου: ο φορολογούμενος είναι απροστάτευτος εκ της (ληστρικής) φοροεπιδρομής που υφίσταται σήμερα από τη Διοίκηση, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης ή του δημόσιου συμφέροντος ή της δημόσιας ωφέλειας.
Στο παρόν κείμενο δεν ασχοληθήκαμε με τον έλεγχο αποστολής εμβασμάτων από κοινό λογαριασμό, γιατί αυτό από μόνο του, αποτελεί κεφάλαιο προς διερεύνηση στο οποίο θα επανέλθουμε. Απλά σημειώνουμε ότι ελεγκτικές υπηρεσίες αυτοσχεδιάζουν, καταστρατηγώντας όλη την νομοθεσία περί κοινών λογαριασμών και του εισοδήματος που απορρέουν από αυτές. Ένας νόμος που αντέχει από το 1932 (ν.5638/1932) γίνεται βορρά σκοπιμοτήτων. Η τακτική αυτή ωθεί ακόμα και τον πιο καλοπροαίρετο καταθέτη εκτός Ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

ΠΗΓΗ: efstathopoulos-law.gr


Μία δυνατή διατύπωση για το νόημα της ζωής

Μια δυνατή διατύπωση από τον Κωνσταντίνο Νιφορόπουλο, Ορκωτό ελεγκτή λογιστή «ΩΡΙΟΝ -Α.Ε.Ο.Ε.Λ.», επιστημονικό συνεργάτη Taxheaven,  για το νόημα της ζωής στο άρθρο του «Το σχόλιο της Δευτέρας».

 

arkas1

«Ένας καθηγητής φιλοσοφίας εμφανίστηκε στην τάξη του με ένα μεγάλο χάρτινο κουτί. Χωρίς να μιλήσει, πήρε από την χάρτινη κούτα ένα άδειο γυάλινο βάζο και άρχισε να το γεμίζει με πέτρες. Οι μαθητές τον κοιτούσαν με απορία. Όταν το βάζο δεν χωρούσε άλλο ρώτησε:

– Είναι γεμάτο το βάζο;
Και οι μαθητές απάντησαν:

– Ναι, είναι γεμάτο.
Αυτός χαμογέλασε και χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι με μικρά βότσαλα και άρχισε να γεμίζει το βάζο, το κούνησε λίγο και τα βότσαλα κύλησαν και γέμισαν τα κενά μεταξύ των πετρών. Όταν το βάζο δεν χωρούσε άλλο, ρώτησε:

– Είναι γεμάτο το βάζο;
Και οι μαθητές απάντησαν:

– Ναι, είναι γεμάτο.
Αυτός χαμογέλασε πάλι και χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι με άμμο και άρχισε να την αδειάζει μέσα στο βάζο. Η άμμος χύθηκε και γέμισε όλα τα κενά μεταξύ των πετρών και των βότσαλων. Όταν το βάζο δεν χωρούσε άλλο, ρώτησε:
– Είναι γεμάτο το βάζο;
Οι μαθητές δίστασαν για λίγο, αλλά απάντησαν:

– Ναι, είναι γεμάτο.
Αυτός χαμογέλασε πάλι και χωρίς να μιλήσει πήρε από τη χάρτινη κούτα δύο μπουκάλια μπύρες και άρχισε να τα αδειάζει μέσα στο βάζο. Τα υγρά γέμισαν όλο το υπόλοιπο κενό του βάζου. Όταν το βάζο δεν χωρούσε άλλο, ρώτησε:

– Είναι γεμάτο το βάζο;
Οι μαθητές αυτή τη φορά γέλασαν και είπαν:

