Η ενδικοφανής προσφυγή του άρθρου 63 ν. 4174/2013

Του Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω Γεωργίου Σπ. Ευσταθόπουλου, εξειδικευθέντος στο Φορολογικό Δίκαιο

Με τους νόμους 4152/2013 και 4174/2013 επιχειρήθηκε η υιοθέτηση μίας νέας προδικασίας επίλυσης των φορολογικών διαφορών.

Ειδικότερα, ο φορολογούμενος, προκειμένου να αμφισβητήσει οιοδήποτε σε βάρος του φορολογικό καταλογισμό, υποχρεούται να απευθυνθεί στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (πρώην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης) με Ενδικοφανή Προσφυγή.

Διά του άνω τρόπου, καθιερώνεται η ανατροπή του ισχύοντος, μέχρι την έκδοση των άνω νόμων, καθεστώτος, κατά το οποίο πράξη φορολογικού καταλογισμού αρμόδιας Αρχής ηδύνατο να ακυρωθεί μόνο με δικαστική απόφαση, αποκλειομένης της περιπτώσεως συμμετοχής μίας άλλης (δεύτερης) διοικητικής Αρχής στον καθορισμό της φορολογικής επιβαρύνσεως των φορολογουμένων.

Η ως άνω συντελεσθείσα αλλαγή τελικά ωφέλησε ή όχι; Είναι σύμφωνη με τις αρχές του δικαίου και το Σύνταγμα; Εξυπηρέτησε το σκοπό της που είναι η ταχύτερη διεκπεραίωση των φορολογικών διαφορών, η ταχεία είσπραξη φόρων, η αποφόρτιση των διοικητικών δικαστηρίων και η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης;

Σε απάντηση των άνω ερωτημάτων, επισημαίνονται τα ακόλουθα:

1ον. Η «προβεβαίωση» ποσοστού 50%.

Υπό το προϊσχύον καθεστώς, το ποσοστό της προβεβαίωσης ανερχόταν σε ποσοστό 25% της φορολογικής οφειλής, με βάση την εκδοθείσα ατομική διοικητική πράξη της αρμόδιας Αρχής, η οποία αποτελούσε και τον οριστικό νόμιμο τίτλο, η αμφισβήτηση του οποίου ανατίθετο στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατόπιν ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος της Προσφυγής.

Με το νέο καθεστώς, ο φορολογούμενος είναι υποχρεωμένος αφενός να απευθυνθεί ενώπιον άλλης διοικητικής Αρχής (Δ.Ε.Δ), με την υποβολή Ενδικοφανούς Προσφυγής, και αφετέρου να καταβάλλει (ακολούθως) ποσοστό 50% της καταλογισθείσας φορολογικής επιβάρυνσης, προκειμένου μάλιστα να τύχει της αναστολής εισπράξεως του υπολοίπου 50%.

Στο σημείο αυτό παρατηρούνται τα εξής:

(α) Το προκαταβλητέο ποσοστό διπλασιάζεται και συνεπώς η μεταβολή αυτή χειροτερεύει τη θέση του φορολογούμενου

(β) Επιδιώκεται η είσπραξη του άνω ποσοστού με βάση προσωρινό διοικητικό τίτλο, η νομιμότητα του οποίου αμφισβητείται αρχικώς σε επίπεδο Διοίκησης με ενδικοφανή προσφυγή, η απόφαση της οποίας συνιστά τον οριστικό τίτλο.

(γ) Ανατίθεται στη διοίκηση η αρμοδιότητα κρίσεως επί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων χορήγησης αναστολής είσπραξης του προβεβαιωτέου ποσοστού 50%

Η προβεβαίωση ποσοστού της καταλογισθείσας επιβαρύνσεως είχε την ακόλουθη δικαιολογητική βάση: Σε σχέση με τη Διοίκηση, ο θεσμός της προβεβαίωσης προστάτευε έως ένα βαθμό το ίδιο το Κράτος από την κατάχρηση, εκ μέρους των φορολογουμένων, του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας διά της υποβολής προφανώς αβάσιμων προσφυγών, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η καθυστέρηση εκπλήρωσης των νομίμως καταλογισθεισών φορολογικών τους υποχρεώσεων. Σε σχέση με τους φορολογούμενος, η προβεβαίωση του ποσοστού αφενός μεν τελούσε σε μία «ανεκτά» χαμηλή αντιστοιχία σε σχέση με το συνολικό ποσό της καταλογιζόμενης φορολογικής οφειλής, αφετέρου δε η ενάσκηση του δικαιώματος εκ μέρους του Δημοσίου (ήτοι της προβεβαίωσης) αντισταθμιζόταν από το δικαίωμα του φορολογούμενου να αιτηθεί προσωρινή δικαστική προστασία διά της υποβολής Αιτήσεως Αναστολής της είσπραξης του προβεβαιωτέου ποσοστού.

Το ως άνω προϊσχύον καθεστώς, παρά τις όποιες αδυναμίες που θα μπορούσε κάποιος να τονίσει, σαφώς εξυπηρετούσε εις το ακέραιον τις αρχές της νομιμότητας, του Κράτους δικαίου και της εύλογης εμπιστοσύνης του διοικούμενου στη Διοίκηση.

Με το νέο όμως καθεστώς :

(α) καταργήθηκε η προσωρινή δικαστική προστασία για την προβεβαίωση του ποσοστού 50%, γεγονός που προσκρούει στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος

(β) η είσπραξη οιουδήποτε ποσοστού του καταλογιζόμενου φόρου κατά τη διοικητική διαδικασία με βάση προσωρινό διοικητικό τίτλο προσκρούει στη αρχή της βεβαιότητας του φόρου, η οποία απορρέει από το άρθρο 78 παρ. 4 του Συντάγματος.

(γ) ο έλεγχος της διοικητικής πράξεως, δυνάμει της οποίας προβεβαιώνεται (αλλά λόγω οικονομικής αδυναμίας δεν καταβάλλεται το 50%), μεταφέρεται κατά το μακρινό χρονικό σημείο εκδικάσεως της δικαστικής προσφυγής, οπότε πιθανότατα θα έχει ολοκληρωθεί και το τελευταίο στάδιο της διοικητικής εκτελέσεως για την είσπραξη. Στην περίπτωση της καταβολής του ποσοστού 50% επί προφανώς μη νόμιμης καταλογιστικής πράξεως, επιμηκύνεται ο χρόνος κατοχής των εισπραχθέντων ποσών εκ μέρους του Δημοσίου μέχρι την δικαστική ακύρωση της πράξεως.

Η παρεχομένη υπό της άνω διατάξεως δυνατότητα του φορολογούμενου να αιτηθεί την χορήγηση αναστολής της είσπραξης του «προβεβαιωτέου» ποσοστού της φορολογικής επιβαρύνσεως από την Διοίκηση (Δ.Ε.Δ), προς την οποία «μεταφέρθηκε η σχετική αρμοδιότητα», ΔΕΝ παρέχει αποτελεσματική προστασία.

Τούτο διότι σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 63:

(α) εάν δεν εκδοθεί απόφαση επί του αιτήματος αναστολής εντός 20 ημερών από το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης τότε αυτή θεωρείται ότι έχει απορριφθεί. Μάλιστα στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι τυχόν χορήγηση αναστολής της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωση καταβολής  «των τόκων» λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου.

Είναι κοινό τοις πάσι σήμερα ότι όλες οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούν λόγω της έλλειψης προσωπικού. Επομένως, ελλοχεύει ο κίνδυνος να προβεί η Διοίκηση σε εκτεταμένη χρήση της παρεχόμενης υπό της άνω διατάξεως δυνατότητας, δηλαδή να απορριφθούν σιωπηρώς όλες οι αιτήσεις αναστολής. Ο μέχρι σήμερα σύντομος βίος της Δ.Ε.Δ. επιβεβαιώνει το άνω συμπέρασμα.

Βέβαια, ο κίνδυνος της σιωπηρής απόρριψης υφίσταται και για τις ενδικοφανείς προσφυγές, όχι μόνο λόγω της υποστελέχωσης της Διοίκησης αλλά και λόγω της εξαιρετικά σύντομης προθεσμίας για την έκδοση αποφάσεως.

Εξάλλου, η έννοια της παροχής αποτελεσματικής προστασίας, εκδηλούμενη εν προκειμένω διά της (διοικητικής) χορήγησης αναστολής εισπράξεως, περιορίζεται απαραδέκτως, κατά τη γνώμη μου, διά της εξακολούθησης επιβολής προσαυξήσεων, λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου, οι οποίες σήμερα είναι υπέρογκες.

(β) μοναδικό λόγο χορήγησης αναστολής αποτελεί η πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στον υπόχρεο εκ της πληρωμής του ποσοστού 50%.

Η ανεπανόρθωτη βλάβη αποτελεί μία αόριστη νομική έννοια (προερχόμενη προφανώς από τη σχετικά πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 202 του Κ.Δ.Δ.), η εξειδίκευση (και η συνδρομή των όρων) της οποίας ανατίθεται τώρα στη Διοίκηση. Επομένως, εύλογα ανακύπτει το ερώτημα εάν είναι δυνατόν η Διοίκηση να ανταποκριθεί στην υποχρέωση αυτή. Η προσωπική μου άποψη είναι πως η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική, καθώς η σχετική κρίση ανήκει στη δικαστική εξουσία, η οποία παρέχει τα εχέγγυα ασφαλούς κρίσεως, πολλώ μάλλον και διότι ΔΕΝ είναι δυνατόν η Διοίκηση που εξέδωσε την αμφισβητούμενη καταλογιστική πράξη να κρίνει και περί της τυχόν χορήγησης αναστολής. Σχετικώς, πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι πολλοί συνάδελφοι αντιμετώπισαν ερώτημα φορολογουμένων περί του κατά πόσο είναι εφικτό ο αρμόδιος Υπάλληλος της Δ.Ε.Δ. (δηλαδή του Υπ. Οικονομικών) να προτείνει την αναστολή της προβεβαίωσης του καταλογιζόμενου (από έτερη διοικητική Αρχή άλλως από έτερο συνάδελφο) φόρου.

Επισημαίνεται ότι η Διοίκηση δεν έχει εκδώσει μέχρι σήμερα διευκρινιστικές οδηγίες για τα κριτήρια, τους όρους και τον τρόπο εφαρμογής της έννοιας της πρόκλησης «ανεπανόρθωτης βλάβης» στα υπόχρεα πρόσωπα.

Εξάλλου, ο νομοθέτης εσφαλμένως δεν προέβλεψε ως λόγο αναστολής και το βάσιμο της ενδικοφανούς προσφυγής. Ερωτάται, επομένως, εάν είναι προφανώς παράνομη η διοικητική πράξη με την οποία καταλογίστηκε οιοδήποτε ποσό φόρου και ο υπόχρεος έχει τη δυνατότητα να καταβάλει το ποσοστό 50% (απορριπτόμενης της αιτήσεως αναστολής του από τη Διοίκηση) γιατί θα πρέπει να υποχρεωθεί προς τούτο;

2ον. Η υιοθετούμενη ενδικοφανής διαδικασία

Η υιοθετούμενη με τις νέες διατάξεις ενδικοφανής διαδικασία, κατά την ταπεινή άποψη του συντάκτη του παρόντος, ΔΕΝ πετυχαίνει το σκοπό της για τους ακόλουθους λόγους:

(α) Σύμφωνα με την παρ. 5 της διατάξεως του άρθρου 63 Ν. 4174/2013, εάν δεν εκδοθεί εντός της 60νθήμερης προθεσμίας απόφαση, τότε η ενδικοφανής προσφυγή θεωρείται ότι έχει απορριφθεί και ο φορολογούμενος έχει λάβει γνώση αυτής της απόρριψης κατά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής.

