Ν.4093/2012

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4093

Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016 − Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016.

 

(ΦΕΚ Α’ 222/12-11-2012)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

 


Αρθρο πρώτο.

 

Αρθρο πρώτο. – Κείμενο νόμου


ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.: ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2013-2016

1. Εγκρίνεται το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, το οποίο επισυνάπτεται ως Παράρτημα I στον παρόντα νόμο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του νόμου αυτού και στο οποίο περιλαμβάνονται για το τρέχον έτος και τα τέσσερα επόμενα έτη, κατά κύριο λόγο, τα εξής:

– Οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι για τη Γενική Κυβέρνηση και τους επί μέρους φορείς της.
– Η περιγραφή και αξιολόγηση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων και προβλέψεων για το προηγούμενο έτος το τρέχον έτος, το έτος προϋπολογισμού και τα επόμενα τρία έτη.
– Οι παραδοχές των οικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων (μισθολογικές και συνταξιοδοτικές εξελίξεις, παροχές, δαπάνες αγαθών και υπηρεσιών, δαπάνες επενδύσεων και δαπάνες τόκων).
– Οι κύριες πηγές κινδύνου για τις δημοσιονομικές προβλέψεις.
– Ο στόχος για το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης.
– Τα συνολικά ανώτατα όρια δαπανών για τη Γενική Κυβέρνηση, καθώς και τα ανώτατα όρια του Κρατικού Προϋπολογισμού, των ΟΤΑ και των ΟΚΑ για την περίοδο.
– Οι δαπάνες και τα έσοδα σε Κεντρική Κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση, κοινωνική ασφάλιση για τα αντίστοιχα έτη.
– Οι προβλεπόμενες δαπάνες της Κεντρικής Κυβέρνησης ανά Υπουργείο για τον Προϋπολογισμό του επόμενου έτους, καθώς και οι συνολικές δαπάνες τους για την υπό εξέταση περίοδο.
– Τα έσοδα και οι δαπάνες της Κεντρικής Κυβέρνησης ανά οικονομική κατηγορία και οι προβλέψεις για τα φορολογικά έσοδα, καθώς και οι δαπάνες για την περίοδο, οι εκτιμήσεις ανά οικονομική κατηγορία των ακαθάριστων εξόδων, εσόδων, και ελλείμματος ή πλεονάσματος του Κοινωνικού Προϋπολογισμού και των Ενοποιημένων Προϋπολογισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.: ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ. 

ΥΠΟΥΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.

1.α. Οι διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 91/1943 (Α’ 129), 1 και 2 του ν.δ. 99/1974 (Α’ 295) και της παρ. 19 του άρθρου 4 του ν. 3513/2006 (Α’ 265) παύουν να ισχύουν για όσους από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα αποκτούν για πρώτη φορά την ιδιότητα του Βουλευτή ή του Δημάρχου, από την επομένη της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου. Τα πρόσωπα αυτά ασφαλίζονται για κύρια σύνταξη, πρόσθετη ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη, στους φορείς που ασφαλίζονταν πριν την εκλογή τους στα αξιώματα αυτά και ο χρόνος της θητείας τους λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς αυτούς.
Σε περίπτωση που δεν υφίσταται προγενέστερη κατά τα ανωτέρω ασφάλιση, για τα εν λόγω πρόσωπα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3865/2010 (Α’ 120).
Οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία του κάθε φορέα, βαρύνουν του μεν ασφαλισμένου τους ίδιους, του δε εργοδότη τη Βουλή ή το Δήμο, κατά περίπτωση, παρακρατούνται από τη βουλευτική αποζημίωση ή την αντιμισθία και αποδίδονται ανά μήνα στους οικείους φορείς.
Όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα πριν την εκλογή τους υπάγονταν στο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί των συντάξιμων αποδοχών της οργανικής τους θέσης, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου των προηγούμενων εδαφίων.

β. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (Α’ 57), αντικαθίστανται ως εξής:
«14. Οι συντάξεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, γενικά, συμπεριλαμβανομένων όσων λαμβάνουν βουλευτική σύνταξη ή χορηγία, οι οποίοι υπηρετούν ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α’ 65) και λαμβάνουν σύνταξη ή χορηγία, κατά περίπτωση και αποδοχές συγχρόνως, καταβάλλονται μειωμένες κατά 70% με εξαίρεση τις συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (Α’ 120) και 1977/1991 (Α’ 185), τις εξ ιδίου δικαιώματος πολεμικές συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων, καθώς και τις εξ ιδίου δικαιώματος συντάξεις παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής.
Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν σύνταξη ή χορηγία από το Δημόσιο και καταλαμβάνουν θέση εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού.
Οι διοριζόμενοι σε θέσεις προέδρων ή μελών Διοικητικών Συμβουλίων, φορέων του δημόσιου τομέα, οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο ή από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης μπορούν, αντί της υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου, να επιλέξουν με υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 που απευθύνουν τόσο προς την υπηρεσία τους, όσο και προς τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις της παρ. 9 του άρθρου 6 του ν. 2469/1997 (Α’ 38).»

γ. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998, όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης έχουν εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν ταυτόχρονα με τη σύνταξη ή τη χορηγία, κατά περίπτωση, βουλευτική αποζημίωση ή αντιμισθία ως αιρετά όργανα των Ο.Τ. Α. α’ και β’ βαθμού. Ειδικά η καταβολή της βουλευτικής σύνταξης ή της χορηγίας δημάρχου αναστέλλεται, εφόσον οι κατά περίπτωση δικαιούχοι επανεκλεγούν στα αξιώματα αυτά.

δ. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 58 του π.δ. 169/2007, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και: α. για όσους λαμβάνουν, εξ’ ιδίου δικαιώματος ή κατά μεταβίβαση, βουλευτική σύνταξη ή χορηγία αιρετού οργάνου των Ο. Τ. Α. α’ και β’ βαθμού, καθώς και

β. για όσους λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή χορηγία και συγχρόνως βουλευτική αποζημίωση ή αντιμισθία, ως αιρετά όργανα των Ο.Τ. Α. α’ και β’ βαθμού, κατά περίπτωση».

ε. Χρόνος ασφάλισης σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, καθώς και στο Δημόσιο δεν μπορεί να χρησιμεύσει για τη θεμελίωση ή την προσαύξηση βουλευτικής σύνταξης ή σύνταξης αιρετού οργάνου των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού.

στ. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3865/2010 αντικαθίστανται, από 1.1.2011, ως εξής:
«2. Οι δήμαρχοι διατηρούν το καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης στο οποίο υπάγονταν πριν την εκλογή τους στις ανωτέρω θέσεις, οι δε αναλογούσες κρατήσεις, υπολογίζονται επί της αντιμισθίας που λαμβάνουν, βαρύνουν τους ίδιους και αποδίδονται, ανά μήνα, στον οικείο φορέα.»

ζ. Οι διατάξεις της παρ . 3 του άρθρου 14 του ν. 3865/2010, από 1.1.2011 έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010 (Α’ 87), με εξαίρεση τους δημάρχους, καθώς και για τα πρόσωπα του άρθρου 182 του ίδιου ως άνω νόμου, τα οποία λαμβάνουν αντιμισθία.

η. Οι αναλογούσες εισφορές ασφαλισμένου των προσώπων της παρ . 1 των άρθρων 93 και 182 του ν. 3852/2010 βαρύνουν τους ίδιους.

θ. Οι καταβαλλόμενες κατά την 1.1.2013 και εφεξής κανονιζόμενες συντάξεις των βουλευτών και των αιρετών οργάνων των Ο.Τ. Α. α’ και β’ βαθμού που λαμβάνουν και δεύτερη κύρια σύνταξη από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, μειώνονται κατά 20%. Το ποσοστό της μείωσης ορίζεται σε 30% εάν τα ανωτέρω πρόσωπα λαμβάνουν και τρίτη σύνταξη συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή της χορηγίας.
Η κατά τα ανωτέρω μείωση γίνεται επί του ακαθαρίστου ποσού της μηνιαίας βασικής σύνταξης, όπως αυτό ισχύει κατά την 31.12.2012, προ της παρακράτησης της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 (Α’ 180), καθώς και των μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 (Α’ 226), του άρθρου 1 του ν. 4051/2012 (Α’ 40) και της υποπαραγράφου της παρ. 3 του άρθρου αυτού, για τον υπολογισμό των οποίων, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, η βουλευτική σύνταξη ή χορηγία λαμβάνεται υπόψη μειωμένη κατά 20% ή 30%, κατά περίπτωση.

ι. Η εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη για όσα από τα πρόσωπα της προηγούμενης περίπτωσης θα θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους, με εξαίρεση όσα από αυτά είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστικό επάγγελμα κατά ποσοστό 67% και άνω.
ια. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, κατά το μέρος που αφορούν βουλευτικές συντάξεις, έχουν εφαρμογή και για τις συντάξεις των Προέδρων και Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης, καθώς και για αυτές των Προέδρων της Βουλής.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.2.

α. Στο τέλος του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 προστίθεται παράγραφος 15 ως εξής:
«15. α. Για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2013 και μετά, το όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξής τους που προβλέπεται από τις διατάξεις:
αα. των υποπεριπτώσεων βα’ και βγ’ της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, αυξάνεται στο 67ο έτος,
ββ. της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, αυξάνεται στο 62ο έτος.
β. Η σύνταξη όσων θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται ολόκληρη με τη συμπλήρωση σαράντα (40) ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και του 62ου έτους της ηλικίας τους.»

β. Η υποπερίπτωση γγ’ της περίπτωσης β’ της παρ. 3 του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 καταργείται.

γ. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α’ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2084/1992 (Α’ 165), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:
«α) Αν απομακρυνθεί της υπηρεσίας και έχει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 67ο έτος της ηλικίας του.
Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά, η σύνταξη καταβάλλεται με τη συμπλήρωση 40 ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και του 62ου έτους της ηλικίας τους.»

δ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2084/1992 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο υπάλληλος δικαιούται μειωμένη σύνταξη μετά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του και των χρονικών προϋποθέσεων των άρθρων 3 και 7 του νόμου αυτού.»

ε. Οι διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων της παρούσας υποπαραγράφου Β. 2. έχουν εφαρμογή και για τους δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά.
Ειδικά οι δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντάγματος, δεν υπάγονται σε όσες από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προβλέπουν καταβολή της σύνταξης με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας και συνταξιοδοτούνται άμεσα μετά την υποχρεωτική αποχώρησή τους από την υπηρεσία.

στ. Η σύνταξη όσων από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3660/2008 (Α’ 78) θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης με βάση τις διατάξεις του ίδιου άρθρου, από 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους.

ζ. Το δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης εε’ της περίπτωσης β’ της παρ. 3 του άρθρου 56 του π. δ. 169/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«Για το προσωπικό εσωτερικής φύλαξης και εξωτερικής φρούρησης των γενικών, ειδικών και θεραπευτικών καταστημάτων κράτησης και των ιδρυμάτων αγωγής ανηλίκων, που θεμελιώνει δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά η σύνταξη καταβάλλεται ακέραια με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους ή με τη συμπλήρωση τριάντα επτά (37) ετών συντάξιμης υπηρεσίας ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας.»

η. Οι διατάξεις του πρώτου και δευτέρου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 19 του ν. 2084/1992 αντικαθίστανται από 1.1.2013 ως εξής:
«7. Υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, καθώς και στρατιωτικοί που έχουν ασφαλισθεί, για κύρια σύνταξη, σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό πριν την 1.1.1993, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007, εφόσον αποχωρούν με αίτησή τους και έχουν συμπληρώσει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 67ο έτος της ηλικίας τους. Η συμπλήρωση της ανωτέρω 15ετούς συντάξιμης υπηρεσίας δεν συνιστά θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, κατά την έννοια των διατάξεων των προηγουμένων περιπτώσεων.»

θ. ………………..

ι. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3865/2010 (Α’ 120) και τις οικείες διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους υπαλλήλους της Βουλής.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.3.

α. Η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων και μερισμάτων, άνω των 1.000 ευρώ, που καταβάλλονται από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία, μειώνεται ως εξής:
Για συνολικό ποσό σύνταξης ή αθροίσματος συντάξεων:
αα. Άνω των 1.000,00 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ.
ββ. Από 1.500,01 ευρώ έως και 2.000,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ.

γγ. Από 2.000,01 ευρώ έως και 3.000,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ και

δδ. από 3.000,01 ευρώ και άνω, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ.

β. Για τον προσδιορισμό του ποσοστού μείωσης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης ή των μηνιαίων βασικών συντάξεων όπως αυτά θα έχουν διαμορφωθεί την 31.12.2012 μετά την τυχόν παρακράτηση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ . 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011, καθώς και των τυχόν μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 και του άρθρου 1 του ν. 4051/2012.

γ. Σε περίπτωση συρροής συντάξεων το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα.

δ. Εξαιρούνται των ανωτέρω μειώσεων οι συνταξιούχοι του Δημοσίου, γενικά, οι οποίοι είναι ανάπηροι με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, σύμφωνα με γνωμάτευση της Ανωτάτης Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής ΤΗΣΥΕ). Επίσης, εξαιρούνται των ανωτέρω μειώσεων οι αποδοχές, όπως αυτές ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 875/1979 (Α’ 50), των Αναπήρων Πολέμου Αξιωματικών Πολεμικής Διαθεσιμότητας, καθώς και των υπηρετούντων στο Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας της κατηγορίας μονίμου διαθεσιμότητας, με ποσοστό αναπηρίας ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, σύμφωνα με γνωμάτευση της Ανωτάτης Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής, όπως επίσης και όσοι συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 και 1977/1991.
Γενικά, η γνωμάτευση των υγειονομικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας λαμβάνεται εξίσου υπόψη για την εξαίρεση από τις μειώσεις της περίπτωσης δ’ της υποπαραγράφου Β3 της παραγράφου Β’ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Οι γνωματεύσεις δε της Ανώτατης Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής ισχύουν και για τη συνταξιοδότηση από οποιονδήποτε άλλο φορέα συνταξιοδότησης.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.4.

Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2592/1998 (Α’ 57) και του άρθρου Μόνου του ν. 3847/2010 (Α’ 67) καταργούνται. Κατ’ εξαίρεση από 1.1.2013 το συνολικό ετήσιο ποσό των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας που καταβαλλόταν μέχρι την 31.12.2012 στα πρόσωπα της περίπτωσης δ΄ της υποπαραγράφου Β3, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης, επιμερίζεται σε δωδεκάμηνη βάση και το ποσό που αντιστοιχεί κατά μήνα προσαυξάνει τη μηνιαία σύνταξη των προσώπων αυτών.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.5.

α. Από 1.1.2013 οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 5 και της παρ. 6 του άρθρου 31 του π.δ. 169/2007 αντικαθίστανται ως εξής:
«α. Το συνολικό ποσό σύνταξης ή συντάξεων που λαμβάνουν οι άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες, από το Δημόσιο, των οποίων το συνταξιοδοτικό δικαίωμα γεννήθηκε πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 3865/2010, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 720€. Στις περιπτώσεις καταβολής δύο συντάξεων που το άθροισμά τους υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, η περικοπή του υπερβάλλοντος ποσού, διενεργείται επί της μεγαλύτερης σύνταξης και εάν αυτή δεν επαρκεί περικόπτεται ανάλογα και η δεύτερη σύνταξη.

β. Από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού καταργείται η καταβολή του επιδόματος εξομάλυνσης του άρθρου 1 του ν. 3670/2008 (Α’ 117) στις συντάξεις των προσώπων της προηγούμενης περίπτωσης.

γ. Στις περιπτώσεις που στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ενός δικαιούχοι, το ποσό της περίπτωσης α’ επιμερίζεται σε αυτούς σε ίσες μερίδες. Ειδικά στην περίπτωση που συνδικαιούχος στη σύνταξη είναι επιζών σύζυγος, το μερίδιό του δεν παραβλάπτεται από τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό του ποσού που αναλογεί στο μερίδιο των προσώπων της περίπτωσης α’.

δ. Η καταβολή της σύνταξης των άγαμων ή διαζευγμένων θυγατέρων αναστέλλεται, εάν όπως προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου οικονομικού έτους, έχουν και άλλα εισοδήματα, εκτός από την κύρια και επικουρική σύνταξή τους, τα οποία υπερβαίνουν το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περίπτωσης α’ .

ε. Από την αναστολή ή την περικοπή της σύνταξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περιπτώσεις δ’ και ε’ δεν επωφελούνται τα τυχόν συνδικαιούχα πρόσωπα.

στ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή για όσα από τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτές είναι ανήλικα ή ανάπηρα κατά ποσοστό 67% και άνω ή σπουδάζουν και υπό τις προϋποθέσεις της περίπτωσης δ’ της παρ. 1 του άρθρου 5 του Κώδικα αυτού.»

β. Από 1.1.2013 οι καταβαλλόμενες από το Δημόσιο στα ανωτέρω πρόσωπα συντάξεις αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπαράγραφο αυτή.

γ. Οι διατάξεις της υποπαραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του π.δ. 167/2007 (Α’ 208) και του π.δ. 168/2007 (Α’ 209).

δ. Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 των άρθρων 5 και 31, αντίστοιχα, του π.δ. 169/2007, της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3865/2010, καθώς και αυτές της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3865/2010 κατά το μέρος που παραπέμπουν στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3620/2007, καταργούνται. Σχετικές αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων, μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού, εξετάζονται με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.6.


Οι διατάξεις της περίπτωσης α’ της παρ. 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου: «Μέτρα ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων» (Α’ 211) που κυρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2453/1997 (Α’ 4), όπως ισχύει, αντικαθίσταται από 1.1. 2014 ως εξής: «Έχουν συμπληρώσει το 64ο έτος της ηλικίας τους.»

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.7.

Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων των προηγουμένων υποπαραγράφων, καταργείται κάθε διάταξη που αντίκειται σε όσα ρυθμίζονται με τις διατάξεις των προηγούμενων υποπαραγράφων. 

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.8.

Η ισχύς των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων αρχίζει από 1.1.2013, εκτός εάν διαφορετικά προβλέπεται στις επί μέρους διατάξεις των παραγράφων αυτών.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.9.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των Σιδηροδρομικών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του ν. δ. 3395/1955 (Α’ 276).

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ. 1.: ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ

1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013.

2. Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β’ του τελευταίου εδαφίου της παρ . 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α’ 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012.

3. Από 1.1.2013 η αντιμισθία των προέδρων των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού που καταβάλλεται στις 31.12.2012.

4. Από 1.1.2013 τα μέλη των δημοτικών συμβουλίων, των οικονομικών επιτροπών των δήμων, των επιτροπών ποιότητας ζωής και των λοιπών επιτροπών των δημοτικών συμβουλίων των δήμων, καθώς και των διοικητικών επιτροπών του άρθρου 164 του ν. 3852/2010 (Α’ 87) δεν λαμβάνουν αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις των ανωτέρω οργάνων.

5. Από 1.1.2013, οι αποδοχές, οι αποζημιώσεις, τα έξοδα παράστασης και οι πάσης φύσεως αμοιβές των Διοικητών, Υποδιοικητών, των Προέδρων, Αντιπροέδρων, Διευθυνόντων Συμβούλων, καθώς και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των Ιδρυμάτων και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου των Δήμων και των Περιφερειών, καθώς και των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου αυτών, συμπεριλαμβανομένων των Συνδέσμων των Ο.Τ.Α., αλλά και των ανωνύμων εταιρειών, στις οποίες οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατέχουν ποσοστό πάνω από το 50% του μετοχικού κεφαλαίου, μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).

6. α. Ο βασικός μισθός του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου και του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης της παραγράφου 1Α του διατακτικού της απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με αριθμό α2/57332/0022/27.7.2012 (ΥΟΔΔ 358), διαμορφώνεται, από 1.1.2013, στο ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα ευρώ (3.450 €).

β. Ο βασικός μισθός του Ειδικού Γραμματέα Υπουργείου της παραγράφου 1 Β της απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με αριθμό 2/57332/0022/ 27.7.2012 (ΥΟΔΔ 358), διαμορφώνεται, από 1.1.2013, στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €).

7. α. Η περίπτωση δ’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 αντικαθίσταται, από 1.1.2013, ως εξής:
«δ) Οι υπάλληλοι της Βουλής, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό της, και της Προεδρίας της Δημοκρατίας.»

β. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας και Οικονομικών καθορίζεται το σύστημα βαθμολογικής εξέλιξης και το μισθολόγιο που εφαρμόζεται για το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών από 1.1.2013 και εφεξής, σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες της Υπηρεσίας αυτής.
Η ως άνω κοινή υπουργική απόφαση δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά φυλάσσεται στο ερμάριο ασφαλείας της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και επικυρωμένο αντίγραφο επιδίδεται μόνο στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και στην ίδια την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. Σε κάθε περίπτωση, οι διατάξεις του ν. 3205/2003 και της υπ’ αριθ. πρωτ.2/49212/0022/31.7.2007 απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης, όπως ισχύουν κατά την ημερομηνία ψήφισης του ν. 4093/2012, δεν θίγονται είτε πριν είτε μετά την έκδοση της ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης.»

8. Οι αποδοχές, οι αποζημιώσεις, τα έξοδα παράστασης και οι αμοιβές εν γένει, που καταβάλλονται στους Προέδρους, Αντιπροέδρους και τα μέλη των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών (ΑΔΑ), καθώς και στους Διοικητές, Υποδιοικητές, στους Προέδρους, Αντιπροέδρους, Διευθύνοντες Συμβούλους και στα μέλη του Δ.Σ. των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ν.Π.Ι.Δ. της περίπτωσης 12 της παρούσας υποπαραγράφου, επιφυλασσομένων των διατάξεων της περίπτωσης 5, μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), από 1.1.2013. Η παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α’ 40) καταργείται από 1.1.2013.

9. Το χρονοεπίδομα που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του διατακτικού της κοινής υπουργικής απόφασης με αριθμό 2/17132/0022/28.2.2012 (Β’ 498) καταργείται από 1.1.2013.

10. Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 55 του ν. 4075/2012 (Α’ 89) καταργούνται από τότε που ίσχυσαν.

11. Από 1.1.2013 καταργείται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 58 του ν. 3528/2007 (Α’ 26) και της παρ. 5 του άρθρου 65 του ν. 3584/2007 (Α΄ 143) προσαύξηση αποδοχών σε όσους χορηγείται άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης στο εσωτερικό. Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό, για τον υπολογισμό της προσαύξησης λαμβάνεται υπόψη μόνο ο βασικός μισθός.

12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ. Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005 (Α’ 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1 α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α’ 212).
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων.
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2.

13. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 29 του ν. 3205/2003 (Α’ 297) αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας (Σ.τ. Ε.), των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ε.Σ.), των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων (Τ.Δ.Δ.) και της Γενικής Επιτροπείας αυτών, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού του Πρωτοδίκη και των αντίστοιχων με αυτόν βαθμών, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:
α. Πρόεδρος Σ.τ.Ε., Πρόεδρος και Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου (Α.Π.), Πρόεδρος του Ε.Σ., Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας του Ε.Σ., Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των Τ .Δ.Δ.. 1.70
β. Αντιπρόεδρος του Σ.τ.Ε., του Α.Π. και του Ε.Σ. ,Επίτροπος της Επικρατείας του Ε.Σ. και Επίτροπος της Επικρατείας των Τ.Δ.Δ.. 1.62
γ. Σύμβουλος της Επικρατείας, Αρεοπαγίτης, Αντεισαγγελέας του Α. Π., Σύμβουλος και Αντεπίτροπος του Ε.Σ., Αντεπίτροπος Επικρατείας των Τ.Δ.Δ., Πρόεδρος και Εισαγγελέας Εφετών και Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων. 1.42
δ. Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Εφέτης, Αντεισαγγελέας Εφετών, Πάρεδρος του Ε.Σ. και Εφέτης Διοικητικών Δικαστηρίων. 1.27
ε. Πρόεδρος και Εισαγγελέας Πρωτοδικών, Πρόεδρος Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Α’ Τάξης. 1.13
στ. Εισηγητής του Σ.τ.Ε. και του Ε.Σ., Πρωτοδίκης, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών, Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Β’ Τάξης. 1,00
ζ. Δόκιμος Εισηγητής του Σ.τ.Ε. και του Ε.Σ., Πάρεδρος Πρωτοδικείου, Πάρεδρος Εισαγγελίας, Πάρεδρος Πρωτοδικείου των Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Γ’ Τάξης. 0.85
η. Ειρηνοδίκης Δ’ Τάξης 0.77

2. Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του Πρωτοδίκη ορίζεται σε χίλια επτακόσια εβδομήντα οκτώ (1.778) ευρώ.».

14. Οι παράγραφοι 3, 5, και 6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:
«3. Για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων, καθώς και για την αντιστάθμιση δαπανών στις οποίες υποβάλλονται κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους (δημιουργία και ε


Ν.3691/2008

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3691
Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις.

(ΦΕΚ Α’ 166/05-08-2008)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:


Αρθρο 1. Σκοπός

 

Αρθρο 1. Σκοπός – Κείμενο νόμου

Με τον παρόντα νόμο σκοπείται η ενίσχυση και βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη και καταστολή των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Προς τούτο ενσωματώνονται στη νομοθεσία οι διατάξεις της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης «σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας» , διατάξεις της Οδηγίας 2006/70/EK της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αντικαθίστανται οι σχετικές διατάξεις του ν.2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α’), όπως ισχύουν.


Αρθρο 2. Αντικείμενο

 

Αρθρο 2. Αντικείμενο – Κείμενο νόμου


Αρθρο 3. Εγκληματικές δραστηριότητες – Βασικά αδικήματα

 

Αρθρο 3. Εγκληματικές δραστηριότητες – Βασικά αδικήματα – Κείμενο νόμου

Ως εγκληματικές δραστηριότητες νοούνται η διάπραξη ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα αδικήματα που καλούνται εφεξής «βασικά αδικήματα»:
α) εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ)),
β) τρομοκρατικές πράξεις και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (άρθρο 187Α ΠΚ)
γ) παθητική δωροδοκία (άρθρο 235 ΠΚ),
δ) ενεργητική δωροδοκία (236 ΠΚ),
ε) δωροληψία και δωροδοκία πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών (άρθρα 159, 159Α και 237 ΠΚ),
στ) εμπορία ανθρώπων (άρθρο 323Α ΠΚ),
ζ) απάτη με υπολογιστή (άρθρο 386Α ΠΚ),
η) σωματεμπορία (άρθρο 351 ΠΚ),
θ) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 20, 21, 22 και 23 του ν.3459/2006 «Κώδικας Νόμου για τα Ναρκωτικά»(ΦΕΚ 103 Α’),
ι) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 15 και 17 του ν.2168/1993 «Όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες κ.λπ.» (ΦΕΚ 147 Α’),
ια) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 53, 54, 55, 61 και 63 του ν.3028/2002 «Για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς» (ΦΕΚ 153 Α’),
ιβ) τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 3 του ν.δ. 181/1974 «Περί προστασίας εξ ιοντιζουσών ακτινοβολιών» (ΦΕΚ 347 Α’),
ιγ) τα προβλεπόμενα στο άρθρο 87 παράγραφοι 5, 6, 7 και 8 και στο άρθρο 88 του ν.3386/2005 «Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια» (ΦΕΚ 212 Α’),
ιδ) τα προβλεπόμενα στα άρθρα τέταρτο και έκτο του ν.2803/2000 «Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (ΦΕΚ 48 Α’),
ιε) ………………..
ιστ) ………………..
ιζ) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 29 και 30 του ν.3340/2005 «Για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης αγοράς» (ΦΕΚ 112 Α’),
ιη) Τα αδικήματα:
α) της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται στο άρθρο 17, στο άρθρο 18 με την εξαίρεση της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 και του άρθρου 19 με την εξαίρεση της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του ν. 2523/1997 (Α’ 179), όπως ισχύουν,
β) της λαθρεμπορίας, που προβλέπονται στα άρθρα 155, 156 και 157 του ν. 2960/2001 (Α’ 265), όπως ισχύουν, και
γ) της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που προβλέπονται στο άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (Α’ 43), όπως ισχύει, με την εξαίρεση της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1, καθώς και της μη καταβολής χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές ή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από τα δικαστήρια ή από διοικητικές ή άλλες αρχές.
ιθ) τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα από τις διατάξεις του άρθρου 28 παράγραφος 3 εδάφιο α’ του ν. 1650/1986.
κ) κάθε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος.


Αρθρο 4. Ορισμοί

 

Αρθρο 4. Ορισμοί – Κείμενο νόμου

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια:
1. «Περιουσία»: Περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, εν− σώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και έγγραφα ή στοιχεία οποιασδήποτε μορφής, έντυπης, ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου τα έσοδα περιλαμβάνονται στην έννοια της περιουσίας.

2. «Πιστωτικό Ίδρυμα»:
α) Επιχείρηση, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων για λογαριασμό της.
β) ………………..
γ) Το στερούμενο ιδίας νομικής προσωπικότητας υποκατάστημα ή γραφείο αντιπροσωπείας στην Ελλάδα πιστωτικού ιδρύματος που έχει την έδρα του στην αλλοδαπή. Περισσότερα υποκαταστήματα στην ημεδαπή του ιδίου αλλοδαπού πιστωτικού ιδρύματος θεωρούνται ως ενιαίο πιστωτικό ίδρυμα.
Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου στην έννοια του πιστωτικού ιδρύματος περιλαμβάνονται το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και η Τράπεζα της Ελλάδος.

3. «Χρηματοπιστωτικός Οργανισμός»:
α) Οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης.
β) Οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων.
γ) Τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος.
δ) Τα ιδρύματα πληρωμών.
ε) Οι εταιρείες παροχής πιστώσεων.
στ) Οι ταχυδρομικές εταιρείες στην έκταση που ασκούν τη δραστηριότητα της διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων.
ζ) Οι ανώνυμες εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου.
η) Οι ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων.
θ) Οι ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων σε ακίνητη περιουσία.
ι) Οι ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών.
ια) Οι ανώνυμες εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
ιβ) Οι ανώνυμες εταιρείες επενδυτικής διαμεσολάβησης.
ιγ) Οι ασφαλιστικές εταιρίες που ασκούν ασφαλίσεις ζωής ή/και παρέχουν υπηρεσίες σχετιζόμενες με επενδύσεις.
ιδ) Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές, κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του π.δ. 190/2006 (ΦΕΚ 196 Α’), όταν δραστηριοποιούνται στον τομέα της ασφάλειας ζωής ή και της παροχής υπηρεσιών σχετιζόμενων με επενδύσεις. Εξαιρούνται οι συνδεδεμένοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές, όπως ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 2 του ως άνω προεδρικού διατάγματος.
ιε) Τα στερούμενα ιδίας νομικής προσωπικότητας υποκαταστήματα ή γραφεία αντιπροσωπείας στην Ελλάδα χρηματοπιστωτικών οργανισμών οι οποίοι έχουν την έδρα τους στην αλλοδαπή.
ιστ) Άλλες επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα και των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα στοιχεία β’ έως ιβ’ και ιε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 3601/2007. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από γνώμη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να ορίζονται και άλλες δραστηριότητες των επιχειρήσεων της κατηγορίας αυτής.


Αρθρο 5. Υπόχρεα πρόσωπα

 

Αρθρο 5. Υπόχρεα πρόσωπα – Κείμενο νόμου


Αρθρο 6 . Αρμόδιες αρχές

 

Αρθρο 6 . Αρμόδιες αρχές – Κείμενο νόμου


Αρθρο 7. Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης

 

Αρθρο 7. Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης – Κείμενο νόμου


Αρθρο 7Α. Μονάδες και αρμοδιότητες της Αρχής

 

Αρθρο 7Α. Μονάδες και αρμοδιότητες της Αρχής – Κείμενο νόμου

Η Αρχή απαρτίζεται από τρεις αυτοτελείς Μονάδες, με διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό και υποδομές, υπό κοινό Πρόεδρο. Οι Μονάδες συνεδριάζουν νόμιμα, εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τα μισά τουλάχιστον από τα μέλη τους ή τους αναπληρωτές τους, και αποφασίζουν με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.
Οι Μονάδες και οι αρμοδιότητές τους έχουν ως εξής:
1. Α’ Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών
α) Η Α’ Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και οκτώ (8) Μέλη της Αρχής με τους αναπληρωτές τους, με γνώση της αγγλικής γλώσσας και ειδικότερα: αα) ένα στέλεχος από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος και ένα από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών που προτείνονται από τον αρμόδιο Υπουργό, ββ) ένα στέλεχος από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων που προτείνεται από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, γγ) ένα στέλεχος από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό, δδ) ένα στέλεχος από την Τράπεζα της Ελλάδος που προτείνεται από τον Διοικητή της, εε) ένα στέλεχος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που προτείνεται από το Διοικητικό της Συμβούλιο, στστ) ένα στέλεχος από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας που προτείνεται από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ζζ) ένα στέλεχος από το Αρχηγείο του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής που προτείνεται από τον Υπουργό Ναυτιλίας και Αιγαίου.
β) Η Α΄ Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή αντίστοιχης σοβαρής οικονομικής εγκληματικότητας, κατά προτίμηση δε και με γνώση της αγγλικής γλώσσας. Για τους ανωτέρω σκοπούς, συνιστώνται στην Αρχή πενήντα (50) θέσεις, από τις οποίες οι είκοσι πέντε (25) είναι θέσεις επιστημονικού προσωπικού. Οι θέσεις αυτές πληρούνται με αποσπάσεις από τους φορείς από όπου προέρχονται τα Μέλη της Μονάδας, καθώς και από την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων. Οι αποσπάσεις είναι τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης. Δύο (2) κατ’ ανώτατο όριο θέσεις επιστημονικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με πρόσωπα εκτός του δημοσίου τομέα, με εξαιρετικά επιστημονικά ή επαγγελματικά προσόντα και τουλάχιστον πενταετή εμπειρία στο αντικείμενο της Μονάδας. Το εν λόγω προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου τριετούς διάρκειας που μπορεί να ανανεώνεται για μια ακόμα φορά.
γ) Το προσωπικό της Μονάδας συγκεντρώνει, διερευνά και αξιολογεί τις αναφορές υπόπτων ή ασυνήθων συναλλαγών που υποβάλλουν στην Αρχή τα υπόχρεα πρόσωπα, καθώς και τις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Αρχή από άλλους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς ή περιέρχονται σε αυτήν από τα μέσα ενημέρωσης, το διαδίκτυο ή οποιαδήποτε άλλη πηγή και αφορούν επιχειρηματικές, επαγγελματικές ή συναλλακτικές δραστηριότητες που ενδεχομένως σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Ομοίως, διερευνά και αξιολογεί κάθε τέτοια πληροφορία που διαβιβάζεται στην Αρχή από φορείς της αλλοδαπής, με τους οποίους και συνεργάζεται για την παροχή κάθε δυνατής συνδρομής. Η Μονάδα δίνει κατευθυντήριες οδηγίες στα υπόχρεα πρόσωπα και τους ανωτέρω φορείς αναφορικά με τη διαχείριση μιας υπόθεσης που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της.
δ) Σε επείγουσες περιπτώσεις ο Πρόεδρος διατάσσει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων φυσικών ή νομικών προσώπων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 48 παράγραφος 5. Μετά το πέρας μιας έρευνας η Μονάδα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο Εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για μια τέτοια παραπομπή. Υπόθεση που αρχειοθετήθηκε μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχισθεί η έρευνα ή να συσχετισθεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής.
ε) Η Μονάδα συμμετέχει σε διεθνείς φορείς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αντίστοιχων με αυτήν αρχών, ιδίως στο Δίκτυο των Μονάδων Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FIU−Net) και στη διεθνή Ομάδα Έγκμοντ (Egmont Group), παρακολουθεί τις εργασίες τους και συμμετέχει σε ομάδες εργασίας των εν λόγω φορέων.
στ) Στο τέλος κάθε έτους η Μονάδα υποβάλλει έκθεση των πεπραγμένων της στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και στους Υπουργούς Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Προστασίας του Πολίτη.
2. Β΄ Μονάδα Οικονομικών Κυρώσεων κατά Υπόπτων Τρομοκρατίας
α) Η Β΄ Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και δύο (2) Μέλη της Αρχής με γνώση της αγγλικής γλώσσας, και ειδικότερα: αα) ένα στέλεχος από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας που προτείνεται από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, και ββ) ένα στέλεχος από το Υπουργείο Εξωτερικών που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό.
β) Η Β΄ Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση υποθέσεων τρομοκρατίας, κατά προτίμηση δε και με γνώση της αγγλικής γλώσσας.
Για τους ανωτέρω σκοπούς, συνιστώνται στην Αρχή πέντε (5) θέσεις, από τις οποίες οι δύο (2) είναι θέσεις επιστημονικού προσωπικού. Οι θέσεις αυτές πληρούνται με αποσπάσεις από τους φορείς από όπου προέρχονται τα Μέλη της Μονάδας. Οι αποσπάσεις είναι τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης.
γ) Το προσωπικό της Μονάδας συγκεντρώνει και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Αρχή από τις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές ή περιέρχονται σε αυτήν με οποιονδήποτε άλλον τρόπο και αφορούν στην τέλεση πράξης από αυτές που περιγράφονται στο άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα. Ομοίως, διερευνά και αξιολογεί κάθε τέτοια πληροφορία που διαβιβάζεται στην Αρχή από φορείς της αλλοδαπής, με τους οποίους και συνεργάζεται για την παροχή κάθε δυνατής συνδρομής.
δ) Ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Μονάδας είναι αρμόδιοι για τις ενέργειες που προβλέπονται στο άρθρο 49 σχετικά με την εφαρμογή του μέτρου της δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων που επιβάλλεται με αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και των οργάνων του και με κανονισμούς και αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Μονάδα είναι επίσης αρμόδια για τον προσδιορισμό των φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων που σχετίζονται με την τρομοκρατία και τη δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 49Α.
ε) Στο τέλος κάθε έτους η Μονάδα υποβάλλει έκθεση των πεπραγμένων της στους Υπουργούς Εξωτερικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Προστασίας του Πολίτη.
3. Γ΄ Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης
α) Η Γ΄ Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και δύο (2) Μέλη της Αρχής και ειδικότερα: αα) ένα στέλεχος από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό και ββ) ένα στέλεχος από την Τράπεζα της Ελλάδος που προτείνεται από τον Διοικητή της.
β) Η Γ΄ Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στον έλεγχο περιουσιακών στοιχείων και τη διερεύνηση οικονομικών συναλλαγών. Για τους ανωτέρω σκοπούς, συνιστώνται στην Αρχή δεκαπέντε (15) θέσεις, από τις οποίες οι επτά (7) είναι θέσεις επιστημονικού προσωπικού. Οι θέσεις αυτές πληρούνται με αποσπάσεις από τους φορείς από όπου προέρχονται τα Μέλη της Μονάδας, καθώς και από τις Γραμματείες
των Δικα στηρίων και των Εισαγγελιών. Οι αποσπάσεις είναι τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης.
γ) Η Μονάδα δέχεται τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης όλων των προσώπων που υποχρεούνται στην υποβολή τέτοιας δήλωσης, πλην εκείνων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 1, του άρθρου 14 του ν. 3213/2003 και του Προέδρου, των Μελών και του προσωπικού της Αρχής.
Επιπλέον, διερευνά και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται ή περιέρχονται στην Αρχή σχετικά με τη μη υποβολή ή με ανακρίβειες των δηλώσεων αυτών, προβαίνοντας σε δειγματοληπτικό, κατά την κρίση της, ή στοχευμένο έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης των υπόχρεων προσώπων. Ο έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης της υποβολής και του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση τη διακρίβωση, κατά πόσον η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσής τους.
Η Μονάδα μπορεί να καλεί τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία εντός ρητής προθεσμίας.
δ) Μετά το πέρας ενός ελέγχου, η Μονάδα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο, κατά την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3213/2003, Εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για μια τέτοια παραπομπή. Αν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού κατά το άρθρο 12 του ν. 3213/2003, το πόρισμα αποστέλλεται και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αν διαπιστωθεί ανάγκη διερεύνησης θεμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα φορολογικής ή άλλης αρχής, το πόρισμα αποστέλλεται και στην αρχή αυτή. Υπόθεση που αρχειοθετήθηκε μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχισθεί ο έλεγχος ή να συσχετισθεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής.
ε) Στο τέλος κάθε έτους η Μονάδα υποβάλλει έκθεση των πεπραγμένων της στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και στους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.