– Ναι, είναι γεμάτο.
– Τώρα, λέει ο καθηγητής, θέλω να θεωρήσετε ότι το βάζο αυτό αντιπροσωπεύει τη ζωή σας.
Οι πέτρες είναι τα πιο σημαντικά στη ζωή σας, τέτοια είναι η οικογένεια, ο σύντροφός σας, τα παιδιά σας, η υγεία σας, οι καλοί σας φίλοι. Είναι τόσο σημαντικά που ακόμα κι αν όλα τα υπόλοιπα λείψουν, η ζωή σας θα εξακολουθήσει να είναι γεμάτη.
Τα βότσαλα είναι τα άλλα πράγματα που έρχονται στη ζωή μας, όπως οι σπουδές, η δουλειά μας, το σπίτι μας, το αυτοκίνητό μας, τα στερεοφωνικά μας. Αν αυτά τα βάλετε πρώτα στο βάζο δεν θα υπάρχει χώρος για τις πέτρες, τα σημαντικά της ζωής.
Η άμμος είναι όλα τα υπόλοιπα, τα πολύ μικρά της ζωής. Αν βάλεις πρώτα άμμο στο βάζο, δεν θα υπάρχει χώρος ούτε για τις πέτρες αλλά ούτε για τα βότσαλα.
Το βάζο είναι η ζωή σας. Αν ξοδεύετε χρόνο και δύναμη για μικρά πράγματα, δεν θα βρείτε ποτέ χρόνο για τα πιο σημαντικά. Ξεχωρίστε ποια είναι τα πιο σημαντικά για την ευτυχία σας. Μιλήστε με τους γονείς σας, παίξτε με τα παιδιά σας, απολαύστε τη σύντροφό σας, προσέξτε την υγεία σας, χαρείτε με τους φίλους σας. Πάντα θα υπάρχει χρόνος για γνώση και σπουδές, πάντα θα υπάρχει χρόνος για εργασία, πάντα θα υπάρχει χρόνος για να φτιάξετε το σπίτι σας, το αυτοκίνητό σας, τα στερεοφωνικά σας. Όμως να φροντίσετε για τις πέτρες πρώτα. Ξεχωρίστε τις προτεραιότητες.
Οι μαθητές είχαν μείνει άφωνοι. Ένας όμως ρώτησε:

-Καλά, η μπύρα τί αντιπροσωπεύει;
Ο καθηγητής γελώντας του απαντά:

– Χαίρομαι που ρωτάς. Θα σας πω.
Δεν έχει σημασία πόσο γεμάτη είναι η ζωή σας, δεν έχει σημασία πόσο στριμωγμένος είσαι, γιατί πρέπει να ξέρεις ότι πάντα θα υπάρχει λίγος χώρος για δυο μπυρίτσες! »

arkas3


Νέα συνεργασία της ARTION Α.Ε. με την εταιρεία Pangraph

PangraphΕίμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι, για την έναρξη συνεργασίας με την εταιρεία Pangraph. Πρόκειται για μία υπερσύγχρονη, κάθετη, μονάδα παραγωγής χάρτινης συσκευασίας με σημαντικό μερίδιο για την ελληνική αγορά στην παραγωγή φαρμακευτικών κουτιών.

Τα έμπειρα και εξειδικευμένα στελέχη της ARTION Α.Ε., θα μεταφέρουν την  τεχνογνωσία και την πολύχρονη εμπειρία μας, στα στελέχη και τη Διοίκηση της Pangraph.

Πιστεύουμε ότι θα προσθέσουμε στο ενεργητικό μας μια ακόμη επιτυχημένη συνεργασία.


ΟΑΕΕ: Υποχρεωτική ασφάλιση επαγγελματιών

Του Γιώργου Δαλιάνη,
με τη συνεργασία του Βασίλη Νόβα (στέλεχος της ARTION ΑΕ).

Η Κοινωνική Ασφάλιση στη χώρα μας είναι αναγκαστική, καθώς αποτελεί σχέση δημοσίου δικαίου και επιβάλλεται για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Επομένως, κάθε εργαζόμενος, είτε είναι υπάλληλος είτε επαγγελματίας, υποχρεούται να ασφαλιστεί σε έναν τουλάχιστον ασφαλιστικό φορέα, ανάλογα με το είδος απασχόλησης του. Οι κύριοι ασφαλιστικοί φορείς είναι:

ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ασφαλίζονται υποχρεωτικά όλα τα πρόσωπα, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία με αμοιβή, μέσα στα όρια της χώρας κι ανεξάρτητα από την ιδιότητα του εργοδότη, το είδος και τη σχέση εργασίας.