Δοθέντος ότι, ως προελέχθη, η Διοίκηση αντιμετωπίζει πρόβλημα υποστελέχωσης, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να ανταποκριθεί στον όγκο των υποθέσεων που άγονται ενώπιόν της και μάλιστα σε τόσο μικρή προθεσμία. Συνεπεία τούτου, πρόδηλον είναι ότι θα αξιοποιήσει την παρεχόμενη υπό της άνω διατάξεως δυνατότητα μη εξέτασης πλήθους ενδικοφανών προσφυγών.

Αφ’ ής στιγμής παρέχεται στη Διοίκηση η δυνατότητα σιωπηρής απορρίψεως των ενδικοφανών προσφυγών, ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι καταδικασμένος σε αποτυχία.

(β) Εκ της φύσεώς της, η ενδικοφανής διαδικασία περιλαμβάνει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στοιχεία, τα οποία προσιδιάζουν στην δικαστική διαδικασία, τα οποία όμως απουσιάζουν στην καθιερούμενη πλέον νέα φορολογική διαδικασία.

Συγκεκριμένα, η ενδικοφανής διαδικασία περιλαμβάνει και το στοιχείο της προφορικότητας της διαδικασίας/των συνεδριάσεων αλλά και εκείνο της κλήσεως του διοικουμένου προς ακρόαση ενώπιον του αρμοδίου οργάνου της Διοίκησης.

Επισημαίνεται ότι, στο γερμανικό διοικητικό δικονομικό δίκαιο, οι σχετικές διατάξεις περί της ενδικοφανούς διαδικασίας, προβλέπουν ρητώς πλήρεις διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως δικαίωμα ενημέρωσης, πρόσβασης στον φάκελο, προηγούμενης ακροάσεως, υποχρέωση αιτιολογίας, απόλυτο ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Η εν προκειμένω εξεταζόμενη ενδικοφανής διαδικασία στερείται τα απαιτούμενα ως άνω στοιχεία, διά των οποίων και μόνον θα εξασφαλιζόταν η πλήρης νομική και ουσιαστική διερεύνηση της φορολογικής διαφοράς (ως επίσης και η δίκαιη και αμερόληπτη κρίση επ΄ αυτής), καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5, η Δ.Ε.Δ. δεν υποχρεούται να καλέσει τον υπόχρεο σε ακρόαση παρά μόνο αν το κρίνει απαραίτητο και δη στις περιπτώσεις που με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής προσκομισθούν νέα στοιχεία ή γίνει επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών, όπως διευκρινίζεται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 της ΠΟΛ 1002/2014 απόφασης της ΓΓΔΕ σε συνδυασμό με αυτές της ΠΟΛ.1069/4.3.2014 Εγκυκλίου της ΓΓΔΕ. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, η ακρόαση καταρχήν είναι έγγραφη και σε εξαιρετικές περιπτώσεις – και εφόσον κατά την κρίση της Υπηρεσίας συντρέχει λόγος- η διενεργούμενη ακρόαση διεξάγεται και προφορικώς σε καθορισμένη ώρα και ημερομηνία (άρθρο 4 παρ. 5 ΠΟΛ 1002/2014). Σε κάθε περίπτωση δε ως νέα στοιχεία ορίζονται αυτά τα οποία δεν είχε στη διάθεσή της η φορολογική αρχή και δεν ήταν δυνατό να τα λάβει υπόψη κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης.

Τούτων δοθέντων, η τιθέμενη υπό της άνω διατάξεως ενδικοφανής διαδικασία παραβιάζει ευθέως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ακροάσεως του διοικούμενου.

(γ) Κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, οι ατομικές διοικητικές πράξεις, οι οποίες επάγονται δυσμενείς για τους διοικουμένους συνέπειες, πρέπει να αιτιολογούνται και δη εμπεριστατωμένως, συνεπεία ακριβώς των άνω δυσμενών συνεπειών τους.

Η αιτιολογία κάθε εκδιδόμενης διοικητικής πράξεως πρέπει να είναι ειδική, επαρκής και να ανταποκρίνεται στα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης.

Περαιτέρω, αιτιολογία, εν γένει, είναι η αναφορά των ρυθμιζόντων την έκδοση της διοικητικής πράξης κανόνων δικαίου και της ερμηνείας αυτών, της διαπιστώσεως της συνδρομής των πραγματικών ή νομικών καταστάσεων, εν όψει των οποίων κατ΄ εφαρμογή των κανόνων τούτων επιτρέπεται (ή επιβάλλεται) η έκδοση της πράξεως, καθώς επίσης και των σκέψεων του διοικητικού οργάνου, οι οποίες οδήγησαν στην έκδοση (ή την παράλειψη εκδόσεως) της διοικητικής πράξεως. Τα στοιχεία δε της αιτιολογίας δύνανται να αφορούν είτε την νομιμότητα είτε την σκοπιμότητα της πράξεως.

Επιπροσθέτως, σκοπός της αιτιολογίας είναι η δημιουργία δυνατότητας ελέγχου, τόσο από τον διοικούμενο όσο και από τον ακυρωτικό Δικαστή, ήτοι ελέγχου εάν και κατά πόσο η διοικητική πράξη εξεδόθη προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος ή την διασφάλιση του διοικουμένου και κατά πόσο είναι σύμφωνη εναρμονιζομένη με τους κανόνες δικαίου, οι οποίοι καθορίζουν το πλαίσιο της νομιμότητας.

Η έλλειψη της αιτιολογίας ή τα ελαττώματα της πράξεως συνεπάγονται το ακυρώσιμο αυτής, υπάγονται δε στον ευρύτερο λόγο ακυρώσεως, ένεκα παραβάσεως κατ΄ ουσία διατάξεων του νόμου.

Ωστόσο, με την παρ. 6 της άνω διατάξεως, η Διοίκηση απαλλάσσεται της υποχρέωσης να αιτιολογεί την απορριπτική της ενδικοφανούς προσφυγής της απόφαση. Δηλαδή, απαλλάσσεται από την υποχρέωση να απαντήσει στα προβαλλόμενα με την ενδικοφανή προσφυγή επιχειρήματα του φορολογουμένου.

Η υποχρέωση αιτιολογίας παραμένει μόνο σε περίπτωση μερικής ή ολικής ακύρωσης της καταλογιστικής πράξεως ή τροποποίησης αυτής. Διά του τρόπου αυτού παραβιάζεται όχι μόνο η αρχή της αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων αλλά και η αρχή της ισότητας (άρ. 4 Σ), λόγω της άνισης αντιμετωπίσεως των φορολογουμένων σε σχέση με τη Διοίκηση.

(δ) Οι διατάξεις του άρθρου 64 με τις διατάξεις του άρθρου 65 του Ν. 4174/2013 ΔΕΝ συνάδουν.

Τούτο διότι, ενώ με το άρθρο 64 υιοθετείται ορθώς η υποχρέωση της φορολογικής διοίκησης περί παροχής σαφούς, ειδικής και επαρκούς αιτιολογίας για τη νομική βάση, τα γεγονότα και τις περιστάσεις που θεμελιώνουν την έκδοση πράξεως και τον προσδιορισμό του φόρου, εντούτοις με το άρθρο 65, σε περίπτωση αμφισβήτησης πράξης προσδιορισμού φόρου στα πλαίσια ενδικοφανούς προσφυγής, ο φορολογούμενος φέρει το βάρος απόδειξης της πλημμέλειας της πράξης προσδιορισμού του φόρου.

Σαφέστατα, δικαιότερο θα ήταν το βάρος αποδείξεως να ανατεθεί στην Διοίκηση, αφού η τελευταία επωμίζεται, με ρητή πλέον διάταξη και όχι με γενική αρχή του δικαίου, την υποχρέωση αιτιολογίας των εκδιδόμενων πράξεων.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι, διά της διατάξεως του άρθρου 65, ανατρέπεται η νομολογιακώς διαμορφωθείσα αρχή, σύμφωνα με την οποία το βάρος αποδείξεως φέρει πάντοτε η διοικητική αρχή.

Εφόσον, επομένως, με τις διατάξεις του άρθρου 65 του Ν. 4174/2013 ορίζεται ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης πράξης προσδιορισμού φόρου στα πλαίσια ενδικοφανούς προσφυγής, ο φορολογούμενος φέρει το βάρος απόδειξης της πλημμέλειας της πράξης προσδιορισμού του φόρου (απαραδέκτως καθόσον ανατρέπεται η νομολογιακώς διαμορφωθείσα αρχή περί του βάρους αποδείξεως), τότε η Διοίκηση (Δ.Ε.Δ. εν προκειμένω) οφείλει να αιτιολογήσει πλήρως τυχόν απορριπτική κρίση της επί των προβαλλόμενων και αποδεικνυόμενων ισχυρισμών του φορολογούμενου.

(ε) Καλείται ένας υπάλληλος της Δ.Ε.Δ. να κρίνει, νόμω και ουσία, τα πορίσματα του ελέγχου ενός άλλου υπαλλήλου-συναδέλφου του.

Πόσο πιθανό είναι να εκδοθεί απόφαση με την οποία θα ακυρώνεται ο καταλογισμός φόρου λόγω (αδικαιολόγητης ή πρωτοφανούς) εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των φορολογικών διατάξεων (δυνάμει της οποίας επιβλήθηκαν εξοντωτικά ενδεχομένως πρόστιμα και φόροι), γεγονός που μπορεί να επισύρει πειθαρχικές ή/και ποινικές κυρώσεις για τους ελέγχοντες υπαλλήλους;

(στ) Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, υπό το καθεστώς λειτουργίας της Επιτροπής 70Α Ν. 2238/1994, η ενδικοφανής διαδικασία περιελάμβανε και τη δυνατότητα της διοικητικής επίλυσης της φορολογικής διαφοράς με τη νόμιμη μείωση-περιορισμό προστίμων, πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων, η οποία αποτελούσε σημαντικό κίνητρο περαίωσης της υπόθεσης για τον φορολογούμενο. Η δυνατότητα αυτή πλέον έχει καταργηθεί.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:

Η υιοθετούμενη με τις διατάξεις του άρθρου 63 Ν. 4174/2013 ενδικοφανής διαδικασία παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα.

Τα κυριότερα είναι:
(α) η παραβίαση αρχών του δικαίου και ατομικών δικαιωμάτων του φορολογούμενων
(β) η αδυναμία της διοίκησης να ανταποκριθεί στις καθιερούμενες υποχρεώσεις
(γ) ο ατελής χαρακτήρας των εφαρμοστέων διατάξεων
(δ) η περιέλευση του φορολογούμενου σε εξαιρετικά δυσμενή θέση

Τα προβλήματα αυτά καθιστούν την προβλεπόμενη υπό του άνω άρθρου διοικητική διαδικασία αναποτελεσματική και απρόσφορη για την ικανοποίηση των επιδιωκόμενων σκοπών του νομοθέτη.

Επιπροσθέτως,

Οι σκοποί του νομοθέτη θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν εάν:

(α) υιοθετείτο στην εν λόγω διοικητική διαδικασία Επιτροπή, στην οποία θα συμμετείχαν και (τέως) Διοικητικοί Δικαστές, εις τρόπον ώστε να μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα οι νομικοί ισχυρισμοί των φορολογουμένων κατά του κύρους των καταλογιστικών πράξεων και κυρίως των νομικών διατάξεων της φορολογίας. Τούτου δοθέντος, θα πρέπει παράλληλα να υιοθετηθεί η υποχρέωση κλήσεως του φορολογουμένου για την ικανοποίηση του δικαιώματος ακροάσεως.

(β) υιοθετείτο εκτενέστερη προθεσμία εκδόσεως αποφάσεως επί της ενδικοφανούς προσφυγής από τις 60 ημέρες στις 120 τουλάχιστον και επί του αιτήματος αναστολής από τις 20 ημέρες στις 60 τουλάχιστον, προκειμένου να δύναται η Διοίκηση να ανταποκριθεί στο έργο της.