Αρθρο 7Β. Εξουσίες των Μονάδων της Αρχής

 

Αρθρο 7Β. Εξουσίες των Μονάδων της Αρχής – Κείμενο νόμου


Αρθρο 7Γ. Προσωπικό και λειτουργία των Μονάδων της Αρχής

 

Αρθρο 7Γ. Προσωπικό και λειτουργία των Μονάδων της Αρχής – Κείμενο νόμου


Αρθρο 8. Κεντρικός Συντονιστικός Φορέας

 

Αρθρο 8. Κεντρικός Συντονιστικός Φορέας – Κείμενο νόμου


Αρθρο 9. Επιτροπή Επεξεργασίας Στρατηγικής και Πολιτικών για την αντιμετώπιση του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

 

Αρθρο 9. Επιτροπή Επεξεργασίας Στρατηγικής και Πολιτικών για την αντιμετώπιση του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας – Κείμενο νόμου


Αρθρο 10. Άλλες δημόσιες αρχές

 

Αρθρο 10. Άλλες δημόσιες αρχές – Κείμενο νόμου


Αρθρο 11. Φορέας διαβούλευσης ιδιωτικού τομέα για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

 

Αρθρο 11. Φορέας διαβούλευσης ιδιωτικού τομέα για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας – Κείμενο νόμου


Αρθρο 12. Περιπτώσεις εφαρμογής δέουσας επιμέλειας

 

Αρθρο 12. Περιπτώσεις εφαρμογής δέουσας επιμέλειας – Κείμενο νόμου

Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στις εξής περιπτώσεις:
α) όταν συνάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις,
β) όταν διενεργούν περιστασιακές συναλλαγές που ανέρχονται σε ποσό τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες, μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση,
γ) όταν υπάρχει υπόνοια για απόπειρα ή διάπραξη αδικημάτων του άρθρου 2, ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή όριο ποσού που προβλέπονται στις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 13, των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 14 και των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 17,
δ) όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια, την πληρότητα ή την καταλληλότητα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν προηγουμένως για την πιστοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη, άλλου προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης και του πραγματικού δικαιούχου ή των πραγματικών δικαιούχων του πελάτη.


Αρθρο 13. Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας

 

Αρθρο 13. Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας – Κείμενο νόμου


Αρθρο 14. Χρόνος εφαρμογής δέουσας επιμέλειας

 

Αρθρο 14. Χρόνος εφαρμογής δέουσας επιμέλειας – Κείμενο νόμου


Αρθρο 15. Ανώνυμοι λογαριασμοί

 

Αρθρο 15. Ανώνυμοι λογαριασμοί – Κείμενο νόμου

Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί δεν επιτρέπεται να τηρούν μυστικούς, ανώνυμους ή μόνον αριθμημένους λογαριασμούς ή ανώνυμα βιβλιάρια καταθέσεων ή λογαριασμούς με εικονικά ονόματα ή λογαριασμούς που δεν έχουν το πλήρες όνομα του δικαιούχου τους, σύμφωνα με τα έγγραφα πιστοποίησης της ταυτότητας.


Αρθρο 16. Καζίνο

 

Αρθρο 16. Καζίνο – Κείμενο νόμου


Αρθρο 17. Απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη

 

Αρθρο 17. Απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη – Κείμενο νόμου


Αρθρο 18. Μη αξιόπιστες τρίτες χώρες

 

Αρθρο 18. Μη αξιόπιστες τρίτες χώρες – Κείμενο νόμου

Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδίδει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ, τα υπόχρεα πρόσωπα απαγορεύεται να εφαρμόζουν την απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια στα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 και του στοιχείου α’ της παρ. 2 του άρθρου 17, τα οποία εδρεύουν στην τρίτη χώρα που αναφέρεται στην ως άνω απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.


Αρθρο 19. Μέτρα Αυξημένης Δέουσας Επιμέλειας ως προς τον Πελάτη

 

Αρθρο 19. Μέτρα Αυξημένης Δέουσας Επιμέλειας ως προς τον Πελάτη – Κείμενο νόμου

Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν, ανάλογα με το βαθμό κινδύνου, αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, επιπλέον των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 13 και στην παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου. Ειδικότερα, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 14, τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν στις περιπτώσεις που εκτιμούν ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος:
α) να εφαρμόζουν με συνέπεια και αποτελεσματικότητα τα μέτρα που ορίζονται στα άρθρα 20, 21 και 22, στις αναφερόμενες στα άρθρα αυτά περιπτώσεις,
β) να λαμβάνουν κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο που αποφασίζει η αρμόδια αρχή τους για την αποτροπή των αδικημάτων του άρθρου 2, συμπεριλαμβανομένης της επιμελούς εξέτασης του συνολικού χαρτοφυλακίου του πελάτη, του πραγματικού δικαιούχου, του προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης, των συγγενών, συζύγων, συντρόφων και στενών συνεργατών των ανωτέρω τουλάχιστον κατά τα τρία τελευταία έτη.


Αρθρο 20. Συναλλαγές χωρίς τη φυσική παρουσία του πελάτη – Κίνδυνοι από νέα προϊόντα και τεχνολογίες

 

Αρθρο 20. Συναλλαγές χωρίς τη φυσική παρουσία του πελάτη – Κίνδυνοι από νέα προϊόντα και τεχνολογίες – Κείμενο νόμου


Αρθρο 21. Διασυνοριακές σχέσεις τραπεζικής ανταπόκρισης

 

Αρθρο 21. Διασυνοριακές σχέσεις τραπεζικής ανταπόκρισης – Κείμενο νόμου


Αρθρο 22. Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα

 

Αρθρο 22. Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα – Κείμενο νόμου


Αρθρο 23. Επιλέξιμα τρίτα μέρη και υποχρεώσεις τους

 

Αρθρο 23. Επιλέξιμα τρίτα μέρη και υποχρεώσεις τους – Κείμενο νόμου


Αρθρο 24. Καθεστώς τρίτων χωρών

 

Αρθρο 24. Καθεστώς τρίτων χωρών – Κείμενο νόμου


Αρθρο 25. Εξαιρέσεις και αποφάσεις αρμόδιων αρχών

 

Αρθρο 25. Εξαιρέσεις και αποφάσεις αρμόδιων αρχών – Κείμενο νόμου


Αρθρο 26. Αναφορές ύποπτων συναλλαγών προς την Επιτροπή

 

Αρθρο 26. Αναφορές ύποπτων συναλλαγών προς την Επιτροπή – Κείμενο νόμου


Αρθρο 27. Συναλλαγές υψηλού κινδύνου − Αποφυγή συναλλαγών

 

Αρθρο 27. Συναλλαγές υψηλού κινδύνου − Αποφυγή συναλλαγών – Κείμενο νόμου


Αρθρο 28. Υποχρέωση αναφοράς των αρμόδιων αρχών και διαχειριστών αγορών

 

Αρθρο 28. Υποχρέωση αναφοράς των αρμόδιων αρχών και διαχειριστών αγορών – Κείμενο νόμου


Αρθρο 29. Υποβολή αναφορών για φορολογικά και τελωνειακά αδικήματα

 

Αρθρο 29. Υποβολή αναφορών για φορολογικά και τελωνειακά αδικήματα – Κείμενο νόμου


Αρθρο 30. Μέτρα προστασίας των αναφερόντων

 

Αρθρο 30. Μέτρα προστασίας των αναφερόντων – Κείμενο νόμου

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης ή με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών δύναται να ορίζονται μέτρα για την προστασία των υπαλλήλων των υπόχρεων νομικών προσώπων και των υπόχρεων φυσικών προσώπων, οι οποίοι αναφέρουν τις υπόνοιές τους για απόπειρα ή διάπραξη των αδικημάτων του άρθρου 2, είτε εσωτερικά είτε στην Επιτροπή είτε στον εισαγγελέα, από την έκθεσή τους σε απειλές ή εχθρικές ενέργειες.


Αρθρο 31. Απαγόρευση γνωστοποίησης

 

Αρθρο 31. Απαγόρευση γνωστοποίησης – Κείμενο νόμου

Τα υπόχρεα νομικά πρόσωπα, οι υπάλληλοι και τα διευθυντικά στελέχη τους και τα υπόχρεα φυσικά πρόσωπα απαγορεύεται να γνωστοποιούν στον εμπλεκόμενο πελάτη ή σε τρίτους ότι διαβιβάστηκαν αρμοδίως ή ζητήθηκαν πληροφορίες ή ότι διεξάγεται ή ενδέχεται ή πρόκειται να διεξαχθεί έρευνα για αδικήματα του άρθρου 2 του παρόντος νόμου. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τον Πρόεδρο, τα μέλη και τους υπαλλήλους της Επιτροπής, για τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων, τα διευθυντικά στελέχη και τους υπαλλήλους των αρμόδιων αρχών και για άλλους δημόσιους υπαλλήλους που γνωρίζουν τις πληροφορίες του προηγούμενου εδαφίου. Τα φυσικά πρόσωπα που παραβιάζουν από πρόθεση το καθήκον εχεμύθειας, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή.


Αρθρο 32. Εξαιρέσεις της απαγόρευσης γνωστοποίησης

 

Αρθρο 32. Εξαιρέσεις της απαγόρευσης γνωστοποίησης – Κείμενο νόμου


Αρθρο 33. Μη αξιόπιστες τρίτες χώρες

 

Αρθρο 33. Μη αξιόπιστες τρίτες χώρες – Κείμενο νόμου

Εάν εκδοθεί απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ, απαγορεύεται η διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ των αναφερόμενων στις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 32 του παρόντος νόμου υπόχρεων νομικών και φυσικών προσώπων και των αντίστοιχων νομικών ή φυσικών προσώπων που εδρεύουν, λειτουργούν ή ασκούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα στην αναφερόμενη στην απόφαση τρίτη χώρα.


Αρθρο 34. Επιτροπή δικηγόρων

 

Αρθρο 34. Επιτροπή δικηγόρων – Κείμενο νόμου

Συνιστάται Επιτροπή δικηγόρων, η οποία απαρτίζεται από πέντε μέλη, οριζόμενα με τριετή θητεία από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και εδρεύει στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η Επιτροπή αυτή λαμβάνει τις αναφορές των δικηγόρων για ύποπτες ή ασυνήθεις δραστηριότητες ή συναλλαγές, ελέγχει αν υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και τις διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη της ανωτέρω Ολομέλειας, ορίζεται ο τρόπος λειτουργίας της Επιτροπής αυτής, ο τρόπος διαβίβασης των αναφορών των δικηγόρων όλης της Επικράτειας στην Επιτροπή, καθώς και η διαδικασία συνεργασίας και επικοινωνίας της με την Επιτροπή.


Αρθρο 35. Φύλαξη αρχείων και στοιχείων από υπόχρεα πρόσωπα

 

Αρθρο 35. Φύλαξη αρχείων και στοιχείων από υπόχρεα πρόσωπα – Κείμενο νόμου


Αρθρο 36. Φύλαξη αρχείων και στοιχείων από θυγατρικές και υποκαταστήματα σε άλλες χώρες

 

Αρθρο 36. Φύλαξη αρχείων και στοιχείων από θυγατρικές και υποκαταστήματα σε άλλες χώρες – Κείμενο νόμου


Αρθρο 37. Εφαρμογή διαδικασιών και συστημάτων

 

Αρθρο 37. Εφαρμογή διαδικασιών και συστημάτων – Κείμενο νόμου


Αρθρο 38. Συλλογή, τήρηση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων από δημόσιες αρχές

 

Αρθρο 38. Συλλογή, τήρηση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων από δημόσιες αρχές – Κείμενο νόμου


Αρθρο 39. Συλλογή δικαστικών δεδομένων και στοιχείων

 

Αρθρο 39. Συλλογή δικαστικών δεδομένων και στοιχείων – Κείμενο νόμου


Αρθρο 40. Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών εμπιστευτικής φύσης

 

Αρθρο 40. Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών εμπιστευτικής φύσης – Κείμενο νόμου


Αρθρο 41. Εσωτερικές διαδικασίες

 

Αρθρο 41. Εσωτερικές διαδικασίες – Κείμενο νόμου


Αρθρο 42. Κατάρτιση και εκπαίδευση

 

Αρθρο 42. Κατάρτιση και εκπαίδευση – Κείμενο νόμου

Τα υπόχρεα πρόσωπα λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε οι υπάλληλοί τους να λάβουν γνώση των διατάξεων του παρόντος νόμου και των σχε


Ν.2961/2001

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2961 Κύρωση του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια

(ΦΕΚ Α’ 266/22-11-2001)
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο πρώτο
Κυρώνεται ο Κώδικας Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία, ο οποίος έχει συνταχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 76 του Συντάγματος, από την ειδική επιτροπή που συγκροτήθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 105 του ν.1892/1990 (ΦΕΚ 101 Ά), 34 του ν. 1914/1990 (ΦΕΚ 178 Α’), 13 του ν.2346/1995 (ΦΕΚ 220 Α’) και 16 παρ.22 του ν.2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α’) με τις 1051232/571/0006Α/3 5-1996 (ΦΕΚ 336 Β’) και1000860/1720/Α006/29.12.2000 αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών.

 

(Ο τίτλος του νόμου αντικαταστάθηκε σε «Κύρωση του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια» με την παράγραφο 5 του άρθρου δεύτερου του ν. 4093/2012.)

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΩΝ, ΔΩΡΕΩΝ, ΓΟΝΙΚΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ, ΠΡΟΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΕΡΔΩΝ ΑΠΟ ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΓΝΙΑ

 

Αρθρο 1. Επιβολή φόρου

Αρθρο 1. Επιβολή φόρου – Κείμενο νόμου

1.Επιβάλλεται φόρος στις περιουσίες που αποκτήθηκαν αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας και στα κέρδη από λαχεία, σύμφωνα μετά οριζόμενα στον παρόντα νόμο.

2.Στο φόρο υπόκειται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αποκτά περιουσία από κάποια αιτία από αυτές που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο.

Αρθρο 2. Κτήση αιτία θανάτου

Αρθρο 2. Κτήση αιτία θανάτου – Κείμενο νόμου

1.Κτήση περιουσίας αιτία θανάτου για την επιβολή του φόρου είναι η από:
α) Κληρονομιά, κληροδοσία ή τρόπο,
β)νέμηση,
γ) σύμβαση ασφάλισης ζωής του κληρονομουμένου, εφόσον δεν ορίζονται στο ασφαλιστήριο οι δικαιούχοι,
δ) αυτασφάλιση του κληρονομουμένου, εφόσον αυτή δεν προβλέπεται από νόμο,
ε) συνένωση επικαρπίας ακινήτων ή κινητών γενικά πραγμάτων με την ψιλή κυριότητα, λόγω θανάτου του επικαρπωτή ή διάλυσης του νομικού προσώπου, αν ο επικαρπωτής είναι νομικό πρόσωπο, όταν η κτήση ή μεταβίβαση με επαχθή αιτία της ψιλής κυριότητας αυτών και η κτήση της επικαρπίας ή η παρακράτησή της έγιναν από 2 Απριλίου 1980. Στις περιπτώσεις αυτές θεωρείται ότι η επικαρπία περιέρχεται στον κατά το χρόνο της συνένωσης ψιλό κύριο από τον επικαρπωτή αιτία θανάτου και η αξία αυτής προσδιορίζεται στην αξία της πλήρους κυριότητας, μετά την αφαίρεση από αυτή του τμήματος της αξίας που αναλογεί στο ποσοστό για το οποίο ο ψιλός κύριος είχε υπαχθεί σε φόρο κατά την απόκτηση της ψιλής κυριότητας.

2.Η μη μεταγραφή της αποδοχής κληρονομιάς ή κληροδοσίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1193 του Αστικού Κώδικα, δεν εμποδίζει την επιβολή του φόρου κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

3.Οι προβλεπόμενες από τον Αστικό Κώδικα προθεσμίες αποποίησης της κληρονομιάς και η αποδοχή της κληρονομιάς με το ευεργέτημα της απογραφής, δεν αποτελούν λόγο διάφορης εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος νόμου.

Αρθρο 3. Περιουσία που υποβάλλεται σε φόρο

Αρθρο 3. Περιουσία που υποβάλλεται σε φόρο – Κείμενο νόμου

1. Στο φόρο υποβάλλεται:
α) Η κείμενη στην Ελλάδα οποιασδήποτε φύσεως περιουσία, η οποία ανήκει είτε σε ημεδαπούς είτε σε αλλοδαπούς.
β) Η κείμενη στην αλλοδαπή ενσώματη ή ασώματη κινητή περιουσία Έλληνα υπηκόου, που έχει την κατοικία του οπουδήποτε, καθώς και αλλοδαπού που έχει την κατοικία του στην Ελλάδα,με την επιφύλαξη της εφαρμογής της διάταξης της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 2 του άρθρου 25.

2.Ως κείμενη στην Ελλάδα κινητή περιουσία θεωρούνται ιδίως:
α) Τα πλοία που είναι γραμμένα στα ελληνικά νηολόγια καθώς και τα αεροσκάφη που είναι γραμμένα στα ελληνικά μητρώα αεροσκαφών.
β) Η επωνυμία, ο τίτλος και η φήμη επιχείρησης ή επαγγέλματος που ασκούνται στην Ελλάδα.
γ) Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τα εμπορικά σήματα, που είναι καταχωρημένα στην Ελλάδα.
δ) Τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας καθώς και τα δικαιώματα για τη χρησιμοποίηση συγγραφικού υλικού, διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή εμπορικού σήματος, εφόσον δύνανται να ασκηθούν στην Ελλάδα.
ε) Οι μετοχές, οι ιδρυτικοί τίτλοι και τα εταιρικά μερίδια των κάθε φύσεως εταιριών που εδρεύουν στην Ελλάδα.
στ) Οι ενοχικές αξιώσεις που είναι εξασφαλισμένες με υποθήκη σε ακίνητα ή πλοία ή αεροσκάφη, εφόσον αυτά βρίσκονται κατά τους ανωτέρω ορισμούς στην Ελλάδα. Οι αξιώσεις που απορρέουν από συμβάσεις για τα ανωτέρω ακίνητα ή πλοία ή αεροσκάφη. Οι οποιεσδήποτε ενοχικές αξιώσεις, που είναι απαιτητές στην Ελλάδα. Οι ενοχικές αξιώσεις που απορρέουν από συμβάσεις, οι οποίες έχουν καταρτισθεί στην Ελλάδα μεταξύ Ελλήνων υπηκόων.
ζ) Οι κάθε φύσεως απαιτήσεις, εξασφαλισμένες ή μη, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο ασώματης κινητής περιουσίας, εφόσον ο αποβιώσας είχε την κατοικία του στην Ελλάδα κατά το χρόνο του θανάτου του.
η) Τα τραπεζογραμμάτια και κάθε άλλο είδος χρημάτων, που αποτελούν νόμιμο μέσο πληρωμής στον τόπο της έκδοσης τους, καθώς και οι επιταγές στον κομιστή, εφόσον αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.
θ) Τα κάθε φύσεως κινητά, εφόσον αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

3.Οι τίτλοι και οι αξίες, τα εισοδήματα των οποίων εισέπραξε ο αποβιώσας ή με τους οποίους πραγματοποίησε οποιεσδήποτε συναλλακτικές πράξεις μέσα στο προηγούμενο του θανάτου του έτος, καθώς επίσης και το τίμημα από εκποίηση περιουσιακού στοιχείου που πραγματοποίησε Ο κληρονομούμενος μέσα στην προηγούμενη του θανάτου του τριετία, προκειμένου για κινητό,και μέσα στην προηγούμενη πενταετία, προκειμένου για ακίνητο, θεωρούνται ότι ανήκουν στην κληρονομιά. Επιτρέπεται η απόδειξη για το αντίθετο με κάθε νόμιμο μέσο. Ως τίμημα από την εκποίηση του ακινήτου λαμβάνεται η αντικειμενική αξία αυτού ή, αν πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται σε περιοχή όπου δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, η αξία αυτού όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, εφόσον οι αξίες αυτές είναι μεγαλύτερες του τιμήματος που αναγράφεται στο συμβολαιογραφικό έγγραφο. Ως τίμημα από την εκποίηση μετοχών και λοιπών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο τίτλων κινητών αξιών και συμμετοχών σε εταιρίες ή συνεταιρισμούς, για τα οποία έχει συνταχθεί συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικόέγγραφο από τον κληρονομούμενο, λαμβάνεται η αξία που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 12, εφόσον είναι μεγαλύτερη του αναγραφόμενου στα ως άνω έγγραφα τιμήματος.

4. Δεν υποβάλλεται σε φόρο η αποζημίωση από ατύχημα, που καταβάλλεται στους νόμιμους δικαιούχους συνεπεία θανάτου του θύματος.

Αρθρο 4. Συνυπολογισμός δωρεών, γονικών παροχών και προικών

Αρθρο 4. Συνυπολογισμός δωρεών, γονικών παροχών και προικών – Κείμενο νόμου

Στην κτήση αιτία θανάτου συνυπολογίζονται οι δωρεές εν ζωή ή αιτία θανάτου, οι γονικές παροχές και οι προίκες του κληρονομουμένου προς τον κληρονόμο ή κληροδόχο, εφόσον η φορολογική υποχρέωση γι’ αυτές γεννήθηκε σε χρόνο που το δικαίωμα του δημοσίου δεν έχει παραγραφεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 102. Για το συνυπολογισμό των κτήσεων αυτών λαμβάνεται υπόψη η αξία που είχε υπαχθεί σε φόρο κατά το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης αυτών και όχι τα απαλλασσόμενα ποσά.

Αρθρο 5. Υποκείμενο φόρου

Αρθρο 5. Υποκείμενο φόρου – Κείμενο νόμου

Υπόχρεος στο φόρο είναι ο δικαιούχος της κτήσης, σε περίπτωση περισσότερων δικαιούχων καθένας ανάλογα με την περιουσία που αποκτά.

Αρθρο 6. Χρόνος γένεσης φορολογικής υποχρέωσης

Αρθρο 6. Χρόνος γένεσης φορολογικής υποχρέωσης – Κείμενο νόμου

1.Η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.

2.Σε περίπτωση κήρυξης προσώπου άφαντου, η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο δημοσίευσης από τον τύπο της τελεσίδικης απόφασης, που κηρύσσει την αφάνεια.

Αρθρο 7. Μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης από το νόμο

Αρθρο 7. Μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης από το νόμο – Κείμενο νόμου

Κατ’ εξαίρεση, η φορολογική υποχρέωση γεννιέται:
α) Κατά το χρόνο πλήρωσης της αίρεσης ή λήξης της προθεσμίας, όταν το δικαίωμα του κληρονόμου ή κληροδόχου ή η κτήση στοιχείων κληρονομιάς ή κληροδοσίας εξαρτάται από αναβλητική και όχι καθαρά εξουσιαστική αίρεση ή προθεσμία. Αν τα αντικείμενα περιέλθουν στη νομή του δικαιούχου πριν από την πλήρωση της αίρεσης ή τη λήξη της προθεσμίας, η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο αυτόν.
β) Κατά το χρόνο της με οποιονδήποτε τρόπο λήξης της επιδικίας, όταν τα αντικείμενα της κτήσης είναι κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου επίδικα και ο δικαιούχος δεν έχει τη νομή αυτών. Αν αυτά περιέλθουν στη νομή του δικαιούχου πριν από τη λήξη της επιδικίας, η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο αυτόν.
γ) Κατά το χρόνο της με οποιονδήποτε τρόπο λήξης της επιδικίας, όταν το δικαίωμα του κληρονόμου ή κληροδόχου κατέστη επίδικο, κατόπιν αμφισβήτησης του από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο και ο κληρονόμος ή κληροδόχος δεν έχει τη νομή των αντικειμένων της κτήσης. Αν τα αντικείμενα περιέλθουν στη νομή του κληρονόμου ή κληροδόχου που αξιώνει το δικαίωμα, η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο αυτόν.
δ) Κατά το χρόνο συμβιβασμού, όταν αυτός που αξιώνει κληρονομικό δικαίωμα έλαβε συμβιβαστικά μέρος της κληρονομικής περιουσίας ή άλλη οποιασδήποτε φύσης αποζημίωση και σε αντάλλαγμα παραιτήθηκε από την αξίωση του στην κληρονομιά.
ε) Κατά το χρόνο της συνένωσης της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, όταν αντικείμενο της κτήσης είναι η ψιλή κυριότητα, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 16.
στ) Κατά το χρόνο καθορισμού του ποσού ή του αντικειμένου των κληροδοτημάτων των άρθρων 1972, 1973 και 1974 του Α.Κ..
ζ) Κατά το χρόνο εκπλήρωσης από το βεβαρημένο της υποχρέωσης, όταν ο κληρονομούμενος υποχρεώνει τον κληρονόμο ή τον κληροδόχο σε παροχή, χωρίς να προσπορίζει σε άλλον δικαίωμα στην παροχή αυτή (Α.Κ. 1715).
η) Κατά το χρόνο της αποποίησης της κληρονομιάς ή κληροδοσίας, γι’ αυτόν που έγινε δικαιούχος εξαιτίας αυτής της αποποίησης.
θ) Κατά το χρόνο της εισόδου στην κληρονομιά των περιουσιακών στοιχείων που εισέρχονται σε αυτή μετά το θάνατο του κληρονομουμένου.
ι) ………………………………………………………
ια) Κατά το χρόνο της οριστικής ρύθμισης των έννομων σχέσεων που απορρέουν από προσύμφωνο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων από τον κληρονομούμενο. Το ίδιο ισχύει και σε παραχώρηση με εργολαβικό προσύμφωνο ακινήτου για ανοικοδόμηση.
ιβ) Κατά το χρόνο απόδοσης από το Κράτος των κτημάτων που έχουν καταληφθεί από αυτό ως εγκαταλειμμένα, καθώς και αυτών που τελούν υπό μεσεγγύηση, ως ανήκοντα σε υπηκόους εχθρικών κρατών, εφόσον αυτά πριν από την κτήση είχαν καταληφθεί ως εγκαταλειμμένα ή είχαν τεθεί υπό μεσεγγύηση.
ιγ) Κατά το χρόνο άρσης της απαγόρευσης, εφόσον πριν από την κτήση έχει απαγορευθεί με νόμο η εκποίηση των κτημάτων ή η σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων σε αυτά.
ιδ) Κατά το χρόνο που θα γίνει δυνατή η είσπραξη του υπολοίπου του ποσού των απαιτήσεων της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 11, που δηλώνονται ως εν μέρει εισπράξιμες.
ιε) Κατά το χρόνο είσπραξης, προκειμένου για δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς και δικαιώματα για χρησιμοποίηση συγγραφικού υλικού, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή εμπορικό σήμα.
ιστ) Κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δικαστηρίου που εγκρίνει τη λογοδοσία, προκειμένου για την περιουσία της αλλοδαπής, η οποία φορολογείται στην Ελλάδα. Αν τα αντικείμενα περιέλθουν στη νομή του δικαιούχου πριν από τη δημοσίευση της απόφασης, η φορολογική υποχρέωση γεννιέται κατά το χρόνο αυτόν.
ιζ) Κατά το χρόνο λήξης της δικαστικής εκκαθάρισης της κληρονομιάς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1913 έως και 1922 του Α.Κ..
ιη) Κατά το χρόνο λήξης της πτωχευτικής διαδικασίας, σε περίπτωση θανάτου του πτωχεύσαντα. Για τα κληρονομιαία στοιχεία που μεταβιβάζονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της πτώχευσης επιδίδεται δήλωση και καταβάλλεται ο φόρος που αναλογεί. Μετά το τέλος της πτωχευτικής διαδικασίας, γίνεται οριστική εκκαθάριση του φόρου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 100.
ιθ) Κατά το χρόνο απόδοσης ή παραχώρησης των ακινήτων ή καταβολής του χρηματικού ανταλλάγματος σε δικαιούχους κληρονόμους πολιτικού πρόσφυγα κατά τις διατάξεις του ν.1540/1985 (ΦΕΚ 67 Α’). Αντικείμενο φορολογίας, στην περίπτωση αυτή, είναι το ακίνητο που αποδίδεται ή παραχωρείται ή το χρηματικό αντάλλαγμα, μείον το ποσό της εισφοράς.

Αρθρο 8. Μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης με απόφαση του προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας

Αρθρο 8. Μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης με απόφαση του προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας – Κείμενο νόμου

1.Η φορολογική υποχρέωση για όλα ή μερικά από τα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να μετατίθεται σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν που ορίζεται στα άρθρα 6 και 7, με απόφαση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Αν τα αντικείμενα της κτήσης κατέστησαν επίδικα μετά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου ή αν υφίσταται νομικό κώλυμα για την ελεύθερη διάθεση των αντικειμένων αυτών ή είναι δεσμευμένα στην αλλοδαπή και εφόσον στις περιπτώσεις αυτές ο υπόχρεος σε φόρο δεν βρίσκεται στη νομή ή αν τα αντικείμενα της κτήσης κατέστησαν επίδικα πριν ή μετά το θάνατο του κληρονομουμένου ή υφίσταται νομικό κώλυμα για την ελεύθερη διάθεση αυτών ή το δικαίωμα της κτήσης είναι επίδικο και εφόσον στις περιπτώσεις αυτές ο υπόχρεος σε φόρο βρίσκεται μεν στη νομή των αντικειμένων, αλλά λόγω του απροσόδου ή της μικρής προσόδου αυτών αδυνατεί να καταβάλει το φόρο. Ειδικά, σε περίπτωση αντικειμένων μικρής προσόδου, η μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης μπορεί να αφορά μέρος ή ποσοστό αυτών.
β) Αν τα αντικείμενα της κτήσης βρίσκονται στην αλλοδαπή και ο υπόχρεος σε φόρο, μέσα στις υφιστάμενες προθεσμίες για υποβολή δήλωσης, δεν γνώριζε ότι αυτά περιήλθαν σε αυτόν ήτα έλαβε στην κατοχή του μετά την παρέλευση των προθεσμιών αυτών.
γ) ………………………………………….

2.Η μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, γίνεται με αίτηση του υπόχρεου σε φόρο, η οποία υποβάλλεται πριν από τη λήξη του λόγου που συνιστά τη μετάθεση και εντός πενταετίας, που αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας για υποβολή δήλωσης και σε κάθε περίπτωση πριν από την κοινοποίηση πράξης επιβολής του φόρου.

3.Η μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης κατά την παράγραφο 2, δεν μπορεί να γίνει σε χρόνο κατά τον οποίο δεν υφίσταται ο λόγος που δικαιολογεί τη μετάθεση.

4.Κατά της απόφασης του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας για τη μετάθεση ή όχι του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.

Αρθρο 9. Χρόνος και τρόπος προσδιορισμού αξίας

Αρθρο 9. Χρόνος και τρόπος προσδιορισμού αξίας – Κείμενο νόμου

1.Ως αξία των αντικειμένων της κτήσης, για τον υπολογισμό του φόρου, λαμβάνεται η αγοραία αξία κατά το χρόνο της γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, η οποία προσδιορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στα άρθρα 10 έως και 18.

Αρθρο 10. Αξία ακινήτων

Αρθρο 10. Αξία ακινήτων – Κείμενο νόμου

Α. Αγοραία αξία
Για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται ιδίως τα στοιχεία εκτίμησης των ίδιων ή άλλων πλησιόχωρων ομοειδών ακινήτων, που προκύπτουν από μεταβιβάσεις με αντάλλαγμα ή κτήσεις αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας ή από απαλλοτριώσεις ή δικαστικές διανομές, η καθαρή πρόσοδος αυτών καθώς και κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στη διαμόρφωση της αγοραίας αξίας τους. Σε περίπτωση έλλειψης οποιουδήποτε από τα ανωτέρω στοιχεία ή εφόσον αυτά που υπάρχουν κρίνονται απρόσφορα ή ανεπαρκή, ο προσδιορισμός της αξίας αυτών γίνεται με βάση κάθε αποδεικτικό μέσο.

Β. Αντικειμενική αξία
1. Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται αιτία θανάτου, λαμβάνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης, που είναι καθορισμένες από πριν κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ’ είδος ακινήτου, όπως αστικό ακίνητο, μονοκατοικία, διαμέρισμα, κατάστημα, αγρόκτημα και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης αυξάνονται ή μειώνονται ποσοστιαία ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν αυξητικά ή μειωτικά την αξία των ακινήτων, όπως για τα διαμερίσματα η παλαιότητα, η θέση στο οικοδομικό τετράγωνο ή στον όροφο της πολυκατοικίας, για τα καταστήματα η εμπορικότητα δρόμου, το πατάρι, το υπόγειο, για τα αγροκτήματα η καλλιεργητική αξία, η τουριστική ή παραθεριστική σημασία και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσης τους θα καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, μετά από εισήγηση επιτροπών που θα αποτελούνται από οικονομικούς υπαλλήλους, μηχανικούς του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκπροσώπους του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και άλλα πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία και θα συγκροτούνται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών.
Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερο ανά διετία, με τις κατά την παράγραφο 2 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.

2.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:
α) Η καταχώρηση των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσης τους σε πίνακες και η συσχέτιση τους με διαγράμματα που καταρτίζονται με βάση χάρτες,
β) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της ενότητας,
γ) η εφαρμογή των διατάξεων αυτής της ενότητας και για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των μεταβιβαζόμενων εκτός σχεδίου ακινήτων,
δ) ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων αυτής της ενότητας σε ολόκληρη τη χώρα ή ορισμένες περιοχές αυτής ή πόλεις και για όλα τα ακίνητα ή για ορισμένη κατηγορία αυτών.

3.Κάθε άλλη διάταξη, η οποία ρυθμίζει διαφορετικά τη φορολογητέα αξία των ακινήτων που μεταβιβάζονται αιτία θανάτου και τον τρόπο προσδιορισμού της, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος των υπουργικών αποφάσεων της προηγούμενης παραγράφου μόνο στις περιπτώσεις που ο φορολογούμενος αμφισβητήσει τις προκαθορισμένες τιμές με προσφυγή του ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.

4.Σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων αιτία θανάτου, ο φορολογούμενος αναγράφει στην οικεία φορολογική δήλωση την κατά τις παραγράφους 1 και 2 αυτής της ενότητας οριζόμενη αξία τους, με βάση την οποία βεβαιώνεται ο φόρος που αναλογεί. Αν ο υπόχρεος σε φόρο θεωρεί την προκαθορισμένη αξία μεγαλύτερη από την αγοραία, έχει το δικαίωμα, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του, να ζητήσει με προσφυγή τον προσδιορισμό της αξίας από το αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο. Αν ασκηθεί προσφυγή, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας διενεργεί έλεγχο για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου και συντάσσει σχετική έκθεση, αντίγραφο της οποίας κοινοποιεί στον φορολογούμενο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η έκθεση αυτή επισυνάπτεται στην έκθεση του άρθρου 129 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στην οποία περιλαμβάνεται και αίτημα προς το διοικητικό δικαστήριο για προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Εφόσον το διοικητικό δικαστήριο προσδιορίσει αξία του ακινήτου μεγαλύτερη από την προκαθορισμένη, επιβάλλεται εκτός από τον κύριο φόρο, την πληρωμή του οποίου θα διέφευγε ο υπόχρεος και ο πρόσθετος φόρος του άρθρου 75. Σε περίπτωση που δεν αμφισβητηθεί η προκαθορισμένη αξία, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ελέγχει την ακρίβεια των δηλώσεων μόνο όσον αφορά τα προσδιοριστικά στοιχεία των ακινήτων σύμφωνα μετά οποία διαμορφώνεται η αξία τους. Αν διαπιστωθεί ανακρίβεια των στοιχείων αυτών, εκδίδεται πράξη με την οποία καταλογίζεται ο φόρος την πληρωμή του οποίου θα διέφευγε ο υπόχρεος με την ανακρίβεια καθώς και ο πρόσθετος φόρος του άρθρου 75. Για κάθε θέμα που δεν ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις του παρόντος νόμου, καθώς και οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

5. Μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της δήλωσης ο υπόχρεος σε φόρο δύναται, χωρίς φορολογική επιβάρυνση, εφόσον διαπιστώσει ότι έγινε οποιοδήποτε λογιστικό λάθος κατά τη σύνταξη του φύλλου υπολογισμού της αξίας των ακινήτων ή εσφαλμένη επιλογή των προκαθορισμένων τιμών εκκίνησης ή των συντελεστών αυξομείωσής τους, να υποβάλει νέα δήλωση και να ζητήσει επαναπροσδιορισμό του φόρου. Στην περίπτωση αυτή, αν ο φόρος που προκύπτει με τη νέα δήλωση είναι μεγαλύτερος, συμψηφίζεται με αυτόν που καταβλήθηκε, αν είναι μικρότερος, η επιπλέον διαφορά επιστρέφεται. Αν ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μέσα στην προθεσμία του 20ημέρου από την υποβολή της δήλωσης διαπιστώσει εσφαλμένο υπολογισμό του φόρου από υπαιτιότητα της υπηρεσίας, δύναται να καλέσει το φορολογούμενο για την υποβολή, μέσα στην ίδια 20ήμερη προθεσμία, συμπληρωματικής δήλωσης και επαναπροσδιορισμό του φόρου.

