Πρόσθετοι φόροι και προσαυξήσεις λόγω φορολογικής παραβάσεως

Του Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω Γεωργίου Σπ. Ευσταθόπουλου, εξειδικευθέντος στο Φορολογικό Δίκαιο.

Ως γνωστόν, σε περίπτωση διαπίστωσης εκ μέρους της φορολογικής αρχής οιασδήποτε παραβάσεως της κείμενης νομοθεσίας π.χ. στη φορολογία εισοδήματος και Φ.Π.Α., καταλογίζονται σε βάρος του φορολογούμενου όχι μόνο η διαφορά του κύριου φόρου, την καταβολή του οποίου ο φορολογούμενος απέφυγε, αλλά και πρόσθετοι φόροι (φορολογία εισοδήματος) και προσαυξήσεις (φορολογία ΦΠΑ) λόγω ανακρίβειας, υπολογιζόμενοι σε ποσοστό επί του προκύπτοντος κύριου φόρου.
Ειδικά για την περίπτωση της υποβολής ανακριβούς (κατά την κρίση του ελέγχου) φορολογικής δηλώσεως (προ της 31.12.2013), οι πρόσθετοι φόροι ανέρχονται σε ποσοστό 2% επί του προκύπτοντος κύριου φόρου (και σε ποσοστό 3% οι προσαυξήσεις για το ΦΠΑ) για κάθε μήνα καθυστέρησης από το χρόνο που ο φορολογούμενος όφειλε να καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο, και κατ΄ανώτατο όριο σε ποσοστό 120%.
Για παράδειγμα, φορολογούμενος που υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τη χρήση 2003 και ελέγχεται το έτος 2014 από την αρμόδια για αυτόν φορολογική Αρχή, θα υποχρεωθεί, με ατομική διοικητική πράξη της άνω Αρχής, να καταβάλει τον οφειλόμενο κύριο φόρο που θα προκύψει μετά προσθέτων ανερχομένων σε ποσοστό 120%.
Η διάταξη που προβλέπει τις ανωτέρω επιβαρύνσεις (άρ. 1 Ν. 2523/97) είναι κατά την άποψή μου άδικη, μη νόμιμη και αντισυνταγματική, καθόσον αντίκειται ευθέως στις αρχές του δικαίου και στα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του πολίτη.
Τούτο διότι ο πρόσθετος φόρος υπολογίζεται ανά μήνα, και με τον τρόπο αυτό δεν επιμετράται, όπως θα έπρεπε άλλωστε, ως ποινή, βάσει της τιμωρούμενης με αυτή παραβάσεως (αλλά και της βαρύτητάς της), αλλά βάσει του χρόνου καθυστέρησης της φορολογικής Αρχής να ασκήσει το ελεγκτικό της έργο, για την οποία (καθυστέρηση) ουδεμία υπαιτιότητα δύναται να αποδοθεί στον φορολογούμενο.
Η αδικία σε βάρος του φορολογουμένου, εκ της τυχόν αδυναμίας της Πολιτείας για την έγκαιρη εκτέλεση του ελεγκτικού της έργου, είναι προφανώς κατάφωρη, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις παρατηρείται, αθροιστική βεβαίωση φορολογικών επιβαρύνσεων που ανάγονται σε περισσότερες της μίας συγχρόνως ελεγχόμενες διαχειρίσεις.
Επιπροσθέτως, ο ως άνω υπολογισμός του πρόσθετου φόρου ανακρίβειας, άγει τελικώς στην κατ’ ουσία αποστέρηση, για το Διοικούμενο, του δικαιώματος της Δικαστικής προστασίας, καθόσον δεν παρέχεται η δυνατότητα προσβολής του στα τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια (δικαστήρια ουσίας). Πράγματι, το Διοικητικό Δικαστήριο (της ουσίας) που θα επιληφθεί της προσφυγής του φορολογουμένου θα αποφανθεί επί της νομιμότητας ή μη της επιβολής του κύριου φόρου και όχι επί της συνταγματικότητας ή μη της διατάξεως που επιβάλει τα άνω ποσοστά πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων.
Περαιτέρω, η, ανά μήνα, επιβάρυνση δεν διακόπτεται αλλά επεκτείνεται περαιτέρω χρονικά, μέχρι της αμετάκλητης περαίωσης της τυχόν δικαστικής διαδικασίας (σε περίπτωση προσβολής της φορολογικής εγγραφής εκ μέρους του φορολογουμένου με Προσφυγή ενώπιον των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων), επί οιασδήποτε διαφοράς, η οποία επέρχεται συνήθως, μετά από την παρέλευση πολλών ετών. Όπως γίνεται αντιληπτό, στην περίπτωση αυτή, το ποσοστό προσθέτων φόρων και προσαυξήσεων ανέρχεται τελικώς σε δυσθεώρητα ύψη, πολλαπλάσια του οφειλόμενου κύριου φόρου. Δηλαδή, στο παράδειγμά μας, ο φορολογούμενος επιβαρύνεται με τον κύριο φόρο και τις προσαυξήσεις (ή τον πρόσθετο φόρο), ανερχόμενες σε ποσοστό έως 120%, που βεβαιώνονται με την έκδοση της ατομικής διοικητικής πράξεως, αλλά και με τις προσαυξήσεις (σε περίπτωση μη καταβολής των καταλογισθέντων με τη διοικητική πράξη ποσών) για όλο το χρονικό διάστημα από την υποβολή της Προσφυγής του και έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως από το Δικαστήριο (και μάλιστα ασχέτως της ευδοκίμησης τυχόν συνυποβαλλόμενης αιτήσεως αναστολής, η χορήγηση της οποίας πλέον αφορά απαγόρευση εκτέλεσης επί συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη και όχι αδρανοποίησης της βεβαίωσης του φόρου). Είναι προφανές ότι, και εκ του άνω λόγου, η προσφυγή του φορολογούμενου στη Δικαιοσύνη δεν του παρέχει αποτελεσματική προστασία, καθόσον το καταλογιζόμενο ποσό κύριου φόρου μετά του προσθέτου ή των προσαυξήσεων εξακολουθεί να επιβαρύνεται με υπέρογκες προσαυξήσεις, οι οποίες και θα αναζητηθούν σε περίπτωση τελικής απορρίψεως της Προσφυγής του.
Αναφορικά δε με την δικαιολογητική βάση της ως άνω νομοθετικής πρόβλεψης, δέον όπως τονισθεί ότι η προβλεπόμενη με τις άνω διατάξεις «ποινή» δεν εξυπηρετεί τη Γενική ή την Ειδική πρόληψη. Κατά τους νόμους του Πλάτωνος (στ. 934α): κανείς σώφρων άνθρωπος δεν τιμωρεί επειδή έλαβε χώρα η ανομία αλλά για να μη λάβει αυτή χώρα στο μέλλον.
Και βέβαια ουδείς αμφισβητεί την κυριαρχική βούληση και την εξουσία του νομοθέτη της Πολιτείας ως προς την επιβολή ποινής, βαρύτατης ενδεχομένως, αλλά απαραιτήτως ανάλογης της βαρύτητας της διαπραχθείσας φορολογικής παράβασης. Η επιβολή ποινής, υπολογιζομένης με βάση το χρόνο καθυστέρησης της Διοίκησης να πράξει το ελεγκτικό της έργο και μάλιστα με μελλοντικούς για άγνωστο χρόνο εκτοκισμούς, με τοκογλυφικό μάλιστα επιτόκιο (διατηρηθέν με τις διατάξεις του Ν. 4174/2013), έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με κάθε αρχή του δικαίου αλλά και με τα συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα του πολίτη.
Αντιστάθμισμα της ως άνω άδικης και δυσβάσταχτης επιβαρύνσεως του φορολογουμένου αποτελούσε η προβλεπόμενη, μέχρι πρόσφατα σχετικά, δυνατότητα αυτού να προβεί στη διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς με τη Διοίκηση, επωφελούμενος των νομίμων μειώσεων του πρόσθετου φόρου και των προσαυξήσεων (στα 3/5 του καταλογισθέντος ποσού). Η δυνατότητα αυτή καταργήθηκε με τα πρόσφατα φορολογικά νομοθετήματα, θεωρείται όμως επιτακτική η ανάγκη επαναφοράς της, καθόσον ο φορολογούμενος θα έχει ένα κίνητρο άμεσης περαίωσης της φορολογικής διαφοράς, ενόψει των αναφερομένων ανωτέρω δυσμενών συνεπειών, αλλά και το Δημόσιο θα επιτύχει την άμεση είσπραξη εσόδων.
Παρενθετικά, επί του θέματος τούτου αξίζει να σημειωθεί ότι ο τρόπος κατάργησης της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί συγκεκριμένης φορολογίας δημιούργησε ένα μείζον νομικό ζήτημα, καθόσον δεν καταργήθηκαν ρητώς οι διατάξεις που προβλέπουν αυτή.
Δεδομένης της καταργήσεως της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, ο νομοθέτης όφειλε τουλάχιστον να περιορίσει τόσο τα επιβαλλόμενα ανά μήνα ποσοστά των πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων όσο και το ανώτατο όριο αυτών. Επίσης, όφειλε να ενισχύσει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς για την έγκαιρη και αποτελεσματική διαπίστωση των φορολογικών παραβάσεων, προκειμένου να αποφευχθούν οι προαναφερόμενες άδικες και ανεπιεικείς συνέπειες για τους φορολογουμένους.
Ο πρωτοφανής οίστρος νομοπαραγωγής που έχει καταλάβει το νομοθέτη τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο δεν βελτίωσε τον καταλογισμό και την είσπραξη των δημόσιων εσόδων, αλλά χειροτέρευσε την κατάσταση για τους φορολογούμενους.

Ο Γεώργιος Σπ. Ευσταθόπουλος είναι συνεργάτης της Artion A.E.


Αμοιβές μελών Δ.Σ. των ΑΕ και διαχειριστών ΕΠΕ και ΙΚΕ

Του Γιώργου Δαλιάνη

Οι διευθύνοντες και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου των ανωνύμων εταιρειών, οι διαχειριστές των ΕΠΕ και ΙΚΕ, για τις προσφερόμενες από αυτούς υπηρεσίες διοίκησης δύνανται να μην απαιτήσουν αμοιβή.

Εφόσον όμως αμείβονται, υπάρχει διάκριση στον τρόπο λήψης των αμοιβών και στον τρόπο φορολόγησης αυτών.

Αμοιβές (άρθρο 24 παρ.1 του N.2190/1920) λαμβανόμενες από τα καθαρά κέρδη χρήσης, καταχωρούμενες   στον πίνακα διάθεσης κερδών.

Οι αμοιβές αυτές λαμβάνονται από τα απομένοντα καθαρά κέρδη, μετά την αφαίρεση του σχηματισθέντος τακτικού αποθεματικού και του διανεμηθέντος υποχρεωτικού μερίσματος, εφόσον βέβαια υφίσταται σχετική υποχρέωση για σχηματισμό αποθεματικού και διανομή μερίσματος.

Με την εφαρμογή του Ν.4172 / 2013 και σύμφωνα με τη παράγραφο 1 του άρθρου 36, κατά την καταβολή των αμοιβών ενεργείται παρακράτηση φόρου 10%. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων γι’ αυτά τα εισοδήματα. Η διοίκηση εξέδωσε τις ακόλουθες σχετικές αποφάσεις:

Δ12Α 1055825 ΕΞ 3.4.2014,

Δ12Α 1039466 ΕΞ 4.3.2014,

Δ12Α 1058454 ΕΞ 8.4.2014.

Αμοιβές (άρθρου 24 παρ.3 και άρθρο 23α παρ.2 του N.2190/1920 ) για υπηρεσίες μελών ΔΣ (και των εξομοιωμένων με αυτές διαχειριστών ΕΠΕ και ΙΚΕ), παρεχόμενες στην εταιρεία με βάση ειδική σχέση μισθώσεως εργασίας ή εντολής και καταχωρούμενες στα έξοδα της εταιρείας.

Οι δαπάνες αυτές εκπίπτουν κατά το προσδιορισμό του κέρδους από τα ακαθάριστα έσοδα .

Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν.4172/2013 (ΚΦΕ), ο οποίος ισχύει από την 1.1.2014, οι αμοιβές των μελών του ΔΣ ανώνυμης εταιρείας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, άρα ΕΠΕ και ΙΚΕ, θεωρείται εισόδημα από μισθωτή εργασία. Επίσης, με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 60 του ΚΦΕ, το μηνιαίο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου με βάση την ισχύουσα κλίμακα των μισθωτών και συνταξιούχων, μετά από προηγούμενη αναγωγή σε ετήσια. Ο φόρος που παρακρατείται μειώνεται κατά  ποσοστό 1,5%,  κατά την παρακράτησή του.

Για τις αμοιβές αυτές οι δικαιούχοι δεν έχουν υποχρέωση ασφάλισης στο ΙΚΑ, αλλά μπορούν να είναι ασφαλισμένοι σε άλλο ασφαλιστικό φορέα όπως για παράδειγμα στον ΟΑΕΕ.

Οι αμοιβές αυτές υπόκεινται σε παρακράτηση τέλους χαρτοσήμου 1,2%  σύμφωνα με το άρθρο15ε παρ.7 Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου

Για τον υπολογισμό της παρακράτησης του φόρου, αφαιρούνται οι καταβληθείσες από το λήπτη της αμοιβής ασφαλιστικές εισφορές.

Αμοιβές εταίρων και διαχειριστών ομορρύθμων και ετερορρύθμων εταιρειών.

Στην παράγραφο αυτή θα σταθούμε στο χειρισμό της λήψης και φορολόγησης αυτών των αμοιβών.

Με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν.2238/1994, που ίσχυαν μέχρι 31.12.2013, είχε γίνει δεκτό ότι δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των ΟΕ και ΕΕ, οι μισθοί και οι κάθε είδους απολαβές που καταβάλλονται στους εταίρους και διαχειριστές, οι οποίοι είναι παράλληλα και εταίροι των εταιριών, έστω και εάν για τους μισθούς και τις αμοιβές αυτές συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της δαπάνης (καταβολή εισφορών στο ΙΚΑ κλπ.).  Εξέπιπταν μόνο οι αμοιβές των έμμισθων διαχειριστών, οι οποίοι δεν είχαν εταιρική    συμμετοχή στην εταιρεία που διαχειρίζονταν τις εταιρικές υποθέσεις.

Σήμερα όμως, με τις διατάξεις της περίπτωσης δ της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του Ν.4172/2013 ορίζεται ότι, για τους σκοπούς του ΚΦΕ, εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες ως διευθυντής ή μέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας. Το εισόδημα αυτό, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 15 και 16 του ΚΦΕ, θεωρείται εισόδημα μισθωτών υπηρεσιών ανεξάρτητα του φορέα ασφάλισης. Ο νόμος σε καμία περίπτωση δεν εξαιρεί τις καταβληθείσες αμοιβές σε μέλη και διαχειριστές των ομορρύθμων και ετερορρύθμων εταιρειών.

Επίσης, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι υπάρχει εξίσωση στον τρόπο φορολόγησης όλων των νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων και ο συντελεστής φορολογίας είναι ίδιος για όλους.

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να τονίσουμε ότι επειδή οι νόμοι στην Ελλάδα ερμηνεύονται «στενά» και πάντα κατά γράμμα, η γενική αναφορά ότι στις αμέσως προηγούμενες διατάξεις εμπίπτει κάθε νομικό πρόσωπο και οντότητα μπορεί να υποκρύπτει και εκπλήξεις, καθώς δεν αναφέρονται ρητά ένα προς ένα τα εν λόγω νομικά πρόσωπα. Η διοίκηση πρέπει να πάρει άμεσα ξεκάθαρη θέση  σχετικά με το φορολογικό καθεστώς αυτών των αμοιβών στις περιπτώσεις των προσωπικών εταιρειών (ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες κλπ), παρότι ο νόμος δείχνει καταρχήν πλήρως αποσαφηνισμένος.


Καταχρηστική συμπεριφορά των τραπεζών στα δάνεια με ελβετικό φράγκο

Του Κωνσταντίνου Πλατίτσα δικηγόρου Αθηνών, με τη συνεργασία της επίσης δικηγόρου Αθηνών Τάνιας Κυριάκου.
Λίγο πριν το ξέσπασμα της  οικονομικής κρίσης – μεταξύ 2006 και 2009- τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας προώθησαν στο ευρύ καταναλωτικό κοινό στεγαστικά δάνεια σε ελβετικά φράγκα, χωρίς, όμως, να ελέγξουν την καταλληλότητα του προτεινόμενου τραπεζικού προϊόντος για τους υποψήφιους δανειολήπτες (π.χ. αν διέθεταν εισόδημα σε συνάλλαγμα), χωρίς να ενημερώσουν τους δανειολήπτες για τους κινδύνους που διέτρεχαν από μια απότομη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου και χωρίς να τους προτείνουν την αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου που εν αγνοία τους αναλάμβαναν.

Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής των τραπεζών ήταν να καταστούν 70.000 περίπου ανυποψίαστοι Έλληνες δανειολήπτες (και μαζί με αυτούς οι οικογένειές τους) έρμαια των συναλλαγματικών ισοτιμιών και να βρεθούν εγκλωβισμένοι σε μακροχρόνιες οφειλές, μεταβλητού και απρόβλεπτου ύψους. Η επέλευση του συναλλαγματικού κινδύνου –δηλαδή η σοβαρή υποτίμηση που υπέστη το ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου (η ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο της εκταμίευσης των συγκεκριμένων δανείων σε 1,60, ενώ σήμερα η σχετική ισοτιμία ανέρχεται στο 1,20) σημαίνει ότι οι 70.000 μη επαρκώς ενημερωμένοι δανειολήπτες καλούνται να αποπληρώσουν συνολικό ποσό δανείων έως 25% μεγαλύτερο από αυτό που πραγματικά δανείστηκαν (χωρίς να συμπεριλαμβάνεται στο ποσοστό αυτό το επιτόκιο δανεισμού).

Αυτό που πρέπει να καταστεί σαφές είναι ότι η συγκεκριμένη πρακτική των τραπεζών, η οποία είναι άμεσα υπεύθυνη για τις μεγάλες απώλειες των Ελλήνων καταναλωτών (και η οποία συνεπάγεται αντίστοιχα μεγάλα κέρδη για τις ίδιες τις τράπεζες δεδομένου ότι αυτές είχαν φροντίσει να ασφαλίσουν το δικό τους συναλλαγματικό κίνδυνο), συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεων πρόνοιας και ασφάλειας που οι τράπεζες έχουν έναντι των καταναλωτών, σύμφωνα με όσα ορίζουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 281, 288). Εξάλλου οι τράπεζες  δεν είναι απλές επιχειρήσεις διαμεσολάβησης στην κυκλοφορία του χρήματος που μπορούν ανεξέλεγκτα να επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση των κερδών τους. Η αυξημένη δυνατότητά τους να επεμβαίνουν στην περιουσιακή σφαίρα των πελατών τους (και μέσω αυτής να  επηρεάζουν συγκεκριμένες όψεις την εθνικής οικονομίας) συνεπάγεται την άσκηση εκ μέρους τους μιας οιονεί δημόσιας λειτουργίας. Απόρροια αυτής της θεσμικής και δημόσιας λειτουργίας τους είναι μια σειρά υποχρεώσεων των τραπεζών, οι οποίες έχουν θεσμοθετηθεί προκειμένου να εξασφαλίσουν την προστασία των περιουσιακών αγαθών των καταναλωτών και, μέσω αυτής, τη σταθερότητα της εθνικής οικονομίας.

Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΚΥΑ Ζ1-699/2010 (ΦΕΚ Β’ 917) των Υπουργών Οικονομικών-Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ενσωμάτωσε την οδηγία 2008/48/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε «υπεύθυνο δανεισμό» και να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα των υποψήφιων δανειοληπτών να ανταπεξέλθουν στις συμβατικές υποχρεώσεις που πρόκειται να αναλάβουν. Παράλειψη των τραπεζών να ανταποκριθούν σε αυτή τους την υποχρέωση δημιουργεί ένα είδος «συν-ευθύνης» τους για την τυχόν μετέπειτα αδυναμία των πελατών τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει.

Παράλληλα, ο Κώδικας Δεοντολογίας των Εταιριών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες (ΕΠΕΥ) και στη συνέχεια ο ν. 3606/2007 έθεσαν το πλαίσιο, εντός του οποίου υποχρεούνται να κινούνται οι ΕΠΕΥ και συνακόλουθα και τα πιστωτικά ιδρύματα κατά την άσκηση της σχετικής δραστηριότητας (στην προκειμένη περίπτωση, το δάνειο σε συνάλλαγμα συνιστά επενδυτικό προϊόν). Το άρθρο 25 του ν. 3606/2007 με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2004/39/ΕΚ (ΜifiD) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, καθιερώνει συγκεκριμένους κανόνες για την προστασία των συμφερόντων του πελάτη και υποχρεώνει τα πιστωτικά ιδρύματα κατά την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών να παρέχουν «ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές πληροφορίες», να παρέχουν στους πελάτες τους «κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης».

Συγχρόνως, όμως, οι επίμαχες δανειακές συμβάσεις εμπίπτουν και στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994 (Α’191) περί προστασίας των καταναλωτών». Ο νόμος αυτός, αναγνωρίζοντας τη διαπραγματευτική ανισότητα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών στις συμβάσεις προσχώρησης (στις συμβάσεις αυτές ο ισχυρός συμβαλλόμενος, δηλαδή η τράπεζα στην περίπτωσή μας, έχει ένα έτοιμο κείμενο στο οποίο ο πελάτης – καταναλωτής προσχωρεί χωρίς ουσιαστικά να μπορεί να διαπραγματευτεί τους όρους του), θέτει αυστηρές προϋποθέσεις για την ισχύ των  προ-διατυπωμένων όρων των συμβάσεων, των λεγόμενων γενικών όρων των συναλλαγών.

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994  «Γενικοί όροι των συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται». Η συγκεκριμένη ρύθμιση, αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ συγχρόνως ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη κανόνα του ενωσιακού δικαίου (βλ. άρθρο 3 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές).

Στην παράγραφο 7  του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994  απαριθμούνται ενδεικτικά περιπτώσεις γενικών όρων που είναι καταχρηστικοί. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διάταξη, μεταξύ άλλων, καταχρηστικοί είναι και οι όροι που χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή (άρθρο 2 παρ. 7 στοιχείο ια).

Σε εφαρμογή των ανωτέρω, οι δανειολήπτες μπορούν να ζητήσουν με αγωγή την επαναφορά του δανείου τους στην αρχική ισοτιμία (κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου), και την απάλειψη των καταχρηστικών όρων της δανειακής σύμβασής τους. Τα πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση αυτή είναι άκρως ενθαρρυντικά.

Με την απόφαση (επί προδικαστικού ερωτήματος) της 30ης Απριλίου 2014, υπόθεση C-26/13, ArpadKasler, HajnalkaKaslerneRabal κατά ΟΤΡ JelsalogbankZrt, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έκρινε ότι «η απαίτηση περί σαφούς και κατανοητής διατύπωσης των ρητρών επιβάλλει όχι μόνο οι ρήτρες να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη, αλλά επιπλέον η σύμβαση να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος που προβλέπει η επίμαχη ρήτρα καθώς και τη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου , ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες που τα ανωτέρω συνεπάγονται γι’αυτόν».  Με τον τρόπο αυτό το ΔΕΕ κατέστησε σαφές ότι υιοθετεί μια ουσιαστική και όχι φορμαλιστική προσέγγιση στο ζήτημα της καταχρηστικότητας των συμβατικών ρητρών/γενικών όρων συναλλαγής.
Βασιζόμενο λοιπόν στην ως άνω απόφαση του ΔΕΕ, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης σε πρόσφατη απόφασή του (23/2014) έκρινε καταχρηστικό και άκυρο τον όρο της σύμβασης δανείου σε ελβετικά φράγκα, με τον οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς την τράπεζα σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα καταβολής. Κατά συνέπεια, οι καταβολές που πραγματοποιεί πλέον ο οφειλέτης σε ευρώ, θα πρέπει να υπολογίζονται από την τράπεζα σε ελβετικά φράγκα, με βάση την μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά τη μέρα εκταμίευσης του δανείου. Η συγκεκριμένη απόφαση συνιστά μια πάρα πολύ θετική εξέλιξη και δίνει ελπίδα στους 70.000 εγκλωβισμένους έλληνες δανειολήπτες.

Είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, της κινητικότητας που παρατηρείται στο συγκεκριμένο θέμα ότι η Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 (η οποία, όμως, θα έχει ισχύ μόνο για τις συμβάσεις που θα συνάπτονται από 21.3.2016), αφού διαπίστωσε την ύπαρξη μιας σειράς προβλημάτων στις αγορές της ενυπόθηκης πίστης εντός της Ευρωπαϊκής πίστης, τα οποία απέδωσε σε ανεύθυνες πρακτικές χορήγησης και λήψης δανείων, προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε, όταν μια σύμβαση πίστωσης αφορά δάνειο σε ξένο νόμισμα, τη στιγμή που συνάπτεται η σύμβαση να υπάρχει το κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο προκειμένου να διασφαλίζεται τουλάχιστον ότι υπάρχουν ρυθμίσεις που περιορίζουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο είναι εκτεθειμένος ο καταναλωτής βάσει της σύμβασης πίστωσης.

Συμπερασματικά, το οικονομικό πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί σε χιλιάδες δανειολήπτες εξαιτίας της ανεύθυνης και καταχρηστικής  συμπεριφοράς των τραπεζών είναι οξύ, και υπό το φως της γενικότερης οικονομικής κρίσης έχει προσλάβει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις. Το νομικό μας σύστημα διαθέτει όλα τα απαραίτητα «όπλα» για τη δικαίωση των καταναλωτών/δανειοληπτών. Γι’ αυτό θα πρέπει οι  άμεσα ενδιαφερόμενοι να ξεπεράσουν τον ψυχολογικό φόβο της δικαστικής αναμέτρησης με τους τραπεζικούς κολοσσούς και να προσφύγουν στα αρμόδια ελληνικά δικαστήρια διεκδικώντας τα νόμιμα δικαιώματά τους. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η οδηγία 2014/17/ΕΕ απαγορεύει την αναδρομική νομοθετική ρύθμιση, η επίλυση του προβλήματος διά της δικαστικής οδού είναι η μόνη εφικτή λύση.

ΠΗΓΕΣ : www.capital.gr | www.platitsas-law.gr


Φορολογία αγροτών

Η εφαρμογή του φορολογικού συντελεστή (13% ή 26%) και άλλα εκκρεμή ζητήματα.

Κωνσταντίνος Ιωαν. Νιφορόπουλος
Ορκωτός ελεγκτής λογιστής – «ΩΡΙΩΝ Α.Ε.Ο.Ε.Λ».
Επιστημονικός Συνεργάτης Taxheaven.

Συνεχίζεται η ομιχλώδης κατάσταση στην Φορολογία αγροτών. Πρόσφατα εκδόθηκε η εγκύκλιος « Αρ. πρωτ.: Δ12 Α 1109216 ΕΞ 24.7.2014. Φορολογική μεταχείριση εισοδημάτων από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (άρθ. 29 παρ. 3 του ν.4172/2013)», η οποία όπως αναλύουμε κατωτέρω προσέθεσε και αυτή την δική της ομίχλη. Εκτιμώ ότι η «ομίχλη», στα φορολογικά των Αγροτών θα συνεχίζεται, όσο η Φορολογική Διοίκηση θα συνεχίζει να αντιμετωπίζει τα θέματα της φορολογίας των αγροτών «αποσπασματικά».

Σύμφωνα λοιπόν, με το Ν. 4172/2013, ισχύει ότι :

«Άρθρο 29. Φορολογικός συντελεστής
1. Τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα φορολογούνται σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:

 Η εφαρμογή του φορολογικού συντελεστή (13% ή 26%) και άλλα εκκρεμή ζητήματα

…. 3. Τα κέρδη από ατομική αγροτική επιχείρηση φορολογούνται με συντελεστή δεκατρία τοις εκατό (13%). …» και επίσης με στο Άρθρο 21. «Κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα» του ίδιου Νόμου ορίζεται ότι : « 1. Ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα θεωρείται το σύνολο των εσόδων από τις επιχειρηματικές συναλλαγές μετά την αφαίρεση των επιχειρηματικών δαπανών, των αποσβέσεων και των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις. …………… Ειδικά, για τον προσδιορισμό του εισοδήματος από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα στα έσοδα από επιχειρηματικές συναλλαγές περιλαμβάνονται τα έσοδα από την παραγωγή γεωργικών, πτηνοτροφικών, κτηνοτροφικών, δασοκομικών, υλοτομικών και αλιευτικών προϊόντων ». Επίσης από την « Αιτιολογική Έκθεση » του Ν. 4172/2013, προκύπτει ότι : « Ειδικά για την αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, δεδομένου του διαφορετικού συντελεστή φορολόγησης της ατομικής αγροτικής επιχείρησης, γίνεται ιδιαίτερη μνεία στα έσοδα που περιλαμβάνονται στην έννοια του εισοδήματος αυτού και αυτά είναι αποκλειστικά τα έσοδα από την παραγωγή γεωργικών, κτηνοτροφικών, δασοκομικών, υλοτομικών και αλιευτικών προϊόντων.»

Με βάση τα ανωτέρω, η Φορολογική Διοίκηση με την εγκύκλιο « Αρ. πρωτ.: Δ12 Α 1109216 ΕΞ 24.7.2014. Φορολογική μεταχείριση εισοδημάτων από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (άρθ. 29 παρ. 3 του ν.4172/2013)» , ερμήνευσε ότι : «… 3. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο φορολογικός συντελεστής 13% εφαρμόζεται επί των κερδών από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα ανεξάρτητα από τον τόπο και τον τρόπο (λιανικώς ή χονδρικώς) πώλησης των παραγόμενων αγροτικών προϊόντων. …. Επομένως, προϋπόθεση για την εφαρμογή του συντελεστή 13% σύμφωνα με τα ανωτέρω, είναι τα πωλούμενα προϊόντα να παράγονται αποκλειστικά από τον πωλητή τους-παραγωγό και να μην έχουν υποστεί μεταποίηση. Στην έννοια της μεταποίησης δε συμπεριλαμβάνεται η απλή συσκευασία. …………. Επίσης, ο φορολογικός συντελεστής 13% δεν εφαρμόζεται για δραστηριότητες εκμετάλλευσης του εξοπλισμού των παραπάνω παραγωγών (π.χ. μίσθωση αγροτικών μηχανημάτων κλπ) καθώς η δραστηριότητα αυτή συνιστά παροχή υπηρεσιών σε τρίτους και όχι αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα. Παρομοίως, η αμοιβή που τυχόν λαμβάνει παραγωγός των παραπάνω προϊόντων για υπηρεσίες που παρέχει ο ίδιος σε άλλους αγρότες δεν αποτελεί αγροτικό εισόδημα.»

Μετά την έκδοση και της ανωτέρω απόφασης έχουμε τα εξής ζητήματα :

α) Διαφοροποίηση της Φορολογίας, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του «Αγροτικού εισοδήματος», στα επιμέρους φορολογικά αντικείμενα με αποτέλεσμα να προκαλείται η ανάλογη σύγχυση .

Συγκεκριμένα, η διαφοροποίηση συνίσταται μεταξύ των :

(1) Φορολογίας Εισοδήματος ,( βλέπε ανωτέρω τι θεωρείται αγροτικό εισόδημα )

(2) Φ.Π.Α. Στο Ν. 2859/2000 ( Φ.Π.Α) Άρθρο 42. Αγρότες, αγροτικά προϊόντα, αγροτικές εκμεταλλεύσεις και υπηρεσίες , ορίζεται ότι « 1.Ως αγρότες, αυτοί που ασκούν προσωπικά ή μετά μέλη της οικογένειας τους ή με μισθωτούς ή εργάτες τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και υπηρεσίες που προβλέπουν οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4. ….. 4.Ως αγροτικές υπηρεσίες, οι παρεχόμενες από τους αγρότες με χειρωνακτική εργασία ή με το συνήθη εξοπλισμό της εκμετάλλευσης τους, οι οποίες συμβάλλουν στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων.»)

(3) Υπολογισμός του Εισοδήματος για την ένταξη των Αγροτών στο Κανονικό Καθεστώς Με την ΠΟΛ.1024/17.1.2014, καθορίστηκε ότι : « Έννοια Ακαθαρίστων Εσόδων. Ακαθάριστα έσοδα για την εφαρμογή της απόφασης αυτής, θεωρούνται τα έσοδα από τις πωλήσεις των αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους που πραγματοποιούν οι αγρότες κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο καθώς και από την παροχή αγροτικών υπηρεσιών, ….» και

(4) Στην ΠΟΛ.1133/6.10.2008 « Καθορισμός νέας Εθνικής Ονοματολογίας Οικονομικών Δραστηριοτήτων (Κ.Α.Δ. 2008) », περιλαμβάνονται και οι υποστηρικτικές προς τους Αγρότες υπηρεσίες στον κλάδο της «ΓΕΩΡΓΙΑΣ», ενδεικτικά αναφέρουμε ένα σχετικό απόσπασμα των Κωδικών αυτών :

 Η εφαρμογή του φορολογικού συντελεστή (13% ή 26%) και άλλα εκκρεμή ζητήματα

Συνοπτικά δηλαδή μόνο στην φορολογία εισοδήματος, η «παροχή αγροτικών υπηρεσιών» δεν θεωρείται αγροτικό εισόδημα.

β) Οι συντελεστές φορολογίας των αγροτών διαμορφώνονται ως εξής :

 Η εφαρμογή του φορολογικού συντελεστή (13% ή 26%) και άλλα εκκρεμή ζητήματα

(*) Η διαφοροποίηση 26% ή 33%, είναι ανάλογα του τζίρου ( μεγαλύτερος ή μικρότερος των 50.000 ευρώ ).

Να σημειώσω επίσης ότι : Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Απόστολος Αλωνιάτης, στο άρθρο του « Αντιμετώπιση διαφοράς αντικειμενικών δαπανών διαβίωσης ανάλογα με το εισόδημα » «Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι , σύμφωνα με την γραμματική ερμηνεία του νόμου και οι αγρότες, που θα φορολογηθούν για τα εισοδήματα του 2014 με τεκμήρια , παρ όλο που με βάση τον το άρθρο 29 παράγραφο 3, «3. Τα κέρδη από ατομική αγροτική επιχείρηση φορολογούνται με συντελεστή δεκατρία τοις εκατό (13%).», θα φορολογηθούν με 26% για τα πρώτα 50.000 ευρώ και 33% από εκεί και πάνω.». Δηλαδή αν το τεκμαρτό εισόδημα ενός Αγρότη είναι μεγαλύτερο από το δηλωθέν εισόδημα, τότε για το διαφορά του εισοδήματος ( τεκμαρτό – δηλωθέν ) θα φορολογηθεί με 26% ή 33%.

Και μην θεωρήσει κανείς ότι αν ένας αγρότης ( έχοντας τεκμήρια, π.χ ένα σπίτι και ένα Ε.Ι.Χ ), δεν θα πληρώσει φόρο εφόσον έχει ζημιά από την Αγροτική του Εκμετάλλευση. Στην περίπτωση αυτή θα παρέμβει το Άρθρο 34. « Διαφορά εισοδήματος και υπολογισμός του φόρου αυτής», του N. 4172/2013, σύμφωνα με το οποίο « 1. Η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του τεκμαρτού και του συνολικού εισοδήματος κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 30, η οποία προστίθεται στο φορολογητέο εισόδημα, προσδιορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση κατά το ίδιο φορολογικό έτος σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους και φορολογείται:……………

3. Για τον προσδιορισμό των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, η ζημία του ίδιου φορολογικού έτους ή και των προηγούμενων δεν εκπίπτει και δεν μεταφέρεται για συμψηφισμό στα επόμενα φορολογικά έτη». Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι, αν ένας Αγρότης σε μια χρόνια δηλώσει ζημιά (λόγω ακαρπίας κ.λ.π ) , αφενός θα πληρώσει φόρο λόγω της ύπαρξης τεκμηρίων ( και μάλιστα με συντελεστή 26% ) και αφετέρου η ζημία αυτή δεν αναγνωρίζεται φορολογικά για μεταφορά στο επόμενο έτος φορολογίας.

γ) Έκδοση ειδικού στοιχείου από τους αγρότες που εντάσσονται στο κανονικό καθεστώς.

Στο Ν. 2859/2000 ( Φ.Π.Α) Άρθρο 41, παρ. 2, ορίζεται ότι : « Για την παράδοση αγροτικών προϊόντων από την αγροτική εκμετάλλευση σε δραστηριότητα που περιγράφεται στο προηγούμενο εδάφιο εκδίδεται ειδικό στοιχείο που περιλαμβάνει το είδος, την ποσότητα, την ποιότητα και την κανονική αξία των παραδιδόμενων αγαθών, όπως αυτή ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 19. Το ειδικό αυτό στοιχείο εκδίδεται και από αγρότες που εντάσσονται στο κανονικό καθεστώς, προκειμένου να προσδιορίζονται τα ακαθάριστα έσοδα της αγροτικής εκμετάλλευσης.»

Φυσικά μετά την έκδοση της εγκύκλιου Αρ. πρωτ.: Δ12 Α 1109216 ΕΞ 24.7.2014, και την αλλαγή της θέσης της Φορολογικής Διοίκησης ( όπου η πώληση των αγροτικών προϊόντων είτε χοντρική είτε λιανική φορολογείται ενιαία με 13% ) , δεν συντρέχει ουσιαστικός λόγος για την έκδοση του ειδικού στοιχείου από τους αγρότες του κανονικού καθεστώτος.

δ) Οι συντελεστές φορολογίας ( 13% ή 26% ), ανά περίπτωση ισχύουν και για κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν οι αγροτικοί συνεταιρισμοί και οι ομάδες παραγωγών .

Σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 1 ( Σημ. : Αναφέρεται στα κάθε είδους Νομικά Πρόσωπα ) του Ν. 4172/2013. « Το κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Γ’ , του Μέρους Δεύτερου («Φόρος Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων») του Κ.Φ.Ε., ( Σημ. : περιλαμβάνεται και το άρθρο 21, που σχολιάζουμε ανωτέρω ) εκτός από τις περιπτώσεις όπου ορίζεται διαφορετικά στο παρόν κεφάλαιο ». Δεν έχει δηλαδή ουσιαστική εφαρμογή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 58 του Ν.4172/2013 συντελεστής 13% των αγροτικών συνεταιρισμών, αφού κατά βάση τα εισοδήματα τους προέρχονται από επεξεργασία αγροτικών προϊόντων και παροχή υπηρεσιών, τα οποία υπάγονται στον συντελεστή 26%. Εκτός φυσικά, αν η Φορολογική Διοίκηση ερμηνεύσει διαφορετικά. Αναμένουμε.

ε) Η έννοια της «Μεταποίησης» στην Φορολογία Εισοδήματος.

Στην εγκύκλιο αναφέρεται ότι : « Στην έννοια της μεταποίησης δε συμπεριλαμβάνεται η απλή συσκευασία», άρα να θεωρήσουμε ότι όλα τα άλλα είναι μεταποίηση ; ‘Η ότι ισχύουν οι παλιότερες επί του θέματος αποφάσεις της Φορολογικής Διοίκησης ; ( Σημ. : Πράξεις που δεν θεωρούνται επεξεργασία: Η αποξήρανση της σταφίδας, η εκκόκκιση του καλαμποκιού, η αποξήρανση των σύκων, ο αλωνισμός των δημητριακών, ο τεμαχισμός ζώων (κατεψυγμένων – νωπών) [fusion_builder_container hundred_percent=”yes” overflow=”visible”][fusion_builder_row][fusion_builder_column type=”1_1″ background_position=”left top” background_color=” border_size=” border_color=” border_style=”solid” spacing=”yes” background_image=” background_repeat=”no-repeat” padding=” margin_top=”0px” margin_bottom=”0px” class=” id=” animation_type=” animation_speed=”0.3″ animation_direction=”left” hide_on_mobile=”no” center_content=”no” min_height=”none”][εγγρ. 1076450/942/21.2.1991], Φυσική ζύμωση κρασιού – παραγωγή – εμφιάλωση (Γνωμ. 783/1995 –ΠΟΛ.1132/10.4.1996)) , δεδομένου ότι : Με βάση το άρθρο 72 του Ν. 4172/2013, παρ.26 «Από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του ν. 2238/1994 (Α’ 151), συμπεριλαμβανομένων και όλων των κανονιστικών πράξεων και εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτού του νόμου ». Επίσης σημειώνουμε ότι για την έννοια της «μεταποίησης», στην απόφαση Αριθμ. Β3-32/ 26-3-2003, των Υπουργών Ανάπτυξης και Γεωργίας ( Φ.Ε.Κ τ. β’ 386 / 2 Απριλίου 2003) αναφέρονται τα εξής : « 3. «Ως πρώτη μεταποίηση πρωτογενών προϊόντων» θεωρείται η φάση που περιλαμβάνει όλες τις αναγκαίες διεργασίες που πραγματοποιούνται μετά την πρωτογενή παραγωγή και δεν συνιστούν ενέργειες επεξεργασίας που καθιστούν τα πρωτογενή προϊόντα μεταποιημένα. Διεργασίες πρώτης μεταποίησης θεωρούνται: Α) Για τα μεν ζωικά, οι διαδικασίες σφαγής μέχρι τον τεμαχισμό, ο τεμαχισμός και η τυποποίηση του κρέατος, η αποστέωση, η ψύξη και κατάψυξη, η αφαίρεση του κελύφους δίθυρων μαλακίων και σαλιγκαριών, ο αποκεφαλισμός και εκσπλαχνισμός των αλιευμάτων, η ωοσκόπηση των αυγών, η πρόψυξη του γάλακτος και η παραλαβή του μελιού. Β) Για τα δε φυτικά, ο καθαρισμός, ο καλλωπισμός, η διαλογή, η αποξήρανση, η ψύξη, η τυποποίηση και η συσκευασία ».

Χωρίς να θέλω να κινδυνολογήσω ( αυτό προκύπτει από την μελέτη των έως τώρα δεδομένων ) , είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο, μετά την έκδοση της εγκυκλίου (Αρ. πρωτ.: Δ12 Α 1109216 ΕΞ 24.7.2014) , να θεωρηθούν ως «μεταποίηση» αγροτικού προϊόντος και πράξεις, όπως η αποξήρανση της παραγόμενης σταφίδας από τον Αγρότη ( Σημ : Η αποξήρανση είναι αναγκαίος όρος για την πώληση της στον έμπορο ) και να φορολογηθούν με 26% αντί για 13% (!!!!).

στ) Ο προσδιορισμός του αποτελέσματος όταν στην ίδια αγροτική εκμετάλλευση υπάρχουν κλάδοι ( παραγωγή αγροτικών προϊόντων και μεταποίηση ή παροχή υπηρεσιών ) για τους οποίους ισχύει διαφορετικός συντελεστής φορολογίας ( 13% ή 26%).

Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός της καταχώρηση των εσόδων και των εξόδων αλλά και επιμερισμός των κοινών δαπανών . Επίσης θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, το τμήμα του κέρδους το οποίο προκύπτει από την παραγωγή του αγροτικού προϊόντος ( π.χ γάλα ), που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη, πρέπει να φορολογείται με 13% και το τμήμα του κέρδους που προκύπτει από την επεξεργασία του προϊόντος ( π.χ τυρί ), πρέπει να φορολογείται με 26% ( βέβαια ο διαχωρισμός αυτός ενέχει σημαντικές λογιστικές δυσκολίες ) . Ή μήπως η Φορολογική Διοίκηση θα ερμηνεύσει διαφορετικά ; Αναμένουμε. Πάντως μια Νομοθετική τροποποίηση ( θέτοντας ένα όριο εσόδων από παροχή αγροτικών υπηρεσιών ή και μεταποίησης άνω του οποίου, το εισόδημα δεν θα εντάσσονται στο Αγροτικό, θα διόρθωνε τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των Φορολογιών που αναφέρουμε ανωτέρω ( περ. α) και θα απλοποιούσε την τήρηση των βιβλίων.

ζ) Η δυνατότητα εφαρμογής μειωμένου ( κατά 50% ) συντελεστή λόγω της ιδιότητας του Νέου Επιτηδευματία.

Με την ΠΟΛ.1053/17.2.2014 « Απαλλαγή από το τέλος επιτηδεύματος των αγροτών κατά τα πρώτα πέντε (5) έτη από την ημερομηνία τήρησης βιβλίων και ένταξής τους στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ», η Φορολογική Διοίκηση έκανε δεκτό ότι : «3. Από την υπηρεσία μας διευκρινίστηκε με το έγγραφο Δ12Α 1007810 ΕΞ2012- 13.01.2012 ότι, η πρώτη έναρξη και ένταξη, σε προγενέστερο χρόνο, στο ειδικό καθεστώς των αγροτών δεν καθιστούσε τον φορολογούμενο επιτηδευματία, ενώ τον καθιστούσε επιτηδευματία μόνο η προσθήκη καινούριας δραστηριότητας, με την οποία ο αγρότης αποκτούσε την ιδιότητα του επιτηδευματία. Κατ΄ επέκταση, η ημερομηνία δήλωσης της μεταβολής είναι επί της ουσίας η ημερομηνία πρώτης έναρξης επιτηδεύματος».

Άρα το «σκεπτικό» της ΠΟΛ. αυτής, και κατ΄ επέκταση η θέση της Διοίκησης, πρέπει να έχει εφαρμογή και στην διάταξη που Ν. 4172/2013, Άρθρο 29 : «2. Για τα φυσικά πρόσωπα με πρώτη δήλωση έναρξης επιτηδεύματος από 1ης Ιανουαρίου 2013 και για τα τρία (3) πρώτα έτη άσκησης της δραστηριότητάς τους ο φορολογικός συντελεστής του πρώτου κλιμακίου της κλίμακας της παραγράφου 1 μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%), εφόσον το ετήσιο ακαθάριστο εισόδημά τους από επιχειρηματική δραστηριότητα δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. ( Σημ : Κατά την άποψη μας, δεν πρέπει να συμπεριλάβουμε το Αγροτικό Εισόδημα που φορολογείται με 13%, στο όριο των (10.000) ευρώ, γιατί ούτως ή άλλως φορολογείται με 13%, ανεξαρτήτως του χρόνου έναρξης της δραστηριότητας )», γεγονός το οποίο θα σημαίνει ότι : Εφόσον το εισόδημα του Αγρότη της περίπτωσης αυτής, από την παροχή των υπηρεσιών ή την μεταποίηση δεν υπερβαίνει το ποσό αυτό (10.000 ευρώ), θα πρέπει φορολογείται με 13% (= 26%*50% ).

Πρέπει να αναμένουμε από την Φορολογική Διοίκηση, την θέση της σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα και φυσικά την θέση της για τα ακόλουθα ζητήματα που χρονίζουν από καιρό και είναι τα εξής :

1) Η διευκρίνιση του τρόπου προσδιορισμού των διαφόρων ειδικών παραγόντων του κόστους, στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις.
Όπως της απογραφής, των αποσβέσεων (του «Μητρώου παγίων» γενικότερα) , του κόστους εργασίας των μελών της οικογένειας του Αγρότη, των απαιτούμενων παραστατικών όταν χρησιμοποιούνται υπηρεσίες άλλων αγροτών, της απαιτούμενης ασφάλισης των εργατών ( με την συνεργασία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας) καθώς και άλλων ζητημάτων.

2) Ο σαφής προσδιορισμός του τρόπου φορολόγησης των επιδοτήσεων και αποζημιώσεων.

Δηλαδή να γίνει καθορισμός των φορολογητέων, των φορολογητέων τμηματικά ( δηλαδή αυτών που αφορούν επιχορηγήσεις παγίων ) καθώς και των μη φορολογητέων ποσών. Επίσης ποιές θα λαμβάνονται υπόψη; Αυτές που αφορούν την χρήση, ή αυτές που εισπράχθηκαν στην χρήση ; Και πως θα γίνει η αναγκαία οριοθέτηση των επιδοτήσεων και αποζημιώσεων που λήφθηκαν στο 2014 και αφορούν την χρήση 2013 και προηγούμενες. Και τι θα γίνεται στις περιπτώσεις που εισπράττονται επιδοτήσεις μετά την προθεσμία υποβολής της δήλωσης της χρήσης που αφορούν ;;

3) Η θέσπιση δυνατότητας (ως εναλλακτικής λύσης) , για « τεκμαρτό υπολογισμό » , διαφόρων λογιστικών / φορολογικών μεγεθών ( αποσβέσεων, απασχόληση μελών της οικογενείας, ιδιόχρηση προϊόντων, τιμές αποτίμησης απογραφής, επιμερισμός των δαπανών του κοινού μηχανήματος, ανάμεσα στους αγρότες, που το κατέχουν , τι γίνεται στην περίπτωση των «σέμπρων» κλπ ), ώστε να γίνει ευκολότερα η λογιστική τήρηση.

Επισημαίνω ότι, κακώς δίνεται η εντύπωση ότι η προβλεπόμενη « Μη τήρηση Βιβλίων» ( !!!!!) από τους Αγρότες , είναι μια σημαντική ελάφρυνση, αφού οι διαφορές μεταξύ της « Μη τήρηση Βιβλίων – Συγκέντρωση παραστατικών εσόδων/εξόδων» ( δηλ. αυτά που θα τηρούν οι Αγρότες ) και της τήρησης « Βιβλίου Εσόδων – Εξόδων » (Απλογραφικά Βιβλία ), είναι : Η μη υποχρέωση ταξινόμησης κατά κατηγορίες, των εσόδων και εξόδων και η μη ύπαρξη προθεσμίας καταχώρησης – ενημέρωσης. Όμως για λόγους λογιστικών επαληθεύσεων, για τις ανάγκες υποβολής της δήλωσης Φ.Π.Α και των περιοδικών Συγκεντρωτικών καταστάσεων (θυμίζω : καταληκτική ημερομηνία υποβολής των δύο πρώτων τριμήνων το τέλος Σεπτεμβρίου 2014 ) , χρειάζεται ταξινόμηση και καταγραφή (καταχώρηση) των παραστατικών αυτών. Και όχι μόνο αυτό. Νοείται «Λογιστικός » προσδιορισμός του εισοδήματος χωρίς Απογραφή ( αρχική και τελική ), χωρίς «Μητρώο παγίων» και χωρίς οριοθέτηση εσόδων και εξόδων ;;;; Αν δεν υπάρξουν ειδικές φορολογικές ρυθμίσεις, η τήρηση των Λογιστικών βιβλίων των Αγροτών, σε αρκετές περιπτώσεις, θα είναι μια δύσκολη και ακριβή υπόθεση. Και αναφέρομαι όχι μόνο στους Αγρότες του Κανονικού Καθεστώτος αλλά και στους Αγρότες του Ειδικού Καθεστώτος, από την στιγμή που και για τις δύο αυτές κατηγορίες προβλέπεται Λογιστικός τρόπος προσδιορισμού του φορολογητέου αποτελέσματος .

4) Ο καθορισμός της διαδικασίας αποφυγής φορολόγησης εισοδημάτων της χρήσης 2014, που φορολογήθηκαν στην προηγούμενη χρήση 2013 ( αποφυγή διπλής φορολόγησης).

Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες τα αγροτικά προϊόντα που φορολογήθηκαν με τεκμαρτό τρόπο, στη χρήση 2013, με βάση το ειδικό καθεστώς φορολόγησης, θα πωληθούν κατά το έτος 2014 ( είχαν δηλαδή παραχθεί το 2013 αλλά δεν είχαν πωληθεί έως 31/12/2013). Αυτό γιατί , στο προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος της χρήσης 2013, λαμβάνονταν υπόψη οι καλλιεργούμενες από τον αγρότη εκτάσεις, ενώ στην χρήση 2014 λαμβάνονται υπόψη οι πωλήσεις. Και καλά ο Αγρότης της ανωτέρω περίπτωσης, να έχει συμπεριλάβει τα προϊόντα αυτά στην «Απογραφή της 31/12/2013», θα φορολογηθεί μόνο για το κέρδος του ( έσοδο-κόστος ). Φανταστείτε να μην το έχει συμπεριλάβει στην Απογραφή της 31/12/2013 , θα φορολογηθεί για το σύνολο του εσόδου ως κέρδος.

Αν λοιπόν, δεν διευκρινιστούν σύντομα τα ουσιώδη ζητήματα στην φορολογία των αγροτών, τα οποία είναι πολλά, και δημιουργούνται κυρίως για τους εξής λόγους :

– Της δυσκολίας αποτίμησης της απογραφής του φυτικού και ζωικού κεφαλαίου.
– Της είσπραξης εκ μέρους των αγροτών ποικίλων επιδοτήσεων / επιχορηγήσεων / αποζημιώσεων και μάλιστα ετεροχρονισμένα σε σχέση με το έτος που συνέβη το γεγονός το οποίο είναι η γενεσιουργός αιτία της λήψης της επιδότησης / επιχορήγησης / αποζημίωσης.
– Της δυσκολίας « οριοθέτησης » κυρίως των εξόδων και ειδικότερα της δυσκολίας υπολογισμού της « παραγωγής σε εξέλιξη».
– Στην χρήση δύο συντελεστών φορολογίας ( 13% ή 26% ), οι οποίοι οδηγούν και στην ανάγκη για ξεχωριστή λογιστική παρακολούθηση, ώστε να προσδιοριστεί το αποτέλεσμα κάθε κλάδου ξεχωριστά και να υπαχθεί στον αντίστοιχο συντελεστή φορολογίας.

Τότε πρέπει να προβλεφθούν έστω μεταβατικές διατάξεις, για την χρήση 2014 στην φορολόγηση των αγροτών, ειδικά για τους Αγρότες του «Ειδικού Καθεστώτος».

Και τελειώνω υπενθυμίζοντας τις αλλαγές που έχουν γίνει όσον αφορά τις προθεσμίες : (Άρθρο 67. Υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και καταβολή του φόρου). Η παλιά διάταξη είχε ως εξής : «3. Η δήλωση υποβάλλεται κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου μέχρι και την 30ή Ιουνίου του αμέσως επόμενου φορολογικού έτους », ενώ η ισχύουσα έχει ως εξής : «3. Η δήλωση υποβάλλεται μέχρι και την 30ή Απριλίου του αμέσως επόμενου φορολογικού έτους.»[/fusion_builder_column][/fusion_builder_row][/fusion_builder_container]


Εισπρακτική ασυδοσία ΟΑΕΕ στους αμειβόμενους με απόδειξη δαπάνης

Του Γιώργου Δαλιάνη

Μετά τη δημοσίευση στο capital.gr, άρθρων  μας την   19η Φεβρουαρίου 2014 Η νέα απόδειξη επαγγελματικής δαπάνης. Τίτλος κτήσης από 01-01-2014 και πρόσφατα την 2η Ιουλίου 2014 , ΟΑΕΕ: Υποχρεωτική ασφάλιση  επαγγελματιών, εκτός των σχολίων και της κριτικής των αναγνωστών, δεχθήκαμε πλήθος ερωτημάτων και μηνυμάτων, που μας γνωστοποιούσαν μια παράλογη και καταχρηστική αντιμετώπιση ορισμένων περιπτώσεων,  από μέρος των υπηρεσιών του ΟΑΕΕ. Όταν κάποιος πολίτης θέλει να κάνει εγγραφή στον ΟΑΕΕ για άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας ή να κάνει χρήση απαλλαγής διπλής ασφάλισης ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή στο μητρώο , του ζητείται η προσκόμιση των δηλώσεων φόρου εισοδήματος των τελευταίων πέντε (5) ετών, για να διαπιστωθεί αν έχει εισόδημα από επαγγελματική δραστηριότητα και κατ’ επέκταση υποχρέωση ασφάλισης στον ΟΑΕΕ. Μέχρι εδώ και με δεδομένη την έλλειψη σύγχρονης μηχανοργάνωσης και την επακόλουθη γραφειοκρατία, θα λέγαμε ότι είναι μία συνήθης ελεγκτική διαδικασία ενός δημόσιου φορέα ή οποία εφαρμόζεται εδώ και χρόνια.

Διασταυρώνοντας όμως τις παρατηρήσεις και τις πληροφορίες αναγνωστών μας, διαπιστώθηκε ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα σχετικά με το τι εν τέλει χαρακτηρίζεται επαγγελματική δραστηριότητα. Έτσι, σε περίπτωση που κατά τον ανωτέρω έλεγχο διαπιστωθεί ότι στον κωδικό  507 των φορολογικών δηλώσεων, ο οποίος αναφέρεται σε Εισόδημα που δεν εντάσσεται σε άλλη περίπτωση του πίνακα 4 (εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα), υπάρχει δηλωθέν εισόδημα που προέκυψε ακόμα κι από μια ευκαιριακή εργασία για την οποία εκδόθηκε απόδειξη δαπάνης,  τότε αρχίζει η περιπέτεια προσκόμισης εγγράφων που κάθε υπάλληλος απαιτεί κατά το δοκούν χωρίς να προβλέπονται από καμία διάταξη και κανένα κανονισμό. Τα δικαιολογητικά που προσκομίζονται αξιολογούνται κατά τη κρίση του κάθε υπαλλήλου και φυσικά η κρίση του καθενός ποικίλει.