(γ) απαλείφετο η δυνατότητα της σιωπηρής απορρίψεως της ενδικοφανούς προσφυγής και του αιτήματος αναστολής

(δ) γινόταν υποχρεωτική η εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απορριπτικής αποφάσεως της Διοίκησης επί των ασκούμενων ενδικοφανών προσφυγών

(ε) επανερχόταν η δυνατότητα της διοικητικής επίλυσης της φορολογικής διαφοράς κατά την ενδικοφανή διαδικασία.

(στ) υιοθετείτο αναστολή εκτέλεσης της καταλογιστικής πράξης, ακόμα και κατά ποσοστό (προβεβαίωση), μέχρι του χρόνου εκδόσεως της αποφάσεως της Διοίκησης επί της ενδικοφανούς προσφυγής. Εναλλακτικώς, θα μπορούσε να περιορισθεί το ποσοστό προβεβαίωσης 50% ή να παραμείνει το ίδιο ποσοστό υπολογιζόμενο όμως επί του καταλογιζόμενου κύριου φόρου και όχι επί του συνολικά καταλογιζόμενου (κύριου φόρου μετά προσθέτου ή προσαυξήσεων).

(ζ) απαλείφονταν οι διατάξεις που καθιερώνουν την τήρηση αυστηρών διαδικαστικών τύπων, η μη τήρηση των οποίων συνεπάγονται το απαράδεκτο της ασκήσεως της Ενδικοφανούς Προσφυγής – Αιτήματος Αναστολής. Η διοικητική αυτή διαδικασία, για να είναι αποτελεσματική, έπρεπε να διακρίνεται για την ελαστικότητα και την ευελιξία της, στοιχεία που δυστυχώς απουσιάζουν.

Διά του άνω τρόπου θα αποκαθίστατο και η εμπιστοσύνη του διοικούμενου στη Διοίκηση.

Εν κατακλείδι, πρέπει να επισημανθεί ότι η δημιουργία νέων διοικητικών δομών, είναι αντίθετη προς την επιδιωκόμενη τάση περιορισμού της Δημόσιας Διοίκησης, απλούστευσης των διαδικασιών και περιστολής των δημοσίων δαπανών.

Πηγή: Tax Heaven


Νέες οδηγίες για τον έλεγχο εμβασμάτων εξωτερικού

Του Γιώργου Δαλιάνη
Το Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε την εγκύκλιο ΠΟΛ 1228/15-10-2014, με θέμα την παροχή πρόσθετων οδηγιών στο πλαίσιο χειρισμού των υποθέσεων φορολογούμενων που έστειλαν εμβάσματα στο εξωτερικό κατά τα έτη 2009-2011, με την οποία χαράζει νέα πορεία και αλλάζει – δυστυχώς πολύ καθυστερημένα – κατεύθυνση.
Η διαταγή αυτή είναι συνέχεια της ΠΟΛ.1033/21-2-2013, η οποία καταστρατηγήθηκε από τα Διευθυντικά στελέχη του Κέντρου Ελέγχου Φορολογούμενων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕ.ΦΟ.ΜΕ.Π), που την ερμήνευσαν και εφάρμοσαν αυθαίρετα κατά την δική τους κρίση.
Τι ακριβώς προβλέπει η εγκύκλιος και ποιες κατευθύνσεις παρέχει στους υπαλλήλους του Υπουργείου σχετικά με την σωστή και πιστή εφαρμογή της Νομοθεσίας;

Η εγκύκλιος μεταξύ των άλλων στέκεται στα ακόλουθα θέματα που αφορούν και την πλειονότητα των φορολογούμενων.

Κάλυψη εμβασμάτων με χρηματικά ποσά που υπήρχαν στην κατοχή του φορολογούμενου έως και την τελευταία ημέρα του τελευταίου παραγεγραμμένου έτους.
Το τελευταίο παραγεγραμμένο έτος είναι το 1999 (31/12/1999) και πριν την ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να γίνει επί της ουσίας οποιοσδήποτε έλεγχος. Επίσης στην έννοια των χρηματικών ποσών περιλαμβάνονται, εκτός από τις καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα γενικά (ομόλογα, μετοχές, repos, αμοιβαία κεφάλαια κλπ.) για τα οποία προκύπτει από αποδεικτικά στοιχεία (βεβαιώσεις χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων) ότι ήταν διαθέσιμα την 31.12.1999 και εκποιήθηκαν – ρευστοποιήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της μεταφοράς χρηματικού ποσού στο εξωτερικό με έμβασμα. Θα πρέπει ασφαλώς να έχουν υποβληθεί κι οι σχετικές δηλώσεις φόρου εισοδήματος.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι και δύο εγκύκλιοι (1033/21-2-2013 και η πρόσφατη 1228/15-10-2014) δεν απαιτούν έλεγχο των φορολογικών δηλώσεων και τεκμηρίωση των χρηματικών ποσών που υπήρχαν την 31.12.1999, απλά αποδέχονται τις βεβαιώσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Οι φορολογούμενοι επομένως, μπορούν να επικαλεστούν τα ποσά αυτά χωρίς άλλα προαπαιτούμενα.

Κάλυψη εμβασμάτων με το προϊόν της εκποίησης περιουσιακών στοιχείων.
α) Περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, μετοχές εισηγμένες ή μη κλπ.) που έχουν αποκτηθεί έως και την 31.12.1999 και εκποιήθηκαν μετά την 1-1-2000 και πάντως πριν την αποστολή του εμβάσματος, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό που προέκυψε και όχι μειωμένο κατά το κόστος απόκτησής του. Απαιτείται η προσκόμιση των παραστατικών εκποίησης και όχι της απόκτησης.
β) Περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, μετοχές εισηγμένες ή μη κλπ) που έχουν αποκτηθεί από την 1.1.2000 και μετά και εκποιήθηκαν πριν την αποστολή εμβάσματος, λαμβάνεται υπόψη το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ της αγοράς και πώλησης αυτών.
γ) Για περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, μετοχές εισηγμένες ή μη κλπ) που έχουν αποκτηθεί και εκποιηθεί ως το τέλος του 1999, λαμβάνεται υπόψη το ποσό που προέκυψε από την εκποίηση αυτή, εφόσον αποδεικνύεται από σχετικά παραστατικά και υπό τη προϋπόθεση ότι δεν έχουν συμπεριληφθεί στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος. Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος κάνει χρήση της βεβαίωσης χρηματικών ποσών σε τράπεζες ως το τέλος του έτους 1999, κατά τα οριζόμενα στη παράγραφο 12 της ΠΟΛ 1033/21-2-2013 δεν μπορεί να επικαλεστεί και τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο.
Ειδικά για τις εισηγμένες στο Χρηματιστήριο μετοχές, εκτός από τα πρωτότυπα παραστατικά πώλησης (πινακίδια) θα πρέπει να προσκομίζεται και αναλυτική κίνηση της μερίδας του επενδυτή (φορολογούμενου) από το χρηματιστήριο Αξιών.

Κατανομή κοινών λογαριασμών στους συνδικαιούχους.
Στις περιπτώσεις αποστολών εμβασμάτων που πραγματοποιούνται από κοινούς λογαριασμούς, πρέπει να γίνεται καταρχήν ισομερής επιμερισμός αυτών μεταξύ των συνδικαιούχων του λογαριασμού προέλευσης του εμβάσματος. Σημειώνεται ότι στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εκδίδεται εντολή ελέγχου σε όλα τα πρόσωπα του κοινού λογαριασμού και εφόσον συμμετέχει ανήλικος έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.2238/94 όπως ίσχυαν.
Σε περίπτωση που ο ελεγχόμενος επικαλείται διαφορετική αναλογία αυτών των χρηματικών ποσών, οφείλει να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο τον ισχυρισμό του.
Επί αμφισβήτησης του ισχυρισμού του ελεγχόμενου από τη φορολογική αρχή, η ίδια οφείλει να αιτιολογήσει την αναλογία που αυτή επικαλείται εάν αυτή είναι διαφορετική του ισομερούς επιμερισμού. Η αιτιολόγηση αυτή πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη (σχετικές διατάξεις άρθρων 28 και 64 του Ν.4174/2013).

Η ΠΟΛ 1228/15-10-2014 δίνει επίσης οδηγίες σχετικά με:
• την αντιμετώπιση εμβασμάτων με ποσά που προκύπτουν από επαναπατρισμό κεφαλαίων
• υποθέσεις εμβασμάτων κατοίκων εξωτερικού και τέλος
• τη διαδικασία υποβολής συμπληρωματικών δηλώσεων.

Όπως προαναφέραμε, εμείς στεκόμαστε στις περιπτώσεις που αφορούν την πλειοψηφία των υποθέσεων. Για τις υποθέσεις αυτές οι υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών (κυρίως το ΚΕ.ΦΟ.ΜΕ.Π) επέβαλαν άδικα παράνομα και καταχρηστικά υπέρογκους φόρους με τις ανάλογες δυσβάσταχτες προσαυξήσεις, που είναι αδύνατο να καταβληθούν. Μια τακτική ανάλγητη που καταστρέφει Ελληνικές οικογένειες.

Πολλές από αυτές τις υποθέσεις βρίσκονται σήμερα στη διαδικασία επανεξέτασης από την υπηρεσία που ορίζει το άρθρο 63 του Ν.4174/2013. Πιστεύουμε ότι όλες οι υποθέσεις πρέπει να εξεταστούν κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της ΠΟΛ 1228/15-10-2014. Η σιωπηρή απόρριψή τους δεν μπορεί πλέον να μην θεωρείται τουλάχιστον εγκληματική αμέλεια.
Επίσης, πρέπει να ληφθεί μέριμνα για τις υποθέσεις που ήδη έχουν πάρει το δρόμο της Δικαιοσύνης, ώστε να ανακουφιστούν κι οι φορολογούμενοι που άδικα έχουν οδηγηθεί στα δικαστήρια.

Τελειώνοντας θέτω κάποια ερωτήματα. Το λάθος (αν είναι λάθος), η άγνοια, η αμέλεια, η αλαζονεία έως πότε και μέχρι ποιο σημείο θα μένουν ατιμώρητα;
Ενώ ο φοροελεγκτικός μηχανισμός καταλογίζει στον έλληνα φορολογούμενο «τεκμήριο ενοχής» αντί του συνταγματικά κατοχυρωμένου τεκμηρίου αθωότητας, οδηγώντας τον σε ένα κυκεώνα δικαστικών διαμαχών, από την άλλη μεριά αρκεί άραγε, απλά και μόνο η ειλικρινής ή προσποιητή μεταμέλεια κάποιων εκ του μηχανισμού αυτού, να καλύψει παραβατικές έως κι εγκληματικές συμπεριφορές χωρίς καμία κύρωση;


ΠΟΛ.1228/15.10.2014

ΘΕΜΑ: «Παροχή πρόσθετων οδηγιών στο πλαίσιο χειρισμού των υποθέσεων φορολογουμένων που αποστέλλουν εμβάσματα στο εξωτερικό κατά τα έτη 2009-2011».

Σε συνέχεια της εγκυκλίου διαταγής ΠΟΛ.1033/21.2.2013 με την οποία δόθηκαν οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994 όπως ίσχυε στο πλαίσιο χειρισμού των υποθέσεων φορολογουμένων που απέστειλαν εμβάσματα στο εξωτερικό κατά τα έτη 2009-2011 παρέχουμε τις παρακάτω πρόσθετες διευκρινίσεις .

Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου και νόμου προβλέπεται ότι :«σε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, ο φορολογούμενος μπορεί να κληθεί να αποδείξει είτε την πραγματική πηγή ή αιτία προέλευσής της είτε ότι φορολογείται από άλλες διατάξεις είτε ότι απαλλάσσεται από το φόρο με ειδική διάταξη, προκειμένου αυτό να μην φορολογηθεί ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων της χρήσης κατά την οποία επήλθε η προσαύξηση».