Γ. Μικτό σύστημα
1. Η φορολογητέα αξία των μεταβιβαζόμενων αιτία θανάτου ακινήτων, που βρίσκονται σε περιοχές στις οποίες δεν έχει εφαρμοστεί το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας τους,είτε αυτές είναι εντός είτε εκτός σχεδίου πόλης, υπολογίζεται χωριστά για τα επί του οικοπέδου ή γηπέδου τυχόν υφιστάμενα κτίσματα και χωριστά για το οικόπεδο ή το γήπεδο, ως εξής:
α) Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των κτισμάτων εφαρμόζεται αντικειμενικό σύστημα, κατά το οποίο λαμβάνονται υπόψη τιμές αφετηρίας κόστους ανά είδος κτιρίου, οι οποίες καθορίζονται και αναπροσαρμόζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών. Οι τιμές αυτές αφετηρίας αυξάνονται ή μειώνονται με την εφαρμογή συντελεστών που προσδιορίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του υπό εκτίμηση κτιρίου, όπως το μέγεθος, την ποιότητα κατασκευής, την παλαιότητα και άλλα.
β) Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας του οικοπέδου ή γηπέδου, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 9 και της ενότητας Α’ του άρθρου αυτού.

2.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται σταδιακά, για τις περιοχές της προηγούμενης παραγράφου, ζώνες με αξία γης και συντελεστές αυξομείωσης τους, οι οποίοι προσδιορίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του οικοπέδου ή γηπέδου, όπως σχήμα, δυνατότητα εκμετάλλευσης και άλλα, ώστε να υπολογίζεται αντικειμενικά και η αξία γης. Στις περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9 και της ενότητας Α’ τού άρθρου αυτού.

3.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:
α. Η καταχώρηση των τιμών αφετηρίας κόστους κατά είδος οικοδομής και περιοχή, των τιμών γης κατά ζώνες και των συντελεστών αυξομείωσης τους σε πίνακες, καθώς και οι χάρτες και τα έντυπα που θα αποτελούν την απαραίτητη υποδομή για τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των κτισμάτων και του οικοπέδου ή γηπέδου.
β. Ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων της ενότητας αυτής σε ολόκληρη τη χώρα ή κατά περιοχές, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή τους.

4.Κατά τη μεταβίβαση ακινήτων σε περιοχές που δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, η φορολογητέα αξία προσδιορίζεται από την αξία των κτισμάτων και του οικοπέδου, όπως αυτές καθορίζονται κατά το χρόνο της μεταβίβασης από τις περί αντικειμενικού προσδιορισμού διατάξεις της ενότητας αυτής.

5.Οι δηλώσεις φόρου κληρονομιών, υποβάλλονται με τα οικεία φύλλα υπολογισμού της αξίας των κτισμάτων από τους υπόχρεους σε δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

6.Ο οικείος φόρος που βεβαιώνεται ή καταβάλλεται, κατά περίπτωση, με την υποβολή της δήλωσης, υπολογίζεται επί της αντικειμενικής αξίας των κτισμάτων και επί της αξίας του οικοπέδου.

7.Αν ο υπόχρεος δεν αποδεχθεί την αξία του ακινήτου, όπως προκύπτει με την εφαρμογή των διατάξεων της ενότητας αυτής, μπορεί μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση του φύλλου ελέγχου ή της πράξης, που αφορά την αγοραία αξία του οικοπέδου, να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου για τη φορολογητέα αξία του κτίσματος, σύμφωνα με τις διατάξεις της ενότητας Β’ αυτού του άρθρου, και για την αγοραία αξία του οικοπέδου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80.

8.Για κάθε θέμα που δεν ρυθμίζεται από τις διατάξεις των παραγράφων 4 έως και 7 της ενότητας αυτής εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις του παρόντος νόμου καθώς και οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

Αρθρο 11. Αξία απαιτήσεων

Αρθρο 11. Αξία απαιτήσεων – Κείμενο νόμου

1.Για απαιτήσεις που έχουν ως αντικείμενο χρηματικά ποσά, λαμβάνονται υπόψη τα ποσά αυτά με τους τόκους που οφείλονται κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.

2.Οι απαιτήσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από το δικαιούχο της κτήσης και αποδεικνύονται ως εν μέρει εισπράξιμες μέχρι την οριστικοποίηση του τίτλου βεβαίωσης του φόρου που αναλογεί σε αυτές, υποβάλλονται σε φόρο με βάση τη δηλούμενη ως πραγματική αξία αυτών.

Αρθρο 12. Αξία μετοχών, ομολογιών, κ.λπ.

Αρθρο 12. Αξία μετοχών, ομολογιών, κ.λπ. – Κείμενο νόμου

1.Για εισηγμένες στο χρηματιστήριο μετοχές, ομολογίες, ιδρυτικούς και λοιπούς γενικά τίτλους των εμπορικών εταιρειών, δημόσια χρεόγραφα ή άλλες τέτοιας φύσης αξίες, ως αξία αυτών λαμβάνεται η αξία της προηγούμενης ημέρας του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης. Αν η μεταβίβαση των περιουσιακών αυτών στοιχείων πραγματοποιείται με ιδιωτικό ή συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με εγγραφή στο χρηματιστήριο και αν η διαφορά μεταξύ της αξίας που δηλώθηκε και της ανωτέρω αξίας υπερβαίνει το ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) της τελευταίας, υποβάλλεται συμπληρωματική δήλωση για τη διαφορά της αξίας μέσα σε δέκα (10) ημέρες από το χρόνο κατάρτισης του ιδιωτικού ή συμβολαιογραφικού εγγράφου ή της εγγραφής στο χρηματιστήριο.

2.Για τον προσδιορισμό της αξίας μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται πράξεις μεταβίβασης μετοχών της επιχείρησης μέσα στο τελευταίο πριν από το θάνατο του κληρονομουμένου εξάμηνο, καθώς επίσης και η εσωτερική αξία τους που βρίσκεται με διαίρεση της καθαρής θέσης της επιχείρησης δια του αριθμού των μετοχών.Η εσωτερική αυτή αξία μπορεί να αυξομειώνεται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ο οποίος λαμβάνει υπόψη ιδίως: τα κέρδη που διανεμήθηκαν μέσα στην τελευταία πενταετία, τη φήμη και πελατεία της επιχείρησης και κάθε άλλο πρόσφορο στοιχείο, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στη διαμόρφωση της αγοραίας αξίας τους. Ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών που περιέρχονται σε καθένα κληρονόμο ή κληροδόχο, σε σχέση με το σύνολο των μετοχών της εταιρίας, μπορεί ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας να αυξομειώνει ανάλογα τη συνολική αξία αυτών.

3.Για τους λοιπούς μη εισηγμένους στο χρηματιστήριο τίτλους κινητών αξιών καθώς και για συμμετοχές σε εταιρίες ή συνεταιρισμούς ο προσδιορισμός της αξίας αυτών γίνεται με βάση κάθε αποδεικτικό στοιχείο και εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.

4. Για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, καθορίζεται ο τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας:
α) των μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών, λαμβάνοντας υπόψη αποτελέσματα από τους τελευταίους πριν από τη μεταβίβαση ισολογισμούς και την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης και β) ολόκληρης επιχείρησης, μερίδων ή μεριδίων και ποσοστών συμμετοχής, λαμβάνοντας υπόψη τα καθαρά κέρδη των τελευταίων πέντε (5) ετών, την αμοιβή του επιχειρηματία, το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου ετήσιας διάρκειας και τα έτη λειτουργίας της. Εκτός των ανωτέρω μεγεθών, λαμβάνεται υπόψη και κάθε άλλο στοιχείο που επηρεάζει αυξητικά ή μειωτικά την αξία. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος αυτής, καθώς και κάθε άλλο θέμα που αφορά την εφαρμογή τους.
Οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 της ενότητας Β’ του άρθρου 10 του παρόντος εφαρμόζονται ανάλογα.

5. Για την επιβολή του αναλογούντος φόρου επί μετοχών, μερίδων ή μεριδίων, ποσοστών συμμετοχής ή λοιπών τίτλων εταιρειών ή λοιπών νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων που έχουν υποχρέωση καταβολής του ειδικού φόρου επί των ακινήτων, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 15 του ν. 3091/2002 (ΦΕΚ 330 Α΄), όπως ισχύει, εφόσον η δήλωση φόρου κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η αξία των ακινήτων επί των οποίων έχουν εμπράγματο δικαίωμα πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας.

Αρθρο 13. Αξία επίπλων και λοιπών κινητών

 

Αρθρο 13. Αξία επίπλων και λοιπών κινητών – Κείμενο νόμου

1.Ο προσδιορισμός της αξίας των κινητών, που περιλαμβάνονται μεταξύ των στοιχείων της κληρονομιάς, γίνεται με βάση κάθε αποδεικτικό στοιχείο.

2.Μεταξύ της κληρονομιάς θεωρείται ότι περιλαμβάνονται και έπιπλα. Ο υπόχρεος σε φόρο μπορεί να αποδείξει το αντίθετο με κάθε νόμιμο μέσο.Η αξία των επίπλων υπολογίζεται ίση με το ένα τριακοστό (1/30) της αξίας των κτισμάτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά και επιτρέπεται στο Δημόσιο και στον υπόχρεο να αποδείξουν με κάθε νόμιμο μέσο ότι η αξία είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη. Στα έπιπλα δεν περιλαμβάνονται τα κοσμήματα και γενικά τα λοιπά πολύτιμα αντικείμενα καθώς και κάθε φύσης συλλογές έργων τέχνης, νομισμάτων, γραμματοσήμων και λοιπών αντικειμένων γενικά, ο προσδιορισμός της αξίας των οποίων ενεργείται με ιδιαίτερο τρόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1. Στην περίπτωση κατά την οποία αυτά είναι ασφαλισμένα κατά κινδύνων κλοπής, πυρκαγιάς και λοιπών κινδύνων, η αξία τους δεν μπορεί να είναι κατώτερη αυτής που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Αρθρο 14. Αξία παροχών

Αρθρο 14. Αξία παροχών – Κείμενο νόμου

1.Η αξία των παροχών υπολογίζεται:
α) Για τις διηνεκείς, στο 20πλάσιο της ετήσιας παροχής,
β) για τις ορισμένου χρόνου, σε πολλαπλάσιο της ετήσιας παροχής, ανάλογα με τα έτη διάρκειας αυτής, το οποίο δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβεί το 18πλάσιο της ετήσιας παροχής,
γ) για τις ισόβιες και τις αόριστου χρόνου, στο 18πλάσιο της ετήσιας παροχής, αν εκείνος υπέρ του οποίου συνιστάται η παροχή δεν έχει υπερβεί το εικοστό έτος της ηλικίας του,
στο 16πλάσιο, αν έχει υπερβεί το 20ό,
στο 14πλάσιο, αν έχει υπερβεί το 30ό,
στο 12πλάσιο, αν έχει υπερβεί το 40ό,
στο 9πλάσιο, αν έχει υπερβεί το 50ό,
στο 6πλάσιο, αν έχει υπερβεί το 60ό,
στο 3πλάσιο, αν έχει υπερβεί το 70ό και
στο 2πλάσιο, αν έχει υπερβεί το 80ό έτος της ηλικίας του.

2.Όταν η ισόβια παροχή ορίζεται αδιαίρετη υπέρ περισσοτέρων και εξαρτάται από τη ζωή τους, για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής λαμβάνεται υπόψη η ηλικία του μεγαλύτερου, όταν η παροχή παύει με το θάνατο οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, και του νεότερου, όταν η παροχή παύει με το θάνατο και του τελευταίου. Το ποσό αυτό της παροχής, όταν αυτή παύει με το θάνατο οποιουδήποτε από τους δικαιούχους κατανέμεται εξίσου μεταξύ τους. Όταν η παροχή παύει με το θάνατο και του τελευταίου, το ποσό μερίζεται σε μέρη ανάλογα των αριθμών οι οποίοι εκφράζουν το πολλαπλάσιο που ορίζεται από την περίπτωση γ’ της προηγούμενης παραγράφου σε συνάρτηση με την ηλικία καθενός δικαιούχου. Ο φόρος υπολογίζεται στο ποσό που προκύπτει για κάθε δικαιούχο, ανάλογα με το βαθμό συγγένειας του με το διαθέτη.

3.Σε ισόβια παροχή που εξαρτάται από τη ζωή τρίτου προσώπου, για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής, λαμβάνεται υπόψη η ηλικία του μεγαλύτερου, μεταξύ αυτού υπέρ του οποίου συνιστάται η παροχή και του τρίτου προσώπου.

4.Αν οι παροχές συνίστανται σε είδος, γίνεται αποτίμηση του αντικειμένου της παροχής σε χρήμα, αφού ληφθεί υπόψη η μέση τιμή χονδρικής πώλησης αυτού στον τόπο εκπλήρωσης της παροχής κατά την τελευταία διετία πριν από το χρόνο της φορολογίας.

5.Όταν η παροχή, λόγω θανάτου του δικαιούχου αυτής ή για άλλη αιτία που προβλέπεται από το νόμο και δεν εξαρτάται από τη βούληση των μερών, παύσει μετά πάροδο τόσου χρόνου,ώστε, αν είχε ληφθεί παροχή για τον ορισμένο αυτό χρόνο, θα προέκυπτε αξία αυτής μικρότερη από αυτή που φορολογήθηκε, η αξία που προκύπτει με αυτόν τον τρόπο λογίζεται ως η τελικώς φορολογητέα και γίνεται νέα εκκαθάριση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 100. Στην περίπτωση αυτή, αν από τη μερίδα του βεβαρημένου έχει εκπέσει για την παροχή ποσό ανώτερο αυτού που προκύπτει λόγω της παύσης, κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ο βεβαρημένος υποχρεώνεται σε συμπληρωματική καταβολή φόρου για τη διαφορά αυτή.

Αρθρο 15. Αξία επικαρπίας

Αρθρο 15


Ν.2859/2000

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2859 Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΕΚ Α’ 248/07-11-2000)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο πρώτο

Κυρώνεται ο Κώδικας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος έχει συνταχθεί από την Ειδική Επιτροπή, που συγκροτήθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 105 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α’), με την 1025344/166/0006Α/ 23.2.1995 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και η οποία επανασυγκροτήθηκε με την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών 1138444/1553/0006Α/12.12.1995 (ΦΕΚ 1061 Β’), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 2346/ 1995 (ΦΕΚ 220 Α’) της οποίας η λειτουργία παρατάθηκε μέχρι την 31.12.1996 με την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών 1051234/560/ Α0006/3.5.1996.
Στη συνέχεια και για την ολοκλήρωση του έργου της Κωδικοποίησης αυτής, συστήθηκε εκ νέου η Ειδική Επιτροπή με την 1053658/605/Α0006/12.6.2000 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, της οποίας η λειτουργία παρατάθηκε μέχρι 30.9.2000 με την απόφαση 1062486/821/ Α0006/14.7.2000 του Υπουργού Οικονομικών.

Ο Κώδικας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας έχει ως ακολούθως:

 


Αρθρο 1. Επιβολή του φόρου

 

Αρθρο 1. Επιβολή του φόρου – Κείμενο νόμου


Επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία “φόρος προστιθέμενης αξίας” σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Ο φόρος αυτός επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεος σε βάρος του αντισυμβαλλομένου.

 


Αρθρο 2. Αντικείμενο του φόρου

 

Αρθρο 2. Αντικείμενο του φόρου – Κείμενο νόμου


1. Αντικείμενο του φόρου είναι:
α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα,
β) η εισαγωγή αγαθών στο εσωτερικό της χώρας,
γ) η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών που πραγματοποιείται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο, ο οποίος ενεργεί με αυτή την ιδιότητα ή από μη υποκείμενο στο φόρο νομικό πρόσωπο, όταν ο πωλητής είναι υποκείμενος στο φόρο εγκαταστημένος σε άλλο κράτος – μέλος, ενεργεί με αυτή την ιδιότητα και δεν απαλλάσσεται από το φόρο λόγω ύψους πραγματοποιηθέντος ετήσιου κύκλου εργασιών, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας του, ούτε υπάγεται στις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 5 του άρθρου 13.
Ειδικά, η ενδοκοινοτική απόκτηση καινούργιων μεταφορικών μέσων υπάγεται στο φόρο, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του εγκατεστημένου στο εσωτερικό της χώρας προσώπου,
δ) η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών, τα οποία υπάγονται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, που πραγματοποιείται από υποκείμενο στο φόρο ή από μη υποκείμενο στο φόρο νομικό πρόσωπο, εφόσον τα πρόσωπα αυτά εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 11.

2. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου θεωρούνται:
α) ως “εσωτερικό της χώρας” η ελληνική επικράτεια, εκτός της περιοχής του Αγίου Όρους,
β) ως “έδαφος της Κοινότητας” και ως “τρίτο έδαφος”, όπως αυτά καθορίζονται στο Παράρτημα II του παρόντος.

 


Αρθρο 3. Υποκείμενοι στο φόρο

 

Αρθρο 3. Υποκείμενοι στο φόρο – Κείμενο νόμου


1. Στο φόρο υπόκειται:
α) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής,
β) κάθε πρόσωπο, το οποίο πραγματοποιεί περιστασιακά παράδοση ενός καινούργιου μεταφορικού μέσου, το οποίο αποστέλλεται ή μεταφέρεται προς άλλο κράτος – μέλος.
Δε θεωρείται ότι ασκούν οικονομική δραστηριότητα κατά τρόπο ανεξάρτητο οι μισθωτοί και λοιπά φυσικά πρόσωπα, τα οποία συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση εργασίας ή με οποιαδήποτε άλλη νομική σχέση που δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης, όσον αφορά τους όρους εργασίας ή την αμοιβή και συνεπάγεται την ευθύνη του εργοδότη.
γ) κάθε πρόσωπο, το οποίο πραγματοποιεί ευκαιριακά πράξεις του άρθρου 6, εφόσον με δήλωσή του ενταχθεί στο κανονικό καθεστώς Φ.Π.Α.
δ) η κοινοπραξία που κατασκευάζει ακίνητο με το σύστημα της αντιπαροχής, καθώς και η κοινωνία που κατασκευάζει ακίνητο σε οικόπεδο ή αγροτεμάχιο που ανήκει στα μέλη της, για τις παραδόσεις και αυτοπαραδόσεις που διενεργούνται από τα μέλη τους, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7.

2.Το ελληνικό Δημόσιο, οι δήμοι, οι κοινότητες και τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δε θεωρούνται υποκείμενοι στο φόρο για τις πράξεις παράδοσης αγαθών και παροχής υπηρεσιών που ενεργούν κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, ακόμη και αν εισπράττουν τέλη, δικαιώματα ή εισφορές. Εν τούτοις τα πρόσωπα αυτά θεωρούνται ως υποκείμενοι στο φόρο κατά το μέτρο που η μη υπαγωγή στο φόρο των δραστηριοτήτων τους οδηγεί σε στρέβλωση των όρων του ανταγωνισμού. Τα πρόσωπα αυτά έχουν οπωσδήποτε την ιδιότητα του υποκειμένου στο φόρο, εφόσον ασκούν τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του παρόντος νόμου, εκτός αν αυτές είναι ασήμαντες.

3.Η αληθής έννοια της παραγράφου 2 είναι ότι, τα πρόσωπα που αναφέρονται στις διατάξεις της παραγράφου αυτής, εξαιρούνται μόνο για τις πράξεις που ενεργούν ως δημόσια εξουσία.

 


Αρθρο 4. Οικονομική δραστηριότητα

 

Αρθρο 4. Οικονομική δραστηριότητα – Κείμενο νόμου


1.Οικονομική δραστηριότητα, κατά την έννοια της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 3, θεωρείται οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες του παραγωγού, του εμπόρου ή αυτού που παρέχει υπηρεσίες.
Στις δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνονται και η εξόρυξη, οι δραστηριότητες των αγροτών και των ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς και η εκμετάλλευση ενός ενσώματου ή άυλου αγαθού με σκοπό την απόκτηση από αυτό εσόδων.

2. Οικονομική δραστηριότητα ασκεί η κοινωνία επί ακινήτου που κατασκευάζει οικοδομή προς πώληση στο κοινόκτητο οικόπεδο ή αγροτεμάχιο εφόσον:
α) οι κοινωνοί διενεργούν κατ’ επάγγελμα κατασκευή οικοδομών προς πώληση,
β) κάποιος ή κάποιοι εκ των κοινωνών διενεργούν κατ’ επάγγελμα κατασκευή οικοδομών προς πώληση ενώ κάποιος ή κάποιοι δεν διενεργούν τέτοιες πράξεις κατά συνήθη δραστηριότητα,
γ) όλοι ή κάποιοι εκ των κοινωνών διενεργούν κατά συνήθη δραστηριότητα κατασκευή οικοδομών προς πώληση έστω και εάν δεν έχουν υποβάλει δήλωση έναρξης ή μεταβολών σύμφωνα με το άρθρο 36 για τη δραστηριότητά τους αυτή.
Τα αναφερόμενα στις παραπάνω περιπτώσεις β΄ και γ΄ δεν έχουν εφαρμογή εφόσον οι κοινωνοί, οι οποίοι δεν διενεργούν κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθη δραστηριότητα κατασκευή οικοδομών προς πώληση, απέκτησαν με οποιονδήποτε τρόπο το εμπράγματο δικαίωμά τους πριν την 1.1.2006, ή στις περιπτώσεις που αυτό αποκτάται 1.1.2006 και μετά εφόσον προέρχεται από κληρονομιά ή γονική παροχή.

 


Αρθρο 5. Παράδοση αγαθών

 

Αρθρο 5. Παράδοση αγαθών – Κείμενο νόμου


1. Παράδοση αγαθών, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, θεωρείται κάθε πράξη με την οποία μεταβιβάζεται το δικαίωμα να διαθέτει κάποιος ως κύριος ενσώματα κινητά αγαθά, καθώς και τα ακίνητα του άρθρου 6. Εξομοιώνονται με ενσώματα αγαθά η ηλεκτρική ενέργεια, το αέριο, η θερμότητα ή το ψύχος και παρόμοια αγαθά.

2.Κατά την πώληση ή αγορά αγαθών από παραγγελιοδόχο που ενεργεί στο όνομα του, θεωρείται ότι συντελείται παράδοση αγαθών μεταξύ αυτού και του παραγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ο παραγγελιοδόχος θεωρείται, κατά περίπτωση, αγοραστής ή πωλητής ως προς τον παραγγελέα.

3.Ως παράδοση λογίζεται επίσης:
α) η πώληση αγαθών με τον όρο της παρακράτησης της κυριότητας μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος,
β) η μεταβίβαση, με καταβολή αποζημίωσης, της κυριότητας αγαθού, που ενεργείται κατόπιν επιταγής δημόσιας αρχής ή στο όνομα της ή σε εκτέλεση νόμου.

4.Δε θεωρείται ως παράδοση αγαθών η μεταβίβαση αγαθών επιχείρησης ως συνόλου, κλάδου ή μέρους της από επαχθή ή χαριστική αιτία ή με τη μορφή εισφοράς σε υφιστάμενο ή συνιστώμενο νομικό πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή το πρόσωπο που αποκτά τα αγαθά θεωρείται, για την εφαρμογή του νόμου αυτού, ότι υπεισέρχεται ως διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προσώπου που μεταβιβάζει. Η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή, αν το πρόσωπο που μεταβιβάζει ή το πρόσωπο που αποκτά τα αγαθά ενεργεί πράξεις για τις οποίες δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης του φόρου.

 


Αρθρο 6. Παράδοση ακινήτων

 

Αρθρο 6. Παράδοση ακινήτων – Κείμενο νόμου


1.Παράδοση ακινήτων είναι η μεταβίβαση αποπερατωμένων ή ημιτελών κτιρίων ή τμημάτων τους και του οικοπέδου που μεταβιβάζεται μαζί με αυτά ως ενιαία ιδιοκτησία ή ιδανικών μεριδίων οικοπέδου επί των οποίων εφαρμόζεται το αμάχητο τεκμήριο της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του α.ν. 1521/1950 (ΦΕΚ 245 Α΄) που κυρώθηκε με το ν. 1587/1950 (ΦΕΚ 294 Α΄), εφόσον πραγματοποιείται από επαχθή αιτία πριν από την πρώτη εγκατάσταση σε αυτά.
Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου θεωρούνται:
α) ως κτίρια, τα κτίσματα γενικά και οι κάθε είδους κατασκευές που συνδέονται με τα κτίσματα ή με το έδαφος κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο,
β) ως πρώτη εγκατάσταση, η πρώτη χρήση με οποιονδήποτε τρόπο των κτιρίων, ύστερα από την ανέγερσή τους, όπως είναι η ιδιοκατοίκηση, η ιδιόχρηση, η μίσθωση ή άλλη χρήση. Θεωρείται επίσης, ότι πραγματοποιείται η πρώτη εγκατάσταση κατά το χρόνο που συμπληρώνεται τετραετία, από την ημερομηνία αποπεράτωσης της οικοδομής για οικοδομές οι οποίες αποπερατώθηκαν από 1.1.2011 και εφεξής. Για τις οικοδομές που αποπερατώθηκαν έως 31.12.2010, ως χρόνος έναρξης της τετραετίας θεωρείται η 1.1.2011

2.Παράδοση ακινήτων θεωρείται επίσης:
α) η μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας, η σύσταση , η μεταβίβαση ή η παραίτηση από το δικαίωμα προσωπικής ή πραγματικής δουλείας, η παραχώρηση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί κοινόκτητων κυρίων, βοηθητικών ή ειδικών χώρων κτισμάτων ή επί κοινόκτητου τμήματος οικοπέδου , καθώς και η μεταβίβαση του δικαιώματος άσκησης της επικαρπίας των ακινήτων της παραγράφου 1.
β) η εκτέλεση εργασιών στα ακίνητα, με μίσθωση έργου, ανεξάρτητα αν διαθέτει τα υλικά ο εργοδότης ή ο εργολάβος. Εργασίες κατά την πιο πάνω έννοια είναι και οι εκσκαφές, οι κατεδαφίσεις, η κατασκευή οικοδομών, οδών, γεφυρών, υδραγωγείων, υδραυλικών και αποχετευτικών έργων, ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων και τεχνικών γενικά έργων, καθώς και οι συμπληρώσεις, επεκτάσεις, διαρρυθμίσεις και επισκευές, εκτός από τις εργασίες συνήθους συντήρησης των έργων αυτών.

3.Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 και στην περίπτωση α’ της παραγράφου 2, στις οποίες επιβάλλεται ο φόρος του παρόντος νόμου, δεν επιβάλλεται φόρος μεταβίβασης ακινήτων.

4. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 και της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται για ακίνητα, των οποίων η άδεια κατασκευής εκδίδεται ή αναθεωρείται από 1ης Ιανουαρίου 2006, εφόσον μέχρι την ημερομηνία αναθεώρησης δεν έχουν αρχίσει οι εργασίες κατασκευής. Εφόσον έχει κατατεθεί πλήρης φάκελος στην πολεοδομία και έχει υπογραφεί προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο κατασκευής μέχρι την 25.11.2005, μπορεί να χορηγηθεί εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, με αίτηση των ενδιαφερομένων.

5. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ορίζεται κάθε διαδικαστικό θέμα και λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

 


Αρθρο 7. Πράξεις θεωρούμενες ως παράδοση αγαθών

 

Αρθρο 7. Πράξεις θεωρούμενες ως παράδοση αγαθών – Κείμενο νόμου


1.Θεωρείται ως παράδοση αγαθών, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, η διάθεση από υποκείμενο στο φόρο αγαθών της επιχείρησης του για τις ανάγκες της, εφόσον πρόκειται για αγαθά που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30, για τα οποία δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης του φόρου σε περίπτωση απόκτησης τους από άλλον υποκείμενο στο φόρο.

2.Επίσης, ως παράδοση αγαθών θεωρούνται οι ακόλουθες πράξεις, εφόσον η απόκτηση των αγαθών ή κατά περίπτωση των υλικών ή των υπηρεσιών από τα οποία έχουν παραχθεί αυτά παρέχει στον υποκείμενο δικαίωμα έκπτωσης του φόρου:
α) η διάθεση αγαθών από υπαγόμενη στο φόρο δραστηριότητα σε άλλη μη υπαγόμενη του ίδιου υποκειμένου,
β) η ανάληψη από υποκείμενο στο φόρο αγαθών της επιχείρησης του για την ικανοποίηση αναγκών του ή του προσωπικού της επιχείρησης και γενικά η δωρεάν διάθεση αγαθών για σκοπούς ξένους προς την άσκηση της επιχείρησης. Εξαιρούνται τα δώρα μέχρις αξίας δέκα (10) ευρώ και τα δείγματα που διαθέτει ο υποκείμενος στο φόρο για την εκπλήρωση των σκοπών της επιχείρησης του. Ως δώρα που επίσης εξαιρούνται θεωρούνται και τα τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα ή άλλα αγαθά για την κάλυψη αναγκών, πλην εκείνων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, που διατίθενται δωρεάν σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που έχουν συσταθεί νόμιμα στην Ελλάδα και έχουν αποδεδειγμένα φιλανθρωπικό ή κοινωφελή σκοπό, προκειμένου να διανεμηθούν αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση ή την ανακούφιση ευπαθών κοινωνικών ομάδων χωρίς αντάλλαγμα, εφόσον τα αγαθά αυτά δεν θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία. Ως τέτοια αγαθά θεωρούνται αυτά τα οποία δεν είναι κατάλληλα προς πώληση ή αξιοποίηση ιδίως λόγω λαθών ή ελαττωμάτων ή ελλείψεων στη συσκευασία, την επισήμανση ή το ζύγισμα, ή λόγω απόσυρσης από την αγορά ή λόγω εγγύτητας προς την ημερομηνία λήξης.
γ) η ιδιοκατοίκηση, η παράδοση σε μη φορολογητέα δραστηριότητα του ιδίου υποκειμένου, η μίσθωση, η δωρεάν παραχώρηση της χρήσης ή η χρησιμοποίηση για οποιονδήποτε σκοπό ξένο προς την επιχείρηση, των ακινήτων που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 6,
δ) η ανάληψη μερίδας σε αγαθά από εταίρο, μέτοχο ή κληρονόμο, σε περίπτωση διακοπής των εργασιών, λύσης της εταιρείας, αποχώρησης ή θανάτου εταίρου.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης στις περιπτώσεις κοινωνίας και συνεταιρισμού, καθώς και στην περίπτωση κοινοπραξίας επιτηδευματιών, για την οποία προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992 (ΦΕΚ84Α-),
ε) η περιέλευση στον υποκείμενο στο φόρο ή στους κληρονόμους του αγαθών της επιχείρησης του, κατά την παύση των εργασιών της ή κατά το θάνατο του υποκειμένου. Προκειμένου για πάγια περιουσιακά στοιχεία του υποκειμένου, όπως ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 33, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται, εφόσον δεν έχει παρέλθει η πενταετής περίοδος διακανονισμού του φόρου αυτών.

3. Θεωρείται επίσης ως παράδοση αγαθών η μεταφορά από έναν υποκείμενο στο φόρο αγαθών της επιχείρησης του προς ένα άλλο κράτος – μέλος.Θεωρείται ως μεταφερόμενο προς ένα άλλο κράτος μέλος, κάθε ενσώματο αγαθό που αποστέλλεται ή μεταφέρεται εκτός του εσωτερικού της χώρας, αλλά εντός της Κοινότητας, από τον υποκείμενο στο φόρο στο εσωτερικό της χώρας ή από άλλον που ενεργεί για λογαριασμό του, για τις ανάγκες της επιχείρησης του, εκτός αν τα αγαθά αυτά προορίζονται για την πραγματοποίηση μιας από τις ακόλουθες πράξεις:
α) παράδοση αγαθού που πραγματοποιείται από τον υποκείμενο στο φόρο εντός του κράτους – μέλους άφιξης της αποστολής ή της μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 και των παραγράφων 2 και 6 του άρθρου 13,
β) παράδοση αγαθού που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της χώρας από τον υποκείμενο στο φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 24, 27 και 28,
γ) παροχή υπηρεσιών στον υποκείμενο στο φόρο, που έχουν ως αντικείμενο πραγματογνωμοσύνες ή εργασίες, οι οποίες αφορούν αυτό το αγαθό και πραγματοποιούνται υλικώς στο κράτος – μέλος άφιξης της αποστολής ή της μεταφοράς του αγαθού, εφόσον μετά την εκτέλεση των εργασιών τα αγαθά επαναποστέλλονται στον ίδιο υποκείμενο στο φόρο στο εσωτερικό της χώρας,
δ) προσωρινή χρησιμοποίηση του αγαθού στο έδαφος του κράτους-μέλους άφιξης της αποστολής ή της μεταφοράς για τις ανάγκες παροχής υπηρεσιών, οι οποίες πραγματοποιούνται από τον υποκείμενο στο φόρο που είναι εγκαταστημένος στο εσωτερικό της χώρας,
ε) προσωρινή χρησιμοποίηση του αγαθού, για περίοδο μέχρι 24 μήνες στο έδαφος άλλου κράτους – μέλους, εντός του οποίου η εισαγωγή του ίδιου αυτού αγαθού από τρίτη χώρα, με σκοπό την προσωρινή χρησιμοποίησή του, θα υπαγόταν στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής με πλήρη απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς.
στ) παράδοση αερίου μέσω συστήματος φυσικού αερίου ευρισκόμενου στο έδαφος της Κοινότητας ή μέσω οποιουδήποτε δικτύου συνδεδεμένου με τέτοιο σύστημα, την παράδοση ηλεκτρικής ενέργειας ή θερμότητας ή ψύχους μέσω των δικτύων θέρμανσης ή ψύξης, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α’ ή β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 13.
Στην περίπτωση που μια από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις ανωτέρω περιπτώσεις παύει να υφίσταται, θεωρείται ότι πραγματοποιείται παράδοση αγαθού κατά το χρόνο που παύει να υφίσταται η εν λόγω προϋπόθεση.

4. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ειδικά για την περίπτωση του εδαφίου 3 της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του παρόντος Κώδικα καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία της απόδειξης της διάθεσης με την καταχώρηση των στοιχείων των νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων που συμμετέχουν στις δωρεές και των ποσοτήτων των δώρων ανά είδος αγαθού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της.

 


Αρθρο 8. Παροχή υπηρεσιών

 

Αρθρο 8. Παροχή υπηρεσιών – Κείμενο νόμου


1.Παροχή υπηρεσιών, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, θεωρείται κάθε πράξη που δε συνιστά παράδοση αγαθών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 7. Η πράξη αυτή μπορεί να συνίσταται ιδίως σε:
α) μεταβίβαση ή παραχώρηση της χρήσης ενός άυλου αγαθού,
β) υποχρέωση για παράλειψη ή ανοχή μιας πράξης ή κατάστασης.