Οι υπηρεσίες του ΟΑΕΕ σε πολλές περιπτώσεις δεν αποδέχονται τις εξηγήσεις και  τα προσκομιζόμενα στοιχεία,  εγγράφοντας υποχρεωτικά στα μητρώα πολίτες και πολλές φορές μάλιστα αναδρομικά σε βάθος πενταετίας. Συνέπεια αυτού η δημιουργία υποχρέωσης καταβολής εισφορών ετών και  υπέρογκων προσαυξήσεων.

Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά από τα  εισοδήματα που καταβάλλονται με απόδειξη δαπάνης:  συγγραφικά δικαιώματα, αμοιβές ελεγκτών Ανωνύμων Εταιρειών, αμοιβές ερευνητών δημοσκοπικών εταιρειών, αμοιβές επιτηρητών, αμοιβές μεταφραστών και εισηγητών σε επιμορφωτικά σεμινάρια.

Τα εισοδήματα αυτά μάλιστα μπορεί να έχουν αποκτηθεί από άνεργο, ή εργαζόμενο με πλήρη ασφάλιση στο ΙΚΑ.

Προς πληρέστερη κατανόηση παραθέτουμε το ακόλουθο παράδειγμα.

Οικονομολόγος μισθωτός σε ναυτιλιακή εταιρεία, με πλήρη ασφάλιση στο ΙΚΑ,  του ανατίθεται από τρεις διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους η μετάφραση στα Ελληνικά τριών ξενόγλωσσων βιβλίων. Η εργασία αυτή έγινε στην οικία του χωρίς καμία καθοδήγηση, στον ελεύθερο χρόνο του και ενίσχυσε το εισόδημά του κατά 3.000 €.

Η εργασία δεν θεωρείται εξηρτημένη, ενώ  παράλληλα  απαλλάσσεται από την τήρηση βιβλίων και  στοιχείων, επειδή το ποσό είναι μικρότερο των 5.000 €.

Ο ΟΑΕΕ όμως, κάνοντας χρήση του άρθρου 9 του ΠΔ 258/2005 και κατά την ανεξέλεγκτη κρίση του κάθε υπαλλήλου μπορεί να τον χαρακτηρίσει ελεύθερο επαγγελματία και να τον εγγράψει στον ΟΑΕΕ. Η συγκεκριμένη διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου αναφέρει.

Στις περιπτώσεις που από φορολογικές διατάξεις δεν υφίσταται υποχρέωση έναρξης εργασιών στη ΔΟΥ, η ασφαλιστική σχέση αρχίζει από την πραγματική άσκηση του επαγγέλματος. Σε κάθε περίπτωση η έναρξη της ασφαλιστικής σχέσης δεν μπορεί να ανατρέξει σε διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας,  από το χρονικό σημείο κατά το ο οποίο ο Οργανισμός έλαβε με οποιοδήποτε τρόπο γνώση της ασφαλιστέας δραστηριότητας.

Άξιο επισήμανσης το ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά στον ιστότοπο του ΟΑΕΕ, ούτε υπάρχει καμία εγκύκλιος ή κανονισμός,  που να αποσαφηνίζουν το θέμα και να περιγράφουν επακριβώς τις διαδικασίες ελέγχου και αντιμετώπισής του.

Πιστεύουμε λοιπόν, ότι απαιτείται άμεση αποσαφήνιση του όλου τοπίου, ώστε να πάρει τέλος οποιαδήποτε ταλαιπωρία των συμβαλλόμενων με τον Οργανισμό.

Πάντως, θεωρούμε ότι δεν αποτελεί σύμπτωση ο υπέρμετρος ζήλος από την μεριά του συγκεκριμένου φορέα για την εύρεση χρημάτων και τον περιορισμό των ελλειμμάτων του, με το διαφαινόμενο μέλλον του. Άλλωστε, πηγές του Capital.gr στη ΓΣΕΒΕΕ, αναφέρουν πως το γεγονός ότι η φορο – καταιγίδα του τελευταίου τετραμήνου του έτους συμπίπτει με τη πασιφανή πλέον αδυναμία του ΟΑΕΕ να αυξήσει τις εισπράξεις του  από τρέχουσες και παλιότερες ασφαλιστικές εισφορές θα επιδεινώσει την κρίση στον ασφαλιστικό φορέα των μικρομεσαίων καθώς θα τελειώνει το 2014.

Στο σημείο αυτό  θέλουμε να κάνουμε ξεκάθαρο, ότι το άρθρο αυτό δεν έχει σκοπό να δυναμιτίσει το ήδη τεταμένο κλίμα που έχει διαμορφωθεί στην Ελληνική κοινωνία, σχετικά με την διατήρηση ή μη της υποχρεωτικής ασφάλισης των επαγγελματιών σε κάποιον φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Άλλωστε, τα επιχειρήματα υπέρ της μίας ή της άλλης θέσης είναι πολλά και η όποια θέση είναι τελικά θέμα ερμηνειών κι ως εκ τούτο διέπεται αναγκαστικά από υποκειμενισμό.

Κόντρα στις τάσεις που διαμορφώνονται στην αγορά, που είναι από τις λίγες περιπτώσεις που μάλλον συμπίπτουν με τις προσταγές τις τρόικας, θεωρούμε ότι η δημόσια ασφάλιση πρέπει σαφώς να αναδιοργανωθεί, αλλά προπάντων να διασφαλισθεί.  Το ενδεχόμενο η ασφάλιση να καταστεί αμέσως ή εμμέσως προαιρετική κάτω από τις επικρατούσες συνθήκες και την οικονομική ασφυξία, θα δημιουργήσει στρατιές ανασφάλιστων. Είναι γεγονός πως πρόσκαιρα θα ανακουφιστούν από την υποχρέωση καταβολής εισφορών, αλλά στο μέλλον δεν θα μπορέσουν να πάρουν έστω μια μικρή σύνταξη και το κυριότερο θα είναι έξω από το σύστημα υγείας έστω με τα όποια προβλήματα του, που αντικειμενικά είναι τεράστια. Δυστυχώς, η οικονομική καταστροφή που έχουν υποστεί οι επαγγελματίες δεν τους επιτρέπει να σκεφτούν  εναλλακτικές μορφές ασφάλισης και στη προσπάθειά τους για περιορισμό εξόδων, φοβούμαστε πως δεν θα στραφούν στην ιδιωτική ασφάλιση.

Όλοι, επαγγελματικές οργανώσεις, επιμελητήρια, πολιτικά κόμματα και λοιποί φορείς πρέπει να αναλάβουν πρωτοβουλίες και από μηδενικής βάσης να σταθούν πάνω από το πρόβλημα και να βρουν λύσεις.

Ο όποιος ΟΑΕΕ πρέπει να αναμορφωθεί εκ βάθρων, με νέο πλαίσιο, νέο κανονισμό, νέους ανθρώπους, αξιοκρατική στελέχωση και διαφανής διαχείριση των εισφορών.

Βασικές προϋποθέσεις θα πρέπει να είναι η ελεύθερη από τον ασφαλισμένο επιλογή της ασφαλιστικής κλάσης, η μείωση των ισχυόντων σήμερα  ασφαλιστικών εισφορών έως και 50%, η ρύθμιση των καθυστερούμενων οφειλών σε 100 και πλέον δόσεις. Οι υφιστάμενες ρυθμίσεις απέτυχαν παταγωδώς και θα πρέπει να πάψουμε  να ακολουθούμε  αδιαμαρτύρητα όλες τις προσταγές των ξενόφερτων νομοθετών. Η Ελληνική οικονομία και η κοινωνία έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και δεν αρκεί απλή διαχείριση των τρεχόντων προβλημάτων, ακόμα κι επιτυχημένα να γίνεται,  αλλά απαιτούνται τολμηρά και προοδευτικά μέτρα. Πάντως, ένα είναι βέβαιο ότι μόνο με το μαστίγιο και τους εισαγγελείς δεν γίνεται εξυγίανση.

Είναι κατανοητό ότι όλα προϋποθέτουν την εύρεση πόρων, αλλά ακόμα κι αν το κενό καλυφθεί από τους μικροεπαγγελματίες αυτό δεν θα είναι μελλοντικά βιώσιμο. Πρέπει οι νόμοι να λαμβάνουν επιτέλους υπόψη τη φοροδοτική και εισφοροδοτική ικανότητα των πολιτών και εν συνεχεία να εφαρμόζονται. Το κράτος που με τις ευλογίες του δημιούργησε στο παρελθόν στρατιές από ασυνεπείς νεόπλουτους, δεν μπορεί να συντηρείται με την αφαίμαξη νοικοκυραίων νεόπτωχων που το ίδιο δημιουργεί στο παρόν. Η πολιτεία πρέπει να σταθεί αρωγός, σε αυτούς νοικοκυραίους, αν όχι με χρήματα γιατί όντως δεν τα έχει, με πρόγραμμα και κατεύθυνση προς αποδοτικές δραστηριότητες, με υποδομές, με ρεαλιστική και σταθερή φορολογική νομοθεσία και με εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και των υπηρεσιών.

Έστω στο παρά πέντε, κάτι που δυστυχώς μπορεί να διατυπωθεί ως ευχή κι ούτε καν ως προτροπή, τα πολιτικά κόμματα ας αφήσουν στην άκρη τα πρόσκαιρα μικροπολιτικά οφέλη και να προχωρήσουν άμεσα και από κοινού στην ανασύσταση των ασφαλιστικών ταμείων, πριν γεμίσει ή κοινωνία μας επαίτες και ανασφάλιστους χωρίς καμία πρόσβαση στην περίθαλψη.  Η Αμερικάνικη λογική, κάτι που δεν προβάλλεται έντονα, δημιούργησε γκέτο με εξαθλιωμένους που αδυνατούν  να γευτούν τις προόδους της ιατρικής επιστήμης, στην πιο ανεπτυγμένη χώρα της υφηλίου. Κι αν η Αμερικανική κοινωνία, σε μία αχανή χώρα με έντονες ανομοιογένειες, είναι εξοικειωμένη με την έννοια των πολιτών β’ κατηγορίας, εμείς άραγε ένα μικρό ομοιογενές έθνος μπορούμε να εξοικειωθούμε;


Διπλασιασμός Φόρου έστω και μία μέρα καθυστέρησης πληρωμής του

Του Γιώργου Δαλιάνη,
με τη συνεργασία της Μαρίας Πουρνιά.

Ο νόμος 4174/2013 είναι ο νέος Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, στον οποίο μεταξύ των άλλων προσδιορίζονται τα πρόστιμα και οι τόκοι που επιβάλλονται σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής ή καθυστερημένης καταβολής των φόρων. Σε γενικές γραμμές πρόκειται για έναν νόμο, ο οποίος προσπαθεί να περιλάβει τεχνικές και μεθοδολογίες ελέγχου πιο σύγχρονες, από όσες περιλαμβάνονταν στην προϊσχύουσα νομοθεσία. Δυστυχώς όμως, αντί να αποτελέσει το εφαλτήριο της συστηματικής καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, οι όποιες θετικές αλλαγές που έχει επιφέρει επισκιάζονται από σειρά δρακόντειων μέτρων, με κύριο χαρακτηριστικό την αμετροέπεια σε ό,τι αφορά τη δυσανάλογη αυστηρότητα ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Στο δέκατο κεφάλαιο του νόμου και συγκεκριμένα στα άρθρα 53, 54, 57, 58 και 59 περιγράφονται τα πρόστιμα και οι τόκοι σε περίπτωση καθυστέρησης στην υποβολή δηλώσεων φόρου, αλλά και στην απόδοση του φόρου που προκύπτει. Τα εν λόγω άρθρα μάλιστα, πριν τις τροποποιήσεις που υπέστησαν, προέβλεπαν ακόμη πιο εξοντωτικά πρόστιμα από την υφιστάμενη μορφή τους. Μετά την γενικευμένη αναστάτωση και την μαζική κατακραυγή που προκάλεσαν στα τέλη του 2013, η κυβέρνηση αποφάσισε να προβεί σε τροποποιήσεις με τους νόμους 4223/2013 και 4254/2014. Στην πλειονότητα των άρθρων υπήρξαν σημαντικές αλλαγές – ελαφρύνσεις, αν και το πόσο είναι εφικτό στις μέρες μας να αποδώσει μία εταιρεία 500€ για εκπρόθεσμη δήλωση αποτελεί μεγάλο ερωτηματικό. Σε ό,τι αφορά όμως το άρθρο 59, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική αλλαγή. Επιπρόσθετα, το Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε ερμηνευτικές εγκυκλίους για την πλειονότητα των άρθρων πλην του συγκεκριμένου άρθρου .

Ως προς τι όμως ο προβληματισμός; Η υφιστάμενη διατύπωση του άρθρου 59 αναφέρει:

«Ο υπόχρεος απόδοσης παρακρατηθέντος φόρου, ο οποίος δεν απέδωσε το φόρο αυτόν εντός της νόμιμης προθεσμίας προς πληρωμή, υπόκειται σε πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που δεν αποδόθηκε.»

Για την πληρέστερη κατανόηση της έκτασης του προβλήματος θα κάνουμε αναφορά στο Τέταρτο Μέρος του Ν.4172/2013 όπου περιλαμβάνονται τα άρθρα 59 έως 64 και αφορούν την παρακράτηση φόρου.

Συγκεκριμένα:

Παράγραφος 2 Άρθρου 59 του Ν.4172/2013

«2. Το πρόσωπο, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, το οποίο καταβάλλει εισόδημα για μισθωτή εργασία σύμφωνα με το άρθρο 12, φέρει την ευθύνη παρακράτησης φόρου και απόδοσής του στο κράτος. Εάν δεν διενεργείται παρακράτηση, ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει το φόρο που δεν παρακρατήθηκε, καθώς και τυχόν πρόστιμα και ποινές που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία.»

Παράγραφος 1 Άρθρου 60 του Ν.4172/2013

«1. Το μηνιαίο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις, συμπεριλαμβανομένων των παροχών σε είδος, των ημερομισθίων και των εφάπαξ παροχών, υπόκειται σε παρακράτηση φόρου με βάση την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15 και του άρθρου 16 μετά από προηγούμενη αναγωγή του σε ετήσιο.»

Υποσημείωση η παρακράτηση επί των παροχών σε είδος έχει ανασταλεί για τη χρήση 2014.

Παράγραφος 6 Άρθρου 60 του Ν.4172/2013

«6. Ο φόρος που παρακρατείται σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους αποδίδεται το αργότερο μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής του υποκείμενου σε παρακράτηση εισοδήματος..»

Παράγραφος 1 Άρθρου 62 του Ν.4172/2013

«1. Οι ακόλουθες πληρωμές υπόκειται σε παρακράτηση φόρου::

α) μερίσματα, β) τόκοι, γ) δικαιώματα (royalties), δ) αμοιβές για τεχνικές υπηρεσίες,

αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές υπηρεσίες και άλλες αμοιβές για παρόμοιες υπηρεσίες, ανεξαρτήτως εάν έχουν παρασχεθεί στην Ελλάδα, όταν ο λήπτης της αμοιβής είναι φυσικό πρόσωπο,

ε) το ασφάλισμα που καταβάλλεται εφάπαξ ή με τη μορφή περιοδικά καταβαλλόμενης παροχής στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων,
στ) η υπεραξία που αποκτά φυσικό πρόσωπο από μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 41 εκτός της περίπτωσης του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 και της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 6 του άρθρου 41.»

Σημαντική επισήμανση: Τα πρόστιμα του άρθρου 59 δεν επιβάλλονται για καθυστέρηση απόδοσης ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος των επιχειρήσεων.

Με απλά λόγια ο νόμος ορίζει ότι αν επιχείρηση δεν πληρώσει, όχι δεν υποβάλει, εμπρόθεσμα έναν παρακρατούμενο φόρο αυτός διπλασιάζεται.

Μας είχε προβληματίσει ιδιαίτερα ποια ήταν η ουσία της αλλαγής μίας λέξης κατά την τροποποίηση του νόμου, που ενώ αρχικά όριζε στο εν λόγω άρθρο ότι «στον υπόχρεο επιβάλλεται πρόστιμο», στην συνέχεια όριζε ότι «ο υπόχρεος υπόκειται σε πρόστιμο». Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά την υποβολή δηλώσεων παρακρατούμενων φόρων στη Γενική Γραμματεία, σε σχετικό εμφανιζόμενο μήνυμα δεν γίνεται αναφορά στο άρθρο 59, άφηνε περιθώρια να ερμηνευτεί ότι ίσως τελικά σχετικά πρόστιμα να βεβαιώνονταν ύστερα από έλεγχο. Όμως, η καθημερινή πρακτική στις εφορίες αλλά και οι απαντήσεις από το υπουργείο οικονομικών σε σχετικές ερωτήσεις δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Το πρόστιμο επιβάλλεται κανονικά και είναι λάθος της Γενικής Γραμματείας που δεν γίνεται σχετική αναφορά. Επισημαίνεται βέβαια ότι δεν ισχύει σε καμία περίπτωση για εισοδήματα που αφορούν την χρήση του 2013.

Ως λόγος για το ότι δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη ερμηνευτική εγκύκλιος, προβάλλεται η προσπάθεια να πειστεί τρόικα ότι το πρόστιμο είναι παράλογο και πρέπει να αποσυρθεί η σχετική διάταξη του άρθρου 59.

Στη συνέχει παραθέτουμε ενδεικτικό παράδειγμα:

Η εταιρεία Α μετά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας για τον μήνα Ιανουάριο υποχρεούται να αποδώσει την παρακράτηση του φόρου μισθωτών υπηρεσιών ύψους 10.000 ευρώ μέσα σε δύο μήνες δηλαδή έως 31 Μαρτίου. Η εταιρεία αν και υπέβαλε κανονικά τη δήλωση του φόρου, λόγω οικονομικών δυσχερειών δεν αποδίδει εμπρόθεσμα τον φόρο και εξοφλεί την υποχρέωση της μετά από έξι μήνες, δηλαδή την 30 Σεπτεμβρίου. Τα πρόστιμα που θα πρέπει να επιβληθούν, αν μπορεί να το καταγράψει η Γενική Γραμματεία, είναι τα εξής :

Τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής με βάση το άρθρο 53

10.000,00 Χ 8,51% Χ6/12=425,50 €

Πρόστιμο με βάση το άρθρο 57 μη καταβολή του φόρου από δύο μήνες έως ένα χρόνο 10%

10.000,00 Χ 10% = 1.000,00 €

Διπλασιασμός του πόσου του παρακρατούμενου φόρου με βάση το άρθρο 59

10.000,00 Χ 100% = 10.000,00 €

Βέβαια, βάσειτης παρ.6 του άρθρου 62 του ν.4174/2013 αν για την ίδια παράβαση επιβληθούν περισσότερα πρόστιμα υπερισχύει το μεγαλύτερο κι έτσι το συνολικό πρόστιμο περιορίζεται στις 10.000€ πλέον τους τόκους 425,50€.