Σημειώνεται ότι με την παράγραφο 3 του άρθρου 48 του ν.2238/1994 προβλέπεται ότι φορολογείται η προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και όχι η μεταβολή της σύνθεσης ή της διατήρησης της περιουσίας που δεν σημαίνει απαραίτητα και την προσαύξησή της.

Περαιτέρω η προσαύξηση της περιουσίας μπορεί να αναφέρεται σε κινητή ή ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής, οικόπεδα, σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφη, αεροσκάφη, πάσης φύσεως χρεόγραφα (μετοχές ,τοκομερίδια ),καταθέσεις κ.λ.π.(σχετ. η ΠΟΛ.1095/29.4.2011).

Ειδικότερα:

1. Κάλυψη εμβασμάτων με χρηματικά ποσά που υπήρχαν στην κατοχή του φορολογούμενου έως και την τελευταία ημέρα του τελευταίου παραγεγραμμένου έτους.

Με την εγκύκλιο διαταγή ΠΟΛ.1033/21.2.2013 διευκρινίσθηκε ότι για την κάλυψη του εμβάσματος γίνονται δεκτά χρηματικά ποσά που υπήρχαν σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στο τέλος του έτους 1999 (τελευταίο παραγεγραμμένο έτος), εφόσον αποδεικνύεται από επίσημα δικαιολογητικά (βεβαίωση από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα) και εφόσον έχουν υποβληθεί οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος.

Στην έννοια των χρηματικών ποσών περιλαμβάνονται, εκτός από τις καταθέσεις, και τα επενδυτικά προϊόντα γενικά (ομόλογα, μετοχές, repos, αμοιβαία κεφάλαια κλπ) για τα οποία προκύπτει από σχετικά αποδεικτικά στοιχεία ότι ήταν διαθέσιμα στο τέλους του έτους 1999 και εκποιήθηκαν-ρευστοποιήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της μεταφοράς χρηματικού ποσού στο εξωτερικό με έμβασμα (σχετ. παρ. 15 της ΠΟΛ.1033/21.2.2013).

2. Κάλυψη εμβασμάτων με το προϊόν της εκποίησης περιουσιακών στοιχείων

Για την κάλυψη των εμβασμάτων με το προϊόν της εκποίησης περιουσιακών στοιχείων διευκρινίζονται τα εξής:

α) Περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, μετοχές εισηγμένες ή μη κλπ) που έχουν αποκτηθεί έως και το τέλος του 1999 και εκποιήθηκαν μετά την 1-1-2000 και πάντως πριν την αποστολή του εμβάσματος, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό που προέκυψε από την εκποίηση αυτή υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται η εκποίηση από σχετικά παραστατικά.

β) Περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, μετοχές εισηγμένες ή μη κλπ) που έχουν αποκτηθεί μετά από το τέλος του τελευταίου παραγεγραμμένου έτους δηλαδή μετά την 1-1-2000 και εκποιήθηκαν πριν την αποστολή του εμβάσματος, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό που προέκυψε από την εκποίηση αυτή, για την κάλυψη του εμβάσματος, σε κάθε περίπτωση όμως ελέγχεται η οικονομική δυνατότητα απόκτησης των περιουσιακών αυτών στοιχείων από το φορολογούμενο.

γ) Για περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, μετοχές εισηγμένες ή μη κλπ) που έχουν αποκτηθεί και εκποιηθεί ως και το τέλος του 1999 λαμβάνεται υπόψη το ποσό που προέκυψε από την εκποίηση αυτή, εφόσον αποδεικνύεται από σχετικά παραστατικά και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν συμπεριληφθεί στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος. Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος κάνει χρήση της βεβαίωσης χρηματικών ποσών σε Τράπεζες ως το τέλος του 1999, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 12 της ΠΟΛ.1033/21.2.2013 δεν μπορεί να επικαλεσθεί και τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο.

Ειδικά για τις εισηγμένες στο Χρηματιστήριο μετοχές, εκτός από τα πρωτότυπα παραστατικά πώλησης (πινακίδια) θα πρέπει να προσκομίζεται και αναλυτική κίνηση της μερίδας του επενδυτή (φορολογούμενου) από το Χρηματιστήριο Αξιών.

3.Κατανομή κοινών λογαριασμών στους συνδικαιούχους.

Στις περιπτώσεις αποστολών εμβασμάτων που πραγματοποιούνται από κοινούς λογαριασμούς πρέπει να γίνεται καταρχήν ισομερής επιμερισμός αυτών μεταξύ των συνδικαιούχων του λογαριασμού προέλευσης του εμβάσματος.

Σημειώνεται ότι στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εκδίδεται εντολή ελέγχου σε όλα τα πρόσωπα του κοινού λογαριασμού και εφόσον συμμετέχει ανήλικος έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν.2238/1994 όπως ίσχυαν.

Σε περίπτωση που ο ελεγχόμενος επικαλείται διαφορετική αναλογία των χρηματικών αυτών ποσών οφείλει να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο τον ισχυρισμό του.

Επί αμφισβήτησης του ισχυρισμού του ελεγχόμενου από τη φορολογική αρχή η ίδια οφείλει να αιτιολογήσει την αναλογία που αυτή επικαλείται εάν αυτή είναι διαφορετική του ισομερούς επιμερισμού. Η αιτιολόγηση αυτή πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη (σχετ. διατ. άρθ. 28 και 64 ν. 4174/2013).

4.Επαναπατρισμοί κεφαλαίων.

Σχετικά με τα επαναπατριζόμενα κεφάλαια του άρθρου 38 του ν.3259/2004, του άρθρου 18 του ν.3842/2010 όπως αυτός τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της παρ. 19 του άρθρου 21 του ν. 3943/2011 καθώς και συμπληρωματικά των διευκρινήσεων που δόθηκαν με την παρ. 10 της ΠΟΛ.1033/21.2.2013 έχουμε τα παρακάτω:

α) Σε περίπτωση που τα επαναπατριζόμενα κεφάλαια με τους παραπάνω νόμους, χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της διαφοράς (προσαύξηση περιουσίας) θα πρέπει να ελέγχεται το πραγματικό γεγονός της εισαγωγής και φορολόγησης των ποσών αυτών. Δηλαδή αρκεί η βεβαίωση της Τράπεζας ότι τα συγκεκριμένα ποσά υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και ότι καταβλήθηκε ο σχετικός φόρος.

Έτσι όπως έχει γίνει με το αριθμ. πρωτ.1054830/1114/Α0012/21-06-2005 έγγραφό μας για την κάλυψη τεκμαρτής δαπάνης στις περιπτώσεις που έχει απολεσθεί το πρωτότυπο μοναδικό λογιστικό παραστατικό της συναλλαγής, για τις ανάγκες της παρούσας, αρκεί αντίγραφο βεβαίωσης της Τράπεζας ίδιου περιεχομένου, ενώ στην περίπτωση αυτή απαιτείται επιπλέον υπεύθυνη δήλωση του φορολογουμένου ότι το πρωτότυπο δεν βρίσκεται στην κατοχή του και δεν έχει χρησιμοποιηθεί για φορολογικούς λόγους.

β) Επιπρόσθετα ελέγχεται ότι τα χρήματα υπήρχαν κατατεθειμένα σε Τράπεζα του εξωτερικού κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των σχετικών νόμων. Για τον λόγο αυτό πρέπει να προσκομίζεται στην αρμόδια ελεγκτική αρχή κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο.

γ) Τέλος σε κάθε περίπτωση που καταβάλλεται ο μειωμένος φόρος για τον επαναπατρισμό των σχετικών ποσών, ελέγχεται η προϋπόθεση της παραμονής των ποσών αυτών σε προθεσμιακό λογαριασμό ή της επένδυσης αυτών (μέρους ή όλου) κατά τα οριζόμενα στις σχετικές για την εφαρμογή των νόμων αποφάσεις.

5. Κάτοικοι εξωτερικού

Για όσες υποθέσεις έχουν ήδη υποβληθεί τα σχετικά με τη φορολογική κατοικία δικαιολογητικά, αυτά διαβιβάζονται στη Δ.Ο.Υ. όπου οι φορολογούμενοι υπέβαλαν δήλωση φορολογίας εισοδήματος σαν κάτοικοι Ελλάδας. Αντιθέτως, για όσες υποθέσεις δεν έχουν ήδη υποβληθεί τα εν λόγω δικαιολογητικά, οι ίδιοι οι φορολογούμενοι οφείλουν να τα προσκομίσουν στη Δ.Ο.Υ. όπου υπέβαλαν δήλωση φορολογίας εισοδήματος σαν κάτοικοι Ελλάδας. Και στις δυο περιπτώσεις, οι Δ.Ο.Υ. αποστέλλουν έγγραφο προς τις ελεγκτικές αρχές, όπου πιστοποιείται το χρονικό διάστημα για το οποίο ο φορολογούμενος είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας ή φορολογικός κάτοικος εξωτερικού.

6. Συμπληρωματικές Δηλώσεις

Για τις συμπληρωματικές ή τροποποιητικές δηλώσεις που έχουν υποβληθεί μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής εντολής ελέγχου προηγείται υποχρεωτικά εκκαθάριση από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του διαθέσιμου εισοδήματος.

Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος επικαλείται και προσκομίζει στοιχεία που δεν είχε συμπεριλάβει στις υποβληθείσες δηλώσεις αυτά εξετάζονται και συνεκτιμούνται από τον έλεγχο.

7. Τα διαλαμβανόμενα στην παρούσα υπερισχύουν ως ρυθμίζοντα ειδικά τις υποθέσεις αποστολής εμβασμάτων στην αλλοδαπή κάθε άλλης διαταγής μας που ρυθμίζει τα ίδια θέματα διαφορετικά ανεξαρτήτως είδους ελέγχου.

Ακριβές αντίγραφο
Η Προϊσταμένη της Γραμματείας

Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΙΚ. ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ


Έλεγχοι made in USA σε πλήρη εξέλιξη

Του Γιώργου Δαλιάνη

Οι ελεγκτικές αρχές επεξεργάζονται ήδη χιλιάδες φακέλους μεγάλων φορολογικών υποθέσεων, ενώ ο αριθμός τους βαίνει διαρκώς αυξανόμενος με νέες υποθέσεις που εντοπίζονται από την αρχή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές ενέργειες.

Κύρια πηγή πληροφοριών αποτελεί η διασταύρωση κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών. Οι υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών (κυρίως το ΣΔΟΕ) καλούνται να αξιοποιήσουν τις πληροφορίες αυτές, για εξεύρεση αδήλωτου εισοδήματος.

Το μοντέλο των ελέγχων, πλέον αλλάζει ριζικά. Εφαρμόζονται νέες τεχνικές ελέγχου, οι οποίες ονομάζονται έμμεσες τεχνικές ελέγχου. Ανάλυση τέτοιων μεθόδων κάναμε σε άρθρο μας που δημοσιεύθηκε στο capital τον Νοέμβριο του 2013.

Με αυτές τις μεθόδους οι αρχές καλούνται να αξιοποιήσουν στοιχεία που παρέχουν οι τράπεζες για τους πελάτες τους και αφορούν:
• Την ύπαρξη και το ύψος των τραπεζικών καταθέσεων και των λοιπών τραπεζικών προϊόντων.
• Το ύψος των τραπεζικών συναλλαγών.
• Λήψη και απομείωση δανείων.
• Κίνηση πιστωτικών καρτών.

Η πολυτελής διαβίωση είναι επίσης στο στόχαστρο των ελεγκτικών αρχών και συγκεκριμένα:
• Πολυτελείς κατοικίες
• Ακριβά αυτοκίνητα
• Ταξίδια στο εξωτερικό και λοιπές δαπάνες ελέγχονται εξονυχιστικά.