2.Ως παροχή υπηρεσιών λογίζονται επίσης:
α) η εκμετάλλευση ξενοδοχείων, επιπλωμένων δωματίων και οικιών, κατασκηνώσεων και παρόμοιων εγκαταστάσεων, χώρων στάθμευσης κάθε είδους μεταφορικών μέσων και τροχόσπιτων,
β) η διάθεση τροφής και ποτών από εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, κέντρα διασκέδασης και παρόμοιες επιχειρήσεις για επιτόπια κατανάλωση,
γ) η εκτέλεση υπηρεσίας με καταβολή αποζημίωσης ύστερα από επιταγή δημόσιας αρχής ή στο όνομα της ή σε εκτέλεση νόμου,
δ) i. Η εκμίσθωση βιομηχανοστασίων και χρηματοθυρίδων.
ii. Η εκμίσθωση χώρων για άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας σε μισθωτή υποκείμενο στο φόρο, αυτοτελώς ή στα πλαίσια μικτών συμβάσεων, εφόσον ο εκ μισθωτής το επιθυμεί και υποβάλλει για αυτό αίτηση επιλογής φορολόγησης.
Η επιλογή φορολόγησης πραγματοποιείται με υποβολή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., σχετικής αίτησης από τον εκμισθωτή.
Η αίτηση επιλογής φορολόγησης μπορεί να υποβληθεί είτε πριν την έναρξη χρησιμοποίησης του ακινήτου ή εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου, σε περίπτωση που η επιλογή πραγματοποιείται σε χρόνο μεταγενέστερο, και ισχύει από την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου. Ειδικά για την πρώτη εφαρμογή, η αίτηση επιλογής φορολόγησης μπορεί να υποβληθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013, με έναρξη εφαρμογής από 1.1.2013, με την προϋπόθεση ότι με την περιοδική δήλωση του Δεκεμβρίου ή του τέταρτου τριμήνου θα καταβληθεί ο φόρος που αναλογεί για το διάστημα από 1.1.2013 μέχρι 31.12.2013.
Η επιλογή φορολόγησης μπορεί να αφορά το σύνολο ή μέρος του οικοδομικού συγκροτήματος. Με την αίτηση προσδιορίζονται οι χώροι για τους οποίους γίνεται επιλογή φορολόγησης.
Η επιλογή φορολόγησης μπορεί να ανακληθεί με υποβολή σχετικής αίτησης που υποβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου και ισχύει από την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου.
Οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν και για επιχειρήσεις εκ μετάλλευσης εμπορικών κέντρων, οι οποίες είχαν υποβάλλει αίτηση επιλογής φορολόγησης και είχαν λάβει σχετική βεβαίωση υπαγωγής στο φόρο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012, χωρίς να εξετάζεται η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που είχαν τεθεί με τις υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση της προϊσχύουσας διάταξης. Για τις επιχειρήσεις αυτές δεν απαιτείται η υποβολή νέας αίτησης επιλογής φορολόγησης.
Επίσης οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν και για επιχειρήσεις που έχουν επιβάλλει Φ.Π.Α. στις πράξεις που καλύπτονται από το πρώτο εδάφιο πριν την 1η Ιανουαρίου 2013 και, κατά συνέπεια οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν δικαίωμα έκπτωσης για τις προηγούμενες χρήσεις για τις οποίες έχει επιβληθεί Φ.Π.Α., εκτός από την περίπτωση που έχουν εκδοθεί πράξεις προσδιορισμού του φόρου οι οποίες έχουν καταστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο οριστικές. Στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται η υποβολή αίτησης επιλογής φορολόγησης μέχρι 31.12.2013.
ε) οι εργασίες φασόν επί ενσώματων κινητών αγαθών. Ως εργασία φασόν νοείται η εκτέλεση εργασιών παραγωγής, κατασκευής ή συναρμολόγησης ενσώματων κινητών αγαθών, με σύμβαση μίσθωσης έργου, από υλικά και αντικείμενα που παραδίδονται από τον εργοδότη στον εργολάβο για το σκοπό αυτόν, ανεξάρτητα αν ο εργολάβος χρησιμοποιεί και δικά του υλικά.
Η διάταξη της περίπτωσης αυτής ισχύει και όταν ο εργοδότης είναι υποκείμενος στο φόρο εγκατεστημένος σε άλλο κράτος-μέλος, εφόσον τα υλικά και αντικείμενα αποστέλλονται από το κράτος του εργοδότη και τα αγαθά που παράγονται ή κατασκευάζονται ή συναρμολογούνται από τον εργολάβο μεταφέρονται ή αποστέλλονται στον εργοδότη στο κράτος – μέλος, στο οποίο αυτός είναι εγκατεστημένος.

3.Αν ο υποκείμενος στο φόρο μεσολαβεί σε παροχή υπηρεσιών, ενεργώντας στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό άλλων προσώπων, θεωρείται ότι λαμβάνει και παρέχει τις υπηρεσίες αυτές.

4.Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 5 εφαρμόζονται αναλόγως και στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών.

5. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και οι λεπτομέρειες άσκησης της επιλογής της περίπτωσης δ΄ (ii) της παραγράφου 2, καθώς και οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού.

 


Αρθρο 9. Πράξεις θεωρούμενες ως παροχή υπηρεσιών

 

Αρθρο 9. Πράξεις θεωρούμενες ως παροχή υπηρεσιών – Κείμενο νόμου


Θεωρείται ως παροχή υπηρεσιών, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, η από υποκείμενο στο φόρο:
α) χρησιμοποίηση αγαθών της επιχείρησής του, για την ικανοποίηση αναγκών του ή του προσωπικού της επιχείρησης ή για σκοπούς ξένους προς αυτή, εφόσον κατά την απόκτηση των αγαθών αυτών δημιουργήθηκε δικαίωμα έκπτωσης του φόρου,
β) παροχή υπηρεσιών για τις ανάγκες του ή για τις ανάγκες του προσωπικού του ή για σκοπούς ξένους προς την επιχείρηση του,
γ) χρησιμοποίηση δικών του υπηρεσιών για δραστηριότητα του ίδιου του υποκειμένου που απαλλάσσεται από το φόρο, καθώς επίσης και η χρησιμοποίηση δικών του υπηρεσιών για τις ανάγκες της επιχείρησής του, εφόσον πρόκειται για υπηρεσίες που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30, για τις οποίες δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης του φόρου σε περίπτωση λήψης όμοιων υπηρεσιών από άλλον υποκείμενο στο φόρο.

 


Αρθρο 10. Εισαγωγή αγαθών

 

Αρθρο 10. Εισαγωγή αγαθών – Κείμενο νόμου


1.Ως εισαγωγή αγαθών, κατά την έννοια του άρθρου 2, θεωρείται:
α) Η είσοδος στο εσωτερικό της χώρας αγαθών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ή προκειμένου για αγαθά υπαγόμενα στη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, που δεν βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία,
β) Η είσοδος στο εσωτερικό της χώρας αγαθών προερχόμενων από τρίτες χώρες, εκτός από αυτά που αναφέρονται στην περίπτωση α’.

2.H εισαγωγή αγαθών πραγματοποιείται στην Ελλάδα, εφόσον τα αγαθά βρίσκονται στο εσωτερικό της χώρας κατά το χρόνο της εισόδου των στο εσωτερικό της Κοινότητας.

3.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, αν τα αγαθά που εμπίπτουν στην περίπτωση α’ της παραγράφου 1 έχουν υπαχθεί από τη στιγμή της εισόδου των στο εσωτερικό της Κοινότητας σε ένα από τα καθεστώτα, που αναφέρονται στα εδάφια αα’ και ββ’ της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 25, σε καθεστώς προσωρινής εισαγωγής με πλήρη απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς ή σε καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης, η εισαγωγή των αγαθών αυτών πραγματοποιείται στην Ελλάδα, εφόσον τα αγαθά αυτά εξέρχονται από τα καθεστώτα αυτά στο εσωτερικό της χώρας.
Eπίσης, αν αγαθά που εμπίπτουν στην περίπτωση β’ της παραγράφου 1 έχουν τεθεί από το χρόνο της εισόδου τους στο εσωτερικό της Κοινότητας στα καθεστώτα προσωρινής εισαγωγής ή εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 61, η εισαγωγή των αγαθών αυτών πραγματοποιείται στην Ελλάδα, εφόσον τα αγαθά εξέρχονται από τα καθεστώτα αυτά στο εσωτερικό της χώρας.

 


Αρθρο 11. Ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών

 

Αρθρο 11. Ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών – Κείμενο νόμου


1. Ενδοκοινοτική απόκτηση, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, θεωρείται η απόκτηση της εξουσίας να διαθέτει κάποιος ως κύριος ενσώματα κινητά αγαθά, που αποστέλλονται ή μεταφέρονται στον αποκτώντα από τον πωλητή ή τον αποκτώντα ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους, στο εσωτερικό της χώρας από άλλο κράτος – μέλος, από το οποίο αναχώρησε η αποστολή ή η μεταφορά του αγαθού.

2.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, δεν θεωρείται ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών η κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 απόκτηση αγαθών που πραγματοποιείται:
α) από υποκείμενο στο φόρο που υπάγεται στο ειδικό καθεστώς των αγροτών του άρθρου 41,
β) από υποκείμενο στο φόρο που πραγματοποιεί μόνο παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών, που δεν του παρέχουν κανένα δικαίωμα έκπτωσης και
γ) από μη υποκείμενο στο φόρο νομικό πρόσωπο, εφόσον το ύψος των συναλλαγών αυτών, χωρίς το φόρο προστιθέμενης αξίας, που οφείλεται στο κράτος – μέλος της αναχώρησης της αποστολής ή της μεταφοράς, δεν υπερβαίνει κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο το ποσό των 10.000 ευρώ και κατά την τρέχουσα διαχειριστική περίοδο δεν υπερβαίνει το ποσό αυτό.
Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν ισχύουν προκειμένου για καινούργια μεταφορικά μέσα και προϊόντα που υπάγονται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης.
Τα πρόσωπα που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου αυτής μπορούν να επιλέγουν τη φορολόγηση τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1. Η επιλογή αυτή γίνεται με υποβολή δήλωσης, η οποία ισχύει τουλάχιστον για δύο πλήρεις διαχειριστικές περιόδους, μετά την πάροδο των οποίων μπορεί να ανακληθεί. Η ανάκληση θα ισχύει από την επόμενη διαχειριστική περίοδο.

3.Επίσης, κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, δε θεωρείται ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών η κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 απόκτηση αγαθών των οποίων η παράδοση απαλλάσσεται στο εσωτερικό της χώρας από το φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α’, β’, γ’, και στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 27.
Ομοίως, δεν θεωρείται ως ενδοκοινοτική απόκτηση η απόκτηση μεταχειρισμένων αγαθών και αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας, εφόσον ο πωλητής είναι υποκείμενος στο φόρο μεταπωλητής ή διοργανωτής δημοπρασίας, που ενεργεί με την ιδιότητα του αυτή και το αποκτηθέν αγαθό φορολογήθηκε στο κράτος – μέλος αναχώρησης της αποστολής ή της μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του κράτους αυτού για τη φορολόγηση των μεταχειρισμένων αγαθών και των αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας.

4.Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου:
α) νοούνται ως «προϊόντα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης» τα ενεργειακά προϊόντα, η αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά και τα βιομηχανοποιημένα καπνά, όπως ορίζονται από τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, εκτός από το αέριο που παραδίδεται μέσω συστήματος φυσικού αερίου ευρισκόμενου στο έδαφος της Κοινότητας ή μέσω οποιουδήποτε δικτύου συνδεδεμένου με τέτοιο σύστημα,
β) θεωρούνται ως “μεταφορικά μέσα”, τα σκάφη μήκους άνω των 7,5 μέτρων, τα αεροσκάφη των οποίων το συνολικό βάρος κατά την απογείωση υπερβαίνει τα 1.550 χιλιόγραμμα και τα χερσαία οχήματα με κινητήρα κυβισμού άνω των 48 κυβικών εκατοστών ή ισχύος άνω των 7,2 kW, τα οποία προορίζονται για τη μεταφορά προσώπων ή εμπορευμάτων, με εξαίρεση τα σκάφη και


Ν.2166/1993

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2166

Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις.

(ΦΕΚ Α’ 137/24-08-1993)
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

 


Αρθρο 1. Μετασχηματισμοί επιχειρήσεων – Περιεχόμενο και πεδίο εφαρμογής

 

Αρθρο 1. Μετασχηματισμοί επιχειρήσεων – Περιεχόμενο και πεδίο εφαρμογής – Κείμενο νόμου

1.Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 5 του παρόντος εφαρμόζονται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α. Μετατροπής ή συγχώνευσης επιχειρήσεων εγκατεστημένων στην Ελλάδα οιασδήποτε μορφής, σε ημεδαπή ανώνυμη εταιρία ή εταιρία περιορισμένης ευθύνης.
β. Απορροφήσεως επιχειρήσεων οιασδήποτε μορφής από υφιστάμενη ημεδαπή ανώνυμη εταιρία ή εταιρία περιορισμένης ευθύνης.
γ. Συγχωνεύσεως ανωνύμων εταιριών κατά την έννοια των άρθρων 68 παρ.1 και 79 του κ.ν. 2190/1920.
δ. Διασπάσεως ανωνύμων εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 144 Α’), με την προϋπόθεση ότι οι διασπώμενες απορροφούνται από υφιστάμενες ανώνυμες εταιρείες.
ε. Εισφοράς από λειτουργούσα επιχείρηση ενός ή περισσότερων κλάδων ή τμημάτων της σε λειτουργούσα ανώνυμη εταιρία.

στ. Συγχώνευσης αστικών συνεταιρισμών του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 204 Α’) με σκοπό την ίδρυση νέου αστικού συνεταιρισμού του νόμου αυτού.
Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου η εταιρία που προκύπτει από το μετασχηματισμό θα αναφέρεται κατωτέρω ως “νέα εταιρία”.

 

2.Οι μετασχηματιζόμενες επιχειρήσεις πρέπει να τηρούν βιβλία τρίτης (Γ) κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων Π.Δ.186/1992 (ΦΕΚ 84 Α’) και να έχουν συντάξει τουλάχιστον έναν ισολογισμό για δωδεκάμηνο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

 


Αρθρο 2. Εισφερόμενο κεφάλαιο – Μεταφορά ζημίας

 

Αρθρο 2. Εισφερόμενο κεφάλαιο – Μεταφορά ζημίας – Κείμενο νόμου

1. Ο κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου μετασχηματισμός, πραγματοποιείται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του κ.ν.2190/1920 και ν.3190/1955 με ενοποίηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, όπως αυτά εμφανίζονται σε ισολογισμούς αυτών συντασσόμενους για το σκοπό του μετασχηματισμού και μεταφέρονται ως στοιχεία ισολογισμού της νέας εταιρίας.

2 Ως εισφερόμενο κεφάλαιο θεωρείται το εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο της μετασχηματιζόμενης ή το άθροισμα αυτών των κεφαλαίων, των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων.

3. Εφόσον, μεταξύ των στοιχείων του παθητικού των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, υφίσταται υπόλοιπο ζημιών τρέχουσας ή προηγούμενων χρήσεων, τούτο εμφανίζεται σε ιδιαίτερο λογαριασμό στον ισολογισμό τους και στον ισολογισμό της νέας εταιρίας. Για το ποσό αυτό των ζημιών δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 2238/1994. Κατ’ εξαίρεση, οι επιχειρήσεις που ρύθμισαν τα χρέη τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 του ν.1892/1990 μπορούν να μεταφέρουν εν όλω ή εν μέρει το υπόλοιπο του λογαριασμού ζημίες, το οποίο προκύπτει μετά το συμβιβασμό με τους πιστωτές τους και την επικύρωσή του από το Εφετείο, στο λογαριασμό 16.05 του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (Ε.Γ.Λ.Σ.) ασωμάτων στοιχείων παγίου ενεργητικού. Η ύπαρξη υπολοίπου του παραπάνω λογαριασμού δεν επηρεάζει τη διανομή κερδών. Ειδικά για τη ζημία παρελθουσών χρήσεων της απορροφώσας ανώνυμης εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Κ.Φ.Ε..

4.Με αποφάσεις των εταίρων ή των γενικών συνελεύσεων των μετόχων των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων μπορεί να καθορίζεται η σχέση συμμετοχής αυτών στο κεφάλαιο της νέας εταιρίας.

5.Το κεφάλαιο της νέας εταιρίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών, προκειμένου για ανώνυμη εταιρία, και των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών, προκειμένου για εταιρία περιορισμένης ευθύνης.

6.Όλες οι πράξεις, που διενεργούνται από τις μετασχηματιζόμενες επιχειρήσεις μετά την ημερομηνία του ισολογισμού μετασχηματισμού, θεωρούνται ως διενεργηθείσες για λογαριασμό της νέας εταιρείας και τα ποσά αυτών μεταφέρονται με συγκεντρωτική εγγραφή στα βιβλία της.

 

7. Εφόσον, μεταξύ των στοιχείων του ενεργητικού των μετασχηματιζομένων επιχειρήσεων υφίσταται λογαριασμός “απαιτήσεις από Κοινοπραξίες συμμετοχής” παρέχεται στις επιχειρήσεις αυτές η δυνατότητα για τις απαιτήσεις που αφορούν έργα, τα οποία έχουν περατωθεί μέχρι την αίτηση συγχωνεύσεως, να μεταφέρουν το λογαριασμό των απαιτήσεων αυτών στο λογαριασμό 16 του Ελληνικού Λογιστικού Σχεδίου (Ε.Γ.Λ.Σ.) ασωμάτων στοιχείων παγίου ενεργητικού σε νέα εταιρία, με απόσβεση τούτων τμηματικά και ισόποσα σε μια πενταετία (5ετία), χωρίς δικαίωμα έκπτωσης από τα ακαθάριστα έσοδα, ή συμψηφισμού με τα προκύπτοντα φορολογητέα κέρδη.

 

 


Αρθρο 3. Φορολογικές απαλλαγές και διευκολύνσεις – Μεταφορά ευεργετημάτων αναπτυξιακών νόμων

 

Αρθρο 3. Φορολογικές απαλλαγές και διευκολύνσεις – Μεταφορά ευεργετημάτων αναπτυξιακών νόμων – Κείμενο νόμου

1.Η κατά το άρθρο 1 του παρόντος νόμου σύμβαση, η εισφορά και η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων, κάθε σχετική πράξη ή συμφωνία που αφορά την εισφορά ή μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού ή άλλων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και κάθε εμπράγματου ή ενοχικού δικαιώματος, οι αποφάσεις των κατά νόμο οργάνων των μετασχηματιζόμενων εταιριών, η σχέση συμμετοχής στο κεφάλαιο της νέας εταιρίας, καθώς και κάθε άλλη συμφωνία ή πράξη που απαιτείται για το μετασχηματισμό ή τη σύσταση της νέας εταιρίας, η δημοσίευση αυτών στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και η μεταγραφή των σχετικών πράξεων απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου ή οποιουδήποτε άλλου τέλους υπέρ του Δημοσίου, ως και εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ οποιουδήποτε τρίτου.

2.Προς το σκοπό διευκόλυνσης του μετασχηματισμού, οι προς μετασχηματισμό επιχειρήσεις μπορούν με αίτηση τους προς τον αρμόδιο για τη φορολογία τους προϊστάμενο Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) να ζητήσουν τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή το αποτέλεσμα του ελέγχου πρέπει να κοινοποιηθεί στην αιτούσα, εντός τριμήνου από την ημερομηνία της αιτήσεως της. Η προθεσμία αυτή με αιτιολογημένη απόφαση του προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. και του αρμόδιου επιθεωρητή Δ.Ο.Υ. και για εξαιρετικούς λόγους μεγέθους επιχειρήσεως ή ελεγκτικών επαληθεύσεων, μπορεί να παραταθεί για άλλους τρεις μήνες ακόμα. Οι εκθέσεις ελέγχου φορολογίας εισοδήματος των φοροτεχνικών εμπειρογνωμόνων, που θα συνταγούν για καθεμία μετασχηματιζόμενη επιχείρηση, θα περιέχουν για το. σκοπό του μετασχηματισμού ειδικά κεφάλαιο περί του ύψους της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης. Εάν δεν ζητηθεί η διενέργεια ελέγχου κατά τα ανωτέρω η διαπίστωση της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων ενεργείται από Ορκωτό Ελεγκτή ή από την κατά το άρθρο 9 του κωδ. ν. 2190/1920 προβλεπόμενη επιτροπή εμπειρογνωμόνων.

3.Σε περίπτωση μετασχηματισμού επιχειρήσεων με τις διατάξεις του παρόντος νόμου τα παρεχόμενα φορολογικά ευεργετήματα στις μετασχηματιζόμενες επιχειρήσεις από τους αναπτυξιακούς νόμους ν.δ. 4002/1959, ν. 289/1976, ν. 1262/1982. ν. 1828/1989. ν. 1882/1990 και ν. 1892/1990, ισχύουν και επί των προκυπτουσών κατά τα πιο πάνω νέων εταιριών, κατά το μέτρο που οι επιχειρήσεις αυτές δεν έκαναν χρήση των κινήτρων αυτών.

4. Οι αφορολόγητες κρατήσεις εκ των κερδών ή τα ειδικά αφορολόγητα αποθεματικό εκ των μη διανεμόμενων κερδών, που υφίστανται στις μετασχηματιζόμενες επιχειρήσεις, εφόσον μεταφέρονται και εμφανίζονται αυτούσια σε ειδικούς λογαριασμούς στη νέα εταιρεία, δεν υπόκεινται σε φορολογία κατά το χρόνο του μετασχηματισμού.

 


Αρθρο 4. Εισφορά ενός ή περισσότερων κλάδων ή τμημάτων λειτουργούσας επιχείρησης

 

Αρθρο 4. Εισφορά ενός ή περισσότερων κλάδων ή τμημάτων λειτουργούσας επιχείρησης – Κείμενο νόμου

1.Σε περίπτωση εισφοράς από λειτουργούσα ανώνυμη εταιρία ή εταιρία περιορισμένης ευθύνης ενός ή περισσότερων κλάδων αυτής σε λειτουργούσα ανώνυμη εταιρία, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας που απορροφά τον κλάδο δεν μπορεί να είναι μικρότερο μετά την εισφορά από το προβλεπόμενο από την παράγραφο 5 του άρθρου 2 του παρόντος και το κεφάλαιο της εισφέρουσας τον κλάδο επιχείρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο μετά την εισφορά από το ελάχιστο όριο κεφαλαίου, που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του κ.ν. 2190/1920, προκειμένου για ανώνυμες εταιρίες, και από την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 3190/1955, προκειμένου για εταιρίες περιορισμένης ευθύνης.

2.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και σε περίπτωση εισφοράς ενός ή περισσότερων τμημάτων ανώνυμης εταιρίας σε άλλη λειτουργούσα ανώνυμη εταιρία.

3.Η πράξη με την οποία μία ανώνυμη εταιρεία χωρίς να λυθεί εισφέρει το σύνολο ή έναν ή περισσότερους κλάδους της δραστηριότητας της σε μίαν άλλη ανώνυμη εταιρεία έναντι μετοχών της λήπτριας εταιρείας δεν αποτελεί διάσπαση ανώνυμης εταιρείας και δεν διέπεται από τα άρθρα 81 έως 89 του κ.ν. 2190/1920.

 


Αρθρο 5. Διατήρηση διατάξεων

 

Αρθρο 5. Διατήρηση διατάξεων – Κείμενο νόμου

1.Κατά την εφαρμογή του παρόντος νόμου δεν θίγονται οι διατάξεις:

α) του άρθρου 51 παραγρ. 1, 2, 3, 5 και 7 και των άρθρων 53 έως 55 του ν.3190/1955 “περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης” και

β) των παραγρ. 2, 3 κα 4 του άρθρου 8, του άρθρου 9 και των άρθρων 69 έως 89 του κ.ν.2190/1920 “περί ανωνύμων εταιριών, όπως ισχύουν, πλην των περιπτώσεων που ορίζονται ειδικά με τις διατάξεις του παρόντος.

 

2.Η ισχύς των διατάξεων του ν.δ.1297/1972 (ΦΕΚ 217 Α’) παρατείνεται από την ημερομηνία λήξεως της μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1996. Επιχειρήσεις, που είχαν υποβάλλει αιτήσεις μέχρι 31-12-1992 για υπαγωγή στις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος αυτού και δεν είχε περαιωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή η σχετική διαδικασία, δύνανται να την ολοκληρώσουν με τις διατάξεις του νόμου εκείνου ή με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

3.Κατά το χρόνο ισχύος του ν.δ.1297/1972 και προς το σκοπό μετασχηματισμού τους, οι επιχειρήσεις μπορούν να επιλέξουν ή τη διαδικασία μετασχηματισμού του νομοθετικού διατάγματος αυτού ή τη διαδικασία του παρόντος νόμου.

 


Αρθρο 6. Λοιπά αναπτυξιακά κίνητρα

 

Αρθρο 6. Λοιπά αναπτυξιακά κίνητρα – Κείμενο νόμου

1. Ο ειδικός φόρος τραπεζικών εργασιών, που επιβάλλεται στα έσοδα των τραπεζών που προβλέπει η διάταξη της περίπτωσης β’ του άρθρου 7 του ν.1676/1986 (ΦΕΚ 204 Α), μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%).
Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 1994 και καταλαμβάνει περιπτώσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννάται από την ημερομηνία αυτή.

2.Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να αναλάβει την καταβολή των τόκων που προκύπτουν από την παροχή ανακυκλούμενης εξαγωγικής πίστωσης από Ελληνικά Πιστωτικά Ιδρύματα προς την Αλβανική Κεντρική Τράπεζα, για την εξόφληση των εξαγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών από ελληνικές επιχειρήσεις. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ανάλογη ρύθμιση μπορεί να ισχύσει και για παρόμοιες περιπτώσεις άλλων χωρών. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 24.12.1992.

3.Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν.1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α) προστίθεται περίπτωση ε’, η οποία έχει ως εξής:
“ε. Ειδικά για ανεγειρόμενα βιομηχανοστάσια και κτίρια, των οποίων οι εργασίες ανέγερσης διαρκούν πέραν της μίας διαχειριστικής περιόδου, παρέχεται η δυνατότητα σχηματισμού αφορολόγητης έκπτωσης από τα κέρδη της κάθε διαχειριστικής χρήσης για τις δαπάνες ανέγερσης που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο με την προϋπόθεση ότι η επένδυση θα ολοκληρωθεί εντός πενταετίας από το χρόνο έναρξης αυτής”.

4.Στο άρθρο 14 του ν. 1892/1990 προστίθεται παράγραφος 4, η οποία έχει ως εξής:
“4. Σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης του ανεγειρόμενου βιομηχανοστασίου ή κτιρίου εντός της προθεσμίας που ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 13, η επιχείρηση υποχρεούται στην υποβολή συμπληρωματικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος για κάθε οικονομικά έτος και για το μέρος των κερδών που απηλλάγησαν της φορολογίας λόγω σχηματισμού της αφορολόγητης έκπτωσης. Οι πιο πάνω δηλώσεις θεωρούνται εκπρόθεσμες και οι υπόχρεοι, που υποβάλλουν αυτές ή δεν υποβάλλουν ή υποβάλλουν ανακριβείς, υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67 του ν.δ. 3323/1955. Το συνολικό ποσό φόρου εισοδήματος και πρόσθετου φόρου, που οφείλεται με βάση τη δήλωση της παραγράφου αυτής, καταβάλλεται σε πέντε (5) ίσες μηνιαίες δόσεις από τις οποίες, η μεν πρώτη με την υποβολή της δήλωσης, οι δε υπόλοιπες τέσσερις, την τελευταία εργάσιμη ημέρα των τεσσάρων επόμενων από την υποβολή της δήλωσης μηνών”.

5.Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή για βιομηχανοστάσια και κτίρια, των οποίων η ανέγερση άρχισε μέσα στη διαχειριστική χρήση 1992 (οικον.έτος 1993) και μετά.

6.Η προβλεπόμενη από την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του ν.1955/1991 (ΦΕΚ 112 Α’) απόσβεση κόστους κατασκευής του έργου, εξόδων εγκατάστασης και συναλλαγματικών διαφορών, μπορεί να αρχίσει από το έτος έναρξης κατασκευής του έργου.

7.Το άρθρο 18 του ν. 2019/1992 τροποποιείται ως εξής:
“Άρθρο 18

Η εξουσιοδότηση, που δίνεται με το άρθρο 1 παρ. 2 του αν. 747/1945 και του α.ν. 8/1967 στον Υπουργό Οικονομικών προς παροχή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, εκτείνεται και στην παροχή της εγγυήσεως αυτής και υπέρ ημεδαπών τραπεζών ή αλλοδαπών τραπεζικών εταιριών, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, για τις χορηγούμενες από αυτές πιστώσεις προς οιονδήποτε, στα πλαίσια των διευκολύνσεων, που παρέχει η Ελλάδα σε άλλες χώρες εκτός των Ευρωπαϊκών Οικονομικών Κοινοτήτων, είτε αυτές αφορούν εξαγωγές ελληνικών προϊόντων ή υπηρεσιών, είτε ρύθμιση διατραπεζικών συναλλαγών. Η εξουσιοδότηση του πρώτου εδαφίου του παρόντος στον Υπουργό Οικονομικών εκτείνεται και για την παροχή εγγυήσεως προς τα Ελληνικά Πιστωτικά Ιδρύματα για συναφθέντα ή συναφθησόμενα δάνεια προς την Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή, που συνεστήθη από το Παλαιστινιακό Κεντρικό Συμβούλιο στη Σύνοδό του από 10-12/10/1993 στην Τυνίδα.”

 

8.Εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, που χορηγήθηκαν κατά τα έτη 1987 και 1988 με υπογραφή του Υφυπουργού Οικονομικών και αφορούν ποσά άνω των 100 εκατομμυρίων δραχμών θεωρούνται εξαρχής ως εγκύρως χορηγηθείσες και δεσμεύουν κατά τας περί αυτών ισχύουσας διατάξεις το Ελληνικό Δημόσιο.

 


Αρθρο 7. Τροποποιήσεις του ν.1892/1990

 

Αρθρο 7. Τροποποιήσεις του ν.1892/1990 – Κείμενο νόμου

1.Η περίπτωση στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.1892/1990 αντικαθίσταται αφότου ίσχυσε ως εξής:
“στ. Επιχειρήσεις αγροτικών ή αγροτοβιομηχανικών συνεταιρισμών για επενδύσεις σε μηχανικά μέσα σποράς, καλλιέργειας, εγκαταστάσεις και συστήματα άρδευσης, συγκομιδής και συσκευασίας αγροτικών προϊόντων”.

2.Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και για τις επενδύσεις που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 1262/1982 για τις οποίες μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση ολοκλήρωσης.

3.Η διάταξη της περίπτωσης κε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.1892/1990, όπως ισχύει, καταργείται και ως περίπτωση κε’ τίθεται νέα διάταξη ως εξής:
“κε. Νοσοκομεία και κλινικές για την ανέγερση, επέκταση και εκσυγχρονισμό των κτιριακών και λοιπών εγκαταστάσεων τους, καθώς και την αγορά και εγκατάσταση του ιατρικού, εργαστηριακού και λοιπού εξοπλισμού τους. Η διάταξη αυτή ισχύει, μόνο για την εφαρμογή του κινήτρου των αφορολόγητων εκπτώσεων των άρθρων 12, 13 και 14”.

4.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν.1892/1990, προστίθενται περιπτώσεις κστ’, κζ’ και κη’ ως εξής:
“κατ. Κέντρα αποθεραπείας και αποκατάστασης, όπως αυτά καθορίζονται με το άρθρο 10 του ν. 2072/1992 (ΦΕΚ 125 Α’). Επίσης, επιχειρήσεις με αντικείμενο την παροχή στέγης αυτόνομης διαβίωσης σε άτομα με ειδικές ανάγκες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 30 του ίδιου ως άνω νόμου.”
“κζ. Εκπαιδευτήρια πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας γενικής ή τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης ως και Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης του ν. 2009/1992 που πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις συστάσεως και λειτουργίας τους, για την ανέγερση, επέκταση και εκσυγχρονισμό των κτιριακών και λοιπών εγκαταστάσεών τους, καθώς και την αγορά και εγκατάσταση του διδακτικού και λοιπού εξοπλισμού τους. Η διάταξη αυτή ισχύει μόνο για την εφαρμογή των αφορολόγητων εκπτώσεων των άρθρων 12, 13 και 14”.
“κη. Εμπορικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το αντικείμενο εργασιών τους, για τις πραγματοποιούμενες . αυτές επενδύσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 1. Η διάταξη αυτή ισχύει μόνο για την εφαρμογή του κινήτρου των αφορολόγητων εκπτώσεων των άρθρων 12, 13 και 14 και με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτά. Για τις πραγματοποιούμενες επενδύσεις της περίπτωσης αυτής δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43Α).”

5.Στην περίπτωση β” της παραγράφου 6 του άρθρου 6 του ν. 1892/1990, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
“Το παραπάνω χρηματικό ποσό κατά περίπτωση καταβάλλεται: α) Στον Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ. ή την Α.Τ.Ε. αντίστοιχα προκειμένου για επενδύσεις της αρμοδιότητας τους, τα δε εισπραττόμενα από τους φορείς αυτούς ποσά αποτελούν έσοδο για την κάλυψη μέρους των λειτουργικών δαπανών τους που προκύπτουν από την εφαρμογή των κινήτρων του ν. 1892/1990, β) στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), προκειμένου για επενδύσεις αρμοδιότητας Υπουργείου, Εθνικής Οικονομίας (Κεντρικές και Περιφερειακές Υπηρεσίες) τα δε εισπραττόμενα ποσά αποτελούν έσοδο του Δημοσίου”.

6.Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 6 του ν.1892/1990 προστίθεται πρόταση ως εξής:
“Με τις αποφάσεις αυτές μπορεί να εξαιρούνται από τα κίνητρα του νόμου τομείς ή κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας.”

7.Τα όργανα ελέγχου επενδύσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν.1892/1990 Θεωρείται ότι ουδέποτε καταργήθηκαν.

8. Η παράγραφος 6 του άρθρου 9 του ν.1892/1990, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
“6. Επιχειρήσεις των περιπτώσεων ιθ’ και κστ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2, που πραγματοποιούν επενδύσεις στις περιοχές Α και Β, υπάγονται στους όρους επιχορήγησης και επιδότησης επιτοκίου, αφορολόγητων εκπτώσεων και αυξημένων αποσβέσεων του παρόντος νόμου που ισχύουν για την περιοχή Γ.”

9. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν.1892/1990 αντικαθίσταται αφότου ίσχυσε ως εξής:
“Προκειμένου για επενδύσεις που πραγματοποιούνται στους νομούς Έβρου, Ροδόπης και Ξάνθης η επιδότηση επιτοκίου παρέχεται από την ανάληψη δόσεων του δανείου και μέχρι δέκα (10) έτη κατ’ ανώτατο όριο. Σε περίπτωση κεφαλαιοποιήσεως τόκων της περιόδου χάριτος η επιδότηση καταβάλλεται στη δανειοδοτούσα τράπεζα για μείωση του δανείου που προήλθε από την κεφαλαιοποίηση”.

10. Στο άρθρο 12 του ν.1892/1990, όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:
“6. Στις επιχειρήσεις των περιπτώσεων κε’ και κζ της παραγράφου 1 του άρθρου 2, που πραγματοποιούν επενδύσεις στις περιοχές Α, Β και Γ, παρέχεται το ευεργέτημα των αφορολόγητων εκπτώσεων της περιοχής Γ. Για τις παραπάνω επενδύσεις που πραγματοποιούνται στην περιοχή Δ και στη Θράκη παρέχεται το ευεργέτημα των αφορολόγητων εκπτώσεων της περιοχής Δ και της Θράκης αντίστοιχα.”

11.Επενδύσεις που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 1262/1982 των οποίων τα επενδυτικά έργα έχουν στο σύνολα τους πραγματοποιηθεί και η ίδια συμμετοχή του φορέα σε αυτές έχει στο σύνολο της δαπανηθεί, μέσα στις νόμιμες προθεσμίες ολοκλήρωσης σύμφωνα με πιστοποίηση των αρμόδιων οργάνων ελέγχου, πλην όμως, λόγω καθυστέρησης των τυπικών διαδικασιών, πραγματοποίησαν εκπρόθεσμα την απαιτούμενη από το νόμο αύξηση του εταιρικού τους κεφαλαίου, δύνανται να ολοκληρωθούν και τυπικά, εκδιδόμενης γι’ αυτές της σχετικής απόφασης οριστικοποίησης και ολοκλήρωσης τους.

12.Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6α του άρθρου 6 του ν. 1892/1990 αντικαθίσταται ως εξής:
“Οι αιτήσεις επιχειρήσεων για υπαγωγή επενδύσεων τους στον παρόντα νόμο υποβάλλονται στις κατά περίπτωση αρμόδιες υπηρεσίες ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, στον Ε.Ο.Μ.ΜΕ.Χ. και στην Α,Τ.Ε. εις διπλούν, εντός των εργάσιμων ημερών των μηνών Ιανουαρίου. Μαΐου και Σεπτεμβρίου. Η διαδικασία εξέτασης και υπαγωγής των αιτήσεων ολοκληρώνεται μέχρι το τέλος του τετραμήνου, που ακολουθεί το μήνα μέσα στον οποίο υποβλήθηκαν”.

13.Η ισχύς της διάταξης της προηγούμενης παραγράφου αρχίζει από την 1.1.1994.

 


Αρθρο 8. Λοιπά κίνητρα

 

Αρθρο 8. Λοιπά κίνητρα – Κείμενο νόμου

1.Στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 43/1975 “περί ιδρύσεως εθνικής βιομηχανίας αεροπορικού υλικού” προστίθεται εδάφιο δεύτερο ως εξής:
“Σκοπός επίσης της Εταιρίας είναι οι κατασκευές και η παροχή υπηρεσιών στον τομέα ηλεκτρονικών (τηλεπικοινωνίες- πληροφορική – συστήματα ελέγχου πυρός – αναμεταδότες τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων), σε παντός είδους κινητήρες (στρατιωτικούς και πολιτικούς), καθώς και στα παρελκόμενα αυτών, σε συστήματα ήπιων μορφών ενέργειας και σε οπλικά συστήματα παντός τύπου (εγκατεστημένα επί ιπτάμενων μέσων, εδάφους, πλοίων και παντός τύπου χερσαίων οχημάτων), και η παροχή επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης πάνω στα αντικείμενα δραστηριότητας της Εταιρίας. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι δυνατόν να επεκτείνεται ο σκοπός της Εταιρίας και σε άλλες συναφείς δραστηριότητες.”

2.Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 25 του ν.1914/1990 (ΦΕΚ 178 Α’) δεν εφαρμόζονται υποχρεωτικώς, αλλά μόνο δυνητικώς, κατόπιν σχετικής ειδικής αποφάσεως της Δ.Ε.Α..

3.Η παράγραφος 1β’ εδάφιο πέμπτο του άρθρου 6 του ν. 2000/1991 τροποποιείται ως εξής:
“Για την εφαρμογή της διαδικασίας αυτής πρέπει πριν την υποβολή των δεσμευτικών προσφορών να έχει υποβληθεί αποτίμηση της επιχείρησης ή εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων αυτής από ανεξάρτητο χρηματοοικονομικό σύμβουλο, διάφορο του μεσολαβούντος στην πώληση.”

4.Στο τέλος του άρθρου 5 του ν. 2000/1991 όπως συμπληρώθηκε από το άρθρο 70 παράγραφος 1 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α’) προστίθεται νέα παράγραφος 4, η οποία έχει ως εξής:
“4. Οι προσλαμβανόμενοι, κατά τις προηγούμενες παραγράφους ή κατά άλλο τρόπο κάθε ειδικότητος οίκοι συμβούλων ή ανάδοχοι εκδόσεως, έχουν κατά την εκτέλεση των βάσει της συμβάσεως τους με το Δημόσιο καθηκόντων, δικαίωμα άμεσης προσβάσεως χρήσεως λήψεως αντιγράφων όλων των αναγκαίων οικονομικών, λογιστικών, νομικών και λοιπών στοιχείων της επιχειρήσεως και έχουν εν γένει δικαιώματα ελέγχου αντίστοιχα προς εκείνα των Ορκωτών Ελεγκτών, εφαρμοζομένων των κυρώσεων των προβλεπομένων στην παράγραφο 12 του άρθρου 38 του ν. 2065/1992, όπως ισχύει”.