Στην περίπτωση του παραδείγματος μας η επιχείρηση λόγω της αδυναμίας της να αποδώσει τον φόρο θα αναγκαστεί να πληρώσει τελικά διπλάσιο ποσό.

Επειδή όμως ο παρακρατούμενος φόρος μπορεί να αποδοθεί έως το τέλους του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία πληρωμής της υποχρέωσης, στο ίδιο παράδειγμα μπορούμε να οδηγηθούμε στο εξής φαιδρό αποτέλεσμα.

Η εταιρεία έστω δεν εξόφλησε τις αμοιβές του Ιανουαρίου στο προσωπικό της μέχρι την 31 Ιανουαρίου, αλλά καθυστέρησε για έξι ολόκληρους μήνες την καταβολή τους, τότε η υποχρέωση της απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου θα ήταν η 30η Σεπτεμβρίου και φυσικά δεν θα καταλογιζόταν το παραπάνω πρόστιμο.

Χρησιμοποιούμε ως παράδειγμα τον παρακρατούμενο Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών στον οποίο υπόκεινται οι αμοιβές των εργαζομένων, για να γίνει έντονα αντιληπτό το παράλογο του νόμου, αν και η Γενική Γραμματεία επισημαίνεται πως δεν καταλογίζει, άμεσα τουλάχιστον, το πρόστιμο. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα η απόδoση φόρου τόκων ή δικαιωμάτων κλπ, οι οποίοι υποβάλλονται στην εφορία και όχι μέσω TAXIS και το πρόστιμο του άρθρου 59 βεβαιώνεται αμέσως.

Μπορεί η κάθε Τρόικα να μη θεωρεί λογικό ότι ένας φόρος που παρακρατείται και απομειώνει με λίγα λόγια μία υποχρέωση προς τρίτο, να μην αποδίδεται στην ώρα του, αλλά διερωτόμαστε έχουν ληφθεί υπόψη οι γενικότερες οικονομικές συνθήκες, οι ιδιαιτερότητες του επιχειρηματικού περιβάλλοντος του ευρωπαϊκού νότου αλλά και οι συνέπειες που μπορούν όλα αυτά να έχουν; Ακόμα πιο απλά έχει ληφθεί υπόψη η πιθανότητα απλώς του ανθρώπινου λάθους κατά τη λογιστικοποίηση ενός παρακρατούμενου φόρου;

Ποια είναι η λύση; Να πληρώνονται προμηθευτές ή ακόμα κι εργαζόμενοι μήνες μετά, ώστε πρώτα να έχουν εξασφαλίσει οι εταιρείες την δυνατότητα πληρωμής των παρακρατούμενων επί αυτών των αμοιβών φόρων;

Να αποκτήσουν μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις οργανωμένα εσωτερικά λογιστήρια με στελέχωση και μηχανογραφικά συστήματα για τον περιορισμό των πιθανοτήτων ανθρώπινων λαθών και παραλήψεων;

Κι αν τελικά ο θάνατος του έλληνα εμποράκου κατά παράφραση του αριστουργήματος του Άρθουρ Άσερ Μίλερ, ο θάνατος δηλαδή της υπάρχουσας ελληνικής επιχειρηματικότητας δεν είναι μία παράπλευρη απώλεια αλλά στρατηγική, η ελληνική πολιτεία έχει ένα οργανωμένο σχέδιο μετάβασης από το επιχειρηματικό μοντέλο των οικογενειακών επιχειρήσεων, που αποτελούν τον πυρήνα της εθνικής μας οικονομίας, σε οργανωμένες μεγάλες επιχειρήσεις; Κι αν της το επιβάλλουν και δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, να το κατανοήσουμε, στρατηγική όμως γιατί δεν έχει;

Ένα είναι βέβαιο ότι βάζοντας δυσβάσταχτα πρόστιμα δεν πρόκειται να εισπραχθούν ούτε οι κύριοι φόροι, θα μεγαλώνουν οι οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία, θα μένουν απλήρωτοι υπάλληλοι πριν να απολυθούν οριστικά και ένας φαύλος κύκλος θα βαθαίνει διαρκώς την ύφεση της ελληνικής οικονομίας. Καιρός να αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες που του αναλογούν. Η κοινωνική έκρηξη πολύ φοβούμαστε ότι είναι προ πυλών, μόνο που οι τροϊκανοί θα είναι στις πατρίδες τους και εμείς εδώ θα προσπαθούμε να μαζέψουμε τα ασυμμάζευτα.


Νέα συνεργασία της ARTION Α.Ε. με το ξενοδοχείο President

President Hotel AthensΕίμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι, για την έναρξη συνεργασίας με το Ξενοδοχείο President.

Τα έμπειρα και εξειδικευμένα στελέχη της ARTION Α.Ε., θα μεταφέρουν την τεχνογνωσία και την πολύχρονη εμπειρία μας, στα στελέχη και τη Διοίκηση της ξενοδοχειακής επιχείρησης.

Πιστεύουμε ότι θα προσθέσουμε στο ενεργητικό μας μια ακόμη επιτυχημένη συνεργασία.


Ο φόρος εισοδήματος βαρύνει ξεχωριστά τους συζύγους

Του Γιώργου Δαλιάνη

Οι σύζυγοι κατά τη διάρκεια του γάμου υποχρεούνται να υποβάλλουν κοινή δήλωση για τα εισοδήματά τους, στα οποία όμως ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν υπολογίζονται χωριστά στο εισόδημα καθενός συζύγου. Επιπρόσθετα, οι τυχόν ζημίες του ενός συζύγου, δεν δύναται να συμψηφιστούν με τα εισοδήματα του άλλου.

Σε ό,τι  αφορά την υποβολή δήλωσης εισοδήματος, υπόχρεος είναι ο σύζυγος για τα εισοδήματα της συζύγου, σύμφωνα με το άρθρο 67 ν.4172/2013. Ο φόρος εισοδήματος, που προκύπτει από την εκκαθάριση βεβαιώνεται στο όνομα του συζύγου, η ευθύνη όμως για την καταβολή της οφειλής, που αναλογεί στα εισοδήματα του καθενός, βαρύνει κάθε σύζυγο χωριστά. Αν με αίτηση του ενός συζύγου ζητηθεί ο διαχωρισμός της οφειλής που προκύπτει από την κοινή δήλωση, ο αρμόδιος προϊστάμενος της ΔΟΥ, υποχρεούται να διαχωρίσει το ποσό της οφειλής. Το έγγραφο του διαχωρισμού της οφειλής αποτελεί νόμιμο τίτλο, η ισχύς του οποίου ανάγεται στο χρόνο που έγινε η βεβαίωση του ολικού ποσού της οφειλής.

Δυστυχώς, στις περισσότερες των περιπτώσεων παρατηρείται το ανησυχητικό φαινόμενο, οι προϊστάμενοι των δικαστικών τμημάτων των Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.), χωρίς κανένα έλεγχο και με ελαφρά τη καρδία να προβαίνουν σε κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων (καταθέσεις, ακίνητα) του άλλου και μη ευθυνόμενου συζύγου. Αυτό έχει ως επακόλουθο, οι φορολογούμενοι να εξωθούνται να ακολουθήσουν τη χρονοβόρα και κοστοβόρα δικαστική οδό, υποβαλλόμενοι σε μακρόχρονη ταλαιπωρία, χωρίς μάλιστα καμία υπαιτιότητα. Πόσο μάλλον όταν το ανεπίτρεπτο της αναγκαστικής κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων του ενός συζύγου για την είσπραξη οφειλής από το φόρο εισοδήματος του άλλου συζύγου, έχει ήδη κριθεί και από τα Ελληνικά Δικαστήρια (Απόφ.15693/05 Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθήνας).

Επίσης, παράνομη και καταχρηστική είναι κι η άρνηση έκδοσης φορολογικής ενημερότητας σε φορολογούμενο, επειδή ο/η σύζυγός του οφείλει στο Δημόσιο φόρο εισοδήματος από κοινή δήλωση ή λόγω του ότι υπάρχουν οφειλές, οι οποίες έχουν προκύψει από άλλες πηγές, όπως για παράδειγμα εταιρικά χρέη.

Ένα ακόμα σύνηθες σημείο τριβής μεταξύ φορολογούμενων και Δ.Ο.Υ. είναι η άρνηση των υπηρεσιών να παραλάβουν δηλώσεις των ευρισκόμενων σε διάσταση συζύγων (εγκύκλιος ΠΟΛ.1042/9.3.2006). Επίσης, αν κι έχουν εκδοθεί πλήθος διοικητικών λύσεων που υποχρεώνουν τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες να χορηγούν αντίγραφα των κοινών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και ακινήτων στις σε διάσταση ευρισκόμενες συζύγους, παρ’ όλα αυτά οι αρχές το χορηγούν με πολύ δυσκολία.

Για τη συγγραφή αυτού του άρθρου, έγινε χρήση μιας εμπεριστατωμένης και καλά τεκμηριωμένης μελέτης του τ. Εφέτη των Διοικητικών Δικαστηρίων Αθήνας, Αθανασίου Ν. Πρέζα.

ARTION Φορολογικές Λογιστικές Συμβουλευτικές Λογιστικό Γραφείο


Ν.4174 / 2013

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4174 Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις


ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4174
Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις.

(ΦΕΚ Α’ 170/26-07-2013)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:


Αρθρο 1. Γενικά

Αρθρο 1. Γενικά – Κείμενο νόμου

Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (εφεξής «ο Κώδικας») καθορίζει τη διαδικασία προσδιορισμού και είσπραξης των εσόδων του Δημοσίου, που ορίζονται στο άρθρο 2, καθώς και τις διοικητικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία, η οποία ρυθμίζει τα έσοδα αυτά.


Αρθρο 2.

Αρθρο 2. – Κείμενο νόμου
1. Οι διατάξεις του Κώδικα ισχύουν για τα εξής δημόσια έσοδα:
α. Φόρο Εισοδήματος.
β. Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.).
γ. Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.).
δ. Φόρο Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια.
ε. Φόρους, τέλη, εισφορές ή χρηματικές κυρώσεις που αναφέρονται στο Παράρτημα του Κώδικα και κάθε άλλο φόρο, τέλος, εισφορά ή χρηματική κύρωση για τη βεβαίωση ή είσπραξη των οποίων, κατά την έναρξη ισχύος του Κώδικα, εφαρμόζονται ανάλογα οι αντίστοιχες διατάξεις των φορολογιών των περιπτώσεων α’ και β’ .
στ. Χρηματικές κυρώσεις και τόκους, οι οποίοι προβλέπονται από τον Κώδικα.


Αρθρο 3. Ορισμοί

Αρθρο 3. Ορισμοί – Κείμενο νόμου

Για τους σκοπούς του Κώδικα, ισχύουν οι έννοιες των όρων, όπως εκάστοτε ορίζονται στην κείμενη νομοθεσία, εκτός αν τους αποδίδεται ρητώς διαφορετική έννοια στον Κώδικα. Οι παρακάτω ορισμοί ισχύουν για τους σκοπούς του Κώδικα:
α) ως «φορολογούμενος» νοείται:
αα. κάθε πρόσωπο που υποχρεούται να καταβάλλει φόρο, τέλος, εισφορά ή χρηματική κύρωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα ή έχει οποιαδήποτε άλλη φορολογική υποχρέωση ή
ββ. κάθε πρόσωπο που υποχρεούται να παρακρατεί φόρους και να τους αποδίδει στη Φορολογική Διοίκηση•
β) ως «πρόσωπο» νοείται: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και κάθε είδους νομική οντότητα•
γ) ως «νομικό πρόσωπο» νοείται: κάθε επιχείρηση ή εταιρεία με νομική προσωπικότητα ή και κάθε ένωση επιχειρήσεων ή εταιρειών με νομική προσωπικότητα•
δ) ως «νομική οντότητα» νοείται: κάθε μόρφωμα εταιρικής ή μη οργάνωσης και κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα που δεν είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όπως ιδίως συνεταιρισμός, οργανισμός, υπεράκτια ή εξωχώρια εταιρεία, κάθε μορφής εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεων, κάθε μορφής καταπίστευμα ή εμπίστευμα ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφής ίδρυμα, σωματείο ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφή προσωπικής επιχείρησης ή οποιαδήποτε οντότητα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε μορφής κοινή επιχείρηση, κάθε μορφής εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίου ή περιουσίας ή διαθήκης ή κληρονομίας ή κληροδοσίας ή δωρεάς, κάθε φύσης κοινοπραξία, κάθε μορφής εταιρεία αστικού δικαίου, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες, κοινωνίες αστικού δικαίου•
ε) ως «νόμιμη προθεσμία καταβολής» νοείται: το χρονικό διάστημα εντός του οποίου καταβάλλονται οι φόροι και τα πρόστιμα, όπως προβλέπεται στο νόμο που επιβάλλει την αντίστοιχη φορολογία και στις διατάξεις του Κώδικα, ενώ ως «ληξιπρόθεσμα» νοούνται οι φόροι και τα πρόστιμα μετά την παρέλευση του ανωτέρου χρονικού διαστήματος.
στ) ως «Φορολογική Διοίκηση» νοείται: η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων•
ζ) ως «Γενικός Γραμματέας» νοείται: ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων•
η) ως «Υπουργός» νοείται ο Υπουργός Οικονομικών•
θ) ως «φορολογικός κάτοικος» νοείται οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρείται φορολογικός κάτοικος, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.


Αρθρο 4. Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων, ανάθεση καθηκόντων και εξουσιοδότηση υπογραφής

Αρθρο 4. Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων, ανάθεση καθηκόντων και εξουσιοδότηση υπογραφής – Κείμενο νόμου

1. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται, με απόφασή του, να μεταβιβάζει αρμοδιότητες και να αναθέτει τα καθήκοντά του ή της Φορολογικής Διοίκησης, σύμφωνα με τον Κώδικα και την κείμενη νομοθεσία σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης.
Επίσης, δύναται, με απόφασή του, να εξουσιοδοτεί ιεραρχικά υφιστάμενό του όργανα να υπογράφουν, με εντολή του, πράξεις ή άλλα έγγραφα της αρμοδιότητάς του.
Η άσκηση της αρμοδιότητας που μεταβιβάστηκε και η εξουσιοδότηση υπογραφής μπορεί, σύμφωνα με την απόφαση του Γενικού Γραμματέα, να αφορά περισσότερα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης.

2. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να τροποποιεί εν όλω ή εν μέρει την απόφαση του για μεταβίβαση αρμοδιότητας ανάθεση καθήκοντος και εξουσιοδότηση υπογραφής κατά το παρόν άρθρο.


Αρθρο 5

Αρθρο 5. – Κείμενο νόμου

1. Η κοινοποίηση πράξεων που εκδίδει, σύμφωνα με τον Κώδικα, η Φορολογική Διοίκηση προς φορολογούμενο ή άλλο πρόσωπο, γίνεται εγγράφως ή ηλεκτρονικώς.

2. Εάν η πράξη αφορά φυσικό πρόσωπο, η κοινοποίηση συντελείται εφόσον:
α) κοινοποιηθεί ηλεκτρονικά, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ν. 3979/2011 ή στο λογαριασμό του εν λόγω προσώπου ή του νομίμου αντιπροσώπου του ή του φορολογικού εκπροσώπου του στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης, την οποία ακολουθεί ηλεκτρονική ειδοποίηση στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του,
β) αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δηλωθείσα ταχυδρομική διεύθυνση κατοικίας ή επαγγελματικής εγκατάστασης του εν λόγω προσώπου, ή
γ) επιδοθεί στο εν λόγω πρόσωπο, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μόνο εφόσον δεν είναι δυνατή η επίδοση με άλλον τρόπο. Η κοινοποίηση σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, κατά το προηγούμενο εδάφιο, θεωρείται νόμιμη, εφόσον γίνει στην τελευταία δηλωθείσα στη Φορολογική Διοίκηση διεύθυνση κατοικίας ή επαγγελματικής εγκατάστασης του εν λόγω προσώπου.

3. Εάν η πράξη αφορά νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, η κοινοποίηση συντελείται εφόσον:
α) κοινοποιηθεί ηλεκτρονικά σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ν. 3979/2011 ή στο λογαριασμό του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας ή του νομίμου εκπροσώπου ή του φορολογικού εκπροσώπου τους στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης, την οποία ακολουθεί ηλεκτρονική ειδοποίηση στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του, ή
β) παραδοθεί στην έδρα ή εγκατάσταση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας στην Ελλάδα, με υπογεγραμμένη απόδειξη παραλαβής από υπάλληλο ή νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, ή
γ) αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δηλωθείσα ταχυδρομική διεύθυνση της έδρας ή της εγκατάστασης του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας, ή
δ) επιδοθεί κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μόνο εφόσον δεν είναι δυνατή η επίδοση με άλλον τρόπο. Η κοινοποίηση σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας κατά το προηγούμενο εδάφιο θεωρείται νόμιμη, εφόσον γίνει στην τελευταία δηλωθείσα στη Φορολογική Διοίκηση διεύθυνση της έδρας ή της εγκατάστασης του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας ή της κατοικίας του τελευταίου δηλωθέντα στη Φορολογική Διοίκηση νόμιμου ή φορολογικού εκπροσώπου. Η νομιμότητα της κοινοποίησης δεν θίγεται στην περίπτωση παραίτησης των προσώπων του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον κατά το χρόνο της κοινοποίησης, δεν είχε γνωστοποιηθεί στη φορολογική διοίκηση ο διορισμός νέου νομίμου ή φορολογικού εκπροσώπου.

4. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα έγγραφα που έχουν πληροφοριακό χαρακτήρα ή πράξεις προσδιορισμού φόρου του άρθρου 32 του παρόντος Κώδικα μπορούν να κοινοποιούνται με απλή επιστολή.

5. Πράξη που αποστέλλεται με συστημένη επιστολή θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα αποστολής, εάν η ταχυδρομική διεύθυνση του παραλήπτη κατά τα ανωτέρω βρίσκεται στην Ελλάδα. Σε περίπτωση που η ταχυδρομική διεύθυνση είναι εκτός Ελλάδας, η πράξη θεωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί νομίμως μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημέρα αποστολής της συστημένης επιστολής. Σε περίπτωση που η επιστολή δεν παραδοθεί και δεν κοινοποιηθεί στον φορολογούμενο ή στον εκπρόσωπό του για οποιονδήποτε λόγο, η Φορολογική Διοίκηση ζητά από την ταχυδρομική υπηρεσία την επιστροφή αυτής με συνοδευτικό κείμενο, στο οποίο περιλαμβάνονται οι ακόλουθες πληροφορίες:
α) η ημερομηνία, κατά την οποία η συστημένη επιστολή προσκομίσθηκε και παρουσιάστηκε στην ως άνω διεύθυνση και
β) ο λόγος για τη μη κοινοποίηση ή τη μη βεβαίωση της κοινοποίησης. Η Φορολογική Διοίκηση μεριμνά, προκειμένου αντίγραφο της συστημένης επιστολής να βρίσκεται στη διάθεση της αρμόδιας υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης και να μπορεί αυτή να παραδοθεί στον φορολογούμενο ή εκπρόσωπό του οποιαδήποτε στιγμή και αδαπάνως.