Επίσης, στοιχεία προς αξιοποίηση αποτελούν:
• Οι αγορές περιουσιακών στοιχείων σε συνάρτηση με το πόσο αυτές δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα,
• Η ύπαρξη συνεχόμενων ζημιογόνων χρήσεων εταιρειών, ενώ μέτοχοι και διευθύνοντες αυτών διάγουν πολυτελή βίο.

Πηγή πληροφοριών αποτελούν κι οι χιλιάδες καταγγελίες των πολιτών, οι οποίες το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν πολλαπλασιασθεί και σε μεγάλο ποσοστό είναι αξιοποιήσιμες.

Για τα ανωτέρω αναμένεται εντός των ημερών να κυκλοφορήσει αναλυτική εγκύκλιος, που να αποσαφηνίζει πολλά θέματα σχετικά με την εφαρμογή των νέων μεθόδων και κυρίως για υποθέσεις φορολογουμένων, που απέστειλαν εμβάσματα στο εξωτερικό, την περίοδο 2010-2013. Παράλληλα, πιστεύουμε ότι θα λυθεί το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί με τη φορολογική αντιμετώπιση των κοινών τραπεζικών λογαριασμών.

Εκτός όμως, από τους ελέγχους στα φυσικά πρόσωπα έχουν ενταθεί και οι έλεγχοι στο νομικά πρόσωπα, ιδιαίτερα στις μεγάλες επιχειρήσεις. Το κέντρο ελέγχου μεγάλων επιχειρήσεων (ΚΕΜΕΠ) έχει ενισχυθεί με ειδικευμένο προσωπικό και εφαρμόζει σύγχρονα εργαλεία ελέγχου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ενδοομιλικές συναλλαγές (transfer pricing), οι οποίες ελέγχονται εξονυχιστικά με τη χρήση της διεθνούς πληροφοριακής βάσης Amadeus, την οποία χειρίζονται ειδικά εκπαιδευμένοι ελεγκτές. Από τους ελέγχους αυτούς έχουν εντοπιστεί παραβάσεις στην εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και καταλογίσθηκαν σημαντικά ποσά φόρων.

Με τις νέες τεχνικές εξευρίσκονται αδήλωτα εισοδήματα στα οποία επιβάλλονται οι αναλογούντες φόροι αλλά και εξοντωτικά πρόστιμα και προσαυξήσεις, που μάλλον είναι αδύνατο να εισπραχθούν. Άμεσα θα πρέπει να εξορθολογιστούν και να μειωθούν ώστε οι παραβάτες να μπορούν να καταβάλουν τα καταλογισθέντα ποσά. Δημοσιεύματα μάλιστα, αναφέρουν ότι η εισπραξιμότητά τους δεν ξεπερνά το 0,3%.
Τα ίδια δημοσιεύματα προαναγγέλλουν την μείωση των προστίμων και των προσαυξήσεων, όμως για την ουσιαστική λύση του προβλήματος η μείωση των επιβαρύνσεων πρέπει να είναι γενναία και η διαδικασία της διοικητικής επίλυσης να επανέλθει. Η υπηρεσία επανεξέτασης του άρθρου 63 του Ν.4174 πρέπει να καταργηθεί, καθώς η λειτουργία της δεν προσέφερε στη διαδικασία του ελέγχου και της απονομής δικαιοσύνης, αντιθέτως δημιούργησε πολλά προβλήματα.


Η ARTION στο Διεθνές Δίκτυο της Leading Edge Alliance global

Η Artion A.E. οριστικοποίησε τη συνεργασία της με τον παγκόσμιο οργανισμό LEA global, με σκοπό την παροχή λογιστικών, φοροτεχνικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών σε διεθνές επίπεδο.

Συγκεκριμένα, το διεθνές δίκτυο LEA global  περιλαμβάνει ανεξάρτητες εταιρείες, που παρέχουν λογιστικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες. Με έδρα στις Η.Π.Α. αποτελεί σήμερα τη δεύτερη μεγαλύτερη ένωση λογιστικών εταιρειών στον κόσμο, σύμφωνα με το International Accounting Bulletin.

Το LEA global:

  • Εκπροσωπείται σε περισσότερες από 100 χώρες
  • Με περισσότερες από 200 εταιρείες-μέλη
  • Με πάνω από 580 γραφεία
  • Με περισσότερους από 2.000 συνεταίρους και συνεργάτες και πάνω από 23.000 άτομα προσωπικό

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον, το διεθνές επιχειρείν αφορά όχι μόνο πολυεθνικές εταιρείες μεγάλου μεγέθους, αλλά και εταιρείες μικρομεσαίου μεγέθους.
Η συνεργασία με τη LEA global συμβάλει θετικά στην ανάπτυξη των πελατών μας σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο.

Περισσότερα για την LEA global μπορείτε να πληροφορηθείτε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.leadingedgealliance.com/


Αυξημένα φορολογικά έσοδα το 2015 με νέους φόρους

Περισσότεροι κατά 1,7 δισ. ευρώ θα είναι οι φόροι που θα πληρώσουμε την επόμενη χρονιά λόγω της φορολόγησης των παροχών, όπως τα κινητά, αλλά και της αύξησης στην φορολόγηση ενοικίων και αγροτών.
Το θέμα της φορολόγησης των παροχών σε εργαζόμενους όπως είναι τα κινητά τηλέφωνα, τα αυτοκίνητα και τα έξοδα μετακίνησης είχαμε αναφέρει εδώ, μέσα από τα άρθρα μας στα τέλη του 2013.
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπει για το 2015 αυξημένα φορολογικά έσοδα κατά 1,735 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2014. Οι κυριότερες αιτίες που θα μας αναγκάσουν να πληρώσουμε περισσότερους φόρους είναι:
– Η φορολόγηση των παροχών αφού από την Πρωτοχρονιά τα εταιρικά κινητά, οι δωροεπιταγές, τα κουπόνια από σούπερ μάρκετ, ασφάλειες και αυτοκίνητα θα συνυπολογίζονται ως φορολογητέο εισόδημα.
– Η αύξηση του συντελεστή φορολόγησης στα ενοίκια από 10% στο 11%.
– Η κατάργηση του αφορολόγητου για τους αγρότες που πλέον θα έχουν συντελεστή 13% από το πρώτο ευρώ.
– Η πλασματική αύξηση του φορολογητέου εισοδήματος στους μισθωτούς, που προκύπτει μετά τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.


ΠΟΛ 1219/06.10.2014

ΠΟΛ 1219/6.10.2014

ΘΕΜΑ: Φορολογική μεταχείριση παροχών σε είδος του άρθρου 13 του ν.4172/2013.

Με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 12 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαμβάνει τα πάσης φύσεως εισοδήματα σε χρήμα ή σε είδος που αποκτώνται στο πλαίσιο υφιστάμενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.

Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν.4172/2013 ορίζονται περιπτώσεις, για τις οποίες θεωρείται ότι υφίσταται εργασιακή σχέση, και κατά συνέπεια το εισόδημα που αποκτάται από τα πρόσωπα των περιπτώσεων αυτών θεωρείται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 13 ν.4172/2013 προσδιορίζονται οι παροχές σε είδος που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή συγγενικό του πρόσωπο ή κατά περίπτωση όπου ρητά προβλέπεται στο νόμο ένας εταίρος ή μέτοχος και οι οποίες συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις.

Ειδικότερα, επί του άρθρου 13 του ν.4172/2013 και με δεδομένο ότι, όταν μία παροχή δίνεται αποδεδειγμένα για την εκτέλεση εργασίας, δεν θεωρείται εισόδημα από μισθωτή εργασία, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παρ. 2, 3, 4 και 5 του ίδιου άρθρου, οποιεσδήποτε παροχές σε είδος που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημά του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος. Ως αγοραία αξία νοείται το κόστος της παροχής που βαρύνει τον εργοδότη, αποδεικνύεται από τα κατά νόμο προβλεπόμενα δικαιολογητικά και καταχωρείται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης συναλλαγών του.

Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι με εξαίρεση τις παροχές που περιγράφονται στις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 13 ν.4172/2013, (δηλαδή την παραχώρηση αυτοκινήτου, τα δάνεια, τα δικαιώματα προαίρεσης απόκτησης μετοχών και την παραχώρηση κατοικίας), για τις οποίες δεν υφίσταται περιορισμός όσον αφορά την αξία αυτών, οι λοιπές παροχές σε είδος που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή συγγενικό του πρόσωπο συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία, εφόσον η συνολική αξία των παροχών αυτών υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος.

Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει τα πρόσωπα που συνδέονται με εργασιακή σχέση με τον εργοδότη τους κατά τα οριζόμενα στις περιπτώσεις α’ – στ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του ν.4172/2013 (ΚΦΕ) και τα εξαρτωμένα ή/και συγγενικά τους πρόσωπα κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 11 και της περίπτωσης στ’ του άρθρου 2 του ν.4172/2013 αντίστοιχα. Επισημαίνεται, ότι οι παροχές σε είδος που χορηγούνται προς τρίτα πρόσωπα, που δεν συνδέονται με κανενός είδους εργασιακή σχέση με την επιχείρηση που χορηγεί τις παροχές αυτές, δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του άρθρου 13.

Στην έννοια των παροχών σε είδος που φορολογούνται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία εντάσσεται κάθε παροχή σε είδος που χορηγείται στο μισθωτό, με εξαίρεση τις παροχές που αποβλέπουν αποκλειστικά στην κάλυψη δαπανών ή αποκατάσταση ζημιών του φυσικού προσώπου στα πλαίσια της εργασιακής του σχέσης και κατά την εκτέλεση της εργασίας του, όπως ορίζεται στο άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4172/2013, οι οποίες ως εκ του είδους τους, βαρύνουν τον εργοδότη, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η παροχή αυτή δεν έχει τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά του εισοδήματος.

Ως τέτοιες παροχές , τις οποίες δεν καταλαμβάνει η παρ. 1 του άρθρου 13 του ν.4172/2013 και οι οποίες δεν θεωρούνται παροχές σε είδος και κατά συνέπεια εισόδημα από μισθωτή εργασία, αναφέρονται: οι παροχές σε είδος, οι οποίες χορηγούνται προσωπικά προς τους δικαιούχους, μόνο αυτούσια και όχι σε χρήμα και οι οποίες εξυπηρετούν λειτουργικές και παραγωγικές ανάγκες της επιχείρησης, συμβάλλουν στην αύξηση της παραγωγικότητάς της και στην ποιότητα των συνθηκών εργασίας ή αποτελούν μέτρα για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων. Ενδεικτικά, τέτοιες παροχές σε είδος, οι οποίες δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτή εργασία, είναι η χορήγηση ειδικών στολών εργασίας, η χορήγηση γάλακτος, η παροχή τροφής στο χώρο εργασίας, η χορήγηση θέσης στάθμευσης στο χώρο εργασίας κλπ.