5.Η παράγραφος 2 του άρθρου 28 του ν. 2075/1992 (ΦΕΚ 129 Α’) αντικαθίσταται ως εξής:
“2.Η Ε.Ε.Τ. εκδίδει μέχρι τέλους Αυγούστου 1993 άδεια αποκλειστικής παροχής υπηρεσιών σταθερής (φωνητικής) τηλεφωνίας στον Ο.Τ.Ε.. Στην άδεια ορίζονται και οι άλλες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, που παρέχονται από τον Ο.Τ.Ε. επί αποκλειστικής ή μη βάσεως, καθώς και οι όροι ασκήσεως των εκ της άδειας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σύμφωνα με τη νομοθεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Μέχρι την έκδοση της ως άνω άδειας, ο Ο.Τ.Ε. εξακολουθεί να παρέχει όλες τις από αυτόν διατιθέμενες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες και να χρησιμοποιεί τις συχνότητες του ραδιοφάσματος στις οποίες εκπέμπει. Κατ’ εξαίρεση από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και αποκλειστικά μέχρι την ημερομηνία συστάσεως της Ε.Ε.Τ. και συγκροτήσεως αυτής σε σώμα, οι Υπουργοί Εθνικής Οικονομίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών με κοινή απόφαση τους εκδίδουν την ως άνω άδεια του Ο.Τ.Ε. με τους ίδιους κατά το παρόν άρθρο όρους, εφόσον παρίσταται ανάγκη άμεσης εκδόσεως της άδειας του Ο.Τ.Ε..”

6.Στον όγδοο στίχο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 2075/1992 η πρόταση ” αποκλειστικά σε ιδιωτικούς φορείς” γίνεται “σε φορείς” απαλειφομένων των λέξεων “αποκλειστικά” και “ιδιωτικούς”.

7.Το άρθρο 7 του ν. 87/1975 (ΦΕΚ 152 Α’) καταργείται.

8.α. Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α) αντικαθίσταται ως εξής:
“Πώληση στοιχείων ενεργητικού ή και παθητικού, μεμονωμένων ή λειτουργικών συνόλων”.
β. Στην περίπτωση ε’ της ίδιας παραγράφου του άρθρου 5 διαγράφονται οι λέξεις “σε ιδιώτες” από τον πρώτο στίχο και οι λέξεις “περιουσιακών” και “του φορέα” από το δεύτερο στίχο.
γ. Η περίπτωση ζ’ της ίδιας παραγράφου του άρθρου 5 του ν. 2000/91 καταργείται.
δ. Από τον πρώτο στίχο της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν.2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α’) απαλείφονται οι λέξεις: “σε ιδιώτες” και “της επιχείρησης”.
ε. Η περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α)’ καταργείται.
στ. Στον πρώτο στίχο της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν.2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α’) μεταξύ των λέξεων “του συνόλου” και “των μετοχών” προστίθενται οι λέξεις “ημέρους”, ενώ απαλείφονται οι λέξεις “σε ιδιώτες” και η φράση “ή του πακέτου της πλειοψηφίας των μετοχών”.
ζ. Από τον πρώτο στίχο της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α’) απαλείφονται οι λέξεις “σε ιδιώτες”.

9.Στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του ν. 2000/1991, όπως αυτή προσετέθη με το άρθρο 70 του ν. 2065/1992, προστίθεται στο τέλος της δεύτερης προτάσεως η ακόλουθη φράση:
“Περιλαμβανομένων των συμβούλων και αναδόχων εκδόσεως μετοχών”.

10.Στην παράγραφο 12 του άρθρου 38 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α’). στο πρώτο εδάφιο οι λέξεις “γενικούς διευθυντές ή διευθυντές” αντικαθίστανται με τις λέξεις “γενικούς διευθυντές και στο προσωπικό κάθε βαθμίδας και κάθε ειδικότητας”.

11.Οι επιχειρήσεις, οι οποίες εγκαθιστούν γραφεία στην Ελλάδα βάσει των α.ν. 89/1967, αν. 378/1968 και του ν. 814/1978, απαλλάσσονται από την υποχρέωση ασφάλισης του αλλοδαπού προσωπικού τους στο Ι.Κ.Α., Ν.Α.Τ., Τ.Α.Ν.Π.Υ. ή σε άλλο δημόσιο ασφαλιστικό φορέα, ή Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης στην Ελλάδα, για όλο το διάστημα που ισχύει η άδεια εργασίας και παραμονής τούτου, με την εξαίρεση του αλλοδαπού προσωπικού, που προέρχεται από χώρες της Ε.Ο.Κ. καθώς και από χώρες από τις οποίες αναγνωρίζεται ο εν Ελλάδι χρόνος ασφάλισης Βάσει διμερών συμβάσεων κοινωνικής ασφάλισης μεταξύ των χωρών αυτών και της Ελλάδας. Η παραπάνω απαλλαγή ισχύει και για τις εταιρίες που έχουν ήδη εγκατασταθεί και λειτουργούν στην Ελλάδα με το καθεστώς των ανωτέρω νόμων.

12…………………

13…………………

14…………………

15…………………

16…………………

17.Στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 2008/1992 συμπεριλαμβάνονται και οι Ανώνυμες Γεωργικές Εταιρίες λαϊκής βάσης που έχουν κάθετη οργάνωση της παραγωγής και που το μετοχικό τους κεφάλαιο είναι σε ονομαστικές μετοχές και ο κάθε μέτοχος δεν δικαιούται να αποκτήσει μετοχές πάνω από το ένα τοις εκατό (1%) του μετοχικού κεφαλαίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 2008/1992.

18.Επιτρέπεται στο Τ.Ε.Ε. η διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων ή με τη συμμετοχή με άλλα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ιδρύματα, διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων. Η διαχείριση αυτή υπάγεται στην εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Οικονομικών κατά τα οριζόμενα με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και των αρμόδιων κοινοτικών οργάνων.

 


Αρθρο 9.

 

Αρθρο 9. – Κείμενο νόμου

Το άρθρο 76 του ν.1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α) αντικαθίσταται ως εξής:
“Άρθρο 76
1.Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με έδρα την πόλη των Αθηνών και υπό την επωνυμία “Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς”, εποπτευόμενο από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας.

2.Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανατίθεται ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς.

3.Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που συνιστάται με την παράγραφο 1 περιέρχονται όλες οι αρμοδιότητες που η κείμενη νομοθεσία έχει απονείμει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία είχε αρχικά συσταθεί με το άρθρο 12 του αν.148/1967 (ΦΕΚ 173 Α’) όπως ισχύει.

4.Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καθορίζει με αποφάσεις της τις περιπτώσεις επιβολής τακτικών ή εκτάκτων ελέγχων, τη διαδικασία κα


Ν.1297/1972

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 1297

(ΦΕΚ Α’ 217/8-12-1972)

Περί παροχής φορολογικών κινήτρων δια την συγχώνευσιν ή μετατροπήν επιχειρήσεων προς δημιουργίαν μεγάλων οικονομικών μονάδων

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Προτάσει του Ημετέρου Υπουργικού Συμβουλίου, απεφασίσαμεν και διατάσσομεν:

 


Αρθρο 1.

 

Αρθρο 1. – Κείμενο νόμου

Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται επί συγχωνεύσεως ή μετατροπής επιχειρήσεων, οποιασδήποτε μορφής, σε ανώνυμη εταιρεία ή προς το σκοπό ίδρυσης ανώνυμης εταιρείας, καθώς και επί συγχωνεύσεως ή μετατροπής επιχειρήσεων, οποιασδήποτε μορφής, εφόσον σε αυτές δεν περιλαμβάνεται ανώνυμη εταιρεία, σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή προς το σκοπό ίδρυσης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης.

 


Αρθρο 2.

 

Αρθρο 2. – Κείμενο νόμου

1. Η εκ της κατά το άρθρον 1 συγχωνεύσεως ή μετατροπής προκύπτουσα υπεραξία δεν υπόκειται, κατά τον χρόνον της συγχωνεύσεως ή μετατροπής, εις φόρον εισοδήματος.

2. Η κατά την προηγούμενην παράγραφον υπεραξία, διαπιστούμενη δι’ απογραφής των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των συσυγχωνευομένων ή μετατρεπομένων επιχειρήσεων και εμφανιζόμενη απαραιτήτως εις ειδικούς λογαριασμούς της συγχωνευούσης ή της νέας Εταιρείας μέχρι του χρόνου διαλύσεώς της, θεωρείται περιερχομένη εις ταύτην και φορολογείται κατά τον χρόνον της καθ’ οιονδήποτε τρόπον διαλύσεώς της, εφαρμοζομένων αναλόγως εν προκειμένω δια μεν τα ανωνύμους εταιρείας των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 26 του Ν.Δ. 3323/1955, δια δε τας εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του αυτού Νομοθετικού Διατάγματος 3323/1955.

3. Προκειμένου υπολογισμού των εκπιπτομένων από τα ακαθάριστα έσοδα αποσβέσεων επί της αξίας των εισφερομένων από την συγχωνευομένην ή μετατρεπομένην επιχείρησιν, παγίων περιουσιακών στοιχείων, βάσει των ισχυουσών διατάξεων, λαμβάνεται ως βάσις η αναπόσβεστος αξία η οριστικώς αναγνωρισθείσα, βάσει των ισχυουσών διατάξεων έκαστου παγίου περιουσιακού στοιχείου, προσηυξημένη κατά την αναλογούσαν εις αυτήν υπεραξίαν, η οποία προέκυψε κατά την μετατροπήν ή συγχώνευσιν των επιχειρήσεων. Αι υπολογιζόμεναι αποσβέσεις επί της υπεραξίας της αναλογούσης εις αποσβεσθείσαν αξίαν των εισφερομένων από την μετατρεπομένην ή συγχωνευομένην επιχείρησιν παγίων περιουσιακών στοιχείων, δεν εκπίπτονται εκ των ακαθαρίστων εσόδων της εκ μετατροπής η συγχωνεύσεως προελθούσης εταιρείας, προκειμένου υπολογισμού των καθαρών κερδών αυτής, βάσει των ισχυουσών διατάξεων.

 


Αρθρο 3.

 

Αρθρο 3. – Κείμενο νόμου

1. Η κατά το άρθρον 1 του παρόντος σύμβασις περί συγχωνεύσεως ή μετατροπής, η εισφορά και μεταβίβασις των περιουσιακών στοιχείων των συγχωνευομένων ή μετατρεπομένων επιχειρήσεων, πάσα σχετική πράξις ή συμφωνία αφορώσα την εισφοράν ή μεταβίβασιν στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού ή άλλων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ως και παντός εμπραγμάτου δικαιώματος, αι αποφάσεις των κατά νόμον οργάνων των συγχωνευομένων ή μετατρεπομένων εταιρειών και πάσα άλλη συμφωνία απαιτούμενη δια την συγχωνεύσιν ή μετατροπή ή την σύστασιν της νέας εταιρείας, ή δημοσίευσις αυτώ εν των Δελτίω Ανωνύμων Εταιρειών της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και η μεταγραφή των σχετικών πράξεων απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους χαρτοσήμου, ή οιουδήποτε ετέρου τέλους υπέρ του Δημοσίου, ως και εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ οιουδήποτε τρίτου. Προκειμένου περί ακινήτων ανηκόντων και χρησιμοποιουμένων από την συγχωνευομένην ή μετατρεπομένην επιχείρησιν και εισφερομένων εις την συγχωνεύουσαν ή την συνιστωμένην εταιρείαν, η απαλλαγή από του φόρου μεταβιβάσεως χωρεί υπό την προϋπόθεσιν ότι τα εισφερόμενα ακίνητα θα χρησιμοποιηθούν δια τας ανάγκας της συγχωνευούσης ή της συνιστωμένης εταιρείας τουλάχιστον επί μιαν πενταετίαν από της συγχωνεύσεως ή μετατροπής.
Η ανωτέρω απαλλαγή από του φόρου μεταβιβάσεως ακίνητων περιλαμβάνει και την περίπτωσιν ην το εισφερόμενον εις την συγχωνεύουσαν ή την συνιστωμένην εταιρείαν ακίνητον, είχεν εισφερθή κατά χρήσιν εις την συγχωνεουμένην ή μετατρεπομένην εταιρείαν και αποδεδειγμένως είχε χρησιμοποιηθή δια τας ανάγκας αυτής επί μιαν πενταετίαν προ της συγχωνεύσεως ή της μετατροπής αυτής, υπό την προϋπόθεσιν ότι θα χρησιμοποιηθή δια τας ανάγκας της συγχωνευούσης ή της συνιστωμένης εταιρείας τουλάχιστον επί μιαν πενταετίαν από της συγχωνεύσεως ή μετατροπής.
Κατά την διάρκειαν της πενταετίας επιτρέπεται όπως η συγχωνεύουσα ή συνιστωμένη εταιρεία, υπό την προϋπόθεσιν, ότι δεν μεταβάλλεται το κύριον αντικείμενον των εργασιών της:
α. Εκμισθώνη τα ακίνητα.
β. Εκποιή τα συνεπεία της συγχωνεύσεως ή μετατροπής αποκτώμενα ακίνητα, υπό την προϋπόθεσιν ότι το προϊόν της εκποιήσεως θα χρησιμοποιηθή εντός προθεσμίας δύο (2) ετών από της εκποιήσεως δια την απόκτησιν ακινήτων ή ετέρων καινουργών παγίων περιουσιακών στοιχείων, ίσης τουλάχιστον αξίας, τα οποία θα εξυπηρετούν τας ανάγκας της επιχειρήσεως, ή δι’ εξόφλησιν, οφειλών εκ δανείων και πιστώσεων προς τραπεζικά Ιδρύματα, φορολογικών υποχρεώσεων προς το Δημόσιον, ως και ασφαλιστικών εισφορών προς Άσφαλιστικά Ιδρύματα και Ταμεία, υφισταμένων κατά την εκποίησιν των ακινήτων.

2. Ειδικώτερον επί συγχωνεύσεως φαρμακοβιομηχανιών συμφώνως προς τους όρους του παρόντος νόμου η σχετική μεταβίβασις των εν ισχύι ή υπό ανανέωσιν τελουσών αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων των συγχωνευομένων επιχειρήσεων διενεργείται ατελώς δι’ ειδικής αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών εκδιδομένης εντός 30 ημερών από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Αι λεπτομέρειαι ως και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά δια τας εν λόγω μεταβιβάσεις καθορισθήσονται άπαξ δια προεδρικού διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει του αυτού Υπουργού και του Υπουργού του Συντονισμού.
Δια τα ούτω μεταβιβαζόμενα φαρμακευτικά προϊόντα παύουν ισχύουσαι εφ’ εξής αι διατάξεις του άρθρου 7 παρ. β του Ν.Δ. 96/1973 και του άρθρου 2 του Ν.Δ. 308/1974 δια τρία έτη από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου.

 


Αρθρο 4.

 

Αρθρο 4. – Κείμενο νόμου

Προϋπόθεσις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 είναι:
α) ότι η από τη συγχώνευση ή μετατροπή προερχόμενη εταιρία θα έχει κατά το χρόνο της συγχώνευσης ή σύστασης της, ολοσχερώς καταβεβλημένο κεφάλαιο όχι κατώτερο, αν μεν είναι ανώνυμη εταιρία των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών, αν δε είναι εταιρία περιορισμένης ευθύνης, των εκατόν σαράντα έξι χιλιάδων επτακοσίων τριάντα πέντε (146.735) ευρώ,
β) ότι, στις περιπτώσεις μετατροπής ατομικής επιχείρησης ή προσωπικής εταιρίας ή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης σε ανώνυμη εταιρία ή εισφοράς κλάδου των επιχειρήσεων αυτών σε ανώνυμη εταιρία ή συγχώνευσης αυτών με ανώνυμη εταιρία, εκτός της περίπτωσης συγχώνευσης ανωνύμων εταιριών, οι μετοχές της ανώνυμης εταιρίας, που αντιστοιχούν στην αξία του εισφερόμενου κεφαλαίου, θα είναι υποχρεωτικά ονομαστικές στο σύνολο τους και μη μεταβιβάσιμες κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνόλου τους για μια πενταετία από το χρόνο της συγχώνευσης ή μετατροπής,
γ) ότι εις τας περιπτώσεις μετατροπής ατομικής επιχειρήσεως ή προσωπικής εταιρείας είς εταιρείαν περιωρισμένης ευθυνης ή συγχωνεύσεως τοιούτων μεθ’ εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης, τα αντιστοιχούντα εις την αξίαν του εισφερομένου κεφαλαίου, θα είναι μη μεταβιβάσιμα κατά ποσοστό 75% του συνόλου των επί μία πενταετίαν από της συγχωνεύσεως ή μετατροπής.
δ) Οι κατά την περίπτωση β’ του παρόντος άρθρου μετοχές του Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (Ο.Α.Ε.) σε εταιρείες, που έχουν υπαχθεί ή ανήκουν σ’ αυτόν και περιήλθαν στην κυριότητά του, λόγω εισφοράς περιουσιακών στοιχείων προς τις εταιρείες αυτές ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, είναι ελευθέρως μεταβιβαστές.

 


Αρθρο 5.

 

Αρθρο 5. – Κείμενο νόμου

1. Εις περίτπωσιν καθ’ ην η συγχωνεύουσα ή η νέα εταιρεία ήθελε διαλυθή καθ’ οιονδήποτε τρόπον προ της παρόδου πενταετίας από της συγχωνεύσεως ή συστάσεως, αύτη υποχρεούται εις την καταβολήν παντός φόρου ή τέλους υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου, ούτινος ή απαλλαγή ή η αναβολή καταβολής προβλέπεται υπό των διατάξεων των άρθρων 2 και 3.
Εν τη περιπτώσει τούτη: α) ο μεν φόρος εισοδήματος επί της κατά το άρθρον 2 υπεραξίας υπολογίζεται προκειμένου περί ανωνύμου εταιρείας επί τη βάσει του συντελεστού του επιβαλλομένου επί των μη διανεμομένων κερδών των ανωνύμων εταιρειών κατά τον χρόνον της διαλύσεως της εταιρείας και προκειμένου περί εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης επί τη βάσει της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του Ν.Δ. 3323/1955, β) οι λοιποί φόροι, τέλη χαρτοσήμου ή τέλη ή εισφοραί υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου υπολογίζονται επί τη βάσει των συντελεστών των ισχυόντων κατά τον χρόνον της συγχωνεύσεως ή συστάσεως της εταιρείας.

2. Οι κατά την προηγούμενην παράγραφον φόροι και τέλη καταβάλλονται, άνευ προσαυξήσεως λόγω εκπροθέσμου, δια δηλώσεως της υποχρέου εταιρείας, υποβαλλομένης εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον εντός προθεσμίας δύο μηνών από της διαλύσεώς της, κατά τα ειδικώτερον δι’ αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών οριζόμενα.

3. Ειδικώς προκειμένου περι της υπεραξίας εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης αύτη θεωρείται εισόδημα των κατά τον χρόνον της διαλύσεως εταίρων και φορολογείται κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 3323/1955.

4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση διάλυσης της με το παρόν συνιστώμενης ή συγχωνεύουσας εταιρίας για το σκοπό περαιτέρω:
α) συγχώνευσης ή απορρόφησης με άλλη επιχείρηση, με βάση τις διατάξεις του παρόντος ή του ν. 2166/1993 ή του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ 43 Α), ή
β) διάσπασης ανώνυμης εταιρίας βάσει του π.δ/τος 498/1987 (ΦΕΚ 236 Α’) ή
γ) απόσχισης κλάδου κατά το άρθρο 7 του παρόντος για ίδρυση ανώνυμης εταιρίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τους νόμους αυτούς.

 


Αρθρο 6.

 

Αρθρο 6. – Κείμενο νόμου

1. Εν περιπτώσει μη τηρήσεως α) των εν άρθρω 4 προϋποθέσεων αίρονται αυτοδικαίως αι υπό του παρόντος παρεχόμεναι φορολογικαί απαλλαγαί ή διευκολύνσεις, β) των εν άρθρω 3 προϋποθέσεων αίρονται αυτοδικαίως αι υπό του παρόντος παρεχόμεναι φορολογικαί απαλλαγαί ή διευκολύνσεις αι αναλογούσαι εις την αξίαν του εκποιουμένου ακινήτου και καθ’ ο μέρος το προϊόν της εκποιήσεως δεν διατίθεται κατά τα εν τη περιπτώσει (β) του τελευταίου εδαφίου του αυτού άρθρου οριζόμενα.

2. Δια την βεβαίωσιν και την καταβολήν των οφειλομένων φόρων, τελών, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του προηγουμένου άρθρου.

3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση μεταφοράς και παραγωγικής λειτουργίας των επί του εισφερθέντος ακινήτου μηχανημάτων και εξοπλισμού γενικά από την Α’ Περιοχή του άρθρου 3 σε άλλη περιοχή του ν. 1262/1982 όπως ισχύει ή σε περιοχή από τις αναφερόμενες στις παραγράφους 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του παραπάνω νόμου πριν από την πάροδο της πενταετίας που προβλέπεται στο άρθρο 3 του παρόντος, η δε επιχείρηση έχει το δικαίωμα στην περίπτωση αυτή να χρησιμοποιήσει το ακίνητο από το οποίο μεταφέρθηκαν τα μηχανήματα και οι εγκαταστάσεις γενικά για οποιοδήποτε άλλο σκοπό περιλαμβανομένης και της εκποιήσεως.
Το δικαίωμα αυτό έχει η επιχείρηση κι όταν συνεχίσει τη λειτουργία της εκτός της Περιοχής Α’ του άρθρου 3 του ν. 1262/1982 τουλάχιστο μέχρι συμπληρώσεως πενταετίας από το χρόνο της συγχώνευσης ή της διάσπασης ή της απόσχισης με νέες μηχανολογικές και λοιπές εγκαταστάσεις είτε ιδιόκτητες, είτε μισθωμένες βάσει κοινής μίσθωσης ή σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης.

 


Αρθρο 7.

 

Αρθρο 7. – Κείμενο νόμου

1. Οι αναφερόμενες στα άρθρα 2 και 3 φορολογικές απαλλαγές παρέχονται, με τις προϋποθέσεις των άρθρων 4 έως και 6, και σε περίπτωση εισφοράς, από λειτουργούσα επιχείρηση ενός ή περισσότερων βιομηχανικών κλάδων αυτής σε λειτουργούσα ή συνιστώμενη ανώνυμη βιομηχανική εταιρεία, με την προϋπόθεση ότι το καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο μετά την εισφορά, της εταιρείας που απορροφά τον κλάδο ή της νέας εταιρείας που συστήνεται, δεν είναι κατώτερο των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών και το κεφάλαιο της εισφέρουσας τον κλάδο επιχείρησης, αν εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος, δεν είναι μικρότερο, μετά την εισφορά του κλάδου, του ελάχιστου ορίου κεφαλαίου που καθορίζει το άρθρο 4 του παρόντος.
Η κατά το προηγούμενον εδάφιον έννοια του κλάδου δεν αίρεται, εάν δεν ήθελον εισφερθή ένια πάγια περιουσιακά στοιχεία τούτου, των όποιων η εκμετάλλευσις θα ήτο προφανώς ασύμφορος δια την απορροφώσαν ή την συνιστωμένην νέαν εταιρείαν. Εάν η αξία των μη εισφερομένων παγίων περιουσιακών στοιχείων εξεπέσθη εκ των καθαρών κερδών, βάσει των διατάξεων του Ν.Δ. 1078/1971, Ν.Δ. 1313/1972, Ν.Δ. 331/1974 και του Ν. 289/1976, και εφ’ όσον κατά τον χρόνον της εισφοράς του κλάδου δεν έχει συμπληρωθή πενταετίαν από του έτους εντός του οποίου ηγοράσθησαν ή απεκτήθησαν, δεν επιτρέπεται προ της συμπληρώσεως της πενταετίας εκποίησις υπό της εισφερούσης τον κλάδον επιχειρήσεως, άλλως οι αντιστοιχούσαι αφορολόγητοι κρατήσεις υπόκεινται εις φορολογίαν κατά τον χρόνον της εκποιήσεως.
Εισφορά βιομηχανικού κλάδου αποτελεί και η εισφορά σε ανώνυμη εταιρία μιας ή περισσοτέρων εργοστασιακών μονάδων, με την προϋπόθεση ότι αποτελεί τεχνικοοικονομικό σύνολο που μπορεί να λειτουργήσει αυτοτελώς.

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και σε περίπτωση εισφοράς από οιασδήποτε μορφής λειτουργούσα επιχείρηση, τμήματος ή κλάδου αυτής σε λειτουργούσα ή συνιστώμενη ανώνυμη εταιρία.

3. Αι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 εφαρμόζονται και επί συγχωνεύσεως ή μετατροπής γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων παντός βαθμού, των επιχειρήσεων αυτών, των κοινοπραξιών των Ν. 479/1943 και Ν.Δ. 3874/1958 και των πάσης φύσεως εταιριών εις τας οποίας μετέχουν μόνον Γεωργικαί Συνεταιριστικαί Οργανώσεις ή και η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ως και επί διαλύσεως αυτών είτε επί σκοπώ εγγραφής των μελών των εις ετέραν ομοίαν οργάνωσιν εις ην μεταβιβάζονται τα περιουσιακά στοιχεία της διαλυθείσης οργανώσεως ή επιχειρήσεως, είτε λόγω, περιελεύσεως απάντων των μερίδων των κοινοπρακτούντων εις μίαν εξ αυτών.

 


Αρθρο 8.

 

Αρθρο 8. – Κείμενο νόμου

Η αποτίμησις της αξίας των εισφερομένων εις είδος, κατά τας διατάξεις του παρόντος, περιουσιακών στοιχείων εις ανώνυμον εταιρείαν περιωρισμένης ευθύνης, ενεργείται υπό της επιτροπής του άρθρου 9 του Ν. 2190/1920, ως ούτος εκωδικοποιήθη δια του Β. Διατάγματος 174/1963.

 


Αρθρο 9.

 

Αρθρο 9. – Κείμενο νόμου

1. Αι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 εφαρμόζονται αναλόγως και εις την περίπτωσιν συγχωνεύσεως βιομηχανικών ή βιοτεχνικών επιχειρήσεων οιασδήποτε μορφής, πλην ανωνύμου εταιρείας, προς τον σκοπόν δημιουργίας βιομηχανικής ή βιοτεχνικής προσωπικής εταιρείας ή εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης, υπό την προϋπόθεσιν ότι το εταιρικόν κεφάλαιον της συγχωνευούσης, μετά την συγχωνεύση ή της συνιστωμένης νέας εταιρείας, δεν θα είναι κατώτερον των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα (5.870) ευρώ και υπό τον όρον τηρήσεως υπό της νέας εταιρείας, καθ’ όλην την διάρκειαν αυτής, βιβλίων δευτέρας κατηγορίας του Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων.

2. Η προκύπτουσα υπεραξία επί περιπτώσεων συγχωνεύσεως βιομηχανικών ή βιοτεχνικών επιχειρήσεων, περί ων η προηγούμενη παράγραφος, διαπιστουμένη δι’ απογραφής των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των συγχωνευομένων επιχειρήσεων, δεν υπόκειται κατά τον χρόνον της συγχωνεύσεως εις φόρον εισοδήματος, αλλ’ εμφανιζομένη διακεκριμένως εις τα βιβλία της συγχωνεύσεως ή της συνιστωμένης εταιρείας μέχρι του χρόνου της διαλύσεώς της, θεωρείται περιερχόμενη εις την εταιρείαν ταύτην και φορολογείται κατά τον χρόνον της διαλύσεως αυτής, εφαρμοζομένων αναλόγως εν προκειμένω των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του Ν.Δ. 3323/1955.

3. Αι διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 6 εφαρμόζονται αναλόγως και εν προκειμένω.

 


Αρθρο 10.

 

Αρθρο 10. – Κείμενο νόμου

1. Επί μετατροπής ή συγχωνεύσεως κατά τας διατάξεις του παρόντος τα υπέρ των μετατρεπομένων ή συγχωνευομένων επιχειρήσεων ευεργετήματα του Ν.Δ. 4002/1959 “περί λήψεως φορολογικών και άλλων τινών μέτρων προς ενίσχυσιν των παραγωγικών επενδύσεων” και του Α.Ν. 147/1967 “περί συμπληρώσεως της περί κινήτρων δια βιομηχανικάς επενδύσεις κειμένης νομοθεσίας”, ως ούτοι τροποποιηθέντες ισχύουν, ως και του Ν.Δ. 1078/1971 “περί λήψεως φορολογικών και άλλων τινών μετρών προς ενίσχυσιν της περιφερειακής αναπτύξεως”, ισχύουν και δια την νέαν επιχείρησιν, υπό τας προϋποθέσεις και περιορισμούς των ως άνω νομοθετημάτων και καθ’ ο μέτρον δεν εγένετο χρήσις αυτών προ της μετατροπής ή συγχνωνεύσεως.

2. Οι αφορολόγητες κρατήσεις αναπτυξιακών νόμων που έχουν σχηματίσει οι μετατρεπόμενες ή συγχωνευόμενες επιχειρήσεις, εφόσον μεταφέρονται σε λογαριασμούς αποθεματικών στις προκύπτουσες από τη μετατροπή ή συγχώνευση επιχειρήσεις, δεν υπόκεινται σε φορολογία κατά το χρόνο της μετατροπής ή συγχώνευσης.

 


Αρθρο 11.

 

Αρθρο 11. – Κείμενο νόμου

1. Δεν θίγονται δια του παρόντος αι διατάξεις: α) του άρθρου 51 παράγραφοι 1, 2, 3, 5 και 7 και του άρθρου 53 του Ν. 3190/1955 “περί εταιρειών περιωρισμένης ευθύνης” ως ισχύουν και β) των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 4 του Ν.Δ. 4237/1962 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών και άλλων τινών διατάξεων”.

2. Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος καταργούνται αι διατάξεις:
α) των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 4256/1962 “περί ιδρύσεως και επεκτάσεως βιομηχανικών και βιοτεχνιών και άλλων τινών διατάξεων”,
β) του άρθρου 12 του Ν.Δ. 3765/1957 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων του Ν.Δ. 3323/1955 περί φορολογίας του εισοδήματος”, πλην των παραγράφων 5 και 6 αίτινες εξακολουθούν ισχύουσα δια τας γενομένας μετατροπάς ή συγχωνεύσεις επιχειρήσεων βάσει του άρθρου 12 του Ν.Δ. 3765/1957 και του άρθρου 4 του Ν.Δ. 4002/1959.

 


Αρθρο 12.

 

Αρθρο 12. – Κείμενο νόμου

Αι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται επί επιχειρήσεων ων το αντικείμενον των εργασιών είναι κατά κύριον λόγον η κατασκευή ή εκμετάλλευσις πάσης φύσεως ακινήτων, πλην των ξενοδοχειακών τοιούτων.
Αντίθετα, οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται στη συγχώνευση ανωνύμων εταιριών με απορρόφηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και επόμενα του Κ.Ν. 2190/1920, όταν το αντικείμενο των εργασιών της απορροφώσας είναι κατά κύριο λόγο η κατασκευή ή εκμετάλλευση πάσης φύσεως ακινήτων και με την προϋπόθεση ότι το αντικείμενο εργασιών της απορροφουμένης δεν εμπίπτει σε κάποιο από αυτά τα αντικείμενα.

 


Αρθρο 13.

 

Αρθρο 13. – Κείμενο νόμου

Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

 


Εν Αθήναις τη 6 Δεκεμβρίου 1972

Εν Ονόματι του Βασιλέως

Ο ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΥΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ

Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΙ
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΤΤΑΚΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΚΑΡΕΖΟΣ

ΤΑ ΜΕΛΗ
ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΙΩΑΝ. ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ, ΑΔΑΜ. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, ΟΡΕΣΤ. ΓΙΑΚΑΣ, ΚΩΝΣΤ. ΚΑΡΥΔΑΣ, ΙΩΑΝ. ΚΟΥΛΗΣ, ΑΓΓΕΛ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ, ΝΙΚ. ΓΚΑΝΤΩΝΑΣ, ΙΩΑΝ. ΛΑΔΑΣ, ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΒΑΣ. ΤΣΟΥΜΠΑΣ.

Εθεωρήθη και ετέθη η μεγάλη του Κράτους σφραγίς.

Εν Αθήναις τη 8 Δεκεμβρίου 1972

Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ

πηγή Tax Heaven


Ν.2190/1920

ΝΟΜΟΣ 2190/1920 “ΠΕΡΙ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ”

(ΦΕΚ Α’ 37/30.3.1963)
[Κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με το Β.Δ.174/1963 (ΦΕΚ Α’ 37/30.3.1963)]


Αρθρο 1. Ορισμοί – Πεδίο εφαρμογής – Αριθμός και ευθύνη μετόχων

Αρθρο 1. Ορισμοί – Πεδίο εφαρμογής – Αριθμός και ευθύνη μετόχων – Κείμενο νόμου


1. Η ανώνυμη εταιρεία είναι κεφαλαιουχική εταιρεία με νομική προσωπικότητα, για τα χρέη της οποίας ευθύνεται μόνο η ίδια με την περιουσία της.

2. Κάθε ανώνυμη εταιρεία είναι εμπορική, έστω και αν ο σκοπός της δεν είναι η άσκηση εμπορικής επιχείρησης.

2α. Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικότερων ρυθμίσεων, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται τόσο σε ανώνυμες εταιρείες με μετοχές που δεν είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο όσο και σε ανώνυμες εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστήριο.

2β. Όπου στο νόμο αυτόν γίνεται αναφορά:
α) σε χρηματιστήριο, νοούνται αντίστοιχα, η ρυθμιζόμενη αγορά κράτους – μέλους κατά την έννοια της περίπτωσης 14 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 145/1/30.4.2004) και, όσον αφορά την Ελλάδα, η οργανωμένη αγορά κατά την έννοια της παραγράφου 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 195 Α’),
β) σε μετοχές ή άλλες κινητές αξίες εισηγμένες σε χρηματιστήριο ή απλώς εισηγμένες, νοούνται οι μετοχές ή οι κινητές αξίες που είναι εισηγμένες για διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη ή οργανωμένη αγορά,
γ) σε ηλεκτρονικά μέσα, νοούνται τρόποι ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως το διαδίκτυο ή άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό δίκτυο, οι οποίοι επιτρέπουν την ευχερή διασφάλιση της ταυτότητος των χρηστών και την ασφάλεια της επικοινωνίας.

3. Η ανώνυμη εταιρεία μπορεί να ιδρυθεί από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή να καταστεί μονοπρόσωπη με τη συγκέντρωση όλων των μετοχών σε ένα μόνο πρόσωπο. Η ίδρυση ανώνυμης εταιρείας ως μονοπρόσωπης ή η συγκέντρωση όλων των μετοχών της σε ένα μόνο πρόσωπο, καθώς και τα στοιχεία του μοναδικού μετόχου της, υπόκεινται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 7β.

 


Αρθρο 2. Περιεχόμενο του καταστατικού

Αρθρο 2. Περιεχόμενο του καταστατικού – Κείμενο νόμου


1. Το καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας πρέπει να περιέχει διατάξεις:
α. Για την εταιρική επωνυμία και το σκοπό της εταιρίας.
β. Για την έδρα της εταιρίας.
γ. Για την διάρκειά της.
δ. Για το ύψος και τον τρόπο καταβολής του εταιρικού κεφαλαίου.
ε. Για το είδος των μετοχών, καθώς και για τον αριθμό, την ονομαστική αξία και την έκδοσή τους.
στ. Για τον αριθμό των μετοχών κάθε κατηγορίας, εάν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών.
ζ. Για τη μετατροπή ονομαστικών μετοχών σε ανώνυμες, ή ανώνυμων σε ονομαστικές.
η. Για τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου.
θ. Για τη σύγκληση, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες των Γενικών Συνελεύσεων.
ι. Για τους ελεγχτές.
ια. Για τα δικαιώματα των μετόχων.
ιβ. Για τον ισολογισμό και τη διάθεση των κερδών.
ιγ. Για τη λύση της εταιρίας και την εκκαθάριση της περιουσίας της.

1α. Το καταστατικό δεν απαιτείται να περιέχει διατάξεις, έστω και εάν αναφέρονται στα θέματα της παραγράφου 1, εφόσον αποτελούν απλώς επανάληψη ισχυουσών διατάξεων του νόμου, εκτός αν εισάγεται επιτρεπτή παρέκκλιση από αυτές.

2. Το καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας πρέπει να αναφέρει επίσης:
α. Τα ατομικά στοιχεία των φυσικών ή νομικών προσώπων που υπέγραψαν το καταστατικό της εταιρίας ή στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων έχει υπογραφεί το καταστατικό αυτό.
β. Το συνολικό ποσό, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, όλων των δαπανών που απαιτήθηκαν για τη σύσταση της εταιρίας και βαρύνουν αυτή

3. Οι ιδρυτές είναι υπεύθυνοι για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η εταιρεία ή οι καλόπιστοι τρίτοι, μέτοχοι ή μη, από τυχόν παράλειψη υποχρεωτικής διάταξης του καταστατικού ή ανακριβείς πληροφορίες που δόθηκαν κατά την εγγραφή στο κεφάλαιο ή περιλήφθηκαν στο καταστατικό, από τη μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την εκτίμηση και την καταβολή των εισφορών, καθώς και από την τυχόν κήρυξη της ακυρότητας της εταιρείας, εάν γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τις σχετικές πλημμέλειες. Η αξίωση αποζημίωσης του προηγούμενου εδαφίου παραγράφεται μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από την ίδρυση της εταιρείας.