6. Στις περιπτώσεις της ηλεκτρονικής κοινοποίησης στο λογαριασμό φυσικού, νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση α’ των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος, η πράξη θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δέκα ημερών από την ανάρτησή της στο λογαριασμό του προσώπου το οποίο αφορά η επίδοση και την ηλεκτρονική ειδοποίησή του στη δηλωθείσα διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του, εφόσον δεν προκύπτει προγενέστερος χρόνος παραλαβής της. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ηλεκτρονικής κοινοποίησης και ιδίως τα σχετικά με την επικαιροποίηση των στοιχείων ηλεκτρονικής επικοινωνίας των φορολογουμένων, το σημείο ανάρτησης στο λογαριασμό της κοινοποιούμενης πράξης, ο τρόπος πιστοποίησης των ηλεκτρονικών ιχνών παραλαβής, η δημιουργία πιστοποιητικού παραλαβής και τα στοιχεία της ηλεκτρονικής ειδοποίησης.

7. Εάν κανένας από τους τρόπους κοινοποίησης που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 δεν μπορεί να λάβει χώρα, τότε κοινοποίηση πράξης η οποία αφορά τη φορολογία ακινήτων, είναι δυνατόν να συντελεσθεί με επίδοση στον ίδιο ή σε οποιοδήποτε ενήλικο φυσικό πρόσωπο που έχει έννομη σχέση με τον κύριο ή επικαρπωτή του ακινήτου και είναι παρόν στο ακίνητο ή με θυροκόλληση της πράξης στο ακίνητο.


Αρθρο 6. Έντυπα

Αρθρο 6. Έντυπα – Κείμενο νόμου

1. Ο Γενικός Γραμματέας, με απόφασή του καθορίζει τον τύπο και το περιεχόμενο των εντύπων, υπεύθυνων δηλώσεων, δηλώσεων, πινάκων και άλλων εγγράφων που υποβάλλει ο φορολογούμενος.

2. Η Φορολογική Διοίκηση θέτει τα έγγραφα που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στη διάθεση του κοινού, δωρεάν, ηλεκτρονικά, ταχυδρομικά ή στις κατά τόπους υπηρεσίες της.


Αρθρο 7. Προθεσμίες

Αρθρο 7. Προθεσμίες – Κείμενο νόμου

1. Εάν η εκπνοή προθεσμίας για την άσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση υποχρέωσης, όπως ορίζεται από τη φορολογική νομοθεσία, συμπίπτει με επίσημη αργία, Σάββατο ή Κυριακή, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την αμέσως επόμενη ημέρα, κατά την οποία η Φορολογική Διοίκηση λειτουργεί για το κοινό.

2. Δήλωση, προσφυγή ή άλλο έγγραφο που υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση λογίζεται ότι υποβλήθηκε στην ημερομηνία που κατατίθεται και πρωτοκολλείται από τη Φορολογική Διοίκηση ή, εφόσον αποσταλεί ταχυδρομικώς, την ημερομηνία σήμανσης με ταχυδρομική σφραγίδα ή, στην περίπτωση ηλεκτρονικής υποβολής, την ημερομηνία παραλαβής από το πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης.

 


Αρθρο 8. Φορολογικός εκπρόσωπος

Αρθρο 8. Φορολογικός εκπρόσωπος – Κείμενο νόμου

1. Φορολογούμενος που δεν διαθέτει ταχυδρομική διεύθυνση στην Ελλάδα, υποχρεούται να ορίσει εκπρόσωπο με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, για σκοπούς συμμόρφωσης με τις τυπικές υποχρεώσεις, σύμφωνα με τον Κώδικα. Ο Γενικός Γραμματέας με απόφασή του καθορίζει τις αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.

2. Εξαιρετικά, για την εκπροσώπηση, για σκοπούς του Φ.Π.Α., φορολογουμένου, ο οποίος δεν έχει ταχυδρομική διεύθυνση στην Ελλάδα, ισχύουν οι ειδικές διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α.


Αρθρο 9. Ερμηνευτικές Εγκύκλιοι και Οδηγίες

Αρθρο 9. Ερμηνευτικές Εγκύκλιοι και Οδηγίες – Κείμενο νόμου

1. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να εκδίδει ερμηνευτικές εγκυκλίους, καθώς και Οδηγίες για την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας. Οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι δημοσιεύονται στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών και ισχύουν από τη δημοσίευσή τους.

2. Οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι είναι δεσμευτικές για τη Φορολογική Διοίκηση, έως ότου ανακληθούν ρητά ή τροποποιηθούν, λόγω αλλαγής της νομοθεσίας.

3. Οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι δεν είναι δεσμευτικές για τους φορολογούμενους

4. Απαντήσεις που παρέχονται ή απόψεις που διατυπώνονται από υπάλληλο της Φορολογικής Διοίκησης σχετικά με την ερμηνεία της φορολογικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τη Φορολογική Διοίκηση, εκτός από τις περιπτώσεις, στις οποίες αυτό προβλέπεται στον Κώδικα.

5. Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος ακολούθησε τις εγκυκλίους της φορολογικής διοίκησης αναφορικά με τη φορολογική του υποχρέωση, δεν του επιβάλλεται πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης.


Αρθρο 10. Εγγραφή στο φορολογικό μητρώο

Αρθρο 10. Εγγραφή στο φορολογικό μητρώο – Κείμενο νόμου

1. Κάθε πρόσωπο που πρόκειται να ασκήσει δραστηριότητες επιχειρηματικού περιεχομένου ή να καταστεί υπόχρεο σε καταβολή ή παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία ή σε υποβολή οποιασδήποτε δήλωσης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα υποβάλλει δήλωση εγγραφής στο φορολογικό μητρώο κατά τον τρόπο και το χρόνο που ορίζεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα. Με όμοια απόφαση είναι δυνατόν να ορίζονται άλλες κατηγορίες προσώπων, για τις οποίες απαιτείται εγγραφή στο φορολογικό μητρώο.

2. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να απαιτήσει εγγύηση από οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα υποβάλλει δήλωση εγγραφής στο φορολογικό μητρώο, εάν μέτοχος ή εταίρος του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας που υποβάλλει τη δήλωση υπήρξε κατά τα τελευταία πέντε (5), πριν από την υποβολή της, έτη, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, ή νόμιμος εκπρόσωπος άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας ή ήταν «συνδεδεμένο πρόσωπο» κατά το άρθρο 2 του Κ.Φ.Ε. με άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, που πτώχευσαν ή κατέστησαν αφερέγγυα και η πτώχευση ή αφερεγγυότητα είχε ως αποτέλεσμα τη μη είσπραξη ή διακινδύνευση είσπραξης από τη Φορολογική Διοίκηση ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.

3. Η εγγύηση, σύμφωνα με την παράγραφο 2, απαιτείται μόνο μετά από αιτιολογημένη έκθεση της Φορολογικής Διοίκησης, από την οποία προκύπτει, ότι οι εργασίες του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας που υποβάλλει τη δήλωση εγγραφής θέτουν άμεσο κίνδυνο πρόκλησης ζημίας από τη μη είσπραξη μελλοντικών φόρων. Η Φορολογική Διοίκηση οφείλει, εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παραλαβή της δήλωσης, να κοινοποιεί στο νομικό πρόσωπο ή στη νομική οντότητα που υποβάλλει τη δήλωση, την απαίτηση για παροχή εγγύησης μαζί με τη σχετική έκθεση. Στην περίπτωση αυτή η εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ολοκληρώνεται μόνο μετά την παροχή της αιτηθείσας εγγύησης. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζονται το είδος, η διάρκεια, το ύψος της εγγύησης και το περιεχόμενο της έκθεσης.

4. Ο φορολογούμενος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, υποχρεούται να ενημερώνει εγγράφως τη Φορολογική Διοίκηση εντός δέκα (10) ημερών για μεταβολές στην επωνυμία, το διακριτικό τίτλο, τη διεύθυνση κατοικίας ή τη διεύθυνση των επαγγελματικών εγκαταστάσεων, την έδρα, το αντικείμενο της δραστηριότητας, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς και τις λοιπές πληροφορίες που παρασχέθηκαν κατά το χρόνο της εγγραφής. Ο φορολογούμενος δεν μπορεί να επικαλείται έναντι της Φορολογικής Διοίκησης τις μεταβολές του προηγούμενου εδαφίου, μέχρι το χρόνο ενημέρωσής της. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται ο τρόπος ενημέρωσης και οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.

5. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος ή ο υπόχρεος, του άρθρου αυτού, παραλείψει να εγγραφεί, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής και παρακράτησης των φόρων και από τις λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις.


Αρθρο 11. Αριθμός φορολογικού μητρώου

Αρθρο 11. Αριθμός φορολογικού μητρώου – Κείμενο νόμου

1. Η Φορολογική Διοίκηση αποδίδει μοναδικό αριθμό φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) σε κάθε φορολογούμενο.

2. Ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου, ο οποίος δύναται να επεκτείνεται κατά ένα πρόθεμα, χρησιμοποιείται σε όλες τις φορολογίες στις οποίες εφαρμόζεται ο Κώδικας και σε όσες άλλες περιπτώσεις προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία.

3. Η Φορολογική Διοίκηση αποδίδει Αριθμό Φορολογικού Μητρώου σε πρόσωπο που δεν τυγχάνει φορολογούμενος, εφόσον τούτο απαιτείται από άλλες διατάξεις νόμου. Ειδικότερα, η Φορολογική Διοίκηση αποδίδει Αριθμό Φορολογικού Μητρώου κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, προκειμένου να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή με τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών της ημεδαπής. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορεί να καθορίζονται τα σχετικά με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου θέματα, εξαιρέσεις σε περίπτωση συναλλαγών με πιστωτικά ιδρύματα και ιδρύματα πληρωμών και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

4. Ο Γενικός Γραμματέας, με απόφασή του, ορίζει:
α) το περιεχόμενο και τον τρόπο χορήγησης του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου,
β) τις περιπτώσεις αναφοράς του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου στις δηλώσεις, ή τα άλλα έγγραφα που προβλέπονται κατά την εφαρμογή του Κώδικα, και
γ) τις περιπτώσεις γνωστοποίησης του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου για σκοπούς πληροφόρησης κατά την εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων.

5. Η Φορολογική Διοίκηση χρησιμοποιεί τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου σε κάθε μορφή επικοινωνίας με τον φορολογούμενο σχετικά με τις φορολογικές υποχρεώσεις του.


Αρθρο 12. Αποδεικτικό ενημερότητας και βεβαίωση οφειλής

Αρθρο 12. Αποδεικτικό ενημερότητας και βεβαίωση οφειλής – Κείμενο νόμου

1. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητήσει αποδεικτικό ενημερότητας ισχύος μέχρι και δύο μηνών για την πραγματοποίηση πράξεων και συναλλαγών που ρητά ορίζονται.

2. Η Φορολογική Διοίκηση χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας, μόνο εφόσον ο φορολογούμενος δεν έχει οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση από οποιαδήποτε αιτία και έχει υποβάλει τις απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις των τελευταίων πέντε ετών.

3. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εάν ο φορολογούμενος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε άλλη αρχή του δημόσιου τομέα. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζεται η διαδικασία που ακολουθούν οι ανωτέρω αρχές για να ενημερώνουν τη Φορολογική Διοίκηση σχετικά με φορολογουμένους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς αυτές, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

4. Κατά παρέκκλιση των οριζόμενων στις παραγράφους 2 και 3, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών ή έχει οφειλές μη ληξιπρόθεσμες ή σε αναστολή, δύναται να εκδοθεί αποδεικτικό ενημερότητας περιορισμένης ισχύος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. Η Φορολογική Διοίκηση και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη σε πρόγραμμα ρύθμισης ορίζει υποχρεωτικά όρο παρακράτησης στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού από επαχθή αιτία. Το παρακρατούμενο ποσό λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων σύμφωνα με το πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών.

5. Οι πράξεις και συναλλαγές για τις οποίες προσκομίζεται αποδεικτικό ενημερότητας, οι προϋποθέσεις χορήγησής του, οι τυχόν εξαιρέσεις από την υποχρέωση προσκόμισής του, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή του, οι φορολογικές δηλώσεις που απαιτείται να έχουν υποβληθεί για την έκδοση του αποδεικτικού, ο τύπος του, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος, τα ποσοστά παρακράτησης, τα τυχόν άλλα πρόσωπα τα οποία δύνανται να ζητούν και να λαμβάνουν το αποδεικτικό, τα όργανα έκδοσής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.

6. Αν ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 για τη χορήγησή του, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, εκδίδεται από την αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία, βεβαίωση οφειλής προς το Δημόσιο, η οποία κατατίθεται αντί του αποδεικτικού ενημερότητας στην υπηρεσία ή τον οργανισμό πληρωμής ή κατατίθεται για τη μεταβίβαση ακινήτου. Με βάση τη βεβαίωση αυτή αποδίδεται το προς είσπραξη ποσό ή το προϊόν του τιμήματος και μέχρι του ύψους της οφειλής, στην εκδούσα τη βεβαίωση υπηρεσία.

7. Οι προϋποθέσεις χορήγησης βεβαίωσης οφειλής, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή της, τα όργανα έκδοσης, ο τύπος, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.

8. Σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης σοβαρών συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, μπορεί με γραπτή συναίνεση του Γενικού Γραμματέα να μην χορηγηθεί αποδεικτικό ενημερότητας, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζονται περιπτώσεις διασφάλισης δημοσίου συμφέροντος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.


Αρθρο 13. Βιβλία και στοιχεία

Αρθρο 13. Βιβλία και στοιχεία – Κείμενο νόμου

1. Κάθε πρόσωπο με εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα υποχρεούται να τηρεί βιβλία και στοιχεία που απεικονίζουν πλήρως τις συναλλαγές της επιχείρησης, σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία και τα λογιστικά πρότυπα που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία.

2. Τα βιβλία και στοιχεία πρέπει να διαφυλάσσονται κατ’ ελάχιστον:
α) για διάστημα πέντε (5) ετών από τη λήξη του αντίστοιχου φορολογικού έτους εντός του οποίου υπάρχει η υπάρχει η υποχρέωση υποβολής δήλωσης ή
β) εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Κώδικα, έως ότου παραγραφεί το δικαίωμα έκδοσης από τη Φορολογική Διοίκηση πράξης προσδιορισμού του φόρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή ή
γ) έως ότου τελεσιδικήσει η απαίτηση της Φορολογικής Διοίκησης σε συνέχεια διενέργειας φορολογικού ελέγχου ή έως ότου αποσβεστεί ολοσχερώς η απαίτηση λόγω εξόφλησης.

3. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.


Αρθρο 14. Πληροφορίες από τον φορολογούμενο

Αρθρο 14. Πληροφορίες από τον φορολογούμενο – Κείμενο νόμου

1. Πληροφορίες, τις οποίες ζητά εγγράφως η Φορολογική Διοίκηση από τον φορολογούμενο, πρέπει να παρέχονται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος, εκτός εάν ο φορολογούμενος προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις για πιθανές δυσχέρειες κατά την προετοιμασία και υποβολή των πληροφοριών που του ζητήθηκαν, εφόσον οι δυσχέρειες αυτές οφείλονται σε πράξεις ή παραλείψεις της Δημόσιας Διοίκησης ή σε λόγους ανωτέρας βίας.

2. Κατόπιν εγγράφου αιτήματος της Φορολογικής Διοίκησης, αντίγραφα μέρους των βιβλίων και στοιχείων ή οποιουδήποτε συναφούς εγγράφου, πρέπει να παρέχονται στη Φορολογική Διοίκηση εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση του σχετικού αιτήματος, εκτός εάν ο φορολογούμενος προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις για πιθανές δυσχέρειες κατά την προετοιμασία και παράδοση των πληροφοριών που του ζητήθηκαν, εφόσον οι δυσχέρειες αυτές οφείλονται σε πράξεις ή παραλείψεις της Δημόσιας Διοίκησης ή σε λόγους ανωτέρας βίας. Όταν τα βιβλία τηρούνται ή τα στοιχεία εκδίδονται μηχανογραφικά παρέχονται αντίγραφα των ηλεκτρονικών αρχείων. Η Φορολογική Διοίκηση υποχρεούται να παραδίδει στον φορολογούμενο αποδεικτικό παράδοσης, στο οποίο γίνεται μνεία όλων των παραδοθέντων εγγράφων ή αρχείων.

3. Κάθε φυσικό πρόσωπο με εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, κάθε νομικό πρόσωπο και νομική οντότητα, καθώς και οι αγρότες που υπάγονται στο άρθρο 41 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000), υποβάλλουν καταστάσεις φορολογικών στοιχείων, προμηθευτών και πελατών, για τα εκδοθέντα και ληφθέντα φορολογικά στοιχεία αποκλειστικά με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας στο διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Οικονομικών, ανεξάρτητα από τον τρόπο έκδοσης αυτών (μηχανογραφικά ή χειρόγραφα). Οι καταστάσεις του προηγούμενου εδαφίου αφορούν φορολογικά στοιχεία που σχετίζονται αποκλειστικά με την επαγγελματική εξυπηρέτηση, καθώς και την εκπλήρωση του σκοπού των προσώπων του προηγούμενου εδαφίου. Για τις λιανικές συναλλαγές υποβάλλονται συγκεντρωτικά δεδομένα.

4. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται ο χρόνος υποβολής των καταστάσεων, ο τρόπος, η διαδικασία, η έκταση εφαρμογής, το ύψος της αξίας των στοιχείων, ο τρόπος επιβεβαίωσης και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου.

 


Αρθρο 15. Πληροφορίες από τρίτους

Αρθρο 15. Πληροφορίες από τρίτους – Κείμενο νόμου

1. Κατόπιν έγγραφου ή ηλεκτρονικού αιτήματος του Γενικού Γραμματέα, οι κρατικές υπηρεσίες και κάθε φορέας της Γενικής Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών και όλων των δημόσιων οργανισμών, φορέων και εταιρειών, όπου συμμετέχει ή έχει την εποπτεία το Κράτος, καθώς και των ανεξάρτητων αρχών, υποχρεούνται να παρέχουν στη Φορολογική Διοίκηση κάθε διαθέσιμη πληροφορία και να επιδεικνύουν, χωρίς τη μεταφορά τους εκτός των εγκαταστάσεων, όλα τα πρωτότυπα έγγραφα, μητρώα και στοιχεία που έχουν στην κατοχή τους.