Αντιθέτως, στις παροχές σε είδος στους εργαζόμενους και στα συγγενικά τους πρόσωπα που υπερβαίνουν τα 300 ευρώ ανά φορολογικό έτος και συνεπώς προσαυξάνουν το φορολογητέο εισόδημα των εργαζόμενων περιλαμβάνονται ενδεικτικά:

α) η αξία των αγαθών, που αντιπροσωπεύουν οι χορηγούμενες «δωροεπιταγές», καθώς και η αξία της αγοράς αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, που αντιπροσωπεύουν τα χορηγούμενα «κουπόνια»,

β) η αξία των διατακτικών που χορηγούνται δωρεάν για την αγορά αγαθών ή τη λήψη υπηρεσιών από συμβεβλημένα καταστήματα. Εξαιρετικά για τις διατακτικές σίτισης ως παροχή σε είδος λαμβάνεται το ποσό που υπερβαίνει τα 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα καθώς σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. ζ’ της παρ.1 του άρθρου 14 του ν.4172/2013 εξαιρούνται από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις η αξία των διατακτικών σίτισης έως έξι (6) ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα,

γ) η παροχή της χρήσης εταιρικών πιστωτικών καρτών στα ανωτέρω πρόσωπα για δαπάνες που δεν πραγματοποιούνται για το συμφέρον της επιχείρησης αλλά για την κάλυψη προσωπικών, οικογενειακών ή άλλων δαπανών που δεν σχετίζονται με το συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη ή δεν χρησιμοποιούνται κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές αυτής και το σχετικό κόστος αναλαμβάνει ο εργοδότης,

δ) το όφελος που προκύπτει για τους εργαζόμενους, διευθυντές, διαχειριστές, μέλη διοίκησης και συνταξιούχους των εταιρειών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεφωνίας, ύδρευσης, παροχής αερίου, συνδρομητικών υπηρεσιών (π.χ. τηλεόραση) από την παροχή σε αυτούς ορισμένης ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, νερού, φυσικού αερίου και συνδρομητικών καναλιών αντίστοιχα με μειωμένο τιμολόγιο ή άνευ ανταλλάγματος,

ε) οι διάφορες πληρωμές που γίνονται απευθείας από τους εργοδότες σε τρίτους, όπως αυτές που γίνονται προς φροντιστήρια, σχολεία, βρεφονηπιακούς σταθμούς, κατασκηνώσεις κ.λπ. και αφορούν την κάλυψη εξόδων διδάκτρων, βρεφονηπιακών σταθμών, κ.λπ. των ανωτέρω προσώπων, οι απευθείας πληρωμές που αφορούν την κάλυψη εξόδων συμμετοχής των προσώπων αυτών σε ημερίδες, προγράμματα ή σεμινάρια εκπαίδευσης, επιμόρφωσης ή επαγγελματικής κατάρτισης ή την κάλυψη συνδρομών σε περιοδικά και επιμελητήρια, που δεν αφορούν το αντικείμενο της εργασίας τους ή το επίπεδο της θέσης που κατέχουν, οι απευθείας πληρωμές που αφορούν την κάλυψη συνδρομών των προσώπων αυτών (σε γυμναστήρια, λέσχες κ.λπ.), καθώς και αυτές που αφορούν την κάλυψη ιατρικών εξόδων τους (π.χ. check-up).

Περαιτέρω, στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνεται και το όφελος που προκύπτει για τους εργαζόμενους, διευθυντές, διαχειριστές και μέλη διοίκησης ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων εξαιτίας της δωρεάν φοίτησης ή της φοίτησης με μειωμένα δίδακτρα σε αυτά των τέκνων τους, με εξαίρεση τις υποτροφίες που χορηγούνται από τα εν λόγω εκπαιδευτήρια.

στ) η παροχή της χρήσης εταιρικών συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας που γίνεται στους εργαζόμενους, διευθυντές, διαχειριστές και μέλη διοίκησης κατά το μέρος που υπερβαίνει το κόστος των προγραμμάτων χρήσης και υπό την προϋπόθεση ότι το υπερβάλλον ποσό του προγράμματος χρήσης χρησιμοποιείται για προσωπικούς τους σκοπούς και όχι για σκοπούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη, λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές επιχειρήσεις καλύπτουν τη συγκεκριμένη παροχή στα προαναφερόμενα πρόσωπα με σκοπό την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών τους, την αύξηση της παραγωγικότητάς τους και την παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών (επικοινωνία με πελάτες, συνεργάτες, κ.λπ.) ακόμα και πέραν του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου. Ο διαχωρισμός της παροχής που εξυπηρετεί την επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη από την παροχή που εξυπηρετεί προσωπικούς σκοπούς των ανωτέρω προσώπων είναι εφικτός διότι κατά την έκδοση του λογαριασμού από την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας παρέχεται ανάλυση ανά αριθμό.

Σε κάθε περίπτωση, ο διαχωρισμός μπορεί να βασιστεί και σε βεβαίωση του εργοδότη, με την οποία βεβαιώνεται σε ετήσια βάση το ποσό που αφορά σε επαγγελματική χρήση ή άλλη χρήση της εταιρικής σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός ή ο εργοδότης δεν προβεί στον διαχωρισμό αυτό για οποιοδήποτε λόγο και δεν χορηγήσει σχετική βεβαίωση, τότε το υπερβάλλον ποσό του κόστους του προγράμματος χρήσης θεωρείται ως παροχή σε είδος. Στην παροχή αυτή που προσαυξάνει το φορολογητέο εισόδημα των ανωτέρω προσώπων εντάσσονται και οι φόροι και τα τέλη που αντιστοιχούν σε αυτήν (Φ.Π.Α., λοιπά τέλη).

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παρατίθεται το ακόλουθο παράδειγμα: Επιχείρηση χορήγησε μέσα στο 2014 σε εργαζόμενό της κινητό τηλέφωνο πληρώνοντάς του όλους τους λογαριασμούς, οι οποίοι αθροιστικά για το έτος αυτό ανήλθαν σε 2.000 ευρώ. Το πρόγραμμα χρήσης είναι 100 ευρώ ανά μήνα, ήτοι 1.200 ευρώ ετησίως.

Περίπτωση α’: Από την ανάλυση ανά αριθμό προέκυψε ότι από τη διαφορά των 800 ευρώ (δηλαδή το υπερβάλλον ποσό του προγράμματος χρήσης), 300 ευρώ αφορούν την επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη και τα 500 ευρώ αφορούν προσωπικούς σκοπούς του εργαζόμενου. Κατά συνέπεια ως παροχή σε είδος προς τον εργαζόμενο θεωρείται το ποσό των 500 ευρώ.

Περίπτωση β’: Εφόσον από τον αναλυτικό λογαριασμό δεν προκύπτει ή δεν έγινε ο διαχωρισμός επιχειρηματικής ή προσωπικής χρήσης (συμπεριλαμβανομένης της παροχής βεβαίωσης της επιχείρησης κατά τα ανωτέρω), τότε το σύνολο της διαφοράς (ήτοι τα 800 ευρώ) θεωρείται ως παροχή σε είδος για τον εργαζόμενο. Διευκρινίζεται ότι όταν η επιχείρηση καλύπτει για το ίδιο εκ των ανωτέρω πρόσωπο και την παροχή της χρήσης περισσότερων της μίας συσκευής και εταιρικής σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας, τότε η συνολική αξία των επιπρόσθετων συσκευών και εταιρικών συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας θεωρείται παροχή σε είδος και προσαυξάνει το φορολογητέο εισόδημα του δικαιούχου.

Τέλος, η αξία των παραχωρούμενων προς τα ανωτέρω πρόσωπα εργαλείων εργασίας π.χ. tablets, φορητοί υπολογιστές ακόμα και πέραν του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου δεν προσαυξάνει το φορολογητέο εισόδημα του δικαιούχου δεδομένου ότι η παραχώρηση αυτή εξυπηρετεί λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, την αύξηση της παραγωγικότητάς της και την παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών. Το ανωτέρω ισχύει για ένα εργαλείο εργασίας ανά είδος (π.χ. έναν φορητό υπολογιστή, ένα tablet κ.λπ.). Επισημαίνεται ότι ομοίως δεν θεωρούνται παροχές σε είδος οι δαπάνες πρόσβασης στο διαδίκτυο ως προς τα ανωτέρω εργαλεία εργασίας (π.χ. Mobile internet).

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι παροχή σε είδος αποτελεί και η αγοραία αξία παραχώρησης εταιρικού οχήματος σε εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του φορολογικού έτους, η οποία αποτιμάται σε ποσοστό 30% του κόστους των αποσβέσεων, των τελών κυκλοφορίας, του κόστους των επισκευών και συντηρήσεων καθώς και του χρηματοδοτικού κόστους αγοράς ή μίσθωσης, όπως αυτά προκύπτουν από τις εγγραφές στα βιβλία της επιχείρησης. Τα ποσά αυτά φορολογούνται σαν εισόδημα από μισθωτή εργασία. Όταν το ανωτέρω κόστος είναι μηδέν, η παροχή αυτή αποτιμάται σε ποσοστό 30% της μέσης δαπάνης ή απόσβεσης κατά τα τελευταία τρία έτη.

Επισημαίνεται ότι οι λοιπές δαπάνες που αφορούν τα υπόψη οχήματα (καύσιμα, διόδια κλπ) δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του παραχωρούμενου εταιρικού οχήματος. Τέλος, σημειώνεται ότι σε περίπτωση χρήσης εταιρικού οχήματος για χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους (νέα πρόσληψη, αποχώρηση εργαζόμενου λόγω συνταξιοδότησης ή άλλου λόγου,, απόλυσης κλπ), η αξία της παροχής υπολογίζεται αναλογικά με το πραγματικό χρονικό διάστημα (μήνες) χρησιμοποίησής της.

Η χρήση εταιρικού οχήματος από εργαζόμενο για διάστημα άνω των 15 ημερολογιακών ημερών θα λαμβάνεται ως μήνας.

Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 13 δεν καταλαμβάνουν:

α) τα αυτοκίνητα, τα οποία παρέχουν οι επιχειρήσεις σε συγκεκριμένους πωλητές, τεχνικούς και λοιπούς εργαζομένους, των οποίων η εργασία απαιτεί συχνή μετακίνηση εκτός των εγκαταστάσεων του εργοδότη (tool cars) και χρησιμοποιούνται για την επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη, ανεξάρτητα αν τα αυτοκίνητα αυτά μπορεί να χρησιμοποιούνται από τον δικαιούχο και εκτός του ωραρίου εργασίας τους. Αντιθέτως, καταλαμβάνεται και αποτελεί παροχή σε είδος η κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενη αγοραία αξία των αυτοκινήτων που παρέχονται στους εργαζόμενους λόγω της θέσης τους (π.χ. σε διευθυντές και επιθεωρητές πωλήσεων, τεχνικούς διευθυντές και λοιπά στελέχη).

β) για αυτοκίνητα δοκιμών (test-drive), που διαθέτουν οι επιχειρήσεις εμπορίας αυτοκινήτων,

γ) για αυτοκίνητα μεταφοράς προσωπικού (π.χ. mini-bus),

δ) για αυτοκίνητα που χρησιμοποιούν επιχειρήσεις (π.χ. ξενοδοχειακές επιχειρήσεις) για μεταφορά καλεσμένων ή πελατών τους,

ε) για αυτοκίνητα τα οποία διαθέτουν οι επιχειρήσεις επισκευής και συντήρησης (service) αυτοκινήτων προσωρινά σε αντικατάσταση των επισκευαζόμενων,

στ) για αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που χρησιμοποιούνται από τις αεροπορικές εταιρείες και τις επιχειρήσεις διαχείρισης αεροδρομίων για την εξυπηρέτηση των αεροσκαφών και των επιβατών τους (αυτοκίνητα πίστας) καθώς και για την μεταφορά VIPS ή προσωπικού.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παρατίθεται το ακόλουθο παράδειγμα:

Επιχείρηση διαθέτει 4 ιδιόκτητα εταιρικά αυτοκίνητα (πάγια στοιχεία της) προς εξυπηρέτηση των αναγκών των 2 εταίρων της. Έστω για το πρώτο αυτοκίνητο καταχωρήθηκαν στα βιβλία ετήσιες δαπάνες (αποσβέσεων, τελών, επισκευών και συντηρήσεων) 6.200 ευρώ, για το δεύτερο 6.000 ευρώ, για το τρίτο 5.800 ευρώ και για το τέταρτο 6.400 ευρώ. Σε όλη τη διάρκεια του 2014 και τα 4 αυτοκίνητα χρησιμοποιούνται οποτεδήποτε και από τους 2 εταίρους. Συνεπώς, το 30% του κόστους των ανωτέρω, ανέρχεται σε 30%*(6.200+6.000+5.800+6.400)=7.320 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή προκύπτει εισόδημα από μισθωτή εργασία για τον καθένα από τους 2 εταίρους ίσο με 7.320/2=3.660 ευρώ. Ο εκκαθαριστής μισθοδοσίας θα πρέπει να συμπεριλάβει στη βεβαίωση αποδοχών των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία που θα χορηγηθεί σε καθέναν από τους 2 εταίρους για το φορολογικό έτος 2014 και την παροχή αυτή των 3.660 ευρώ. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που τα εν λόγω αυτοκίνητα είναι μισθωμένα. Οπότε, ο εκκαθαριστής μισθοδοσίας θα πρέπει να επιμερίσει ποσοστό 30% της αγοραίας αξίας των μισθωμένων αυτοκινήτων (μίσθωμα, τέλη κυκλοφορίας και δαπάνες επισκευής και συντήρησης).