ΤΣΜΕΔΕ Ασφαλίζονται υποχρεωτικά όλα τα μέλη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, δηλαδή αρχιτέκτονες, πολιτικοί μηχανικοί και γενικότερα μηχανικοί, καθώς και οι εργολήπτες δημοσίων έργων.

Ε.Τ.Α.Α. (Πρώην ΤΣΑΥ). Στο ΕΤΑΑ – Τομείς Υγειονομικών ασφαλίζονται υποχρεωτικά οι γιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και κτηνίατροι που ασκούν νόμιμα το επάγγελμα στην Ελλάδα.

Ο.Γ.Α. Ασφαλίζονται υποχρεωτικά οι αγρότες, οι απασχολούμενοι προσωπικά ή με αυτεπιστασία, συστηματικά και κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα στην αγροτική οικονομία, ιδιοκτήτες και εκμεταλλευτές αγροκτημάτων, κτηνοτρόφοι, πτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι, καθώς και οιαλιείς που δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα. Διαχωρισμός υπάρχει ανάμεσα στους αγροτοεργάτες, που απασχολούνται σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις, υπό την μορφή ατομικής επιχείρησης, Ο.Ε. ή Ε.Ε, οι οποίοι ασφαλίζονται στον ΟΓΑ και σε αυτούς που απασχολούνται σε αγροτικές επιχειρήσεις που έχουν νομική μορφή ΑΕ, ΕΠΕ και ΙΚΕ, οι οποίοι ασφαλίζονται στο ΙΚΑ.

Ο.Α.Ε.Ε. Αυτός ο φορέας προέκυψε από την συνένωση του ΤΕΒΕ, ΤΑΕ και ΤΣΑ. Στην υποχρεωτική ασφάλιση επαγγελματιών του Ο.Α.Ε.Ε. υπάγονται οι παρακάτω γενικές κατηγορίες προσώπων, των οποίων η ηλικία υπερβαίνει τα 18 έτη, αδιακρίτως φύλου και υπηκοότητας κι εφόσον ασκούν τη δραστηριότητά τους στην Ελλάδα.

  • Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι και βιοτέχνες, που ασκούν τη δραστηριότητά τους ατομικά.
  • Τα μέλη (φυσικά πρόσωπα), που συμμετέχουν σε κοινωνίες αστικού δικαίου και κοινοπραξίες.
  • Τα μέλη των Ο.Ε., Ε.Ε. και ΕΠΕ.
  • Οι διαχειριστές των Ι.Κ.Ε., καθώς και ο μονοπρόσωπος εταίρος Ι.Κ.Ε.
  • Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των Α.Ε., εφόσον είναι και μέτοχοι με ποσοστό τουλάχιστον 3% στο μετοχικό κεφάλαιο, ανεξάρτητα αν ασφαλίζονται ή συνταξιοδοτούνται από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο.

Σημείωση: Εάν τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα βρίσκονται σε εκκαθάριση δεν υποχρεούνται τα μέλη τους να είναι ασφαλισμένοι στον ΟΑΕΕ.

Σύμφωνα με τον Ν.2084/92 οι ασφαλισμένοι σε όλο το φάσμα των ασφαλιστικών φορέων και το Δημόσιο, διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, σε “παλαιούς” και σε “νέους”, με χωριστά δικαιώματα και υποχρεώσεις η κάθε μία. Στο συγκεκριμένο νόμο και ειδικότερα με το άρθρ.43 ως “νέος” ασφαλισμένος νοείται όποιος ασφαλίσθηκε για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση, οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης, από 1.1.1993 και μετά, ενώ κατ’ αντιδιαστολή, “παλαιός” ασφαλισμένος χαρακτηρίζεται όποιος ασφαλίσθηκε υποχρεωτικά σε οποιοδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο (πλην Ο.Γ.Α.) μέχρι 31.12.1992.