2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, η Φορολογική Διοίκηση δεν μπορεί να λαμβάνει γνώση πληροφοριών ή εγγράφων που αφορούν σε ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών ή των ποινικών δικαστηρίων, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη άδεια του αρμόδιου Εισαγγελέα. Πληροφορίες οι οποίες προέρχονται από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης χορηγούνται στη Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν.3691/2008», με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής.

3. Ο Γενικός Γραμματέας δικαιούται να ζητά πληροφορίες ή έγγραφα από λοιπά τρίτα πρόσωπα, όπως ιδίως από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, τα επιμελητήρια, τους συμβολαιογράφους, τους υποθηκοφύλακες, τους προϊσταμένους των κτηματολογικών γραφείων, τους οικονομικούς ή κοινωνικούς ή επαγγελματικούς φορείς ή οργανώσεις, για τον καθορισμό της φορολογικής υποχρέωσης, που προκύπτει με βάση τις διασταυρώσεις των στοιχείων και την είσπραξη της φορολογικής οφειλής με τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αποστέλλει ερώτημα, έγγραφο ή ηλεκτρονικό, το οποίο πρέπει να απαντάται από το τρίτο πρόσωπο εντός δέκα (10) ημερών από την παραλαβή του. Σε εξαιρετικά σύνθετες υποθέσεις, η προθεσμία μπορεί να παραταθεί για είκοσι (20) επιπλέον ημέρες.

4. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να εκδίδει απόφαση, με την οποία ορίζονται ορισμένες κατηγορίες προσώπων που υποχρεούνται να παρέχουν αυτομάτως πληροφορίες σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές τους με φορολογούμενους, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή αυτών των πληροφοριών, καθώς και οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

5. Τρίτα πρόσωπα που δεσμεύονται από επαγγελματικό απόρρητο υποχρεούνται στη χορήγηση των πληροφοριών της παραγράφου 3, εφόσον αυτές αφορούν οικονομικές συναλλαγές τους με τον φορολογούμενο. Για τις λοιπές πληροφορίες που προστατεύονται από επαγγελματικό απόρρητο απαιτείται έγγραφη άδεια από τον αρμόδιο Εισαγγελέα. Για τη χορήγηση της άδειας αυτής, ο Γενικός Γραμματέας υποβάλλει στον αρμόδιο Εισαγγελέα αίτημα, στο οποίο περιλαμβάνονται:
α) το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και η δραστηριότητα του φορολογούμενου,
β) το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και η δραστηριότητα του προσώπου που δεσμεύεται από επαγγελματικό απόρρητο,
γ) οι σημαντικές ενδείξεις φοροδιαφυγής που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση εναντίον του φορολογούμενου,
δ) οι λόγοι για τους οποίους η Φορολογική Διοίκηση επιθυμεί να αποκτήσει πληροφορίες από το πρόσωπο που δεσμεύεται από επαγγελματικό απόρρητο.
Αντίγραφο της άδειας επισυνάπτεται στο αίτημα πληροφοριών. Σε περίπτωση χορήγησης της άδειας, ο τρίτος δεν ευθύνεται ποινικά ή αστικά για παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου.


Αρθρο 16. Στοιχεία και πληροφορίες σε ξένη γλώσσα

Αρθρο 16. Στοιχεία και πληροφορίες σε ξένη γλώσσα – Κείμενο νόμου

1. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να ζητά από τον φορολογούμενο να υποβάλει, σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, βιβλία, στοιχεία και κάθε άλλο έγγραφο που θεωρεί απαραίτητο για τον προσδιορισμό της φορολογικής υποχρέωσης του φορολογουμένου. Ο Γενικός Γραμματέας θέτει εύλογη προθεσμία για τη συμμόρφωση του φορολογουμένου.

2. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την πίστωση του φόρου αλλοδαπής σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε..


Αρθρο 17. Διαφύλαξη πληροφοριών – απόρρητο

Αρθρο 17. Διαφύλαξη πληροφοριών – απόρρητο – Κείμενο νόμου

1. Πρόσωπα που είναι ή έχουν διατελέσει υπάλληλοι της Φορολογικής Διοίκησης και εν γένει του Υπουργείου Οικονομικών ή συνδέονται ή συνδέονταν με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή έργου με αυτά, καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο, στο οποίο έχουν ή είχαν ανατεθεί αρμοδιότητες ή καθήκοντα της Φορολογικής Διοίκησης οφείλουν να τηρούν ως απόρρητα όλα τα στοιχεία και πληροφορίες φορολογουμένων, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, και δύνανται να τα αποκαλύπτουν μόνο στα ακόλουθα πρόσωπα:
α) άλλους υπαλλήλους της Φορολογικής Διοίκησης και μέλη του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων τους,
β) διωκτικές αρχές στο πλαίσιο διερεύνησης ή δίωξης αδικημάτων,
γ) δικαστικές αρχές στο πλαίσιο εκδίκασης οποιασδήποτε ποινικής ή φορολογικής υπόθεσης ή αστικής υπόθεσης με διάδικο το Δημόσιο ή Φορέα της Γενικής Κυβέρνησης,
δ) φορολογικές αρχές της αλλοδαπής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διεθνείς συμβάσεις, το ν. 4170/2013 στον οποίο ενσωματώθηκαν οι διατάξεις της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, καθώς και τη νομοθεσία για τη δικαστική συνδρομή,
ε) υπηρεσίες των φορέων Γενικής Κυβέρνησης, εφόσον κρίνεται αναγκαίο από τη Φορολογική Διοίκηση, προκειμένου να προσδιοριστούν οι υποχρεώσεις, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, των φορολογουμένων προς αυτούς τους φορείς και να εντοπιστούν πηγές αποπληρωμής των απαιτήσεών τους,
στ) σε εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους δημοσίων υπηρεσιών, Ν. Π.Δ.Δ. και δημοσίων οργανισμών με αρμοδιότητα διαχείρισης, παρακολούθησης και ελέγχου χρηματοδοτήσεων και ενισχύσεων ή επιδοτήσεων από εθνικούς ή ενωσιακούς πόρους, καθώς και σε εξουσιοδοτημένο προσωπικό ή εξουσιοδοτημένα πρόσωπα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) στο πλαίσιο των αρμ


Ν. 4172 / 2013

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4172 Φορολογία εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013 και άλλες διατάξεις

(ΦΕΚ Α’ 167/23-07-2013)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Αρθρο 1. Πεδίο Εφαρμογής

Αρθρο 1. Πεδίο Εφαρμογής – Κείμενο νόμου

 

1. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.) ρυθμίζει τη φορολογία του εισοδήματος:
α) των φυσικών προσώπων,
β) των νομικών προσώπων και των κάθε είδους νομικών οντοτήτων.

2. Ο Κ.Φ.Ε. ρυθμίζει τον τρόπο φορολόγησης για τις κατηγορίες εισοδημάτων, όπως ορίζονται στον Κ.Φ.Ε., καθώς και τον τρόπο απόδοσης των φόρων με την υποβολή της δήλωσης, την προκαταβολή του φόρου και την παρακράτησή του.

Αρθρο 2. Ορισμοί

Αρθρο 2. Ορισμοί – Κείμενο νόμου

Οι όροι που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε. έχουν την έννοια που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, εκτός εάν ο Κ.Φ.Ε. ορίζει διαφορετικά. Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως
α) «φορολογούμενος»: κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε.,
β) «πρόσωπο»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα,
γ) «νομικό πρόσωπο»: κάθε επιχείρηση ή εταιρεία με νομική προσωπικότητα ή ένωση επιχειρήσεων ή εταιρειών με νομική προσωπικότητα,
δ) «νομική οντότητα»: κάθε μόρφωμα εταιρικής ή μη οργάνωσης και κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα που δεν είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όπως ιδίως συνεταιρισμός, οργανισμός, υπεράκτια ή εξωχώρια εταιρεία, κάθε μορφής εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεων, κάθε μορφής καταπίστευμα ή εμπίστευμα ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφής ίδρυμα ή σωματείο ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφή προσωπικής επιχείρησης ή οποιαδήποτε οντότητα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε μορφής κοινή επιχείρηση, κάθε μορφής εταιρείας διαχείρισης κεφαλαίου ή περιουσίας ή διαθήκης ή κληρονομίας ή κληροδοσίας ή δωρεάς, κάθε φύσης κοινοπραξία, κάθε μορφής εταιρεία αστικού δικαίου, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες, κοινωνίες αστικού δικαίου,
ε) «υπόχρεος σε παρακράτηση»: κάθε πρόσωπο που υποχρεούται σε παρακράτηση φόρου στην πηγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Φ.Ε.,
στ) «συγγενικό πρόσωπο»: ο/η σύζυγος και οι ανιόντες ή κατιόντες σε ευθεία γραμμή,
ζ) «συνδεδεμένο πρόσωπο»: κάθε πρόσωπο, το οποίο συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο άλλου προσώπου, το οποίο είναι συγγενικό πρόσωπο ή με το οποίο συνδέεται. Ειδικότερα, τα ακόλουθα πρόσωπα θεωρούνται συνδεδεμένα πρόσωπα:
αα) κάθε πρόσωπο που κατέχει άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια ή συμμετοχή στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου,
ββ) δύο ή περισσότερα πρόσωπα, εάν κάποιο πρόσωπο κατέχει άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου,
γγ) κάθε πρόσωπο με το οποίο υπάρχει σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης η ελέγχου η ασκεί καθοριστική επιρροή ή έχει τη δυνατότητα άσκησης καθοριστικής επιρροής άλλου προσώπου ή σε περίπτωση που και τα δύο πρόσωπα έχουν σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή δυνατότητα άσκησης καθοριστικής επιρροής από τρίτο πρόσωπο.

Αρθρο 3. Υποκείμενα του φόρου

Αρθρο 3. Υποκείμενα του φόρου – Κείμενο νόμου

1. Ο φορολογούμενος που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημά του που προκύπτει στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, ήτοι το παγκόσμιο εισόδημά του που αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος. Κατ’ εξαίρεση ο φορολογούμενος που είναι αλλοδαπό προσωπικό των εγκατεστημένων στην Ελλάδα γραφείων, σύμφωνα με τις διατάξεις του α. ν. 89/1967 (Α’ 132), όπως ισχύει, υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα μόνο για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα.

2. Ο φορολογούμενος που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημά του που προκύπτει στην Ελλάδα και αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος.

Αρθρο 4. Φορολογική κατοικία 

Αρθρο 4. Φορολογική κατοικία – Κείμενο νόμου

1. Ένα φυσικό πρόσωπο είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, εφόσον:
α) έχει στην Ελλάδα τη μόνιμη ή κύρια κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του ή το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων ήτοι τους προσωπικούς ή οικονομικούς ή κοινωνικούς δεσμούς του ή
β) είναι προξενικός, διπλωματικός ή δημόσιος λειτουργός παρόμοιου καθεστώτος ή δημόσιος υπάλληλος που έχει την ελληνική ιθαγένεια και υπηρετεί στην αλλοδαπή.

2. Ένα φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται στην Ελλάδα συνεχώς για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα τρεις (183) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό, είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος από την πρώτη ημέρα παρουσίας του στην Ελλάδα. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση φυσικών προσώπων που βρίσκονται στην Ελλάδα αποκλειστικά για τουριστικούς, ιατρικούς, θεραπευτικούς ή παρόμοιους ιδιωτικούς σκοπούς και η παραμονή τους δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες εξήντα πέντε (365) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό. Η παρούσα παράγραφος δεν αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3. Ένα νομικό πρόσωπο ή μία νομική οντότητα είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας για οποιοδήποτε φορολογικό έτος, εφόσον:
α) συστάθηκε ή ιδρύθηκε, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο,
β) έχει την καταστατική έδρα του στην Ελλάδα ή
γ) ο τόπος άσκησης πραγματικής διοίκησης είναι στην Ελλάδα οποιαδήποτε περίοδο στη διάρκεια του φορολογικού έτους.

4. Ο «τόπος άσκησης πραγματικής διοίκησης» είναι στην Ελλάδα με βάση τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τα εξής:
α) τον τόπο άσκησης καθημερινής διοίκησης,
β) τον τόπο λήψης στρατηγικών αποφάσεων,
γ) τον τόπο ετήσιας γενικής συνέλευσης των μετόχων ή εταίρων,
δ) τον τόπο τήρησης βιβλίων και στοιχείων,
ε) τον τόπο συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου ή όποιου άλλου εκτελεστικού οργάνου διοίκησης,
στ) την κατοικία των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή όποιου άλλου εκτελεστικού οργάνου διοίκησης.
Σε συνδυασμό με τη συνδρομή των παραπάνω περιστατικών και συνθηκών είναι δυνατόν να συνεκτιμάται και η κατοικία της πλειοψηφίας των μετόχων ή εταίρων.

Αρθρο 5. Εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή 

Αρθρο 5. Εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή – Κείμενο νόμου

1. Εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή είναι κάθε εισόδημα πηγής Ελλάδας και ιδίως:
α) το εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις που παρέχεται στην ημεδαπή,
β) το εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις που παρέχεται στην αλλοδαπή και πληρώνεται από το Ελληνικό Δημόσιο,
γ) το εισόδημα από υπηρεσίες διοίκησης, συμβουλευτικές και τεχνικές που παρέχονται στην ημεδαπή, μέσω μόνιμης εγκατάστασης,
δ) το εισόδημα από καλλιτεχνικές και αθλητικές δραστηριότητες που παρέχονται στην ημεδαπή,
ε) το εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκείται στην ημεδαπή,μέσω μόνιμης εγκατάστασης
στ) το εισόδημα από τη μεταβίβαση παγίων περιουσιακών στοιχείων από αλλοδαπό που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην ημεδαπή,
ζ) το εισόδημα από ακίνητη περιουσία και το εισόδημα από λοιπά δικαιώματα που προκύπτουν από την ακίνητη περιουσία, εφόσον τα ακίνητα βρίσκονται στην ημεδαπή,
η) το εισόδημα από την πώληση ακίνητης περιουσίας, η οποία βρίσκεται στην ημεδαπή,
θ) το εισόδημα από την πώληση ολόκληρης επιχείρησης, εταιρικών μεριδίων ή ποσοστών συμμετοχής, μετοχών, εισηγμένων ή μη ομολόγων και παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, εφόσον οι παραπάνω τίτλοι έχουν εκδοθεί από ημεδαπή επιχείρηση,
ι) το εισόδημα από μερίσματα ή λοιπά διανεμόμενα ποσά από νομικό πρόσωπο που έχει τη φορολογική του κατοικία στην ημεδαπή,
ια) το εισόδημα από μερίσματα ή λοιπά διανεμόμενα ποσά από τις νομικές οντότητες που έχουν τη φορολογική τους κατοικία στην ημεδαπή,
ιβ) το εισόδημα από τόκους καταβληθέντες ή πιστωθέντες που οφείλονται από φορολογικό κάτοικο Ελλάδας ή αλλοδαπής μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην ημεδαπή,
ιγ) το εισόδημα από δικαιώματα που πιστώνεται ή καταβάλλεται από φορολογικό κάτοικο ημεδαπής ή αλλοδαπής μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην ημεδαπή.

2. Ως εισόδημα, που προκύπτει στην αλλοδαπή, νοείται κάθε εισόδημα που δεν προκύπτει στην ημεδαπή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1.

Αρθρο 6. Μόνιμη εγκατάσταση 

Αρθρο 6. Μόνιμη εγκατάσταση – Κείμενο νόμου

1. «Μόνιμη εγκατάσταση» ορίζεται ο καθορισμένος τόπος επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω του οποίου διεξάγονται εν όλω ή εν μέρει οι δραστηριότητες της επιχείρησης.

2. Ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» περιλαμβάνει κυρίως:
α) τόπο της διοίκησης,
β) υποκατάστημα,
γ) γραφείο,
δ) εργοστάσιο,
ε) εργαστήριο και
στ) ορυχείο, μεταλλείο, πηγή πετρελαίου ή αερίου, λατομείο ή οποιονδήποτε άλλο τόπο εξόρυξης φυσικών πόρων.

3. Το εργοτάξιο ή ένα έργο κατασκευής ή συναρμολόγησης ή δραστηριότητες επίβλεψης που συνδέονται με αυτά θεωρείται ότι συνιστά μόνιμη εγκατάσταση, μόνον εφόσον διαρκεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών.

4. Ανεξάρτητα από τις παραπάνω διατάξεις του παρόντος άρθρου, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνει:
α) τη χρήση εγκαταστάσεων αποκλειστικά για το σκοπό της αποθήκευσης, έκθεσης ή παράδοσης των αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση,
β) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση,
γ) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά με σκοπό την επεξεργασία από άλλη επιχείρηση,
δ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την αγορά αγαθών ή εμπορευμάτων ή τη συλλογή πληροφοριών για την επιχείρηση,
ε) τη διατήρηση ενός καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό τη διεξαγωγή για την επιχείρηση κάθε άλλης δραστηριότητας προπαρασκευαστικού ή βοηθητικού χαρακτήρα,
στ) τη διατήρηση ενός καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό το συνδυασμό εργασιών που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’ έως ε’ της, εφόσον η συνολική δραστηριότητα του καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που προκύπτει από τον εν λόγω συνδυασμό έχει προπαρασκευαστικό ή βοηθητικό χαρακτήρα.

5. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, όταν ένα πρόσωπο, εκτός από τον ανεξάρτητο πράκτορα για τον οποίο εφαρμόζεται η παράγραφος 6, ενεργεί για λογαριασμό της επιχείρησης και έχει εξουσιοδότηση, την οποία ασκεί συνήθως στην ημεδαπή να συνάπτει συμφωνίες στο όνομα της επιχείρησης, τότε η επιχείρηση αυτή θεωρείται ότι έχει τη μόνιμη εγκατάστασή της στην Ελλάδα αναφορικά με τις δραστηριότητες που το πρόσωπο αυτό αναλαμβάνει για λογαριασμό της, εκτός αν οι δραστηριότητες του εν λόγω προσώπου περιορίζονται σε εκείνες που ορίζονται στην παράγραφο 4, οι οποίες έστω και αν ασκούνται μέσω ενός καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, δεν καθιστούν τον τόπο αυτό μόνιμη εγκατάσταση κατά τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.

6. Μία επιχείρηση δεν θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα αν η δραστηριότητά της περιορίζεται στη διεξαγωγή εργασιών μέσω μεσίτη, γενικού αντιπροσώπου με προμήθεια ή οποιουδήποτε άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά ενεργούν στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής τους δραστηριότητας.

7. Το γεγονός ότι μία επιχείρηση που είναι φορολογικός κάτοικος στην Ελλάδα ελέγχει ή ελέγχεται από μία άλλη επιχείρηση που είναι κάτοικος άλλου κράτους ή που διεξάγει εργασίες μέσω μόνιμης εγκατάστασης ή με άλλον τρόπο σε αυτό το άλλο κράτος δεν καθιστά από μόνο του την πρώτη επιχείρηση μόνιμη εγκατάσταση της δεύτερης.