Τέλος σημειώνεται ότι με βάση την 129/2534/20.1.2010 ΚΥΑ (Β’ 108), η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 13 ν.4172/2013 δεν καταλαμβάνει τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 13 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι παροχή σε είδος αποτελεί και η χορήγηση δανείου κατόπιν έγγραφης συμφωνίας από φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα προς εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο. Η ωφέλεια για τον λήπτη της παροχής αυτής προσδιορίζεται ανά φορολογικό έτος, υπολογίζεται κατά το μήνα στον οποίον έγινε η παροχή και αποτιμάται ως η διαφορά μεταξύ των τόκων που υπολογίζονται με βάση το μέσο επιτόκιο αγοράς (σχετική η ΠΟΛ.1034/30.1.2014 Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών) και των τόκων που τυχόν κατέβαλε ο εργαζόμενος βάσει της σχετικής έγγραφης συμφωνίας. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία ως παροχή σε είδος λαμβάνεται το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου. Η προκαταβολή μισθού άνω των τριών (3) μηνών, ήτοι ποσά που υπερβαίνουν το ποσό των τριών μισθών, θεωρούνται δάνειο.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα:

α) Σε εργαζόμενο με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 1.000 ευρώ καταβάλεται την 30/6/2014 ο μισθός του και επιπλέον 1.000 ευρώ. Το επιπλέον αυτό ποσό των 1.000 ευρώ δεν θεωρείται δάνειο.

β) Σε εργαζόμενο με μηνιαίες καθαρές αποδοχές 1.000 ευρώ καταβάλεται την 30/6/2014 ο μισθός του και επιπλέον 4.000 ευρώ. Επειδή το ποσό αυτό υπερβαίνει τις καθαρές αποδοχές τριών μηνών (4.000 > 3.000 (1.000 χ 3)) θεωρείται δάνειο. Στην περίπτωση αυτή, παροχή θεωρείται το ποσό που υπολογίζεται με βάση το μέσο επιτόκιο αγοράς κατά το μήνα που ελήφθη η προκαταβολή με έγγραφη συμφωνία.

Τέλος, γίνεται δεκτό ότι οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 13 ν.4172/2013 δεν καταλαμβάνουν τα ποσά που είχαν καταβληθεί ή πιστωθεί στα υπόψη πρόσωπα (εργαζόμενους, εταίρους, μέτοχους κ.λπ.) πριν από την έναρξη ισχύος του ν.4172/2013, ανεξαρτήτως του αν τα υπόψη ποσά έχουν καταβληθεί ως δάνεια με έγγραφη συμφωνία ή άνευ αυτής ή ως προκαταβολές μισθών.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 13 του ν.4172/2013 ορίζεται, ότι παροχή σε είδος είναι και η ωφέλεια που λαμβάνει εργαζόμενος ή εταίρος ή μέτοχος από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα με τη μορφή δικαιωμάτων προαίρεσης απόκτησης μετοχών. Η αξία της παροχής προσδιορίζεται κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης ή μεταβίβασής του και όχι κατά το χρόνο χορήγησης αυτών. Επομένως, ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται η ωφέλεια που αποκτάται κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης ανεξάρτητα από το γεγονός του εάν υφίσταται ή όχι η εργασιακή σχέση του δικαιούχου της ωφέλειας κατά το χρόνο αυτό.

Η ωφέλεια αυτή αποτιμάται στην τιμή κλεισίματος της μετοχής στο χρηματιστήριο μειωμένη κατά την τιμή διάθεσης του δικαιώματος.

Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει τα δικαιώματα που ασκούνται από την έναρξη ισχύος της διάταξης (δηλαδή από την 1η Ιανουαρίου 2014) ανεξαρτήτως του πότε είχε χορηγηθεί το εν λόγω δικαίωμα και επίσης καταλαμβάνει και δικαιώματα προαίρεσης απόκτησης μετοχών που διαπραγματεύονται και σε αλλοδαπά χρηματιστήρια.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 13 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι παροχή σε είδος είναι και η αγοραία αξία από την παραχώρηση κατοικίας σε εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του φορολογικού έτους. Η παροχή αυτή αποτιμάται στο ποσό του μισθώματος που καταβάλλεται απευθείας από τον εργοδότη προς τον εκμισθωτή της παραχωρούμενης κατοικίας, ενώ στην περίπτωση που η προς παραχώρηση κατοικία ανήκει στον εργοδότη, η παροχή σε είδος αποτιμάται σε ποσοστό 3% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.

Η ανωτέρω διάταξη δεν καταλαμβάνει τις κάτωθι περιπτώσεις:

α) Την παροχή καταλύματος από το Δημόσιο και φορείς του Δημοσίου σε υπηρετούντες σε αυτό (π.χ. σε ένστολους), δεδομένου ότι η μετακίνησή τους αποτελεί εκ του νόμου υποχρέωση.

β) Την παροχή καταλύματος (οικίας) σε εργαζόμενους, εταίρους ή μετόχους από φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα λόγω πρόσκαιρης μετακίνησής αυτών σε υποκαταστήματα ή εργοτάξια ή λοιπές επαγγελματικές εγκαταστάσεις του εργοδότη στα πλαίσια της εργασίας τους (ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση όπου ο εργοδότης διατηρεί οικία εκτός της έδρας της επιχείρησής του για τις ανάγκες προσωρινής διαμονής – π.χ. μία εβδομάδα, ένας μήνας – των εργαζομένων που χρειάζεται να μεταβούν προσωρινά εκτός έδρας για τις ανάγκες της επιχείρησης του εργοδότη).

6. Οι διατάξεις του άρθρου 13 ν.4172/2013 έχουν εφαρμογή για εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που ξεκίνησαν από 1.1.2014 και μετά.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 60 και της παρ. 21 του άρθρου 72 του ν.4172/2013, όπως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις του ν.4223/2013, οι παροχές αυτές υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου από 1.1.2015 και μετά. Οδηγίες για την παρακράτηση φόρου στις παροχές αυτές θα δοθούν με νεώτερη εγκύκλιο.

Οι εκκαθαριστές μισθοδοσίας πρέπει να αποτιμούν τις παροχές αυτές που προσαυξάνουν το φορολογητέο εισόδημα των ανωτέρω προσώπων και να τις συμπεριλαμβάνουν και αυτές στις βεβαιώσεις αποδοχών των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία και συντάξεις που θα χορηγηθούν.

Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΙΚ. ΣΑΒΒΑΙΔΟΥ


Ειδικό καθεστώς του άρθρου 39β του Φ.Π.Α

Ανάλυση των διατάξεων και τρόποι Λογιστικής παρακολούθησης.
Κωνσταντίνος Νιφορόπουλος
Ορκωτός ελεγκτής λογιστής – «ΩΡΙΩΝ Α.Ε.Ο.Ε.Λ».
Επιστημονικός Συνεργάτης Taxheaven.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ
2. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
2.1 Φ.Π.Α – Ευρωπαϊκή Οδηγία – «Καθεστώς ταμειακής λογιστικής»
2.2 Δικαίωμα επιλογής ένταξης στο ειδικό καθεστώς.
2.3 Πράξεις που δεν υπάγονται στο ειδικό καθεστώς.
2.4 Τρόπος ένταξης / εξόδου στο/από ειδικό καθεστώς
2.5 Υποχρεώσεις επιχειρήσεων που έχουν ενταχθεί στο «ειδικό καθεστώς -39β »
2.6 Υποχρεώσεις επιχειρήσεων που δεν έχουν ενταχθεί στο «ειδικού καθεστώς του 39β », αλλά συναλλάσσονται με επιχειρήσεις που έχουν ενταχθεί στο «ειδικό καθεστώς».
2.7 Πότε καθίσταται απαιτητός ο Φ.Π.Α στο «ειδικό καθεστώς του 39β ».
2.8 Αντιστοίχιση εισπράξεων-πληρωμών με τα φορολογικά στοιχεία.
2.9 «Ειδικό στοιχείο προκαταβολής» στα πλαίσια του ειδικού καθεστώτος
3. ΠΟΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΥΜΦΕΡΕΙ Η ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΟ «ΕΙΔΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ ΑΡ. 39β».
4. ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ «ΕΙΔΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡ. 39β».
4.1 Λογαριασμοί Φ.Π.Α.
4.2 Λογαριασμοί Πωλήσεων/Αγορών.
4.3 «Αρχείο εισπράξεων/πληρωμών» – Λογαριασμοί Τάξεως .
4.4 Λογιστική παρακολούθηση του αρχείου « εισπράξεων/πληρωμών».
4.5. Συνδεσμολογία των προτεινόμενων Λογαριασμών.
5 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Με την ΠΟΛ.1214/30.9.2014 «Ειδικό καθεστώς καταβολής ΦΠΑ κατά τον χρόνο της είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 39.β του Κώδικα ΦΠΑ», δόθηκαν οδηγίες για την εφαρμογή του άρθρου 39.β. , μεταξύ των οποίων προβλέπονται και υποχρεώσεις τήρησης ειδικών λογιστικών αρχείων (αρχείο εισπράξεων/πληρωμών). Η υποχρέωση αυτή αφορά όχι μόνο αυτούς που εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς αλλά και όσους δεν εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς, στην περίπτωση που είναι λήπτες φορολογητέων πράξεων από υποκείμενους που έχουν ενταχθεί στο ειδικό καθεστώς (αυτοί θα τηρούν μόνο «αρχείο πληρωμών» ).

Γενικά, με το ειδικό αυτό σύστημα ( Φ.Π.Α-άρθρο 39β ) η πληρωμή του ΦΠΑ θα γίνεται μετά την είσπραξή της απαίτησης και όχι με την έκδοση του τιμολόγιου, όπως γίνεται στο «Κανονικό καθεστώς» και αντίστοιχα η έκπτωση του Φ.Π.Α, θα γίνεται με την πληρωμή της αξίας του τιμολογίου.