Η διάκριση σε παλαιό ή νέο ασφαλισμένο, έχει ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις, που προκύπτει θέμα «παράλληλης» ασφάλισης σε δύο ασφαλιστικά ταμεία.

Παλαιοί ασφαλισμένοι

Οι παλαιοί ασφαλισμένοι, όταν έχουν παράλληλη δραστηριότητα, η οποία δεν είναι συναφής με την επαγγελματική τους ιδιότητα για την οποία υπάγονται στο κύριο ταμείο ασφάλισης, είναι υποχρεωμένοι να ασφαλιστούν σε δύο ασφαλιστικούς φορείς για το κλάδο σύνταξης και σε ένα για το κλάδο υγείας. Παραδείγματα:

  • Μισθωτός ασφαλισμένος υποχρεωτικά στο ΙΚΑ, συμμετέχει παράλληλα ως εταίρος σε ΕΠΕ και για την συμμετοχή του αυτή, ανεξάρτητα από το ποσοστό συμμετοχής, έχει την υποχρέωση ασφάλισης στον ΟΑΕΕ για το κλάδο σύνταξης.
  • Μηχανικός ασφαλισμένος στο ΤΣΜΕΔΕ, ασκεί παράλληλα και εμπορική δραστηριότητα (πώληση οικοδομικών υλικών), έχει υποχρέωση παράλληλης ασφάλισης στο κλάδο σύνταξης στον ΟΑΕΕ.
  • Άλλος Μηχανικός ελεύθερος επαγγελματίας (μελετητικό γραφείο) ασχολείται παράλληλα με την ανέγερση οικοδομών, απαλλάσσεται από την παράλληλη ασφάλιση στον ΟΑΕΕ και τούτο γιατί η εργασία αυτή θεωρείται συναφής με την ιδιότητα του Μηχανικού.

Νέοι ασφαλισμένοι

Σύμφωνα με τη παράγραφο 2 του άρθρου 39 του ν.2084/92, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το πρόσφατο νόμο 4254/2014, οι νέοι ασφαλισμένοι (ασφάλιση για πρώτη φορά μετά την 1/1/1993), που πολυαπαχολούνται έχουν το δικαίωμα επιλογής ασφάλισης σε ένα ασφαλιστικό φορέα ή στο ΙΚΑ ή στον Ο.Α.Ε.Ε. Επισημαίνεται, ότι οι διατάξεις περί επιλογής του φορέα ασφάλισης δεν εφαρμόζονται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίοι αμείβονται μέσω εργοσήμου. Οι νέοι είναι ασφαλισμένοι υποχρεωτικά μόνο σε ένα φορέα κύριας ασφάλισης, ένα φορέα επικουρικής ασφάλισης, ένα φορέα ασθένειας και ένα πρόνοιας, τον οποίο επιλέγουν εντός εξαμήνου από την ανάληψη της δεύτερης απασχόλησης. Ειδικά οι νέοι ασφαλισμένοι για τους οποίους προκύπτει υποχρεωτική ασφάλιση στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στον Ο.Α.Ε.Ε. έχουν το δικαίωμα επιλογής ασφαλιστικού φορέα, εφόσον συμπληρώνουν είκοσι πέντε (25) ημέρες ασφάλισης ανά μήνα στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για όλο το χρονικό διάστημα της παράλληλης απασχολησής τους. Εάν κατά τη διάρκεια της παράλληλης απασχόλησης ο χρόνος ασφάλισής τους στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υπολείπεται των είκοσι πέντε (25) ημερών ασφάλισης ανά μήνα, τα πρόσωπα αυτά υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση και του Ο.Α.Ε.Ε. για το σύνολο του χρόνου της παράλληλης απασχόλησης. Παραδείγματος χάριν μισθωτός, που είναι ασφαλισμένος για είκοσι πέντε (25) ημερομίσθια και παράλληλα συμμετέχει ως εταίρος σε ΟΕ ή ΕΠΕ απαλλάσσεται από την ασφάλιση στον Ο.Α.Ε.Ε. Η απαλλαγή αυτή διακόπτεται όταν οι ασφαλίσιμες ημέρες μειωθούν κάτω των είκοσι πέντε (25) ημερών.