 


Αρθρο 3. Προνομιούχες και δεσμευμένες μετοχές

Αρθρο 3. Προνομιούχες και δεσμευμένες μετοχές – Κείμενο νόμου

1. Επιτρέπεται να ορίζεται με διατάξεις του καταστατικού προνόμιο υπέρ μετοχών. Το προνόμιο αυτό συνίσταται στη μερική ή ολική απόληψη, πριν από τις κοινές μετοχές, του διανεμόμενου μερίσματος, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του καταστατικού, και στην προνομιακή απόδοση του καταβληθέντος από τους κατόχους των προνομιούχων μετοχών κεφαλαίου από το προϊόν της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής τούτων στα υπέρ το άρτιο ποσά, που είχαν τυχόν καταβληθεί. Ομοίως, επιτρέπεται να ορίζεται ότι σε περίπτωση μη διανομής μερίσματος σε μια ή περισσότερες χρήσεις, το προνόμιο υπέρ των μετοχών αφορά στην προνομιακή καταβολή μερισμάτων και για τις χρήσεις κατά τις οποίες δεν έγινε διανομή μερίσματος.

2. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι οι προνομιούχες μετοχές παρέχουν σταθερό μέρισμα ή ότι συμμετέχουν εν μέρει μόνο στα κέρδη της εταιρείας. Χορήγηση άλλων προνομίων περιουσιακής φύσης, περιλαμβανομένης της απόληψης ορισμένου τόκου ή της συμμετοχής, κατά προτεραιότητα, σε κέρδη από ορισμένη εταιρική δραστηριότητα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο καταστατικό, δεν αποκλείεται. Το καταστατικό, ομοίως, μπορεί να ορίζει ότι η απόληψη ορισμένου τόκου μπορεί να γίνει με την προϋπόθεση ότι οι προνομιούχες μετοχές δεν θα συμμετέχουν στα κέρδη της εταιρείας, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που καθορίζεται κατά την έκδοσή τους. Τα δικαιώματα που παρέχουν οι προνομιούχες μετοχές υπόκεινται στους περιορισμούς του άρθρου 44α. Προνομιούχες μετοχές της ίδιας σειράς έκδοσης παρέχουν ίσα δικαιώματα.

3. Οι προνομιούχες μετοχές μπορούν να εκδοθούν και ως μετατρέψιμες σε κοινές μετοχές. Η μετατροπή γίνεται είτε υποχρεωτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού είτε με άσκηση σχετικού δικαιώματος του μετόχου. Οι όροι και οι προθεσμίες της μετατροπής ορίζονται στο καταστατικό. Το δικαίωμα της μετατροπής ασκείται από τον προνομιούχο μέτοχο ατομικά με δήλωσή του προς την εταιρεία και η μετατροπή ισχύει από τη λήψη της δήλωσης αυτής, εκτός εάν το καταστατικό προβλέπει άλλο χρονικό σημείο.

4. Οι προνομιούχες μετοχές μπορούν να εκδοθούν και χωρίς δικαίωμα ψήφου ή με δικαίωμα ψήφου περιοριζόμενο σε ορισμένα ζητήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού.

5. Κατάργηση ή περιορισμός του προνομίου από την εταιρεία επιτρέπεται μόνο μετά από απόφαση, η οποία λαμβάνεται σε ιδιαίτερη γενική συνέλευση των προνομιούχων μετόχων στους οποίους αφορά το προνόμιο, με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του εκπροσωπούμενου προνομιούχου κεφαλαίου. Για τη σύγκληση της γενικής αυτής συνέλευσης, τη συμμετοχή σε αυτήν, την παροχή πληροφοριών, την ψηφοφορία, καθώς και την ακυρότητα ή την ακύρωση των αποφάσεών της, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές με τη γενική συνέλευση των μετόχων διατάξεις. Για τη μετατροπή, σε κοινές, των προνομιούχων μετοχών, που δεν έχουν εκδοθεί ως μετατρέψιμες κατά την παράγραφο 3, απαιτείται, εκτός από την απόφαση των προνομιούχων μετόχων του πρώτου εδαφίου και απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων που κατέχουν κοινές μετοχές, η οποία λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του εκπροσωπούμενου κοινού μετοχικού κεφαλαίου. Οι γενικές αυτές συνελεύσεις των μετόχων, που κατέχουν προνομιούχες και κοινές μετοχές, ευρίσκονται σε απαρτία και συνεδριάζουν έγκυρα για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 29.

6. Αι κατά τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εκδιδόμεναι προνομιούχοι μετοχαί δέον να διακρίνωνται σαφώς από των κοινών μετοχών και να αναγράφωσι δια μεγάλων στοιχείων επί της προσθίας αυτών όψεως τας λέξεις «Προνομιούχος Μετοχή» ως και τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών, π.χ. «μετατρέψιμος», «μετά η άνευ ψήφου» κ.λπ., επί δε της οπίσθιας όψεως την έκτασιν και του όρους του παρεχομένου προνομίου.

7. Δια διατάξεων του καταστατικού δύναται να επιτραπή η έκδοσις δεσμευμένων ονομαστικών μετοχών, των οποίων η μεταβίβασις εξαρτάται από την έγκρισιν της εταιρείας. Την έγκρισιν παρέχει το Διοικητικό Συμβούλιον ή η Γενική Συνέλευσις κατά τα υπό του καταστατικού οριζόμενα. Το καταστατικόν δύναται να ορίση τους λόγους δι’ ους επιτρέπεται η άρνησις της εγκρίσεως.
Με εξαίρεση τη μεταβίβαση μετοχών αιτία θανάτου, το καταστατικό μπορεί να ορίσει και άλλες μορφές περιορισμών στη μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών, όπως ιδίως: α) το ανεπίτρεπτο της μεταβίβασης, αν οι μετοχές δεν προσφερθούν προηγουμένως στους λοιπούς μετόχους ή σε ορισμένους από αυτούς, β) την υπόδειξη, εκ μέρους της εταιρείας, μετόχου ή τρίτου που θα αποκτήσει τις μετοχές, εάν ο μέτοχος επιθυμεί τη μεταβίβασή τους. Το καταστατικό πρέπει να ορίζει τη διαδικασία, τους όρους και την προθεσμία, εντός της οποίας η εταιρεία εγκρίνει τη μεταβίβαση ή προβαίνει στην υπόδειξη αγοραστή. Αν παρέλθει η προθεσμία αυτή, η μεταβίβαση των μετοχών είναι ελεύθερη. Οι περιορισμοί της παρούσας παραγράφου δεν επιτρέπεται να καθιστούν τη μεταβίβαση αδύνατη. Μεταβιβάσεις κατά παράβαση των διατάξεων του καταστατικού είναι άκυρες.

8. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, εάν η εταιρεία αρνηθεί να εγκρίνει τη μεταβίβαση των μετοχών ή δεν δίνει απάντηση στο μέτοχο εντός της προβλεπόμενης από το καταστατικό προθεσμίας, υποχρεούται, μετά από αίτηση του μετόχου και εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή αυτής, να εξαγοράσει τις μετοχές σύμφωνα με το άρθρο 49α του παρόντος νόμου. Η προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 49α αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου.

9. Το όργανο, που λαμβάνει την απόφαση έκδοσης ομολογιακού δανείου με ονομαστικές, μετατρέψιμες ή ανταλλάξιμες ομολογίες, μπορεί να αποφασίσει και την εφαρμογή στις εκδιδόμενες ομολογίες τυχόν περιορισμών που προβλέπονται από το καταστατικό και αφορούν στη μεταβίβαση των μετοχών. Μεταβιβάσεις ομολογιών κατά παράβαση των περιορισμών αυτών είναι άκυρες.

 


Αρθρο 3α

Αρθρο 3α. – Κείμενο νόμου


1. (α) Η γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίζει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 3 και 31 παρ. 2 την έκδοση ομολογιακού δανείου, με το οποίο χορηγείται στους ομολογιούχους δικαίωμα μετατροπής των ομολογιών τους σε μετοχές της εταιρείας.
(β) Το διοικητικά συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει την έκδοση ομολογιακού δανείου με μετατρέψιμες ομολογίες υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13.
(γ) Επί των αποφάσεων των περιπτώσεων α’ και β’ εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη δημοσιότητα της απόφασης για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 13.

2. Στην απόφαση του αρμόδιου οργάνου ορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος, η τιμή ή ο λόγος μετατροπής ή το εύρος τους. Η τελική τιμή ή ο λόγος μετατροπής ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας πριν από την έκδοση του δανείου. Απαγορεύεται χορήγηση μετοχών ονομαστικής αξίας ανώτερης της τιμής έκδοσης των μετατρεπόμενων ομολογιών.

3. Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 13α του παρόντος εφαρμόζεται ανάλογα. Μετά την ολοκλήρωση της κάλυψης του δανείου, το διοικητικό συμβούλιο της εκδότριας πιστοποιεί την καταβολή του ομολογιακού δανείου με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 11 του παρόντος. Σε περίπτωση παράβασης επιβάλλονται οι ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 58α του παρόντος.

4. Με την άσκηση του δικαιώματος μετατροπής των ομολογιών, επέρχεται ισόποση αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας υποχρεούται μέχρι τη λήξη του επόμενου μηνός από την ημέρα άσκησης του δικαιώματος μετατροπής να διαπιστώνει την αύξηση και να αναπροσαρμόζει το περί κεφαλαίου άρθρο του καταστατικού, τηρώντας τις διατυπώσεις δημοσιότητας του όρθρου 7β.

5. Οι αυξήσεις κεφαλαίου της παραγράφου 4 δεν αποτελούν τροποποίηση του καταστατικού.

 


Αρθρο 3β

Αρθρο 3β. – Κείμενο νόμου


Η γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίζει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 3 και 31 παρ. 2, την έκδοση ομολογιακού δανείου, με το οποίο χορηγείται στους ομολογιούχους δικαίωμα είτε προς λήψη, πέραν του τόκου, και ορισμένου ποσοστού επί των κερδών που υπολείπονται μετά την απόληψη του κατά το άρθρο 45 πρώτου μερίσματος από τους προνομιούχους και κοινούς μετόχους είτε προς λήψη άλλης πρόσθετης παροχής, που εξαρτάται από το ύψος της παραγωγής ή το εν γένει επίπεδο δραστηριότητας της εταιρείας.

 


Αρθρο 3γ

Αρθρο 3γ. – Κείμενο νόμου


1. Επιτρέπεται η υπό Ανωνύμου Εταιρείας έκδοσις ομολογιακού δανείου ησφαλισμένου εν τω συνόλω μετά των τόκων του δι’ υποθήκης επί ενός ή πλειόνων ακινήτων της οφειλέτιδος ή τρίτου τινός.

2. Δια την έκδοσιν τοιούτου δανείου απαιτείται άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ήτις κρίνει της επάρκειαν της παρεχομένης ασφαλείας. Προς τούτο η προστιθεμένη την έκδοσιν τούτου δανείου Εταιρεία υποβάλλει τη ως άνω Επιτροπή αίτησιν αναφέρουσαν το ποσόν του δανείου, τον αριθμόν των ομολογιών, τον χρόνο εξοφλήσεως τον τόκον και τον «εκπρόσωπον των ομολογιούχων», οίος δύναται να είναι μόνον Τράπεζα ως και πιστοποιητικόν του Υποθηκοφυλακείου συνοδευόμενον υπό εγγράφου βεβαιώσεως του νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας ότι το εις υποθήκην προσφερόμενον ακίνητον ανήκει κατά πλήρη κυριότητα εις μόνην την αιτούσαν ή τον προσφέροντα την υποθήκην τρίτον και ότι είναι ελεύθερον βάρους κατασχέσεως ή διεκδικήσεως ή αναφέρουσαν τα τυχόν υφιστάμενα επ’ αυτού υποθηκικά βάρη. Η άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, περιέχουσα πάντα τα στοιχεία ταύτα, αποτελεί τον τίτλον εγγραφής της υποθήκης. Τα πάσης φύσεως δικαιώματα των εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων δια την προς ασφάλειαν του εκδιδομένου κατά τα ανωτέρω ομολογιακού δανείου εγγραφήν υποθήκης δεν δύναται να υπερβώς το ποσό των δραχμών 3.000. Δια την εγγραφήν ή διαγραφήν της υποθήκης ουδεμία κράτησις υπέρ οποιουδήποτε τρίτου ενεργείται.

3. Η εκδίδουσα το δάνειον εταιρεία δημοσιεύει εις δύο τουλάχιστον ημερησίας εφημερίδας πρόγραμμα του δανείου, μνημονεύον τους εγκριθέντας όρους αυτού, την προς τούτο άδειαν της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τον εκπρόσωπον των ομολογιούχων, την δια το συνολικών ποσόν του δανείου και τους τόκους αυτού εγγραφήν της υποθήκης δι’ αναφοράς του πιστοποιητικού του Υποθηκοφύλακος, την ύπαρξιν ή μη υποθηκικών βαρών και την σειράν εγγραφής της υποθήκης.

4. Αι εκ του δανείου υποθηκικαί αξιώσεις των ομολογιούχων ασκούνται αποκλειστικώς υπό του εκπροσώπου αυτών. Η είσπραξις της ονομαστικής αξίας της ομολογίας κατά την λήξιν της, και των τοκομεριδίων ενεργούνται υπό των κομιστών τούτων.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δικαιούται να ορίση έτερον «εκρπρόσωπον ομολογιούχων» αν ο υπάρχων παραιτηθή, εκλείψη ή ανακληθή υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών, κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 κ.ε. της Π.Δ., δικαιούται δε και ν’ ανακαλέση η ιδία τον οπωσδήποτε ορισθέντα, επί τη αιτήσει ομολογιούχων εκπροσωπούντων το 1)10του όλου ομολογιακού δανείου, αν συντρέχωσι σοβαροί λόγοι. Η ως άνω απόφασις του Προέδρου ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σημειούται εις το περιθώριον της πράξεως εγγραφής της εν παρ. 1 του παρόντος υποθήκης, τη αιτήσει οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον, από της σημειώσεως οέ ταύτης ισχύει ως προς τους ομολογιούχους και την εταιρείαν.

6. Ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων ευθύνεται έναντι τούτων δια δόλον και πάσαν αμέλειαν.

7. Η υποθήκη διαγράφεται μόνον κατόπιν εγκρίσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, παρεχομένης επί τη βεβαιώσει της εταιρείας και των εκπροσώπων των ομολογιούχων ότι εξωφλήθη ολοσχερώς το κεφάλαιον και οι τόκοι ή ότι παν οφειλόμενον ποσόν εκ κεφαλαίου και τόκων κατετέθη εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ των ομολογιούχων. Η ολική εξόφλησις γίνεται μόνον επί τη προσαγωγή του τίτλου την ομολογίας. Εις περίπτωσιν μη πραγματοποιήσεως του δανείου, η υποθήκη διαγράφεται επί ομοία βεβαιώσει της εταιρείας και του εκπροσώπου των ομολογιούχων ότι επεστράφησαν τα καταβληθέντα ποσά ή ότι κατετέθησαν εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ των καταβαλόντων.

8. Όπου κατά τας κειμένας διατάξεις απαιτείται η εγγραφή του ονόματος του δανειστού, νοείται δια την εφαρμογήν του παρόντος το ονοματεπώνυμον του εκπροσώπου των ομολογιούχων και ο ακριβής προσδιορισμός του ομολογιακού δανείου».

 


Αρθρο 4. Ίδρυση εταιρείας, τροποποίηση του καταστατικού και μείωση κεφαλαίου

Αρθρο 4. Ίδρυση εταιρείας, τροποποίηση του καταστατικού και μείωση κεφαλαίου – Κείμενο νόμου


1. Ο Υπουργός Ανάπτυξης ή η κατά το νόμο εκάστοτε αρμόδια Αρχή υποχρεούνται να εγκρίνουν με απόφασή τους τη σύσταση ανώνυμης εταιρείας και το καταστατικό της, εφόσον αυτό έχει καταρτισθεί με δημόσιο έγγραφο και έχουν τηρηθεί οι σχετικές διατάξεις.

2. Το καταστατικό τροποποιείται με απόφαση της γενικής συνέλευσης που εγκρίνεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης ή την κατά το νόμο εκάστοτε αρμόδια Αρχή, που ελέγχουν μόνο την τήρηση του νόμου. Για την τροποποίηση του καταστατικού δεν απαιτείται δημόσιο έγγραφο. Ολόκληρο το κείμενο του νέου καταστατικού, όπως διαμορφώνεται μετά από κάθε τροποποίησή του σύμφωνα με την παράγραφο 11 του άρθρου 7β του παρόντος νόμου, μπορεί να συντάσσεται με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου, χωρίς απόφαση της γενικής συνέλευσης και έγκριση της αρμόδιας Αρχής. Για τη σύνταξη του νέου κειμένου του καταστατικού δεν απαιτείται δημόσιο έγγραφο.

2α. Αν το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας δεν υπερβαίνει το ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ, δεν ασκείται έλεγχος νομιμότητας της σύστασης της εταιρείας, καθώς και της τροποποίησης του καταστατικού της, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Στις περιπτώσεις αυτές οι καταχωρίσεις στο Μητρώο γίνονται μετά από τυπικό έλεγχο των υποβαλλόμενων εγγράφων, χωρίς έκδοση διοικητικής εγκριτικής απόφασης. Εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου οι εταιρείες της παραγράφου 8 του άρθρου 7β και οι αθλητικές ανώνυμες εταιρείες.

2β. Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε μετατροπές, συγχωνεύσεις και διασπάσεις, όπου απαιτείται έγκριση από την αρμόδια Αρχή.

3. Η πρόσκληση για τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης και η απόφαση της τελευταίας για τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου πρέπει, με ποινή ακυρότητας, να ορίζουν το σκοπό της μείωσης αυτής, καθώς και τον τρόπο πραγματοποίησής της.

4. Δεν γίνεται καμία καταβολή στους μετόχους από το αποδεσμευόμενο με τη μείωση ενεργητικό της εταιρείας, με ποινή ακυρότητας αυτής της καταβολής, εκτός εάν ικανοποιηθούν οι δανειστές της εταιρείας των οποίων οι απαιτήσεις γεννήθηκαν πριν από τη δημοσιότητα σύμφωνα με το άρθρο 7β της απόφασης για τη μείωση ή ενδεχομένως της σχετικής εγκριτικής διοικητικής πράξης και είναι ληξιπρόθεσμες ή, σε περίπτωση που δεν είναι ληξιπρόθεσμες, εφόσον λάβουν επαρκείς ασφάλειες, λαμβανομένων υπ’ όψιν των ασφαλειών που έχουν ήδη λάβει, καθώς και της εταιρικής περιουσίας που θα απομείνει μετά την πραγματοποίηση της μείωσης. Οι δανειστές αυτοί μπορούν να υποβάλουν στην εταιρεία αντιρρήσεις κατά της πραγματοποίησης των παραπάνω καταβολών εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την παραπάνω δημοσιότητα. Επί του βασίμου των αντιρρήσεων κρίνει το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά από αίτηση της εταιρείας. Εάν υποβληθούν αντιρρήσεις από περισσότερους δανειστές, εκδίδεται μία απόφαση ως προς όλες. Εάν οι δανειστές αποδείξουν ότι η μείωση θέτει σε κίνδυνο την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους και ότι δεν διαθέτουν επαρκείς ασφάλειες, το δικαστήριο επιτρέπει την καταβολή των αποδεσμευόμενων με τη μείωση ποσών μόνο υπό τον όρο της εξόφλησης των απαιτήσεων αυτών, εάν είναι ληξιπρόθεσμες ή της παροχής επαρκών ασφαλειών. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται και όταν η μείωση του κεφαλαίου γίνεται με ολική ή μερική απαλλαγή των μετόχων από την υποχρέωση καταβολής καλυφθέντος και μη καταβληθέντος κεφαλαίου.

4α. Μείωση μετοχικού κεφαλαίου επιτρέπεται και με σκοπό το σχηματισμό ειδικού αποθεματικού, όταν η χρηματιστηριακή τιμή είναι κατώτερη, ίδια ή υπερβαίνει έως 10% την ονομαστική αξία της μετοχής. Το ειδικό αυτό αποθεματικό μπορεί, μόνον: α) να κεφαλαιοποι­ηθεί και β) να συμψηφισθεί για απόσβεση ζημιών της Εταιρείας.

5. Εάν υπάρχουν περισσότερες κατηγορίες μετοχών, κάθε απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που αφορά τη μείωση του κεφαλαίου, τελεί υπό την έγκριση της κατηγορίας ή των κατηγοριών μετόχων, τα δικαιώματα των οποίων θίγονται από την απόφαση αυτή.
Η έγκριση παρέχεται με απόφαση των μετόχων της θιγόμενης κατηγορίας, που λαμβάνεται σε ιδιαίτερη συνέλευση με τα ποσοστά απαρτίας και πλειοψηφίας που προβλέπονται από τα άρθρα 29 παρ. 3 και 4 και 31 παρ. 2
Για τη σύγκληση αυτής της συνέλευσης, τη συμμετοχή σ’ αυτήν, την παροχή πληροφοριών, την αναβολή λήψη αποφάσεων, την ψηφοφορία, καθώς και την ακύρωση των αποφάσεών της, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις για τη Γενική Συνέλευση των μετόχων.

6. ……………………………….

 


Αρθρο 4α. Ακυρότητα της Εταιρίας – Κήρυξη της ακυρότητας της εταιρείας

 

Αρθρο 4α. Ακυρότητα της Εταιρίας – Κήρυξη της ακυρότητας της εταιρείας – Κείμενο νόμου


1. Η εταιρεία κηρύσσεται άκυρη με δικαστική απόφαση μόνο εάν: α) δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των περιπτώσεων α’ και δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2, της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και της παραγράφου 2 του άρθρου 8, β) ο σκοπός της είναι παράνομος ή αντίκειται στη δημόσια τάξη και γ) ο μοναδικός ιδρυτής ή όλοι οι ιδρυτές δεν είχαν την ικανότητα για δικαιοπραξία κατά την υπογραφή της εταιρικής σύμβασης.

2. Η αγωγή ασκείται από κάθε πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον και απευθύνεται κατά της εταιρίας. Το δικαστήριο που απαγγέλλει την ακυρότητα διορίζει με την ίδια απόφαση και τους εκκαθαριστές.

2α. Οι λόγοι ακυρότητας των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1 θεραπεύονται εάν, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, το καταστατικό τροποποιηθεί, ώστε να μην υφίσταται πλέον ο λόγος ακυρότητας που αναφέρεται στην αγωγή. Το δικαστήριο που εκδικάζει αγωγή για κήρυξη της ακυρότητας μπορεί να χορηγήσει στην εταιρεία εύλογη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των τριών (3) μηνών, με σκοπό να ληφθεί η απόφαση της τροποποίησης του καταστατικού και ενδεχομένως να υποβληθεί στην αρμόδια Αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 4. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί για ένα (1) ακόμη μήνα. Για το διάστημα που μεσολαβεί το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα.

3. Η δικαστική απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα της εταιρίας αντιτάσσεται προς τους τρίτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7β. Τριτανακοπή μπορεί να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την υποβολή της απόφασης στη δημοσιότητα που προβλέπει η περίπτ. β της παρ. 1 του άρθρου 7β.

4. Η ακυρότητα αυτή καθαυτή δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των υποχρεώσεων ή των απαιτήσεων της εταιρείας, χωρίς να βλάπτονται τα αποτελέσματα της κατάστασης εκκαθάρισής της.

5. Οι μέτοχοι της άκυρης εταιρίας υποχρεούνται να καταβάλλουν το κεφάλαιο που ανέλαβαν και δεν έχουν ακόμη καταβάλει, στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση του σκοπού της εκκαθάρισης.

6. Η αγωγή για κήρυξη της ακυρότητας ασκείται εντός διετίας από την καταχώριση της εταιρείας στο Μητρώο. Στην περίπτωση β’ της παραγράφου 1, η άσκηση της αγωγής δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό.

 


Αρθρο 5.

Αρθρο 5. – Κείμενο νόμου


1. Η ανώνυμος εταιρεία λαμβάνει την επωνυμίαν αυτής εκ του είδους της επιχειρήσεως, ην ασκεί.

2. Εν τη επωνυμία δύναται, πλην των ανωτέρω, να περιέχηται και το ονοματεπώνυμον ιδρυτού τινός ή άλλου φυσικού προσώπου, είτε η επωνυμία εμπορικής τινός εταιρείας.

3. Εν τη επωνυμία δέον πάντως να περιέχωνται αι λέξεις “Ανώνυμος Εταιρεία”.

4. Σε περίπτωση που ο σκοπός της εταιρείας εκτείνεται σε πολλά αντικείμενα, η επωνυμία μπορεί να λαμβάνεται από τα κυριότερα από αυτά.

5. Η τυχόν διεύρυνση του σκοπού δεν συνεπάγεται αναγκαίως και τη μεταβολή της εταιρικής επωνυμίας, με την οποία η εταιρεία είναι ήδη γνωστή στις συναλλαγές.

6. Για τις διεθνείς συναλλαγές της εταιρείας η επωνυμία μπορεί να εκφράζεται και σε ξένη γλώσσα σε πιστή μετάφραση ή με λατινικά στοιχεία.

 


Αρθρο 6.

Αρθρο 6. – Κείμενο νόμου


Ως έδρα της εταιρείας δέον να ορίζηται εις δήμος ή μία κοινότης της Ελληνικής Επικρατείας.

 


Αρθρο 7

Αρθρο 7. – Κείμενο νόμου


1. Εταιρείαι ασκούσαι την μεν επιχείρησιν αυτών κυρίως εν χώρα προσαρτηθείση τη Ελληνική Επικρατεία, έχουσαι δε την έδραν της διοικήσεως αυτών εν πόλει παραμενούση τη Επικρατεία, εις ην ανήκε μέχρι της προσαρτήσεως ο τόπος της ασκήσεως της επιχειρήσεως αυτών, δεν δύνανται ν’ ασκήσωσι την επιχείρησιν αυτών εν τη ημεδαπή, εφ’ όσον δεν μετατραπώσιν εις Ελληνικάς ανωνύμους εταιρείας.

2. Η μετατροπή γίνεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, δημοσιευομένης δια του Δελτίου Ανωνύμων Εταιρειών, εκδιδομένης τη αιτήσει μετόχων εκπροσωπούντων πλέον των 3/5 του μετοχικού κεφαλαίου, υποχρεουμένης της εταιρείας δια συγκαλουμένης εν Ελλάδι συνελεύσεως, είτε υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, είτε υπό των ως άνω μετοχών, να προσαρμόση το καταστατικόν αυτής, προς τας διατάξεις του νόμου εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως της μετατροπής.

 


Αρθρο 7α. Πράξεις και στοιχεία που υποβάλλονται σε δημοσιότητα

Αρθρο 7α. Πράξεις και στοιχεία που υποβάλλονται σε δημοσιότητα – Κείμενο νόμου


1. Πράξεις και στοιχεία ημεδαπών Ανωνύμων Εταιριών.
Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία:
α. Οι ιδρυτικές πράξεις των ανωνύμων εταιρειών και το καταστατικό, με την εγκριτική απόφαση της Διοίκησης, όπου απαιτείται.
β. Οι αποφάσεις για τροποποίηση του καταστατικού, με την εγκριτική απόφαση της Διοίκησης, όπου απαιτείται, καθώς και ολόκληρο το νέο κείμενο του καταστατικού μαζί με τις γενόμενες τροποποιήσεις.
γ. Ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση με τα στοιχεία ταυτότητας των προσώπων που:
– ασκούν τη διαχείριση της εταιρείας,
– έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα,
– είναι αρμόδια να ασκούν τον τακτικό της έλεγχο.
δ. ……………………………………………..
ε. Κάθε απόφαση για αύξηση ή μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Στην απόφαση για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου πρέπει να αναγράφεται το νέο κεφάλαιο, ο αριθμός και το είδος των μετοχών που εκδίδονται, η ονομαστική τους αξία και γενικά οι όροι έκδοσής τους, καθώς και ο συνολικός αριθμός των μετοχών της εταιρείας.
στ. Το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου με το οποίο πιστοποιείται η καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου, είτε κατά τη σύσταση της εταιρείας, είτε μετά από κάθε αύξησή του.
ζ. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, αρχικές και τροποποιημένες από τη Γενική Συνέλευση (ισολογισμός, αποτελέσματα χρήσεως, πίνακας διαθέσεως αποτελεσμάτων και προσάρτημα) και οι σχετικές εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Ελεγκτών της εταιρείας.
Ο ισολογισμός πρέπει να περιέχει τα ατομικά στοιχεία των προσώπων που, κατά νόμο, τον πιστοποιούν.
η. Οι μηνιαίες λογιστικές καταστάσεις των Τραπεζών, των υποκαταστημάτων των αλλοδαπών Τραπεζών, καθώς και η λογιστική κατάσταση του άρθρου 46.
θ. Η λύση της εταιρείας.
ι. Η δικαστική απόφαση παντός βαθμού, που κηρύσσει άκυρη την εταιρεία ή σε κατάσταση πτώχευσης, καθώς και οι δικαστικές αποφάσεις παντός βαθμού που αναγνωρίζουν ως άκυρες ή ακυρώνουν αποφάσεις γενικών συνελεύσεων.
Σε δημοσιότητα υποβάλλονται και οι δικαστικές αποφάσεις που ανατρέπουν τις παραπάνω αποφάσεις.
ια. Ο διορισμός και η αντικατάσταση των εκκαθαριστών, με τα στοιχεία της ταυτότητάς τους.
ιβ. Οι ισολογισμοί της εκκαθάρισης, καθώς και ο τελικός της ισολογισμός.
ιγ. Η διαγραφή της εταιρείας από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών.
ιδ. Κάθε πράξη ή στοιχείο του οποίου η δημοσιότητα επιβάλλεται από άλλες διατάξεις.

2. Πράξεις και στοιχεία υποκαταστημάτων εταιρειών άλλων Κρατών Μελών. Οι πράξεις και τα στοιχεία που αφορούν στα υποκαταστήματα, τα οποία έχουν ιδρύσει στην Ελλάδα εταιρείες, που διέπονται από το δίκαιο άλλου κράτους-μέλους της Κοινότητας και στις οποίες εφαρμόζεται η οδηγία 68/151/ΕΟΚ, δημοσιεύονται κατά το άρθρο 7β του παρόντος νόμου, που εφαρμόζεται αναλόγως.
Η υποχρέωση δημοσιότητας, που αναφέρεται παραπάνω, αφορά μόνο στις ακόλουθες πράξεις και στοιχεία:
α) Την ιδρυτική πράξη και το καταστατικό, εάν αυτό αποτελεί αντικείμενο χωριστής πράξης, καθώς και των τροποποιήσεων των εγγράφων,
β) τη βεβαίωση του Μητρώου, στο οποίο έχει καταχωρηθεί η εταιρεία,
γ) την ταχυδρομική ή άλλη διεύθυνση του υποκαταστήματος,
δ) την αναφορά του αντικειμένου των εργασιών του υποκαταστήματος,
ε) το μητρώο, στο οποίο τηρείται για την εταιρεία φάκελλος, με μνεία και του αριθμού εγγραφής της σ’ αυτό,
στ) την επωνυμία και τη μορφή της εταιρείας, καθώς και την επωνυμία του υποκαταστήματος, εάν δεν είναι η ίδια με την επωνυμία της εταιρείας.
ζ) Το διορισμό, τη λήξη των καθηκόντων, καθώς και τα ατομικά στοιχεία ταυτότητος των προσώπων, που έχουν την εξουσία να δεσμεύουν


Εγκύκλιος Ο.Α.Ε.Ε. αρ. 16/10.6.2014

Επιλογή ασφαλιστικού φορέα μεταξύ ΟΑΕΕ και ΙΚΑ-ΕΤΑΜ νέων ασφαλισμένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4254/2014

 

Αθήνα, 10/6/2014
Αρ. Πρωτ.: ΔΙΑΣΦ/Φ14/5/825151

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝ. ΑΣΦ/ΣΗΣ και ΠΡΟΝΟΙΑΣ
Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών ΟΑΕΕ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΑΣΦ/ΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Ταχ. Δ/νση : ΣΑΤΩΒΡΙΑΝΔΟΥ 18
10432 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες : Όλγα Σταυροπούλου
Τηλέφωνο : 210 5285567
fax : 210 5229840
e-mail : [email protected]

 

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 16

ΘΕΜΑ: “Επιλογή ασφαλιστικού φορέα μεταξύ ΟΑΕΕ και ΙΚΑ-ΕΤΑΜ νέων ασφαλισμένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4254/2014”.

ΣΧΕΤ: Έγγραφα Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας αρ. Φ. 10035/10108/481/15-5-2014 και Φ.80000/ΟΙΚ.10454/500/28-5-2014

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις της περ. 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.1 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (ΦΕΚ 85/7-4-2014), με τις οποίες συμπληρώθηκαν οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 2084/1992, όπως ίσχυαν, που αφορούν την υποχρεωτική ασφάλιση σε ένα φορέα των “νέων” ασφαλισμένων και σας γνωρίζουμε τα εξής για την ενιαία και άμεση εφαρμογή τους.

1. Οι διατάξεις του ν. 4254/2014 ρυθμίζουν την υποχρεωτική ασφάλιση στον ΟΑΕΕ ή στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ των νεοασφαλισμένων από 1-1-93 και εφεξής, οι οποίοι σε περίπτωση πολυαπασχόλησης υπάγονται στην ασφάλιση και των δύο φορέων. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν και εφαρμόζονται από 7-4-2014 και εφεξής σύμφωνα με τα πιο πάνω σχετικά έγγραφα του Υπουργείου.

Θέματα εσωτερικής διαδικασίας μεταξύ του ΟΑΕΕ και του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ θα ρυθμιστούν με Υπουργική Απόφαση που θα εκδοθεί εντός τριμήνου από την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος νόμου.

Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις περί επιλογής φορέα δεν εφαρμόζονται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, οι οποίοι αμείβονται μέσω εργοσήμου (άρθρο 21 παρ.6 ν.3863/2010 όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 74 ν.4144/2013).

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν.2084/1992, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με τις διατάξεις της περ. 2 της υποπαραγράφου ΙΑ. 1 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 οι νέοι ασφαλισμένοι υπάγονται υποχρεωτικά μόνο σε ένα φορέα κύριας ασφάλισης, ένα φορέα επικουρικής ασφάλισης, ένα φορέα ασθενείας και ένα φορέα πρόνοιας, τον οποίο επιλέγουν εντός 6μήνου από την ανάληψη της δεύτερης απασχόλησης – μισθωτής ή αυτοαπασχόλησης ή την απόκτηση της ιδιότητας.

Ειδικά οι “νέοι” ασφαλισμένοι, για τους οποίους προκύπτει υποχρεωτική ασφάλιση στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και στον ΟΑΕΕ έχουν δικαίωμα επιλογής ασφαλιστικού φορέα, εφόσον συμπληρώνουν είκοσι πέντε (25) ημέρες ασφάλισης ανά μήνα στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ για όλο το χρονικό διάστημα της παράλληλης απασχόλησής τους.

Εάν κατά τη διάρκεια της παράλληλης απασχόλησης ο χρόνος ασφάλισής τους στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ υπολείπεται των είκοσι πέντε (25) ημερών ασφάλισης ανά μήνα, τα πρόσωπα αυτά υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ για το σύνολο του χρόνου της παράλληλης απασχόλησης.

Διευκρινίζεται ότι: Για τον πρώτο μήνα της πρόσληψης (εφόσον η πρόσληψη ενεργείται μετά την 1η του μήνα), ο απαιτούμενος αριθμός των ΗΑ προκύπτει ως εξής: Ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία πρόσληψης μέχρι τη λήξη του μήνα (έκαστος μήνας θεωρείται ότι έχει 30ημέρες), δια 1,2.

Παράδειγμα

Πρόσληψη ως μισθωτός 25-6-2014 Απαιτούμενος αριθμός ΗΑ για τον 6/2014: 6/1,2 =5

Για τον τελευταίο μήνα της παράλληλης απασχόλησης (εφόσον η λήξη της ασφαλιστέας στο ΙΚΑ απασχόλησης λόγω απόλυσης, καταγγελίας κλπ επέρχεται πριν το τέλος του μήνα), ο απαιτούμενος αριθμός των ΗΑ προκύπτει ως εξής: Ημερολογιακές ημέρες από την αρχή του μήνα μέχρι την απόλυση, καταγγελία κλπ, διά 1,2.

Παράδειγμα

Λήξη παράλληλης απασχόλησης 12-11-2014 Απαιτούμενος αριθμός ΗΑ για τον 11/2014: 12/1,2 = 10.

Σε κάθε περίπτωση εάν το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι δεκαδικός αριθμός γίνεται στρογγυλοποίηση στον μικρότερο ή μεγαλύτερο ακέραιο ανάλογα εάν τα δεκαδικά ψηφία είναι μικρότερα ή μεγαλύτερα του 0,5.

2.1. Οι έχοντες κατά ανωτέρω δικαίωμα επιλογής μεταξύ ΟΑΕΕ και ΙΚΑ – ΕΤΑΜ επιλέγουν με δήλωσή τους τον ασφαλιστικό οργανισμό της επιλογής τους, την οποία υποβάλλουν κάθε φορά στους παραπάνω φορείς και τον οικείο εργοδότη εντός έξι (6) μηνών από το χρονικό σημείο κατά το οποίο δημιουργείται η υποχρέωση ασφάλισης στο δεύτερο φορέα. Η δήλωση αυτή για όσο χρόνο διαρκεί η παράλληλη απασχόληση είναι δεσμευτική και δεν μπορεί να γίνει μεταβολή στον αρχικά επιλεγμένο ως υποχρεωτικό φορέα ασφάλισης.

Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης εντός της παραπάνω προθεσμίας, η υποχρεωτική ασφάλιση χωρεί στο φορέα που υπάγεται η κατά πρώτον αναληφθείσα μισθωτή απασχόληση ή αυτοαπασχόληση και εάν προηγείται η ανάληψη της μισθωτής απασχόλησης καθίσταται υποχρεωτικός φορέας ασφάλισης το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, εφόσον κάθε μήνα της παράλληλης απασχόλησης ο πολυαπασχολούμενος συμπληρώνει 25 ΗΑ στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ. Εάν δεν συμπληρώνει 25ΗΑ ανά μήνα καθίσταται υποχρεωτική η ασφάλιση του στον ΟΑΕΕ για όλο το χρονικό διάστημα της παράλληλης δραστηριότητάς του.