Αρθρο 7. Φορολογητέο εισόδημα 

Αρθρο 7. Φορολογητέο εισόδημα – Κείμενο νόμου

1. Φορολογητέο εισόδημα είναι το εισόδημα που απομένει μετά την αφαίρεση των δαπανών που εκπίπτουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Φ.Ε. από το ακαθάριστο εισόδημα.

2. Ο Κ.Φ.Ε. διακρίνει τις ακόλουθες κατηγορίες ακαθάριστων εισοδημάτων:
α) εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις,
β) εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα,
γ) εισόδημα από κεφάλαιο και
δ) εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου.

Αρθρο 8. Φορολογικό έτος 

Αρθρο 8. Φορολογικό έτος – Κείμενο νόμου

1. Το φορολογικό έτος ταυτίζεται με το ημερολογιακό έτος. Για τα νομικά πρόσωπα ή τις νομικές οντότητες που τηρούν διπλογραφικά βιβλία το φορολογικό έτος μπορεί να λήγει στις 30 Ιουνίου. Σε καμία περίπτωση το φορολογικό έτος δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες.

2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 ένα νομικό πρόσωπο ή μια νομική οντότητα που είναι φορολογικός κάτοικος στην ημεδαπή και ανήκει κατά ποσοστό που υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) σε αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα μπορεί να χρησιμοποιήσει ως φορολογικό έτος το φορολογικό έτος του αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας.

3. Ο φόρος που επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος αφορά σε εισόδημα που αποκτήθηκε το αμέσως προηγούμενο φορολογικό έτος.

4. Χρόνος κτήσης του εισοδήματος θεωρείται ο χρόνος που ο δικαιούχος απέκτησε το δικαίωμα είσπραξής του. Κατ’ εξαίρεση, για τις ανείσπρακτες δεδουλευμένες αποδοχές που εισπράττει καθυστερημένα ο δικαιούχος εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις σε φορολογικό έτος μεταγενέστερο, χρόνος απόκτησης του εν λόγω εισοδήματος θεωρείται ο χρόνος που εισπράττονται, εφόσον αναγράφονται διακεκριμένα στην ετήσια βεβαίωση αποδοχών που χορηγείται στον δικαιούχο.

5. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος προβαίνει σε έναρξη ή παύση εργασιών ή δραστηριοτήτων στη διάρκεια του φορολογικού έτους, το πρώτο φορολογικό έτος λήγει στις 31 Δεκεμβρίου και το τελευταίο φορολογικό έτος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1.

Αρθρο 9. Πίστωση φόρου αλλοδαπής 

Αρθρο 9. Πίστωση φόρου αλλοδαπής – Κείμενο νόμου

1. Εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους ένας φορολογούμενος που έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα αποκτά εισόδημα στην αλλοδαπή, ο καταβλητέος φόρος εισοδήματος του εν λόγω φορολογούμενου, όσον αφορά στο εν λόγω εισόδημα, μειώνεται κατά το ποσό του φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για αυτό το εισόδημα. Η καταβολή του ποσού του φόρου στην αλλοδαπή αποδεικνύεται με τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

2. Η μείωση του φόρου εισοδήματος που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα.

Αρθρο 10. Αντικείμενο του φόρου εισοδήματος των φυσικών προσώπων 

Αρθρο 10. Αντικείμενο του φόρου εισοδήματος των φυσικών προσώπων – Κείμενο νόμου

«Φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων» είναι ο φόρος που επιβάλλεται ετησίως στο εισόδημα που αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα.

Αρθρο 11. Εξαρτώμενα μέλη 

Αρθρο 11. Εξαρτώμενα μέλη – Κείμενο νόμου

1. Ως «εξαρτώμενα μέλη» του φορολογούμενου, θεωρούνται:
α) ο (η) σύζυγος, εφόσον δεν έχει ίδια φορολογητέα εισοδήματα οποιασδήποτε πηγής,
β) άγαμα τέκνα, εφόσον:
– είναι ανήλικα έως 18 ετών ή
– είναι ενήλικα έως 25 ετών και φοιτούν σε σχολές ή σχολεία ή ινστιτούτα επαγγελματικής εκπαίδευσης ή κατάρτισης της ημεδαπής ή αλλοδαπής ή
– είναι ενήλικα έως 25 ετών και είναι εγγεγραμμένα στα μητρώα ανέργων του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) ή υπηρετούν τη στρατιωτική θητεία τους,
γ) τα παρακάτω φυσικά πρόσωπα με ποσοστό νοητικής ή σωματικής αναπηρίας τουλάχιστον 67%, εφόσον είναι άγαμα, διαζευγμένα ή σε χηρεία:
– τέκνα του φορολογούμενου,
– αδελφοί και αδελφές των δύο συζύγων.
δ) ανιόντες,
ε) ανήλικα ορφανά από πατέρα και μητέρα που έχουν έως τρίτου βαθμού συγγένεια με το φορολογούμενο ή τον/τη σύζυγο.

2. Τα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις β’ , δ’ και ε’ της παραγράφου 1 δεν θεωρούνται εξαρτώμενα μέλη, εάν το ετήσιο φορολογητέο εισόδημά τους υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και εφόσον συνοικούν με τον φορολογούμενο. Τα φυσικά πρόσωπα της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1, δεν θεωρούνται εξαρτώμενα μέλη, εάν το ετήσιο εισόδημά τους υπερβαίνει το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ.

3. Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 2, δεν λαμβάνονται υπόψη οι παρακάτω κατηγορίες εισοδήματος:
α) διατροφή που καταβάλλεται στο ανήλικο τέκνο με δικαστική απόφαση ή με συμβολαιογραφική πράξη ή με ιδιωτικό έγγραφο,
β) εξωϊδρυματικό επίδομα ή προνοιακά επιδόματα αναπηρίας που χορηγούνται από το κράτος.

4. Το εισόδημα των ανήλικων τέκνων προστίθεται στα εισοδήματα και φορολογείται στο όνομα του γονέα που ασκεί τη γονική μέριμνα και σε κάθε περίπτωση στο όνομα του συζύγου, ο οποίος θεωρείται κατ’ αρχήν υπόχρεος για την υποβολή της δήλωσης. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για τις ακόλουθες κατηγορίες εισοδημάτων σχετικά με τα οποία το ανήλικο τέκνο υπέχει δική του φορολογική υποχρέωση:
α) το εισόδημα που αποκτά το ανήλικο από εργασιακή σχέση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 12,
β) συντάξεις που περιήλθαν στο ανήλικο τέκνο, λόγω θανάτου του πατέρα ή της μητέρας του.

Αρθρο 12. Εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις 

Αρθρο 12. Εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις – Κείμενο νόμου

1. Το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαμβάνει τα πάσης φύσεως εισοδήματα σε χρήμα ή σε είδος που αποκτώνται στο πλαίσιο υφιστάμενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.

2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύμβασης, προφορικής ή έγγραφης, με την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτημένης εργασίας με άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωμα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθμίζονται από τη νομοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου,
δ) ως διευθυντής ή μέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιμισθίας για την παροχή νομικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συμβάσεων έργου, με φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθμό αυτόν, ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που λαμβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίεςκαι εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα και δεν διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που διαφέρει από την κατοικία του. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούμενος αποκτά εισόδημα από μισθωτή εργασία, σύμφωνα με μία από τις περιπτώσεις α’ έως ε’ του παρόντος άρθρου. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.

3. Ως ακαθάριστα εισοδήματα από μισθωτή εργασία και συντάξεις θεωρούνται τα εξής:
α) ημερομίσθιο, μισθός, επίδομα αδείας, επίδομα ασθενείας, επίδομα εορτών, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, αμοιβές, προμήθειες, επιμίσθια και φιλοδωρήματα,
β) επιδόματα περιλαμβανομένων του επιδόματος κόστους διαβίωσης, του επιδόματος ενοικίου, της αποζημίωσης εξόδων φιλοξενίας ή ταξιδίου,
γ) αποζημίωση εξόδων στα οποία έχει υποβληθεί ο εργαζόμενος ή συγγενικό πρόσωπο του εργαζομένου,
δ) παροχή οποιασδήποτε μορφής που λαμβάνει ο εργαζόμενος πριν την έναρξη της εργασιακής σχέσης,
ε) αποζημιώσεις για τη λύση ή καταγγελία της εργασιακής σχέσης,
στ) συντάξεις που χορηγούνται από κύριο και επικουρικό φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και από επαγγελματικά ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο,
ζ) το ασφάλισμα που καταβάλλεται εφάπαξ ή με τη μορφή περιοδικής παροχής στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων,
η) κάθε άλλη παροχή που εισπράττεται έναντι υφιστάμενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.

Αρθρο 13. Παροχές σε είδος 

Αρθρο 13. Παροχές σε είδος – Κείμενο νόμου

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2, 3, 4 και 5 οποιεσδήποτε παροχές σε είδος που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημά του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος.

2. Η αγοραία αξία της παραχώρησης ενός οχήματος σε εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα ενός φορολογικού έτους, υπολογίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του κόστους του οχήματος που εγγράφεται ως δαπάνη στα βιβλία του εργοδότη με τη μορφή της απόσβεσης περιλαμβανομένων των τελών κυκλοφορίας, επισκευών, συντηρήσεων, καθώς και του σχετικού χρηματοδοτικού κόστους που αντιστοιχεί στην αγορά του οχήματος ή του μισθώματος. Σε περίπτωση που το κόστος είναι μηδενικό, η αγοραία αξία της παραχώρησης ορίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) της μέσης δαπάνης ή απόσβεσης κατά τα τελευταία τρία (3) έτη.

3. Οι παροχές σε είδος με τη μορφή δανείου, προς εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα περιβάλλονται τη μορφή έγγραφης συμφωνίας και αποτιμώνται με βάση το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλε ο εργαζόμενος στη διάρκεια του ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβε την παροχή, εάν το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων ήταν το μέσο επιτόκιο αγοράς, του οποίου η μέθοδος υπολογισμού ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατά τον ίδιο μήνα και των τόκων που τυχόν κατέβαλε ο εργαζόμενος στη διάρκεια του εν λόγω ημερολογιακού μήνα. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται έγγραφη συμφωνία δανείου, το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου λογίζεται ως παροχή σε είδος. Η προκαταβολή μισθού άνω των τριών (3) μηνών θεωρείται δάνειο.

4. Η αγοραία αξία των παροχών σε είδος που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή εταίρος ή μέτοχος από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα με τη μορφή δικαιωμάτων προαίρεσης απόκτησης μετοχών προσδιορίζεται κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης ή μεταβίβασής του και ανεξαρτήτως εάν συνεχίζει να ισχύει η εργασιακή σχέση. Η αγοραία αξία άσκησης δικαιώματος είναι η τιμή κλεισίματος της μετοχής στο χρηματιστήριο μειωμένη κατά την τιμή διάθεσης του δικαιώματος.

5. Η αγοραία αξία της παραχώρησης κατοικίας σε εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα ενός φορολογικού έτους, αποτιμάται στο ποσό του μισθώματος που καταβάλλει η επιχείρηση ή σε περίπτωση ιδιόκτητης κατοικίας σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Αρθρο 14. Απαλλαγές εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις 

Αρθρο 14. Απαλλαγές εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις – Κείμενο νόμου

1. Από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις εξαιρούνται:
α) η αποζημίωση εξόδων διαμονής και σίτισης και η ημερήσια αποζημίωση που έχουν καταβληθεί από τον εργαζόμενο αποκλειστικά για σκοπούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη,
β) η αποζημίωση για έξοδα κίνησης που καταβάλλονται από τον εργοδότη για υπηρεσιακούς λόγους, εφόσον αφορούν έξοδα κίνησης που πραγματοποιήθηκαν από τον εργαζόμενο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του,
γ) το επίδομα αλλοδαπής που χορηγείται σε υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών δημόσιων πολιτικών υπηρεσιών,
δ) οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίες επιβάλλονται με νόμο,
ε) οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλει ο εργαζόμενος περιλαμβανομένων των εισφορών εργοδότη και εργαζομένου υπέρ των επαγγελματικών ταμείων που έχουν συσταθεί με νόμο,
στ) η εφάπαξ καταβαλλόμενη παροχή από ταμεία πρόνοιας και ασφαλιστικούς οργανισμούς του Δημοσίου, καθώς και επαγγελματικά ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο στους ασφαλισμένους και τα εξαρτώμενα μέλη του ασφαλισμένου,
ζ) η αξία των διατακτικών σίτισης αξίας έως έξι (6) ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα,
η) οι παροχές ασήμαντης αξίας μέχρι του ποσού των είκοσι επτά (27) ευρώ ετησίως,
ι) τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων και
ια) τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργοδότη για την ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή κάλυψη του υπαλληλικού του προσωπικού ή για την κάλυψη του κινδύνου ζωής ή ανικανότητάς του στο πλαίσιο ασφαλιστηρίου συμβολαίου, μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ ετησίως ανά εργαζόμενο.

2. Οι ακόλουθες κατηγορίες εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις απαλλάσσονται από το φόρο:
α) Το εισόδημα που αποκτάται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από αλλοδαπό διπλωματικό ή προξενικό εκπρόσωπο, κάθε φυσικό πρόσωπο που εργάζεται σε πρεσβεία, διπλωματική αποστολή, προξενείο ή αποστολή αλλοδαπού κράτους για τη διεκπεραίωση κρατικών υποθέσεων που είναι πολίτης του εν λόγω κράτους και κάτοχος διπλωματικού διαβατηρίου, καθώς και από κάθε φυσικό πρόσωπο που εργάζεται σε θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Διεθνούς Οργανισμού που έχει εγκατασταθεί βάσει διεθνούς συνθήκης την οποία εφαρμόζει η Ελλάδα.
β) Η διατροφή που λαμβάνει ο/η δικαιούχος, σύμφωνα με δικαστική απόφαση ή συμβολαιογραφική πράξη.
γ) Η σύνταξη που καταβάλλεται σε ανάπηρους πολέμου και σε θύματα ή οικογένειες θυμάτων πολέμου, καθώς και σε ανάπηρους ειρηνικής περιόδου, στρατιωτικούς γενικά, που υπέστησαν βλάβη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους ή τις οικογένειές τους.
δ) Το εξωϊδρυματικό επίδομα και κάθε συναφές ποσό που καταβάλλεται σε ειδικές κατηγορίες ατόμων με αναπηρίες.
ε) Οι μισθοί, οι συντάξεις και η πάγια αντιμισθία που χορηγούνται σε ανάπηρους με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%).
στ) Το επίδομα ανεργίας που καταβάλλει ο Ο.Α.Ε.Δ. στους δικαιούχους ανέργους, εφόσον το άθροισμα των λοιπών εισοδημάτων του φορολογούμενου δεν υπερβαίνει ετησίως τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.
ζ) Το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης συνταξιούχων (Ε. Κ. Α.Σ.) που καταβάλλεται στους δικαιούχους.
η) Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στους αναγνωρισμένους πολιτικούς πρόσφυγες, σε αυτούς που διαμένουν προσωρινά στην Ελλάδα για ανθρωπιστικούς λόγους και σε όσους έχουν υποβάλει αίτηση για αναγνώριση προσφυγικής ιδιότητας, η οποία βρίσκεται στο στάδιο εξέτασης από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, από φορείς που υλοποιούν προγράμματα παροχής οικονομικής ενίσχυσης των προσφύγων, τα οποία χρηματοδοτούνται από την Ύπατη Αρμοστεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
θ) το επίδομα επικίνδυνης εργασίας που καταβάλλεται με τη μορφή πτητικού, καταδυτικού, ναρκαλιείας, αλεξιπτωτιστών, δυτών και υποβρυχίων καταστροφών σε αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του Λιμενικού Σώματος, καθώς και η ειδική αποζημίωση που καταβάλλεται στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και τα πληρώματα ασθενοφόρων του Ε.Κ.Α.Β. που εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία με αεροπορικά μέσα για παροχή Α’ Βοηθειών, κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).

Αρθρο 15. Φορολογικός συντελεστής 

Αρθρο 15. Φορολογικός συντελεστής – Κείμενο νόμου

1. Το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις υποβάλλεται σε φόρο, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:

Φορολογητέο εισόδημα (Ευρώ) Φορολογικός συντελεστής (%)
< 25.000 22%
25.000,01 έως και 42.000 32%
> 42.000 42%

2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται για το εισόδημα από μισθωτή εργασία που αποκτούν:
α) οι αξιωματικοί που υπηρετούν σε πλοία του εμπορικού ναυτικού και το οποίο φορολογείται με φορολογικό συντελεστή 15% και
β) το κατώτερο πλήρωμα που υπηρετεί σε πλοία του εμπορικού ναυτικού και το οποίο φορολογείται με φορολογικό συντελεστή 10%.

3. Με την επιφύλαξη της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 14, φορολογείται αυτοτελώς με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιονδήποτε λόγο διακοπής της σχέσεως εργασίας ή άλλης σύμβασης, η οποία συνδέει το φορέα με τον δικαιούχο της αποζημίωσης.

Ο φόρος υπολογίζεται, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:

Κλιμάκιο αποζημίωσης (ευρώ) Φορολογικός συντελεστής
< 60.000 0%
60.000,01 – 100.000 10%
100.000,01 – 150.000 20%
> 150.000 30%

4. Το ασφάλισμα που καταβάλλεται στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων φορολογείται αυτοτελώς:
α) Με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%)για κάθε περιοδικά καταβαλλόμενη παροχή.
β) Με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) για εφάπαξ καταβαλλόμενη παροχή μέχρι σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ και με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) για εφάπαξ καταβαλλόμενη παροχή κατά το μέρος που υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ.
Οι συντελεστές των ανωτέρω περιπτώσεων αυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς. Δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά κάθε καταβολή που πραγματοποιείται σε εργαζόμενο ο οποίος έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του, καθώς και κάθε καταβολή που γίνεται χωρίς τη βούληση του εργαζομένου, όπως σε περίπτωση απόλυσης του εργαζομένου ή πτώχευσης του εργοδότη.

5. Για τους φορολογούμενους που κατοικούν μόνιμα σε νησιά με πληθυσμό, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους, το φορολογητέο εισόδημα του πρώτου κλιμακίου της κλίμακας της παραγράφου 1 αυξάνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%), προκειμένου να υπολογιστεί το ποσό του φόρου που αναλογεί στο εισόδημά τους.
Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2015.

Αρθρο 16. Μείωση φόρου εισοδήματος 

Αρθρο 16. Μείωση φόρου εισοδήματος – Κείμενο νόμου

1. Ο φόρος που προκύπτει κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 μειώνεται κατά το ποσό των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ, όταν το φορολογητέο εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι ενός χιλιάδων (21.000) ευρώ. Εάν το ποσό του φόρου είναι μικρότερο των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ, το ποσό της μείωσης περιορίζεται στο ποσό του αναλογούντος φόρου.

2. Για φορολογητέο εισόδημα το οποίο υπερβαίνει το ποσό των είκοσι ενός χιλιάδων (21.000