Τις ακριβείς προϋποθέσεις και την τεχνική ενημέρωσης των ασφαλιστικών φορέων έχουν διατυπωθεί στην εγκύκλιο 16/10.6.2014 του Υπουργείου Εργασίας, η οποία με πολλά και αναλυτικά παραδείγματα βάζει τέλος σε ασάφειες εφαρμογής της νομοθεσίας.

Εξαιρούνται του δικαιώματος επιλογής ασφαλιστικού φορέα οι ασφαλισμένοι στο ΟΓΑ (άρθρο 43 του ν.2084/1992).

Επίσης αλλοδαπά μέλη εταιρειών, εάν ασφαλίζονται σε χώρες κράτη μέλη της Ε.Ε. ή χώρες με τις οποίες έχουν υπογραφθεί διμερείς συμβάσεις, απαλλάσσονται από την ασφάλιση, ακόμα κι αν η δραστηριότητα που ασκούν στην Ελλάδα υπάγεται στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε.

Συνοψίζοντας, είναι εμφανές ότι υπάρχει θέληση εκ της πλευράς της διοικήσεως του Ο.Α.Ε.Ε. να συμβάλει στην αποφυγή καταβολής διπλών ασφαλιστικών εισφορών από τους επαγγελματίες, με σκοπό την ενίσχυση της επαγγελματικότητας. Βέβαια, κατά την γνώμη μας, έχει δημιουργηθεί σοβαρότατη στρέβλωση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και του υγιούς ανταγωνισμού, καθώς υπάρχει άνιση μεταχείριση μεταξύ των δύο κατηγοριών ασφαλισμένων, καθώς οι «παλαιοί ασφαλισμένοι» επιβαρύνονται υπέρμετρα σε σχέση με τους «νέους», γεγονός που επηρεάζει ιδιαίτερα αρνητικά τη θέση τους στην αγορά εργασίας, αλλά και επιδρά, κατά παράλογο τρόπο, στα κόστη επιχειρήσεων. Για να είναι σωστότερο το μέτρο, θα πρέπει να ισχύσει το ίδιο και για τις δύο κατηγορίες των επαγγελματιών-εργαζομένων, ώστε να υπάρχει υγιής ανταγωνισμός σε μια πολύ δύσκολη οικονομική-αναπτυξιακή περίοδο για τη χώρα.

ARTION Φορολογικές Λογιστικές Συμβουλευτικές Λογιστικό Γραφείο


Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Η πρώτη δικαίωση δανειολήπτη

Του Γιώργου Δαλιάνη,
με τη συνεργασία του νομικού τμήματος της ARTION ΑΕ.
Στο άρθρο της 5ης-3-2014 με τίτλο «Δάνεια σε ελβετικό φράγκο» στην ιστοσελίδα του capital.gr, έγινε αναφορά στο οξύ κοινωνικό πρόβλημα και στις σημερινές δυσμενείς συνέπειες που υφίστανται οι δανειολήπτες οι οποίοι προέβησαν στη σύναψη στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο, τα οποία χορηγούνταν από το σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων κυρίως κατά την περίοδο 2006-2009. Πιο συγκεκριμένα παρατέθηκαν η ιστορία, το μέγεθος του προβλήματος, καθώς και οι παράνομες, αυθαίρετες και καταχρηστικές πρακτικές των τραπεζών, οι οποίες επιδόθηκαν τότε σε έναν αγώνα ακατάσχετης κερδοσκοπίας, αθετώντας τους γενικούς όρους συναλλαγών, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, λειτουργώντας με αυτόν τον τρόπο κατά παράβαση κάθε έννοιας ηθικής και δικαίου.