2.2. Εάν ο πολυαπασχολούμενος επιλέξει ως υποχρεωτικό φορέα ασφάλισης το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, και αλλάξει εργοδότη, δηλαδή εάν απολυθεί από την επιχείρηση που απασχολείται και προσληφθεί από άλλη επιχείρηση, εφόσον μεσολαβεί κενό χρονικό διάστημα, από την απόλυση και μέχρι την επαναπρόσληψη, ενός ή περισσοτέρων μηνών, ακόμη και κενό διάστημα ημερών στον ίδιο μήνα υποβάλλει δήλωση επιλογής φορέα εκ νέου εντός εξαμήνου.

2.3. Ο πολυαπασχολούμενος, ο οποίος θα επιλέξει ως υποχρεωτικό φορέα ασφάλισης το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ συνεχίζει να εξαιρείται από την ασφάλιση του ΟΑΕΕ και για το χρονικό διάστημα που απουσιάζει από τη μισθωτή εργασία του με επιδότηση λόγω ασθενείας ή τακτική ανεργία ή λόγω άδειας κυήσεως, λοχείας ή γονική άδεια ανατροφής τέκνων ή λόγω εκπαιδευτικής άδειας άνευ αποδοχών, εφόσον συμπληρώνει 25 ΗΑ ανά μήνα καθόλη τη διάρκεια των περιόδων αυτών.

Το ίδιο ισχύει και για την περίοδο που ο πολυαπασχολούμενος τελεί σε επίσχεση εργασίας εφόσον συμπληρώνει 25 ΗΑ ανά μήνα.

2.4. Οι έχοντες δικαίωμα επιλογής ασφαλιστικού φορέα κατά τα ανωτέρω ασφαλίζονται στους φορείς ασθένειας, επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας που αντιστοιχούν στο συνταξιοδοτικό φορέα κύριας ασφάλισης της επιλογής τους.

2.5. Εάν το ασφαλιστικό καθεστώς επιλογής δεν περιλαμβάνει όλους τους κλάδους ασφάλισης, οι οποίοι υφίστανται στο ασφαλιστικό καθεστώς στο οποίο μπορούσαν να υπαχθούν λόγω της μισθωτής απασχόλησης ή της αυτοαπασχόλησης, τότε τα πρόσωπα αυτά ως προς τους ελλείποντες κλάδους, ασφαλίζονται υποχρεωτικά στους αντίστοιχους κλάδους του ασφαλιστικού καθεστώτος στο οποίο μπορούσαν να υπαχθούν λόγω μισθωτής απασχόλησης ή αυτοαπασχόλησης.

2.6. Ο αυτοαπασχολούμενος, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις επιλογής ασφαλιστικού φορέα μεταξύ ΟΑΕΕ και ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και επιλέγει ως φορέα υποχρεωτικής του ασφάλισης το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ δύναται να ασφαλιστεί προαιρετικά και στον ΟΑΕΕ εντός 6ήνου από την ανάληψη της δεύτερης απασχόλησης (μισθωτής ή αυτοαπασχόλησης) και στην περίπτωσή του έχουν εφαρμογή οι καταστατικές διατάξεις του άρθρου 3 του π.δ 258/2005.

3. Πρόσωπα που εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ ή του ΟΑΕΕ με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 2084/1992, όπως αυτές ίσχυσαν μέχρι τη συμπλήρωσή τους από τις διατάξεις του ν.4254/2014 έως 6-4-2014 επανεξετάζονται με τις προϋποθέσεις του ν. 4254/2014 (25 ΗΑ για κάθε μήνα της παράλληλης απασχόλησης) μετά τη λήξη της χορηγηθείσας εξαίρεσης τους.

4. Εκκρεμείς την 7-4-2014 (ημερομηνία δημοσίευσης του ν.4254/2014) αιτήσεις και ενστάσεις ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών οργάνων που κρίνονται μετά την ημερομηνία αυτή αντιμετωπίζονται με τις προϋποθέσεις του ν. 4254/2014 (25 ΗΑ για κάθε μήνα της παράλληλης απασχόλησης).

5. Η εξαίρεση από την ασφάλιση του ΟΑΕΕ αρχίζει από τον πρώτο μήνα της παράλληλης απασχόλησης, διαρκεί για όσο διάστημα ασκούνται παράλληλα οι δύο δραστηριότητες και λήγει όταν παύσει η δραστηριότητα για την οποία ασφαλίστηκε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

Για τον έλεγχο της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων η χορηγούμενη κάθε φορά εξαίρεση (αρχική και συνέχιση αυτής) είναι εξάμηνης διάρκειας.

Στην περίπτωση των συμβασιούχων που από τη σύμβαση προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον ΟΑΕΕ μικρότερης της εξάμηνης διάρκειας, η χορηγούμενη εξαίρεσή τους θα διαρκεί έως την ημερομηνία που λήγει η σύμβαση έργου.

Η αίτηση του ενδιαφερομένου για συνέχιση της ήδη χορηγηθείσας εξαίρεσής του δεν επέχει θέση νέας δήλωσης επιλογής.

Παραδείγματα:

Α. Περιπτώσεις, που για πρώτη φορά προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον ΟΑΕΕ και στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ για χρονικό διάστημα παράλληλης απασχόλησης από 7-4-2014 (ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4254/2014) και εφεξής.

■ Έναρξη στη Δ.Ο.Υ. ασφαλιστέας στον ΟΑΕΕ δραστηριότητας
15-5-2014

■ Πρόσληψη ως μισθωτός
26-5-2014

■ Δήλωση επιλογής του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ ως φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης
26-8-2014

Χορήγηση εξαίρεσης για το χρονικό διάστημα
5/2014-10/2014

■ Αίτημα συνέχισης της εξαίρεσης
5-11-2014

Έλεγχος προϋποθέσεων χρονικού διαστήματος 5/2014-10/2014 μετά τη λήξη του 6μήνου – Διαπιστώνεται ότι τον 5/2014 έχει 4 ΗΑ αφού η πρόσληψή του ενεργήθηκε 26-5-2014 και ότι για κάθε μήνα από τον 6/2014 έως και τον 10/2014 έχει 25 Η.Α. στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ. Η εξαίρεσή του συνεχίζεται για ένα εξάμηνο 11/2014 – 4/2015.

– Εάν τον 8/2014 συμπληρώνει 20 ΗΑ τότε επαναφέρεται στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ από τον 5/2014 και μέχρι τη λήξη της παράλληλης απασχόλησης.

■ Πρόσληψη ως μισθωτός
15-5-2014

■ Έναρξη στη Δ.Ο.Υ. ασφαλιστέας στον ΟΑΕΕ δραστηριότητας
26-7-2014

■ Δήλωση επιλογής του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ ως φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης μετά την πάροδο του 6/μήνου (ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗ)
26-5-2015

Στην περίπτωση αυτή α’ φορέας ασφάλισης είναι το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ.

– Η ασφάλιση στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ καθίσταται υποχρεωτική εφόσον συμπληρώνει 4ΗΑ τον 7/2014 και 25 ΗΑ ανά μήνα για κάθε επόμενο μήνα της παράλληλης απασχόλησης. Εάν πληροί την προϋπόθεση αυτή θα του χορηγηθεί εξαίρεση για τα χρονικά διαστήματα, 7/2014-12/2014 και 1/2015-6/2015. Για κάθε συνέχιση της εξαίρεσής του θα πρέπει να πληρούται η προϋπόθεση της συμπλήρωσης των 25ΗΑ ανά μήνα.

– Εάν για κάποιο μήνα της παράλληλης απασχόλησής του δεν συμπληρώνει 25 ΗΑ υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ από την έναρξη της παράλληλης δραστηριότητας (7/2014) και μέχρι τη λήξη αυτής.

■ Έναρξη στη Δ.Ο.Υ. ασφαλιστέας στον ΟΑΕΕ δραστηριότητας
12-2-2014

■ Πρόσληψη ως μισθωτός
25-2-2014

■ Δήλωση επιλογής του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ ως φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης
26-5-2014

Με τις προϋποθέσεις του ν. 4254/2014 θα εξεταστεί το χρονικό διάστημα της παράλληλης απασχόλησης από τον 4/2014 και εφεξής. Για το προγενέστερο χρονικό διάστημα (2-3/2014) θα εφαρμοστούν οι οδηγίες που δόθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 2084/1992 όπως ίσχυαν μέχρι τη συμπλήρωσή τους με το ν. 4254/2014.

Β. Αιτήματα συνέχισης της εξαίρεσης από την υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ για το μετέπειτα της πρώτης εξαίρεσης διάστημα. (Η πρώτη εξαίρεση αφορούσε χρονικό διάστημα παράλληλης απασχόλησης από 7-4-2014 και εφεξής και η συνέχιση της εξαίρεσης αφορά το μετέπειτα αυτού χρονικό διάστημα παράλληλης απασχόλησης).

■ Έναρξη στη Δ.Ο.Υ. ασφαλιστέας στον ΟΑΕΕ δραστηριότητας
15-5-2014

■ Πρόσληψη ως μισθωτός
26-5-2014

■ Δήλωση επιλογής φορέα ως φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης
25-8-2014

■ Πρώτη εξαίρεση από την ασφάλιση του ΟΑΕΕ για ένα εξάμηνο
5/2014 – 10/2014

■ Αίτημα συνέχισης της εξαίρεσης
5-11-2014

Έλεγχος προϋποθέσεων χρονικού διαστήματος 5/2014-10/2014 μετά τη λήξη του 6μήνου. – Διαπιστώνεται ότι τον 5/2014 έχει 4 ΗΑ και ότι για κάθε μήνα από τον 6/2014 έως και τον 10/2014 έχει 25 Η.Α. στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ. Η εξαίρεσή του συνεχίζεται για ένα εξάμηνο 11/2014 – 4/2015.

■ Αίτημα συνέχισης της εξαίρεσης
5-5-2015

Έλεγχος προϋποθέσεων χρονικού διαστήματος 11/2014 – 4/2015 μετά τη λήξη του 6μήνου. – Στην περίπτωση που τον 12/2014 συμπλήρωσε 22 ΗΑ και τους λοιπούς μήνες είχε 25 ΗΑ ανά μήνα επαναφέρεται στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ από τον 5/2014 μέχρι τη λήξη της παράλληλης απασχόλησης. Αντίθετα, εάν συμπληρώνει για κάθε μήνα 25 ΗΑ η εξαίρεσή του συνεχίζεται για ένα 6μηνο.

Γ. Αιτήματα συνέχισης της εξαίρεσης από την υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ για χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της ήδη χορηγηθείσας εξαίρεσης. (Η εξαίρεση χορηγήθηκε προ της 7-4-2014 με το καθεστώς του άρθρου 39 του ν. 2084/1992, όπως ίσχυε πριν τη συμπλήρωσή του με το ν. 4254/2014).

■ Έναρξη στη Δ.Ο.Υ. ασφαλιστέας στον ΟΑΕΕ δραστηριότητας
15-7-2013

■ Πρόσληψη ως μισθωτός
25-7-2013

■ Χορηγηθείσα εξαίρεση για χρονικό διάστημα
7/2013-7/2014

■ Αίτημα συνέχισης της εξαίρεσης
10-8-2014

Διαπιστώνεται ότι για το χρονικό διάστημα 7/2013-7/2014 πληροί τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οδηγίες που δόθηκαν για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 39 του ν. 2084/1992 όπως ίσχυαν μέχρι τη συμπλήρωσή τους με το ν. 4254/2014.

Η εξαίρεση συνεχίζεται για ένα εξάμηνο (8/2014 – 1/2015).

■ Αίτημα συνέχισης της εξαίρεσης
15-5-2015

Έλεγχος προϋποθέσεων για χρονικό διάστημα 8/2014 – 1/2015 με τις προϋποθέσεις του ν. 4254/2014. Η εξαίρεση συνεχίζεται για ένα εξάμηνο (1/2015 -6/2015) εφόσον για κάθε μήνα από τον 8/2014 έως και τον 1/2015 έχει 25 Η.Α. στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ. Εάν τον 12/2014 έχει 22 Η.Α. επαναφέρεται στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ από τον 8/2014 (μετά τη λήξη της χορηγηθείσας εξαίρεσης) και μέχρι τη λήξη της παράλληλης απασχόλησής του.

Δ. Εκκρεμή στις υπηρεσίες του ΟΑΕΕ στις 7-4-2014, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4254/2014, αιτήματα εξαίρεσης από την υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ (αρχικής ή κατά παράταση), ήτοι υποβληθέντα μέχρι 6-4-2014, για τα οποία μέχρι την 6-4-2014 δεν είχαν εκδοθεί αποφάσεις εξαίρεσης.

■ Έναρξη στη Δ.Ο.Υ. ασφαλιστέας στον ΟΑΕΕ δραστηριότητας
15-2-2014

■ Πρόσληψη ως μισθωτός
25-2-2014

■ Δήλωση επιλογής του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ ως φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης
15-3-2014

Το αίτημα στις 7-4-2014, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4254/2014 εκκρεμούσε στο περιφερειακό τμήμα του ΟΑΕΕ και ως εκ τούτου θα κριθεί με τις προϋποθέσεις του ν. 4254/2014, δηλαδή θα χορηγηθεί εξαίρεση από την ασφάλιση του ΟΑΕΕ για ένα εξάμηνο (2/2014-7/2014).

Μετά τη λήξη της εξαίρεσης θα ελεγχθεί το χρονικό διάστημα αυτής (2/2014-7/2014).

Εφόσον τον 2/2014 έχει 5 ΗΑ και τους μήνες 3/2014 – 7/2014 συμπληρώνονται 25 ΗΑ ανά μήνα συνεχίζεται η εξαίρεση για το επόμενο εξάμηνο.

Εάν τον 3/2014 έχει 15 ΗΑ το πρόσωπο αυτό επαναφέρεται στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ από τον 2/2014 και μέχρι τη λήξη της παράλληλης απασχόλησης.

■ Χορηγηθείσα πρώτη εξαίρεση για χρονικό διάστημα
1/2012-1/2013

■ Συνέχιση εξαίρεσης για χρονικό διάστημα
2/2013-2/2014

■ Υποβολή αιτήματος συνέχισης της εξαίρεσης στις 15-3-2014.

Το αίτημα στις 7-4-2014, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4254/2014 εκκρεμούσε στο περιφερειακό τμήμα του ΟΑΕΕ και ως εκ τούτου θα κριθεί με τις προϋποθέσεις του ν. 4254/2014, δηλαδή:

Το χρονικό διάστημα της ήδη χορηγηθείσας συνέχισης της εξαίρεσης 2/2013-2/2014 θα εξεταστεί σύμφωνα με τις οδηγίες που δόθηκαν για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 39 του ν. 2084/1992 όπως ίσχυαν μέχρι τη συμπλήρωσή τους με το ν. 4254/2014.

Για το εκκρεμές στις 7/4/2014 αίτημα της συνέχισης της εξαίρεσης από 3/2014, θα χορηγηθεί εξαίρεση από την ασφάλιση του ΟΑΕΕ για ένα εξάμηνο (3/2014-8/2014).

Μετά τη λήξη της εξαίρεσης θα ελεγχθεί το χρονικό διάστημα αυτής (3/2014-8/2014).

Εφόσον συμπληρώνονται 25 ΗΑ ανά μήνα θα χορηγηθεί παράταση για το επόμενο εξάμηνο.

Εάν τον 3ο/2014 συμπληρώνονται 20 ΗΑ και για τους λοιπούς μήνες (4/2014-8/2014) 25 ΗΑ ανά μήνα, το πρόσωπο αυτό υπάγεται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ από τον 3/2014 και μέχρι τη λήξη της παράλληλης απασχόλησης.

Ε. Εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του ν.4254/2014 (7-4-2014) ενστάσεις ασφαλισμένων κατά απορριπτικών αποφάσεων εξαίρεσής τους από την ασφάλιση του Οργανισμού.

Απόφαση του περ/κού τμήματος με την οποία απορρίφθηκε αίτημα συνέχισης εξαίρεσης από την ασφάλιση του ΟΑΕΕ για χρονικό διάστημα 2/2012-2/2013.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενδιαφερόμενος άσκησε ένσταση ενώπιον της ΤΔΕ στις 16-3-2014 και κατά τη δημοσίευση του ν. 4254/2014 (7-4-2014) δεν είχε εκδοθεί απόφαση της ΤΔΕ επί της ένστασης.

Η ένσταση αυτή θα κριθεί με τις προϋποθέσεις του προαναφερθέντος νόμου ήτοι για το χρονικό διάστημα 2/2012-2/2013 εξετάζονται για κάθε μήνα η συμπλήρωση ή μη των 25 ΗΑ.

6.1. ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ

Με την αίτηση εξαίρεσης συνυποβάλλονται:

• Βεβαίωση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ από την οποία να προκύπτει ο χαρακτηρισμός του προσώπου ως νέου ασφαλισμένου και η ημερομηνία ασφάλισης σ’ αυτό (άρθρου 39 ν. 2084/1992).

• Βεβαίωση του εργοδότη από την οποία να προκύπτει η ιδιότητα του προσώπου ως μισθωτού και η χρονική διάρκεια της απασχόλησής του.

• Ένσημα ΙΚΑ – ΕΤΑΜ για το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει μέχρι την υποβολή της αίτησης εξαίρεσης, εφόσον έχουν οριστικοποιηθεί οι εισφορές.

Για τους μήνες που δεν έχουν οριστικοποιηθεί οι εισφορές και δεν εμφανίζεται ο αριθμός ενσήμων συνυποβάλλονται Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις εφόσον έχουν υποβληθεί.

• Υπεύθυνη δήλωση ν. 1599/86 στην οποία θα δηλώνει ότι:

– Επιλέγει ως φορέα υποχρεωτικής του ασφάλισης το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ.

– Η ασφάλισή του στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ δεν θα υπολείπεται των 25 ημερών ασφάλισης ανά μήνα για το σύνολο του χρόνου της παράλληλης απασχόλησής του.

– Ενημερώθηκε ότι υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ στην περίπτωση που η ασφάλισή του στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ υπολείπεται των 25 ημερών ασφάλισης ανά μήνα για το σύνολο του χρόνου της παράλληλης απασχόλησής του.

– Κατά το χρόνο της παράλληλης απασχόλησής του ασφαλίζεται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και δεν αμείβεται με εργόσημο.

– Είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στον ΟΑΕΕ τυχόν διακοπή της ασφάλισής του στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ καθώς και κάθε απόλυση και επαναπρόσληψη στον ίδιο ή άλλο εργοδότη.

– Δεσμεύεται να προσκομίσει τα ένσημα του για τους μήνες με την οριστικοποίησή τους
(εφόσον απαιτείται).

• Σε περίπτωση επίσχεσης εργασίας, βεβαίωση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ από την οποία να προκύπτουν οι ημέρες ασφάλισης του προσώπου σε αυτό ανά μήνα για το χρονικό διάστημα της επίσχεσης.

• Τα προβλεπόμενα από τον Κανονισμό Ασφαλιστικής Λειτουργίας του ΟΑΕΕ δικαιολογητικά που αφορούν την ασφαλιστέα δραστηριότητα.

6.2. ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ

Με την αίτηση συνέχισης της εξαίρεσης συνυποβάλλονται:

• Ένσημα ΙΚΑ – ΕΤΑΜ για το χρονικό διάστημα της ήδη χορηγηθείσας εξαίρεσης. Για τους μήνες που δεν έχουν οριστικοποιηθεί οι εισφορές και δεν εμφανίζεται ο αριθμός ενσήμων συνυποβάλλονται ΑΠΔ, εφόσον έχουν υποβληθεί.

• Βεβαίωση του εργοδότη από την οποία να προκύπτει η ιδιότητα του προσώπου ως μισθωτού και η χρονική διάρκεια της απασχόλησής του.

• Υπεύθυνη δήλωση ν. 1599/86 στην οποία θα δηλώνει ότι:

– Η ασφάλισή του στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ δεν θα υπολείπεται των 25 ημερών ασφάλισης ανά μήνα για το σύνολο του χρόνου της παράλληλης απασχόλησής του.

– Ενημερώθηκε ότι υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ στην περίπτωση που η ασφάλισή του στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ υπολείπεται των 25 ημερών ασφάλισης ανά μήνα για το σύνολο του χρόνου της παράλληλης απασχόλησής του.

– Κατά το χρόνο της παράλληλης απασχόλησής του ασφαλίζεται στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ και δεν αμείβεται με εργόσημο.

– Είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στον ΟΑΕΕ τυχόν διακοπή της ασφάλισής του στο ΙΚΑ- ΕΤΑΜ καθώς και κάθε απόλυση και επαναπρόσληψη στον ίδιο ή άλλο εργοδότη.

– Δεσμεύεται να προσκομίσει τα ένσημα του για τους μήνες με την οριστικοποίησή τους (εφόσον απαιτείται).

• Σε περίπτωση επίσχεσης εργασίας, βεβαίωση του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ από την οποία να προκύπτουν οι ημέρες ασφάλισης του προσώπου σε αυτό ανά μήνα για το χρονικό διάστημα της επίσχεσης.

7. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ

► Οι εξαιρέσεις λόγω επιλογής του ΙΚΑ – ΕΤΑΜ ως φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης καταχωρούνται στο Π/Σ με τον κωδικό 46.

► Στις αποφάσεις εξαίρεσης (αρχικής και κατά παράταση) καθώς και στις αποφάσεις επαναφοράς στην ασφάλιση, οι οποίες κοινοποιούνται στα πρόσωπα που αφορούν, αναφέρεται ρητά ότι αυτές δεν επέχουν θέση βεβαίωσης ασφαλιστικής
ενημερότητας ή βεβαίωσης για οποιαδήποτε μεταβολή της δραστηριότητας για χρήση στη Δ.Ο.Υ.

Α. Νέοι ασφαλισμένοι που πληρούν τις προϋποθέσεις εξαίρεσης από την ημερομηνία έναρξης της ασφαλιστέας στον ΟΑΕΕ δραστηριότητας:

ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

• Συντάσσεται ΔΕΛΤΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ, στο οποίο συμπληρώνονται αρχικά τα ατομικά στοιχεία του εξαιρούμενου προσώπου και τα στοιχεία της ατομικής επιχείρησής του και χορηγείται προσωρινή βεβαίωση προεγγραφής για χρήση στη Δ.Ο.Υ. χωρίς να εισπράττεται η εφάπαξ εισφορά εγγραφής.

► Μετά την προσκόμιση της βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ περί έναρξης εργασιών της επιχείρησης

• Εκδίδονται πράξη εγγραφής και απόφαση εξαίρεσης, η οποία κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο.

• Συμπληρώνονται τα πεδία του Δελτίου Στοιχείων Ασφαλισμένου: «Στοιχεία Απόδειξης Εγγραφής» με τη φράση «ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΙΚΑ» “Είδος” εγγραφής με την ένδειξη 1 «αυτεπάγγελτη» «Διακοπή» με την ημερομηνία έναρξης της εξαίρεσης “Αιτία” με τον Κωδικό 46 “Επανεγγραφή” με την ημερομηνία λήξης της εξαίρεσης

• Καταχωρείται το Δελτίο Στοιχείων Ασφαλισμένου στο Π/Σ και χορηγείται αυτόματα το ΕΑΜ του εξαιρουμένου προσώπου.

• Δημιουργείται ατομικός φάκελος στον οποίο τίθενται τα στοιχεία του εξαιρουμένου προσώπου στο εξώφυλλο του οποίου αναφέρεται η απόφαση εξαίρεσης και η διάρκειά της.

Για τα μέλη εταιριών, στα οποία δεν χορηγείται προσωρινή βεβαίωση προεγγραφής, συμπληρώνεται από την αρχή το απογραφικό δελτίο του ασφαλισμένου σύμφωνα με τα ανωτέρω και εκδίδεται απόφαση εξαίρεσης που κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο.

ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ

• Συντάσσεται Δελτίο Μεταβολών Ασφαλισμένου και εκδίδεται απόφαση συνέχισης της εξαίρεσης που κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο.

• Καταχωρείται το Δελτίο Μεταβολών Ασφαλισμένου στο Π/Σ.

• Αρχειοθετούνται τα στοιχεία στον ατομικό φάκελο του εξαιρούμενου και αναγράφεται στο εξώφυλλό του η απόφαση συνέχισης της εξαίρεσης και η διάρκειά της.

Β. Νέοι ασφαλισμένοι που εξαιρέθηκαν από την ασφάλιση του ΟΑΕΕ και πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στην ασφάλιση (Επαναφορά στην ασφάλιση)

• Συντάσσεται Δελτίο Μεταβολών Ασφαλισμένου με τις μεταβολές του πεδίου “Είδος εγγραφής” σε εκούσια και των πεδίων “Διακοπή” και “Επανεγγραφή”

• Εισπράττεται η εφάπαξ εισφορά εγγραφής

• Εκδίδεται απόφαση επαναφοράς στην ασφάλιση που κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο.

• Καταχωρείται το Δελτίο Μεταβολών Ασφαλισμένου στο Π/Σ.

• Αρχειοθετούνται τα στοιχεία στον ατομικό φάκελο του ασφαλισμένου και αναγράφεται στο εξώφυλλό του η απόφαση επαναφοράς και η ημερομηνία έναρξης της ασφάλισης.

Γ. Νέοι ασφαλισμένοι που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ και πληρούν τις προϋποθέσεις εξαίρεσής τους

Συντάσσεται Δελτίο Μεταβολών Ασφαλισμένου με τις μεταβολές στα πεδία “Διακοπή” και “Επανεγγραφή” και εκδίδεται απόφαση εξαίρεσης που κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο.

• Καταχωρείται το Δελτίο Μεταβολών Ασφαλισμένου στο Π/Σ.

• Αρχειοθετούνται τα στοιχεία στον ατομικό φάκελο του ασφαλισμένου – εξαιρούμενου και αναγράφεται στο εξώφυλλό του η απόφαση της εξαίρεσης και η διάρκειά της.

Όμοια διαδικασία ακολουθείται και σε κάθε επόμενη συνέχιση της εξαίρεσής του.

Στην περίπτωση που ενεργηθεί διακοπή της ασφαλιστέας δραστηριότητας πριν τη λήξη της χορηγηθείσας εξαίρεσης εκδίδεται απόφαση διαγραφής και συντάσσεται Δελτίο Μεταβολής Ασφαλισμένου με την μεταβολή του κωδικού 46 σε 60 στο πεδίο “Αιτία” και τις
μεταβολές στα πεδία “διαγραφή” και “επανεγγραφή”, το οποίο καταχωρείται στο Π/Σ.

8. ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Α. Οι προϊστάμενοι των περ/κών τμημάτων ΟΑΕΕ υποχρεούνται άμεσα:

► Να εξετάσουν ή να επανεξετάσουν άμεσα σύμφωνα με τις οδηγίες της παρούσης:

• Αιτήματα πρώτης εξαίρεσης ή συνέχισης της εξαίρεσης που υποβλήθηκαν από 7-4-2014 και εφεξής, τα οποία είτε εκκρεμούν στην υπηρεσία τους είτε έχουν ήδη διεκπεραιωθεί.

• Τα εκκρεμή στην υπηρεσία τους στις 7-4-2014, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4254/2014, αιτήματα εξαίρεσης από την υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ (αρχικής ή κατά παράταση), ήτοι τα αιτήματα υποβληθέντα μέχρι 6-4-2014, τα οποία μέχρι την 7-4-2014 δεν είχαν διεκπεραιωθεί ή διεκπεραιώθηκαν μετέπειτα.

► Να αποστείλουν στις οικείες ΤΔΕ:

– εκκρεμείς στην υπηρεσία τους ενστάσεις στις 7-4-2014 κατά απορριπτικών αποφάσεων για κρίση με τις διατάξεις του ν.4254/2014

– ενστάσεις που υποβλήθηκαν από 7-4-2014 και εφεξής κατά απορριπτικών αποφάσεων που εκδόθηκαν έως 6-4-2014 για κρίση σύμφωνα με τα προϊσχύοντα.

Β. Οι προϊστάμενοι των περ/κών Δ/νσεων ΟΑΕΕ παρακαλούνται:

Να υποβάλλουν συμπληρωματική εισήγηση, σύμφωνη με τις διατάξεις του ν.4254/2014 για κάθε εκκρεμή στις 7-4-2014 στην οικεία ΤΔΕ ένσταση κατά απόφασης περ/κού τμήματος, απορριπτικής αιτήματος από την ασφάλιση του ΟΑΕΕ και στην περίπτωση που αυτές εκδικάστηκαν, να τις επαναεισαγάγουν για νέα κρίση σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις.

9. Η παρούσα εγκύκλιος έχει εφαρμογή μόνο στους νεοασφαλισμένους, για τους οποίους προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον ΟΑΕΕ και στο ΙΚΑ – ΕΤΑΜ λόγω παράλληλης απασχόλησής τους.

Για τους λοιπούς νεοασφαλισμένους για τους οποίους προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον ΟΑΕΕ και σε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης (π.χ ΕΤΑΑ) εξακολουθούν να ισχύουν οι εγκύκλιοι με τις οποίες παρέχονται οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της επιλογής φορέα ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 2084/1992 όπως ισχύει.

Της παρούσης να λάβει γνώση ενυπόγραφα το προσωπικό της μονάδας σας.
Η ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΟΑΕΕ
ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΩΤΙΔΟΥ

Ακριβές Αντίγραφο
Η ΠΡ/ΝΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΟΛΓΑ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Πηγή:TaxHeaven


Μείωση εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του Ν.4254/2014

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Αθήνα 11 / 6 /2014
ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Αρ. Πρωτ.: Ε00/2
ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΑΡ.:45
ΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΑΣΦ/ΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ – ΕΣΟΔΩΝ
ΤΜΗΜΑΤΑ: ΓΕΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ & ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΙΚΟΔ/ΚΩΝ ΕΡΓΩΝ

 

ΘΕΜΑ:

 

Μείωση εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του Ν.4254/2014.

 

Σχετ.: Η υπ΄αριθμ. Φ80000/οικ.8063/586/2-5-2014 ερμηνευτική εγκύκλιος της ΓΓΚΑ.

 

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΑ.3 παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του Ν.4254/2014 (ΦΕΚ 85/7-4-2014 τ. Α΄) «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν.4046/2012 και άλλες διατάξεις » με τις οποίες προβλέπεται μείωση, από 1/7/2014 και εφεξής, των εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών ( μη μισθολογικό κόστος) που καταβάλουν οι επιχειρήσεις και οι Οργανισμοί για το προσωπικό που απασχολούν, με σκοπό την προώθηση και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Οικονομίας, και σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την εφαρμογή τους:

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ

 

1. Στην υποπαράγραφο ΙΑ.3 περ.1Α του άρθρου πρώτου του Ν.4254/2014 ορίζεται ότι : « Από 1/7/2014 καταργούνται:

α)Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της περίπτωσης α΄ της παρ.1 του άρθρου 3 του ν.δ. 3868/1958( ΑΊ78) εργοδοτική εισφορά 1%.

β)Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν.δ.3868/1958( Α΄178) εργατική εισφορά 1%.

γ) Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.2054/1952 (Α΄96) ειδική εισφορά 1% για την επιδότηση των στρατευμένων μισθωτών , όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν. 2336/1995 (Α΄189) »

Διευκρινίζουμε ότι, οι ανωτέρω αναφερθείσες περιπτώσεις α΄ και β΄ αφορούν στην κατάργηση της εισφοράς 1% που κατέβαλε ο εργοδότης και ο ασφαλισμένος αντίστοιχα, υπέρ του Διανεμητικού Λογαριασμού Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών (ΔΛΟΕΜ), ενώ η περίπτωση γ΄ αφορά στην ειδική εισφορά 1% που κατέβαλε ο εργοδότης υπέρ Στράτευσης για την επιδότηση των στρατευμένων μισθωτών.

Επίσης, από την ίδια ως άνω ημερομηνία προβλέπεται η κατάργηση των άρθρων 1,2 και 3 παρ.1 περίπτωση γ και παράγραφοι 2 και 3, των άρθρων 4 έως και 11 , του άρθρου 13 του ν.δ. 3868/1958 (Α΄ 178), καθώς και των κανονιστικών πράξεων που εκδόθηκαν κατ΄ εξουσιοδότηση των άρθρων αυτών, οι οποίες αφορούν στη σύσταση του Διανεμητικού Λογαριασμού Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών και ρυθμίζουν θέματα σχετικά με τη λειτουργία του.

Σημειώνεται ότι , με την κατάργηση των ανωτέρω εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών καταργούνται και οι αντίστοιχες παροχές που καλύπτονταν από τους ανωτέρω πόρους. Ειδικά για το έτος 2014 καταβάλλεται το ήμισυ του προβλεπόμενου από το ν.δ.3868/1958 (Α΄ 178) ποσού οικογενειακών επιδομάτων.

 

2. Στην υποπαράγραφο ΙΑ3 περ.Β ορίζεται ότι : « Από 1/7/2014 οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του Ν.2434/1996(Α΄188) πόροι του ΛΑΕΚ ,σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του ν.2224/1994(Α΄112), οι οποίοι αποτελούν πόρους του Ενιαίου Λογαριασμού για την Εφαρμογή Κοινωνικών Πολιτικών (ΕΛΕΚΠ) σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 34 του ν.4144/2013 (Α΄88) διαμορφώνονται από ποσοστό 0,81% σε ποσοστό 0,46% ως εξής:

α) Εργοδοτική εισφορά 0,24% υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού Προγραμμάτων Επαγγελματικής Κατάρτισης και Εκπαίδευσης Ε.Λ.Π.Ε.Κ.Ε.) ,σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν.2224/1994 (Α΄122) .

β) Εργοδοτική εισφορά 0,12% υπέρ του Ειδικού Κοινού Λογαριασμού Ανεργίας (Ε.Κ.Λ.Α.) σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν.2224/1994 (Α΄122) .

γ) Εισφορά εργαζομένου 0,10% υπέρ του Ειδικού Κοινού Λογαριασμού Ανεργίας (Ε.Κ.Λ.Α.) σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν.2224/1994 (Α΄122) .

Οι ανωτέρω ασφαλιστικές εισφορές , ασφαλισμένου και εργοδότη, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.2 του ν.2434/1996 (ΦΕΚ 188,Α΄) πόρους του Λογαριασμού για την Απασχόληση και την Επαγγελματική Κατάρτιση (ΛΑΕΚ) , ο οποίος με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 34 του ν.4144/2013 ( ΦΕΚ 88, Α΄) ενοποιήθηκε με το Λογαριασμό Κοινωνικής Πολιτικής και δημιουργήθηκε ο Ενιαίος Λογαριασμός για την Εφαρμογή Κοινωνικών Πολιτικών (ΕΛΕΚΠ).

 

3. Στην υποπαράγραφο ΙΑ3 περ. Γ ορίζεται ότι : « Από 1/7/2014 η εισφορά εργοδότη του άρθρου 25 παρ. 1 του α.ν.1846/51 (Α΄179) , όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ.465/1970 (Α΄ 57), υπέρ του κλάδου παροχών ασθένειας και μητρότητας σε χρήμα , σε βάρος του εργοδότη καθορίζεται σε ποσοστό 0,25%».

Συνεπώς, από 1/7/2014 και εφεξής, το ποσοστό της εισφοράς που καταβάλει ο εργοδότης υπέρ του κλάδου παροχών ασθένειας και μητρότητας σε χρήμα μειώνεται από 0,80% σε 0,25%.

Για διευκόλυνσή σας , επισυνάπτουμε πίνακες με τα βασικά ποσοστά ασφάλισης , όπως διαμορφώνονται με τις παραπάνω μειώσεις εισφορών.

Ευνόητο δε είναι ότι, οι Κωδικοί Πακέτων Κάλυψης (Κ.Π.Κ.) παραμένουν ως έχουν.

Τα νέα ποσοστά εισφορών Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. κατά Κλάδο Ασφάλισης, όπως παρουσιάζονται στους συνημμένους πίνακες θα χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των εισφορών περιόδων ασφάλισης από 1/7/2014 και εφεξής .

Με ευθύνη των Δ/ντών των Υποκ/των να αναρτηθούν οι συνημμένοι Πίνακες σε ευδιάκριτους χώρους του Υποκ/τος προς ενημέρωση των ενδιαφερομένων.

 

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

Η ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ & ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΓΔΟΝΤΑΚΗ


ΠΟΛ.1122/28.04.2014

Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 41, 43, 61, της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 4 του άρθρου 62 , της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 7 του άρθρου 64, του άρθρου 67Α καθώς και του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, όπως αυτές ισχύουν ύστερα από την τροποποίηση τους με τον ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α’ 85) σχετικά με τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας από φυσικά πρόσωπα.

Αθήνα, 28 Απριλίου 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
ΤΜΗΜΑ Α’

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Τ. Κ.: 101 84 Αθήνα
Πληροφορίες:
Τηλέφωνο: 210 3375315-7
FAX: 210 3375001

ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΝ

 

Σας κοινοποιούμε τις ανωτέρω διατάξεις σχετικά με τη φορολόγηση της υπεραξίας που προκύπτει από μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας από φυσικά πρόσωπα.

 

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 4172/2013, επιβάλλεται φόρος υπεραξίας 15% σε φυσικό πρόσωπο που μεταβιβάζει από 1.1.2014 με επαχθή αιτία ακίνητη περιουσία. Στην έννοια της ακίνητης περιουσίας περιλαμβάνεται το ακίνητο ή το ιδανικό μερίδιο αυτού, το εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου ή ιδανικό μερίδιο αυτού, καθώς και οι συμμετοχές οι οποίες έλκουν άνω του 50% της αξίας τους άμεσα ή έμμεσα από ακίνητη περιουσία.

Κριτήριο για την επιβολή του φόρου υπεραξίας είναι το εισόδημα που προκύπτει από την υπεραξία της μεταβίβασης της ακίνητης περιουσίας να μην συνιστά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 4172/2013.

Συγκεκριμένα, η παράγραφος 3 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013 ορίζει ότι επιχειρηματική συναλλαγή θεωρείται κάθε μεμονωμένη ή συμπτωματική πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων. Σε περίπτωση συναλλαγών που αφορούν ακίνητα, η περίοδος του προηγούμενου εδαφίου είναι δύο (2) έτη. Κατά την έννοια των παραπάνω, δεν προκύπτει φόρος υπεραξίας εάν η μεταβίβαση διενεργείται από εργολάβους οικοδομών, από άτομα που διενεργούν συστηματικά πωλήσεις ακινήτων (μέσα στη διάρκεια δύο ετών τρεις και άνω πωλήσεις) ή ακόμα και σε περίπτωση διενέργειας μεμονωμένης ή συμπτωματικής πράξης που αποβλέπει στην επίτευξη κέρδους, οπότε το εισόδημα που προκύπτει συνιστά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Τα παραπάνω προκύπτουν αποκλειστικά και μόνο από υπεύθυνη δήλωση του πωλητή, η οποία ενσωματώνεται στο κείμενο του συμβολαίου.

Στην έννοια του εισοδήματος από υπεραξία εμπίπτει και η αγοραία αξία του κτίσματος που έχει ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου με δαπάνες του μισθωτή και περιέρχεται στην κατοχή του τρίτου (εκμισθωτή) με τη λήξη ή διακοπή της μισθωτικής σχέσης (παρ. 2 του άρθρου 41). Στην έννοια της ανέγερσης εμπίπτουν και οι επεκτάσεις ακινήτων κατόπιν έκδοσης άδειας ανέγερσης. Επίσης, ως μεταβίβαση, για την επιβολή του φόρου υπεραξίας, νοείται και η εισφορά ακίνητης περιουσίας για την κάλυψη ή την αύξηση κεφαλαίου νομικού προσώπου ή οντότητας (σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν)

 

2. Έννοια της κτήσης με οποιαδήποτε αιτία.

Για την επιβολή του φόρου υπεραξίας δεν ενδιαφέρει ο τρόπος απόκτησης της ακίνητης περιουσίας, δηλαδή αν η ακίνητη περιουσία ή τα ιδανικά μερίδια αυτής ή το εμπράγματο δικαίωμα επί ακίνητης περιουσίας ή το ιδανικό μερίδιο αυτού κλπ αποκτήθηκε με επαχθή αιτία (με αντάλλαγμα), αν ανεγέρθηκε, αν αποκτήθηκε με χαριστική αιτία (δωρεά, γονική παροχή) ή με οποιαδήποτε άλλη αιτία (π.χ. κληρονομιά, χρησικτησία κ.λ.π.), αλλά αρκεί η απόκτησή του με οποιαδήποτε αιτία, μετά την 1.1.1995. Σε περίπτωση κατά την οποία η μεταβίβαση αφορά δικαίωμα το οποίο αποκτήθηκε μέχρι και την 31n Δεκεμβρίου 1994, η υπεραξία θεωρείται μηδενική.
Λοιπές περιπτώσεις κτήσης

Παραθέτουμε περιπτώσεις που εμπίπτουν στην έννοια της κτήσης ακινήτων:

α) Η περίπτωση ακύρωσης συμβολαίου απόκτησης ακινήτου με οποιαδήποτε αιτία, ναι μεν εξομοιώνεται με την εξυπαρχής άκυρη δικαιοπραξία, πλην όμως για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, θεωρείται ότι συντρέχει (πλασματικά) νέα κτήση από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης.

Σε περίπτωση ακυρότητας του συμβολαίου, η ακυρότητα ισχύει αναδρομικά (ex tunc), δηλαδή η μεταβίβαση θεωρείται ως μη γενόμενη.

β) Η ματαίωση της μεταβίβασης ακινήτου λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης δεδομένου ότι- συνεπεία της πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης- ανατρέπονται τα αποτελέσματα της μεταβιβαστικής σύμβασης και το ακίνητο επανέρχεται στον αρχικό πωλητή.

Αντίθετα, η ματαίωση της μεταβίβασης λόγω μη πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης δε θεωρείται κτήση, διότι η μη πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης συνεπάγεται τη μη επέλευση των αποτελεσμάτων της σύμβασης μεταβίβασης.

γ) Η διανομή ακινήτων, η σύσταση (ή τροποποίηση) οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, η συνένωση ακινήτων με ανταλλαγή, με την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αυτές συνεπάγονται μεταβίβαση ποσοστού εμπράγματου δικαιώματος. Δεν θεωρούνται κτήσεις οι πράξεις διανομής, σύστασης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, συνένωσης ακινήτων με ανταλλαγή, οι οποίες δεν επιφέρουν καμίας μορφής μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος (π.χ. σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας επί οικοπέδου χωρίς να μεταβάλλονται τα ποσοστά συνιδιοκτησίας, ή συνένωση και κατάτμηση ακινήτων που ανήκουν στον ίδιο ιδιοκτήτη ή στους ίδιους ιδιοκτήτες χωρίς να συντελείται μεταβίβαση).

 

3. Έννοια μεταβίβασης με επαχθή αιτία

Ως μεταβίβαση με επαχθή αιτία νοείται η μεταβίβαση του ακινήτου με αντάλλαγμα, (πώληση ή ανταλλαγή ακινήτου). Στην παράγραφο 6 του άρθρου 41 του ν. 4172/2013 ορίζονται ρητά οι περιπτώσεις που εμπίπτουν στην έννοια του όρου μεταβίβαση νια την εφαρμογή του άρθρου 41:

α) η μεταβίβαση της πλήρους ή ψιλής κυριότητας, συμπεριλαμβανομένης της πραγματικής δουλείας, ανεξάρτητα αν πρόκειται για μεταβίβαση υπό αναβλητική ή διαλυτική αίρεση ή με τον όρο της εξώνησης.

β) η σύσταση επικαρπίας, οίκησης ή άλλης δουλείας.

γ) η παραίτηση από την κυριότητα ακινήτου ή από εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου. Η παραίτηση μπορεί να αφορά την πλήρη κυριότητα σε ακίνητο ή το ιδανικό μερίδιο (σε περίπτωση συγκυριότητας) ή την ψιλή κυριότητα ή την επικαρπία ή περιορισμένη προσωπική δουλεία ή πραγματική δουλεία, όταν γίνεται με αντάλλαγμα.

δ) η μεταβίβαση του τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης,

ε) η μεταγραφή δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 949 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, λόγω μη εκτέλεσης προσυμφώνου μεταβίβασης ή η απόκτηση οποιουδήποτε δικαιώματος των περιπτώσεων α’, β’ ,δ’ της παραγράφου 6 του άρθρου 41 του ν. 4172/2013 με αυτοσύμβαση.

στ) η εκποίηση ακινήτου συνεπεία εκούσιου πλειστηριασμού (άρθρο 1021 ΚΠολΔ).

 

4. Πράξεις που δεν θεωρούνται μεταβιβάσεις

Με την παράγραφο 7 ορίζεται ποιες περιπτώσεις δεν θεωρούνται μεταβιβάσεις ακίνητης περιουσίας νια την εφαρμογή του άρθρου 41:

α) Η μεταγραφή τελεσίδικης δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα κυριότητας επί ακινήτου στον εντολέα λόγω υπερβάσεως της εντολής από τον εντολοδόχο.

β) Η μεταγραφή δικαστικής απόφασης με την οποία ακυρώνεται λόγω εικονικότητας σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου.

γ) Η επικύρωση ανώμαλων δικαιοπραξιών, οι οποίες έχουν ήδη συμπεριληφθεί στις φορολογητέες μεταβιβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 41.

δ) Η αυτούσια διανομή ή συνένωση ακινήτων ή πράξη σύστασης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, εφόσον δεν μεταβάλλονται τα ποσοστά συνιδιοκτησίας ανά συνιδιοκτήτη. Στην περίπτωση αυτή δε θεωρείται ότι υπάρχει μεταβίβαση ακόμα και όταν συντρέχει διαφορά μεταξύ φυσικής και ιδανικής μερίδας.

ε) η ανταλλαγή ποσοστών ακίνητης περιουσίας επί κτηθέντων λόγω κληρονομικής διαδοχής ή γονικής παροχής ή από συζύγους κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης.

Διευκρινίζεται επίσης ότι για την εφαρμογή του άρθρου 41 δεν αποτελούν μεταβιβαστικές πράξεις οι τροποποιήσεις πράξεων σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ή κάθετης ιδιοκτησίας, για τις οποίες καταβάλλεται φόρος μεταβίβασης (π.χ. προσάρτηση τμήματος κλιμακοστασίου σε διαμέρισμα), χωρίς όμως να μεταβάλλονται τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά των συνιδιοκτητών. Ανάλογα ισχύουν και στην περίπτωση διόρθωσης, τροποποίησης ή επανάληψης συμβολαίου, για οποιαδήποτε αιτία, εφόσον η διόρθωση, τροποποίηση ή επανάληψη δεν συνεπάγεται τη μεταβολή οποιουδήποτε προσδιοριστικού της υπεραξίας στοιχείου (τίμημα, χρόνος και αξία κτήσης).

Είναι προφανές ότι στις περιπτώσεις διορθώσεων συμβολαίων που αφορούν προσδιοριστικά της υπεραξίας στοιχεία εφόσον αυτά αφορούν ήδη γενόμενες μέχρι την 31.12.2013 μεταβιβάσεις, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολή φόρου υπεραξίας.

Ειδικά για οριστικά συμβόλαια που καταρτίζονται, σε εκτέλεση προσυμφώνων που έχουν υπογραφεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2013, εντός δύο ετών από την κατάρτιση των προσυμφώνων και ο οικείος φόρος μεταβίβασης υπολογίζεται με βάση τους συντελεστές που ίσχυαν κατά το χρόνο σύνταξης των προσυμφώνων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 άρθρου 3 του ν. 1587/1950, γίνεται δεκτό ότι δεν υπάγονται σε φόρο υπεραξίας. Ομοίως, για λόγους χρηστής διοίκησης θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπάγονται στο φόρο υπεραξίας τα οριστικά συμβόλαια που συντάσσονται σε εκτέλεση υπογραφέντων μέχρι την ως άνω ημερομηνία προσυμφώνων πέραν της διετίας εφόσον από τα οικεία προσύμφωνα και μόνο προκύπτει ότι το τίμημα έχει εξολοκλήρου καταβληθεί, έχει γίνει παράδοση της νομής και έχει χορηγηθεί στον αγοραστή το δικαίωμα της αυτοσύμβασης, ήδη κατά το χρόνο του προσυμφώνου. Αυτονόητα, όλες οι λοιπές περιπτώσεις προσυμφώνων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του φόρου υπεραξίας.

Τέλος επισημαίνεται ότι δεν θεωρείται μεταβίβαση η αναφερόμενη στο άρθρο 2 του ν. 1587/1950 πλασματική μεταβίβαση των εξ αδιαιρέτου ποσοστών επί του οικοπέδου από τους οικοπεδούχους προς τον εργολάβο/εργολήπτρια εταιρεία καθώς και η μεταβίβαση οριζόντιων ιδιοκτησιών από τους οικοπεδούχους προς τον εργολάβο/εργολήπτρια εταιρεία ή τρίτους εφόσον οι μεταβιβάσεις αυτές αφορούν εργολαβικό αντάλλαγμα και γίνονται σε εκτέλεση εργολαβικού συμβολαίου (προσυμφώνου).

 

5. Φορολογητέα αξία

Ως υπεραξία νοείται η διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης ή της αξίας του ανταλλάγματος που καταβάλλεται. Η υπεραξία αυτή λαμβάνεται απομειούμενη με την εφαρμογή των συντελεστών απομείωσης ανάλογα με τα έτη διακράτησης του ακινήτου, όπως ορίζει η παράγραφος 5 του άρθρου 41. Στην περίπτωση ακινήτου που έχει αποκτηθεί από 1ης Ιανουαρίου 1995 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2002, ο συντελεστής απομείωσης πολλαπλασιάζεται με το συντελεστή 0,8. Προκειμένου να διαπιστωθεί ο αριθμός των ετών που μεσολάβησαν μεταξύ κτήσης και πώλησης, ώστε να εφαρμοστεί ο ανάλογος συντελεστής, λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα μεταξύ της ακριβούς ημερομηνίας κατάρτισης της δικαιοπραξίας κτήσης του ακινήτου και της ακριβούς ημερομηνίας υπογραφής του συμβολαίου πώλησης ή ανταλλαγής. Εάν, ο χρόνος διακράτησης είναι ένα έτος και ένας μήνας, εφαρμόζεται ο συντελεστής απομείωσης των δύο ετών. Η μεταγραφή, αν και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της εμπράγματης δικαιοπραξίας, δεν επιδρά στη γένεση της φορολογικής υποχρέωσης, η οποία συνδέεται με την κατάρτιση του οικείου συμβολαίου. Εξάλλου, από το νόμο (παρ. 4 άρθρο 62 ν. 4172/2013) προβλέπεται ότι το φυσικό πρόσωπο που αποκτά υπεραξία από τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας καταβάλλει στο συμβολαιογράφο κατά την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης το ποσό του φόρου που αντιστοιχεί στην υπεραξία.

Η Τιμή κτήσης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 41 του ν. 4172/2013 προσδιορίζεται ως εξής:

α) στην περίπτωση κτήσης λόγω μεταβίβασης με επαχθή αιτία, είναι το τίμημα ή η αξία του ανταλλάγματος, όπως προκύπτει από το οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν μεταγενέστερο- μετά την πώληση-ως προς το τίμημα συμβόλαιο, με το οποίο διορθώνεται αυτό, αφού αυτό δεν συνιστά συμβόλαιο μεταβίβασης, ακόμη και αν καταβλήθηκε η διαφορά του οικείου φόρου μεταβίβασης.

β) στην περίπτωση κτήσης λόγω κληρονομικής διαδοχής ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία, είναι η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής ή χορηγήθηκε απαλλαγή από αυτόν, όπως η αξία αυτή προκύπτει από το οικείο συμβόλαιο ή οποιοδήποτε άλλο δημόσιο έγγραφο (υποβληθείσα δήλωση, οικεία έκθεση φορολογικού ελέγχου ή πράξη προσδιορισμού του αντίστοιχου φόρου).

Είναι αυτονόητο, στις παραπάνω περιπτώσεις, ότι, στην περίπτωση της κτήσης λόγω μεταβίβασης από επαχθή αιτία, αφού εκ της φύσεως της δικαιοπραξίας υπάρχει δηλωθέν από τους συμβαλλόμενους τίμημα, αυτό και μόνο θα λαμβάνεται υπόψη (ανεξαρτήτως προσδιορισθείσας φορολογητέας αξίας), στην περίπτωση της ανταλλαγής θα λαμβάνεται υπόψη η προσδιορισθείσα από τους συμβαλλόμενους αξία του ανταλλάγματος και, εφόσον αυτή δεν υφίσταται, η φορολογητέα αξία.

Στην περίπτωση της κτήσης από χαριστική αιτία, θα λαμβάνεται υπόψη η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο οικείος φόρος, δωρεάς ή γονικής παροχής, όπως η αξία αυτή προκύπτει από το οικείο συμβόλαιο(αρχικό ή διορθωτικό του αντίστοιχα) ή την οικεία πράξη προσδιορισμού του αντίστοιχου φόρου δωρεάς ή γονικής παροχής η οποία έχει αποδεδειγμένα οριστικοποιηθεί λόγω αποδοχής της με διοικητικό συμβιβασμό, κατόπιν έκδοσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης ή λόγω παρόδου του χρόνου άσκησης προσφυγής), εφόσον αυτά προσκομίζονται σε θεωρημένα αντίγραφα. Στην περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, θα λαμβάνεται υπόψη η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο οικείος φόρος κληρονομιάς, όπως η αξία αυτή προκύπτει από την οικεία δήλωση φόρου κληρονομιάς, σε θεωρημένο αντίγραφο, (αρχική, τροποποιητική, διορθωτική συμπληρωματική) εκτός εάν προσκομίζεται σε θεωρημένο αντίγραφο η οικεία πράξη προσδιορισμού του αντίστοιχου φόρου κληρονομιάς η οποία έχει αποδεδειγμένα οριστικοποιηθεί λόγω αποδοχής της, λόγω διοικητικού συμβιβασμού ή κατόπιν έκδοσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης).

γ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ήτοι στις περιπτώσεις που δεν μπορεί να προσδιοριστεί ή δεν υφίσταται τιμή κτήσης, η τιμή κτήσης υπολογίζεται ως εξής: Τιμή κτήσης ίσον τιμή μεταβίβασης επί τον Δείκτη Τιμών Κατοικιών (ΔΤΚατ) του έτους κτήσης δια του ΔΤΚατ του προηγούμενου της μεταβίβασης έτους. Ως ΔΤΚατ νοείται ο μέσος Δείκτης Τιμών Κατοικιών Αστικών Περιοχών της περιόδου Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου κάθε έτους, όπως ανακοινώνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Αν κατά το χρόνο της μεταβίβασης δεν έχει δημοσιευθεί μέσος ΔΤΚατ, λαμβάνεται υπ’ όψιν ο σχετικός δείκτης του αμέσως προηγούμενου έτους.

Ο ΔΤΚατ ανακοινώνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος και είναι ο πλέον κατάλληλος δείκτης για την αναγωγή της τιμής ενός ακινήτου στο έτος κτήσης του, αφού απεικονίζει το μέσο ετήσιο επίπεδο των τιμών των κατοικιών για τα έτη μετά το 1994 και αποτελεί την καλύτερη προσέγγιση (proxy) για το επίπεδο τιμών των ακινήτων, δεδομένου ότι ο σχετικός τύπος εκτίμησης της αξίας κτήσης ενός ακινήτου χρησιμοποιεί την μεταβολή του μέσου επιπέδου τιμών και ότι οι μεταβολές του επιπέδου τιμών των κατοικιών συμβαδίζουν με τις μεταβολές του επιπέδου των τιμών των κτιρίων, εν γένει, αλλά και της γης, αξία της οποίας ενσωματώνουν. Ο ως άνω Δείκτης επίσης, είναι ο πλέον κατάλληλος και σε σχέση με άλλους Δείκτες ( π.χ. τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, ο οποίος απεικονίζει μόνο το επίπεδο τιμών καταναλωτικών αγαθών ή τον Δείκτη Τιμών Ενοικίων, που μόνο έμμεσα και όχι με την ίδια ακρίβεια, καταγράφει την αξία των ακινήτων). Ο Δείκτης Τιμών Κατοικιών ενσωματώνει, επίσης, συγκεκριμένα πλεονεκτήματα, όπως το ότι η κατάρτισή του γίνεται από επίσημο φορέα, το ότι εφαρμόζεται σύγχρονη μεθοδολογία, το ότι υπάρχει έγκαιρη και τακτική δημοσιοποίηση με έκδοση Δελτίων Τύπου σε προκαθορισμένες ημερομηνίες με ελάχιστη χρονική υστέρηση, ενώ γίνεται απογραφική καταγραφή με κάλυψη όλης της χώρας και με ενσωμάτωση ποικίλων χαρακτηριστικών της αξίας των ακινήτων. Αν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί με κανένα από του ανωτέρω τρόπους θεωρείται ότι είναι μηδενική.

Με την ανωτέρω περίπτωση προσδιορίζεται η υπεραξία και στις περιπτώσεις μεταβίβασης ακινήτων εφόσον αυτά αποκτήθηκαν τμηματικά και τμήμα/τμήματα αυτών αποκτήθηκαν πριν το έτος 1995.

Τιμή πώλησης σύμφωνα με την ίδια παράγραφο είναι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα κατά το χρόνο της μεταβίβασης (ανεξαρτήτως προσδιορισθείσας φορολογητέας αξίας) ή στην περίπτωση της ανταλλαγής, η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας που αποτελεί το αντάλλαγμα για κάθε συμβαλλόμενο και εφόσον αυτή δεν υφίσταται (λόγω μη εφαρμογής στην οικεία περιφέρεια της αντικειμενικής αξίας), η φορολογητέα αξία.

Οποιαδήποτε δαπάνη που συνδέεται άμεσα με την αγορά ή την πώληση του ακινήτου δεν λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης (ΦΜΑ, συμβολαιογραφικά έξοδα κλπ.) Αυτονόητα, εφόσον δεν λαμβάνονται υπόψη άμεσες δαπάνες, πολλώ μάλλον δεν λαμβάνονται υπόψη και οποιεσδήποτε έμμεσες δαπάνες.

Στην περίπτωση κτίσματος που ανεγέρθηκε με δαπάνες του μισθωτή σε έδαφος κυριότητας τρίτου και περιέρχεται στην κατοχή του τρίτου με τη λήξη ή τη διακοπή της μισθωτικής σχέσης, ως υπεραξία θεωρείται η αντικειμενική αξία του κτίσματος. Ειδικά για μισθωτικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν την εφαρμογή του άρθρου 41 του ν. 4172/2013 όπου εφαρμόζονταν οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2238/1994 και εξακολουθούν να υφίστανται και μετά την 1.1.2014, κατά τη λύση ή διακοπή τους, η υπεραξία που θα προκύψει σύμφωνα με τις νέες διατάξεις λαμβάνεται μειωμένη μετά την αφαίρεση του εισοδήματος από ακίνητο το οποίο αποδεδειγμένα δηλώθηκε από τον εκμισθωτή -τρίτο και φορολογήθηκε κατά την προγενέστερη νομοθεσία. Λόγω της φύσης της συγκεκριμένης έννομης σχέσης και περίπτωσης εφαρμόζεται μόνο η ειδικότερη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 41 του ν. 4172/2013 και όχι οι λοιπές διατάξεις σχετικά με τον υπολογισμό του φόρου.

Παράδειγμα: Έστω ότι έχει συναφθεί το 2000 μίσθωση γηπέδου διάρκειας 20 ετών. Η αξία της οικοδομής που ανεγέρθηκε με δαπάνες του μισθωτή είναι 100.000 ευρώ και διαιρείται με τα έτη της μίσθωσης. Με βάση τα παραπάνω ο εκμισθωτής αποκτά ετήσιο εισόδημα από ακίνητα 5.000 ευρώ το οποίο υποχρεωνόταν να δηλώνει μέχρι και τη χρήση 2013. Το 2020 που λήγει η μίσθωση, η υπεραξία που αποκτά ο εκμισθωτής (η αντικειμενική αξία του κτίσματος) μειώνεται κατά 5.000 * 13 έτη= 65.000 ευρώ, εφόσον για το ποσό αυτό έχει υποβληθεί σχετική φορολογική δήλωση κατά τα αντίστοιχα έτη.

 

6. Χρόνος κτήσης

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 41 ο χρόνος κτήσης είναι ο χρόνος απόκτησης ποσοστού τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος επί της ακίνητης περιουσίας. Με τη διάταξη αυτή προσδιορίζεται ο χρόνος κτήσης του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, δικαιώματος κλπ, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω του ότι υπάρχουν διαφορετικοί-διαδοχικοί χρόνοι κτήσης, δεν δύναται να προσδιοριστεί ακριβές σχετικό χρονικό σημείο, οπότε με βάση τη διάταξη αυτή λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος κατά τον οποίο αποκτήθηκε ποσοστό τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος.

Ως τιμή κτήσης λαμβάνεται το άθροισμα των τιμών ή αξιών των διαδοχικών τίτλων κτήσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι τίτλοι έχουν συνταχθεί μετά την 1.1.1995

Χρόνος κτήσης του ακινήτου που αποκτήθηκε με δικαιοπραξία θεωρείται ο χρόνος σύνταξης του οριστικού συμβολαίου, ανεξάρτητα από τη μεταγραφή της δικαιοπραξίας κτήσης του.

– Στις ακόλουθες περιπτώσεις ο χρόνος κτήσης προσδιορίζεται ως εξής:

α) επί μεταβίβασης κτίσματος που ανεγέρθηκε, με αυτεπιστασία ή με βάση το σύστημα της αντιπαροχής, ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από την ημερομηνία έκδοσης ή δύο (2) ετών από την ημερομηνία (της πρώτης ) ανανέωσης της οικοδομικής άδειας ανέγερσης, εκτός εάν η μεταβίβαση γίνεται εντός των παραπάνω προθεσμιών, οπότε στην περίπτωση αυτή (της μεταβίβασης εντός πενταετίας ή διετίας ) ο χρόνος κτήσης συμπίπτει με εκείνον της μεταβίβασης.

β) επί μεταβίβασης κτίσματος κατόπιν πολεοδομικής τακτοποίησης εξ ολοκλήρου αυθαίρετης κατασκευής, ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος που δηλώνεται ως χρόνος ανέγερσης και πιστοποιείται από το μηχανικό στη σχετική αίτηση τακτοποίησης και αν αυτός δεν προκύπτει, η λήξη των χρονικών περιόδων που ορίζονται στο ν. 4178/2013,

γ) επί μεταβίβασης κτίσματος που ανεγέρθηκε κατόπιν πολεοδομικής τακτοποίησης μερικώς αυθαίρετης κατασκευής, ήτοι στην περίπτωση που είτε επί νόμιμου κτίσματος υφίσταται πολεοδομική υπέρβαση (π.χ. αλλαγή χρήσης ) είτε εντός του αυτού ακινήτου υπάρχει εκτός από νόμιμο κτίσμα και αυθαίρετη κατασκευή, ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος κτήσης του νόμιμου κτίσματος,

δ) επί χρησικτησίας, ως χρόνος κτήσης θεωρείται η αντίστοιχη ημερομηνία του εικοστού πρώτου έτους, πριν από το χρόνο της μεταβίβασης. Ειδικά στην περίπτωση που ο σχετικός χρόνος συμπληρώθηκε πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1994, ως χρόνος κτήσης θεωρείται η 1η Ιανουαρίου 1995 (παρ. 26 άρθρου 72 ν. 4172/2013). Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση κατά την οποία έχει εκδοθεί ή και μεταγραφεί δικαστική απόφαση αναγνωριστική της κυριότητας λόγω χρησικτησίας.

 

7. Για τον καθορισμό της αξίας της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της χρησικτησίας, της προσωπικής δουλείας ή άλλης δουλείας επί του ακινήτου εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 15, 16 και της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια (Ν. 2961/2001).

Κατωτέρω παραθέτουμε τα ποσοστά της αξίας της πλήρους κυριότητας, που έχουν ορισθεί ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή που λαμβάνεται σε ισόβια ή αόριστου χρόνου επικαρπία σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 15 του Ν.2961/2001:

στα 8/10, αν ο επικαρπωτής δεν έχει υπερβεί το 20ό έτος της ηλικίας του,
στα 7/10, αν έχει υπερβεί το 20ό,
στα 6/10, αν έχει υπερβεί το 30ό,
στα 5/10, αν έχει υπερβεί το 40ό,
στα 4/10, αν έχει υπερβεί το 50ό,
στα 3/10, αν έχει υπερβεί το 60ό,
στα 2/10, αν έχει υπερβεί το 70ό και
στο 1/10, αν έχει υπερβεί το 80ό έτος της ηλικίας του.

Σε περίπτωση διάσπασης πλήρους κυριότητας σε επικαρπία και ψιλή κυριότητα (π.χ. μεταβίβαση ψιλής κυριότητας) τόσο ο χρόνος όσο και οι αξίες καθορίζονται κατά το χρόνο διάσπασης. Κριτήριο για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι η ηλικία του επικαρπωτή κατά τον χρόνο της διάσπασης της πλήρους κυριότητας σε ψιλή κυριότητα και επικαρπία αντίστοιχα. Διευκρινίζεται ότι τυχόν μεταβολή της δεκαετίας για τον υπολογισμό της επικαρπίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης με επαχθή αιτία δεν ασκεί επίδραση στην αξία κτήσης.

Παράδειγμα:
Το 1995 ο Α αποκτά πλήρη κυριότητα ακινήτου. Το 2000 μεταβιβάζει την ψιλή κυριότητα (7/10) στο γιο του Β με γονική παροχή παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία (3/10). Το 2014 πωλείται το ακίνητο από τους δύο κατά πλήρη κυριότητα. Υποβάλλονται δύο δηλώσεις μία από τον επικαρπωτή και μία από τον ψιλό κύριο. Χρόνος κτήσης της επικαρπίας και της ψιλής κυριότητας είναι το 2000.

Η τιμή κτήσης της ψιλής κυριότητας προσδιορίζεται σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παρ. 2 του άρθρου 41 και της επικαρπίας κατά την υπόλοιπη αξία κατά τον ίδιο χρόνο (ήτοι κατά τα υπόλοιπα δέκατα), με αναγωγή στην αξία της πλήρους κυριότητας κατά τον χρόνο της διάσπασης της πλήρους κυριότητας σε ψιλή κυριότητα και επικαρπία αντίστοιχα

Σε περίπτωση διάσπασης με την ίδια μεταβιβαστική πράξη από επαχθή αιτία ως χρόνος κτήσης λαμβάνεται ο χρόνος κτήσης βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 41.

Παράδειγμα: Κτήση πλήρους κυριότητας το 2000. Πώληση της ψιλής κυριότητας το 2014 η οποία αντιστοιχεί σε 6/10 της πλήρους κυριότητας. Χρόνος κτήσης της ψιλής κυριότητας είναι το 2000. Η τιμή κτήσης της ψιλής κυριότητας υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια (Ν. 2961/2001), δηλαδή με βάση τα δέκατα της πλήρους κυριότητας σύμφωνα με την ηλικία του νυν επικαρπωτή κατά τον χρόνο κτήσης της πλήρους κυριότητας.

Σε περίπτωση συνένωσης της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, ο χρόνος κτήσης της μεταβιβαζόμενης πλήρους κυριότητας καθορίζεται βάσει της ΠΟΛ.1119/25.4.2014 ΑΥΟ (τουλάχιστον 75% της αξίας της πλήρους κυριότητας) και οι τιμή κτήσης προσδιορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις περιπτώσεις α, β της παρ. 2 του άρθρου 41. Αν δεν ορίζονται, (π.χ. περίπτωση θανάτου επικαρπωτή με ήδη φορολογημένη ψιλή κυριότητα), η αξία κτήσης προσδιορίζεται βάσει της αξίας της ψιλής κυριότητας κατά τον χρόνο απόκτησής της, δηλαδή βάσει του εναπομείνοντος ποσοστού της πλήρους κυριότητας.

Σε περίπτωση διάσπασης της πλήρους κυριότητας σε ψιλή κυριότητα και επικαρπία με την ίδια τη μεταβιβαστική πράξη από επαχθή αιτία, ως χρόνος κτήσης του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος (επικαρπίας, ψιλής κυριότητας) θεωρείται ο αντίστοιχος χρόνος κτήσης της πλήρους κυριότητας.

Παράδειγμα: Κτήση πλήρους κυριότητας το 2000. Πώληση της ψιλής κυριότητας το 2014. Χρόνος κτήσης της ψιλής κυριότητας είναι το 2000. Η τιμή κτήσης της ψιλής κυριότητας υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια (Ν. 2961/2001), δηλαδή με βάση τα δέκατα της πλήρους κυριότητας σύμφωνα με την ηλικία του νυν επικαρπωτή κατά τον χρόνο κτήσης της πλήρους κυριότητας.

 

8. Απαλλασσόμενο ποσό υπεραξίας

Από την υπεραξία που προκύπτει (μετά την εφαρμογή των συντελεστών απομείωσης) αφαιρείται ποσό μέχρι εικοσιπέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ, εφόσον ο φορολογούμενος διακράτησε το μεταβιβαζόμενο ακίνητο για πέντε τουλάχιστον έτη και επιβάλλεται φόρος στο τυχόν υπόλοιπο ποσό.

 

9. Μηδενική υπεραξία

α) Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 41, όταν ο προσδιορισμός της υπεραξίας καταλήγει σε αρνητικό ποσό, η υπεραξία θεωρείται μηδενική,

β) Σύμφωνα με την παράγραφο 26 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, σε περίπτωση κατά την οποία η μεταβίβαση του άρθρου 41 αφορά δικαίωμα το οποίο αποκτήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1994, η υπεραξία θεωρείται μηδενική.

Και στις δύο ως άνω περιπτώσεις, υποβάλλεται δήλωση, στη δε δεύτερη από τα απαιτούμενα στοιχεία για τον υπολογισμό της φορολογητέας αξίας αναφέρεται μόνο το έτος κτήσης.

 

Για την πληρέστερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε παραδείγματα υπολογισμού του φόρου υπεραξίας:

1. Το 2005 έγινε αγορά ενός διαμερίσματος έναντι δηλωθέντος τιμήματος 100.000 ευρώ. Πωλείται το 2014 αντί δηλωθέντος τιμήματος 200.000 ευρώ.
Έτη διακράτησης 9, επομένως συντελεστής απομείωσης 86,1% Υπολογισμός : 200.000-100.000= 100.000 ευρώ * 86,1%= 86.100 Από το ποσό αυτό αφαιρείται το ποσό των 25.000 ευρώ γιατί ο πωλητής διακράτησε το διαμέρισμα για τουλάχιστον 5 έτη, οπότε η προκύπτουσα υπεραξία είναι 86.100- 25.000=61.000 ευρώ. Φόρος: 61.000*15%= 9.150 ευρώ.

2. Διαμέρισμα αγοράστηκε το 1999 έναντι δηλωθέντος τιμήματος σε ευρώ 70.000. Το 2014 πωλείται με δηλωθέν τίμημα 170.000 ευρώ. Έτη διακράτησης 15, ο αρχικός συντελεστής απομείωσης 76,4% πολλαπλασιάζεται με 0,8 (παρ.27 άρθρο 72 ν. 4172/2013), οπότε ο τελικός συντελεστής απομείωσης είναι 61,12%. Υπολογισμός: 170.000-70.000=100.000*61,12%=61.120-25.000=36.120 ευρώ Φόρος: 36.120*15%=5.418 ευρώ.

3. Αγορά ακινήτου το 1994 έναντι δηλωθέντος τιμήματος 30.000 ευρώ. Πωλείται το 2014 έναντι δηλωθέντος τιμήματος 80.000 ευρώ. Η τυχόν προκύπτουσα υπεραξία θεωρείται μηδενική επειδή το ακίνητο αποκτήθηκε πριν την 1.1.1995. Υποβάλλεται μηδενική δήλωση φόρου υπεραξίας.

4. Ακίνητο που ανεγέρθηκε με αυτεπιστασία με οικοδομική άδεια ανέγερσης στις 2/2/1995 πωλείται στις 3/1/2014 έναντι δηλωθέντος τιμήματος 300.000 ευρώ. Έτος κτήσης 2/2/2000. Έτη διακράτησης (13 έτη και 11 μήνες) 14 έτη. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 41 η τιμή κτήσης υπολογίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περίπτωση γ’. Τιμή κτήσης: Τιμή πώλησης * ΔΤΚατ έτους κτήσης (2000) /ΔΤΚατ του 2013. Δηλαδή: 300.000* 137,7/178,2=231.818,2 ευρώ
Υπεραξία: 300.000-231.818,2=68.181,8 ευρώ . Η υπεραξία αυτή απομειούται με την εφαρμογή συντελεστή απομείωσης 77,9% * 0,8= 62,32% και το ποσό που προκύπτει είναι 68.181,8* 62,32%= 42.490,90 ευρώ. Αφαιρείται τέλος, ποσό 25.000 ευρώ και το τελικό ποσό υπεραξίας είναι 17.490,9 ευρώ Φόρος : 17.490,9* 15%= 2.623,64 ευρώ

5. Το έτος 1990 αποκτάται λόγω γονικής παροχής η ψιλή κυριότητα ενός ακινήτου η οποία αντιστοιχούσε σε 8/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας. Το έτος 2000 απεβίωσε ο επικαρπωτής και ο ψιλός κύριος απέκτησε το 100% της πλήρους κυριότητας του ακινήτου την οποία μεταβιβάζει το 2014 έναντι τιμήματος 100.000 ευρώ.
Έτος κτήσης είναι το 1990 γιατί τότε αποκτήθηκε το 75% της αξίας του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος (8/10). Η υπεραξία θεωρείται μηδενική.

6. Η Α αποκτά κατά πλήρη κυριότητα ακίνητο το 2000. Το 2008 η Α μεταβιβάζει με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα στις κόρες της Β και Γ με παρακράτηση της επικαρπίας. Το 2010 η Β’, ιδιοκτήτρια του 50% της ψιλής κυριότητας δωρίζει το ποσοστό της στην αδελφή της Γ’, οπότε η τελευταία αποκτά 100% της ψιλής κυριότητας.
Έτος κτήσης της επικαρπίας για την Α το 2008 και για τη Γ έτος κτήσης της ψιλής κυριότητας (τουλάχιστον 75%) είναι το 2010.
Για τον υπολογισμό της αξίας ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας ισχύουν όσα αναφέρονται στην παράγραφο 7 της παρούσας.

7. Κτήση της πλήρους κυριότητας ακινήτου με επαχθή αιτία το 2010. Πώληση το 2014 του 50% αυτής. Χρόνος κτήσης του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος είναι το
2010. Η τιμή κτήσης είναι το τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο αγοράς μειωμένο κατά 50%.

8. Κτήση αδιαίρετου ποσοστού 50% της πλήρους κυριότητας πριν το 1995 (από οποιαδήποτε αιτία) και του υπολοίπου αδιαίρετου ποσοστού 50% το 2000. Το 2014 πωλείται το 100% της πλήρους κυριότητας. Έτος κτήσης είναι το 2000. Η τιμή κτήσης προσδιορίζεται πλασματικά καθώς ένα ποσοστό της πλήρους κυριότητας είναι εκτός πεδίου εφαρμογής του νόμου.
Σε περίπτωση κτήσης αδιαίρετου ποσοστού 80% πριν το 1995 (από οποιαδήποτε αιτία) και του υπολοίπου 20% το 2000, και πώληση ολοκλήρου το έτος 2014, η υπεραξία θεωρείται μηδενική.

9. Απόκτηση κατά πλήρη κυριότητα γηπέδου ή οικοπέδου συνολικής επιφάνειας 1500 τμ. σε τρεις διαδοχικές φάσεις, δηλαδή απόκτηση των 500 τ.μ. το 1994, 500 τμ το 1998 και τα υπόλοιπα 500 τ.μ. το 2000. Το 2014 πωλείται το σύνολο του ακινήτου κατά πλήρη κυριότητα. Χρόνος κτήσης: το 2000. Η τιμή κτήσης υπολογίζεται με τον πλ