Σκοπός του άρθρου δεν ήταν να γίνει μία ακόμα διαπίστωση, παρουσιάζοντας απλά και μόνο τη δυσκολία να αποπληρωθούν οι ανωτέρω συναφθείσες δανειακές συμβάσεις, λειτουργώντας ως απλοί σχολιαστές των προβλημάτων των δανειοληπτών, σε συνθήκες μάλιστα πρωτόγνωρης οικονομικής καχεξίας.

Ξεκάθαρη και σαφής στόχευση ήταν να προταθούν ταυτόχρονα και λύσεις, τις οποίες είχαμε αποκρυσταλλώσει, μετά από ενδελεχή μελέτη όλων των παραμέτρων και των συνιστωσών του οξύτατου αυτού οικονομικού και κοινωνικού προβλήματος, που αγγίζει περίπου 70.000 συμπολίτες μας. Προς τούτο, υπενθυμίζω ότι με το άρθρο της 5ης Μαρτίου 2014, προτάθηκε, ως μέσο προστασίας των δανειοληπτών, η προσφυγή στα ελληνικά δικαστήρια με αίτημα την επαναφορά των δανείων τους στην αρχική ισοτιμία, και την απάλειψη των καταχρηστικών όρων των δανειακών συμβάσεων που συνήψαν οι δανειολήπτες με τις πιστώτριες τράπεζες. Η άμεση απήχηση του εν λόγω άρθρου σε πολλούς δανειολήπτες από όλη την ελληνική επικράτεια, φάνηκε από την επιδίωξή τους να επικοινωνήσουν αυθημερόν μαζί μας, με σκοπό να λάβουν περαιτέρω ενημέρωση και πληροφόρηση για την τύχη των δανείων τους.

Προς επίρρωσιν των ανωτέρω, σε αντίθεση με την πολιτεία, η ελληνική δικαιοσύνη, ακολουθώντας την απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου, «πήρε θέση» επιβεβαιώνοντας με τον πιο αξιόπιστο τρόπο την ορθή ανάγνωσή μας στο σύνθετο και οξύ πρόβλημα που ταλανίζει τόσους δανειολήπτες. Ειδικότερα, με την πρόσφατη απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης έκρινε καταχρηστικό και άκυρο, τον όρο της δανειακής σύμβασης δανείου σε ελβετικό φράγκο, με τον οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς την τράπεζα σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα καταβολής. Αποτέλεσμα αυτών είναι πλέον οι καταβολές που πραγματοποιείo οφειλέτης σε ευρώ, να πρέπει να υπολογίζονται από την τράπεζα σε ελβετικά φράγκα, με βάση την μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου.

Η πρώτη ελληνική δικαστική απόφαση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, αποτελεί ένα πρώτο σημαντικό δεδικασμένο για τους δανειολήπτες, η οποία σε συνδυασμό με την προδικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου της 30ης Απριλίου 2014 και με την υπ’αριθμ.2014/17/ΕΕ οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είναι τα πλέον ισχυρά «όπλα» στη διάθεση αυτών για την οριστική απαλλαγή από τα συσσωρευμένα χρέη που αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια. Η πλήρης δικαίωση των απόψεών μας από την ελληνική δικαιοσύνη, πείθει και τον πιο επιφυλακτικό δανειολήπτη, ότι δε μπορεί άλλο να μη διεκδικεί τα νόμιμα δικαιώματα του και ότι είναι επιτακτική ανάγκη να καταθέσει αγωγές, ενώπιον των αρμοδίων ελληνικών δικαστηρίων, προκειμένου να αρθεί η αδικία που έχει υποστεί, έχοντας πάντα υπόψη ότι αν και οι όροι των δανειακών του συμβάσεων είναι προδιατυπωμένοι και περίπου οι ίδιοι, εντούτοις η υπό κρίση περίπτωση του δανείου του θα έχει πάντα νομικές ιδιαιτερότητες, και κατά συνέπεια η περίπτωσή του θα πρέπει να λογίζεται και να αντιμετωπίζεται ως εξατομικευμένη.

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ

ARTION Φορολογικές Λογιστικές Συμβουλευτικές Λογιστικό Γραφείο