Η παρούσα ανάλυση έχει ως κύριο στόχο να προτείνει έναν τρόπο λογιστικής καταχώρησης-από τους πολλούς δυνατούς τρόπους-για την κάλυψη της υποχρέωσης που έχουν οι υποκείμενες στο μέτρο επιχειρήσεις για την τήρηση «αρχείου εισπράξεων/πληρωμών», αλλά και να επισημάνει τα κύρια στοιχεία του «Ειδικού καθεστώτος καταβολής ΦΠΑ κατά τον χρόνο της είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 39.β του Κώδικα ΦΠΑ».
Ο προτεινόμενος τρόπος καταχώρησης, πρέπει να εκτιμηθεί στα πλαίσια των αναγκών και των δυνατοτήτων κάθε επιχείρησης και υπό την αίρεση των αναλυτικών λογιστικών οδηγιών που ενδεχομένως θα δοθούν από τα αρμόδια όργανα.
Επίσης να θυμίσω, για την αποφυγή σύγχυσης ότι οι διατάξεις του άρθρου 39 του Κώδικα ΦΠΑ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 251 του Ν. 4281/2014), οι οποίες προβλέπουν ότι : «1. Απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης και καταβολής φόρου υποκείμενοι, οι οποίοι, κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο, πραγματοποίησαν ακαθάριστα έσοδα, χωρίς το φόρο προστιθέμενης αξίας, μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. Ως ακαθάριστα έσοδα νοούνται όλα τα έσοδα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στη φορολογία εισοδήματος …… 9. Οι υποκείμενοι της παραγράφου 1, στις περιπτώσεις που σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας έχουν υποχρέωση έκδοσης φορολογικών στοιχείων, αναγράφουν σε αυτά την ένδειξη «χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας-απαλλαγή μικρών επιχειρήσεων» και δεν δικαιούνται να εκπέσουν το φόρο των εισροών τους», αφορούν διαφορετικό θέμα, από αυτό που αναλύουμε στο άρθρο αυτό. Στην περίπτωση μας (άρθρο 39β ), υπολογίζεται Φ.Π.Α, επί της αξίας του τιμολογίου, αλλά η απόδοση του ή αντίστοιχα η έκπτωση του, γίνεται με βάση το χρόνο είσπραξης/πληρωμής.

2. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
2.1 Φ.Π.Α – Ευρωπαϊκή Οδηγία – «Καθεστώς ταμειακής λογιστικής»

Σύμφωνα με την «Οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2006» , όπως έχει τροποποιηθεί με την « Οδηγία 2010/45/EE του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2010 για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας όσον αφορά τους κανόνες τιμολόγησης», ισχύουν τα εξής : « (Άρθρο 66) … τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, ότι για ορισμένες πράξεις ή ορισμένες κατηγορίες υποκείμενων στον φόρο, ο φόρος καθίσταται απαιτητός:….. β) το αργότερο κατά τον χρόνο είσπραξης του τιμήματος,» και : « ( Άρθρο 226 ) ……………7α) όταν ο ΦΠΑ καταστεί απαιτητός κατά τον χρόνο είσπραξης του τιμήματος σύμφωνα με το άρθρο 66 σημείο β) και το δικαίωμα έκπτωσης γεννάται κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο προς έκπτωση φόρος γίνεται απαιτητός, η αναφορά «Καθεστώς ταμειακής λογιστικής»,»
Η γενική αρχή λοιπόν, είναι ότι : Ο φόρος καθίσταται απαιτητός κατά το χρόνο είσπραξης της αντιπαροχής ή μέρους αυτής που αφορά τις πραγματοποιούμενες από τα πρόσωπα αυτά φορολογητέες πράξεις και ο φόρος εισροών εκπίπτεται κατά το χρόνο πληρωμής του τιμήματος ή μέρους αυτού που αφορά τις φορολογητέες πράξεις που λαμβάνουν από άλλους υποκείμενους στο φόρο.
Το πώς θα λειτουργήσει το σύστημα του νέου αυτού «Ειδικού Καθεστώτος», προβλέπεται στο άρθρο 39.β του Κώδικα ΦΠΑ και στην ΠΟΛ.1214 /30.9.2014.

2.2 Δικαίωμα επιλογής ένταξης στο ειδικό καθεστώς.
Έχουν οι υποκείμενοι στο φόρο, των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, με την προϋπόθεση ότι και κατά την τρέχουσα διαχειριστική περίοδο μέχρι την άσκηση της επιλογής δεν έχουν υπερβεί το ανωτέρω όριο. Για τους υποκείμενους των οποίων η προηγούμενη διαχειριστική περίοδος είναι μικρότερη των δώδεκα (12) μηνών, ο ετήσιος κύκλος εργασιών υπολογίζεται με αναγωγή του πραγματοποιηθέντος κύκλου εργασιών σε δωδεκάμηνη περίοδο.
Σημειώνεται ότι και για όσους δεν εντάσσονται στο «Ειδικό καθεστώς του 39β »,υπάρχουν υποχρεώσεις από την στιγμή που συναλλάσσονται με υποκείμενους στο «Ειδικό καθεστώς του 39β».
Στο ειδικό καθεστώς δεν μπορεί να ενταχθεί υποκείμενος στο φόρο, ο οποίος αποδεδειγμένα κατά τη διάρκεια των δύο προηγούμενων διαχειριστικών περιόδων δεν έχει υποβάλλει δηλώσεις ΦΠΑ και εισοδήματος ή καταστάσεις πελατών – προμηθευτών ή έχει υποπέσει σε φορολογικές παραβάσεις που συνιστούν φοροδιαφυγή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 παράγραφος 2 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
Σημειώνεται ότι το δικαίωμα ένταξης είναι ανεξάρτητο από την κατηγορία των βιβλίων που τηρεί μια επιχείρηση. Βέβαια και στις περιπτώσεις που τηρούνται απλογραφικά (Β΄ κατηγορίας) βιβλία, θα πρέπει να τηρείται και ειδικό «αρχείο εισπράξεων/πληρωμών».
2.3 Πράξεις που δεν υπάγονται στο ειδικό καθεστώς.

Στο ειδικό καθεστώς δεν υπάγονται οι ακόλουθες πράξεις:
α) Παραδόσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών οι οποίες απαλλάσσονται από το φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 έως 28β του κώδικα Φ.Π.Α.
β) Εισαγωγές αγαθών.
γ) Ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών.
δ) Πράξεις για τις οποίες υπόχρεος για την καταβολή του φόρου καθίσταται ο λήπτης των αγαθών ή υπηρεσιών.
ε) Λιανικές πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών.
στ) Πράξεις για τις οποίες ο τόπος φορολόγησης δεν βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας.
2.4 Τρόπος ένταξης / εξόδου στο/από ειδικό καθεστώς
α) Ένταξη στο ειδικό καθεστώς
Υποβολή αίτησης
Απαιτείται η υποβολή δήλωσης, σύμφωνα με το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι.Α της ΠΟΛ.1214/30.9.2014. Η δήλωση αυτή υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω του συστήματος TAXISNET, σε ειδική για τον σκοπό αυτό εφαρμογή, πριν από τη φορολογική περίοδο, από την έναρξη της οποίας ζητείται η ένταξη στο ειδικό καθεστώς. Ειδικά για την πρώτη εφαρμογή, η δήλωση ένταξης στο καθεστώς γίνεται δεκτή έως 20.10.2014 και η ένταξη ισχύει από 1.10.2014.

Έγκριση της Φορολογικής Διοίκησης
Στην περίπτωση δήλωσης ένταξης στο ειδικό καθεστώς, η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώνει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το νόμο και ενημερώνει ηλεκτρονικά άμεσα τον φορολογούμενο για την αποδοχή της δήλωσης ένταξης. Σε περίπτωση που διαπιστώνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, ενημερώνει ηλεκτρονικά άμεσα τον φορολογούμενο για την απόρριψη του αιτήματος ένταξης, αιτιολογώντας την απόφαση αυτή.

β) Έξοδος από το ειδικό καθεστώς και ένταξη στο κανονικό καθεστώς
Η έξοδος από το ειδικό καθεστώς πραγματοποιείται στις εξής περιπτώσεις:

(1) Με οικειοθελή έξοδο
Ο υποκείμενος στο φόρο επιλέγει την έξοδό του από το ειδικό καθεστώς, με υποβολή δήλωσης, σύμφωνα με το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι.Β της ΠΟΛ.1214/30.9.2014. Η δήλωση αυτή υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω του συστήματος TAXISNET σε ειδική για τον σκοπό αυτό εφαρμογή, πριν από τη διαχειριστική περίοδο από την έναρξη της οποίας ζητείται η έξοδος από το ειδικό καθεστώς, με την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση έχει παραμείνει στο ειδικό καθεστώς τουλάχιστον για μία ολόκληρη διαχειριστική περίοδο. Στην περίπτωση της οικειοθελούς εξόδου από το ειδικό καθεστώς, η Φορολογική Διοίκηση, διαπιστώνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται για το σκοπό αυτό από το άρθρο 39.β και σε αντίθετη περίπτωση ενημερώνει άμεσα τον υποκείμενο ότι το αίτημά του δεν γίνεται αποδεκτό.

(2) Έξοδος λόγω υπέρβασης του ορίου των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ.
Εφόσον σε μια διαχειριστική περίοδο πραγματοποιηθεί υπέρβαση του προβλεπόμενου ορίου των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, η ένταξη στο κανονικό καθεστώς είναι υποχρεωτική από την έναρξη της επόμενης διαχειριστικής περιόδου. Ο υποκείμενος στο φόρο υποχρεούται να υποβάλλει ηλεκτρονικά στην ειδική εφαρμογή του TAXISNET, τη δήλωση που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι.Β της ΠΟΛ.1214/30.9.2014, μέχρι τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου, κατά την οποία πραγματοποιείται η υπέρβαση του ορίου. Όταν η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώνει την υπέρβαση του ορίου κύκλου εργασιών απεντάσσει τον υποκείμενο στο φόρο από το ειδικό καθεστώς, ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί η δήλωση του προβλέπεται ενημερώνοντας άμεσα τον υποκείμενο στο φόρο. Εάν η διαπίστωση γίνει εντός της διαχειριστικής περιόδου στην οποία πραγματοποιήθηκε η υπέρβαση η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από την επόμενη διαχειριστική περίοδο. Εάν όμως η διαπίστωση από την Φορολογική Διοίκηση γίνει την επόμενη διαχειριστική περίοδο από αυτή εντός της οποίας ξεπεράστηκε το όριο, η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από τη φορολογική περίοδο που έπεται της ανωτέρω ενημέρωσης.

(3) Έξοδος λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων ή ύπαρξης παραβάσεων.
Εφόσον η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώσει ότι ο ενταγμένος στο ειδικό καθεστώς υποκείμενος δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ένταξή του στο καθεστώς αυτό, ή έχει υποπέσει σε παραβάσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 39.β του Κώδικα ΦΠΑ ( φορολογικές παραβάσεις που συνιστούν φοροδιαφυγή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 παράγραφος 2 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.) . Στην περίπτωση αυτή η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από τη φορολογική περίοδο που ακολουθεί την αποστολή στον υποκείμενο σχετικής ενημέρωσης από τη φορολογική διοίκηση, με την οποία αιτιολογείται η υποχρέωση ένταξης στο κανονικό καθεστώς.
Όταν η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώνει την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παραμονής στο ειδικό καθεστώς, σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 39.β απεντάσσει τον υποκείμενο στο φόρο από το ειδικό καθεστώς, ενημερώνοντας άμεσα τον υποκείμενο στο φόρο. Στην περίπτωση αυτή η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από τη φορολογική περίοδο που έπεται της ανωτέρω ενημέρωσης.

γ) Συνέπειες από την Έξοδο.
Σε όλες τις περιπτώσεις εξόδου, οι υποκείμενοι που απεντάσσονται από το ειδικό καθεστώς, υποχρεούνται, με την δήλωση ΦΠΑ της τελευταίας πριν την έξοδό τους από το ειδικό καθεστώς φορολογικής περιόδου, να καταβάλλουν τον φόρο για όλα τα ανεξόφλητα φορολογικά στοιχεία. Με την ίδια δήλωση ασκείται και το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών που αφορά ανεξόφλητα φορολογικά στοιχεία που έχουν ληφθεί από προμηθευτές, οι οποίοι δεν είναι ενταγμένοι στο ειδικό καθεστώς. Κατά τον ίδιο χρόνο ασκείται το δικαίωμα έκπτωσης των υποκειμένων πελατών των ανωτέρω προσώπων για ανεξόφλητα φορολογικά στοιχεία που έχουν λάβει από τα πρόσωπα αυτά.

2.5 Υποχρεώσεις επιχειρήσεων που έχουν ενταχθεί στο «ειδικό καθεστώς του 39β »

α) Τήρηση αρχείου εισπράξεων/πληρωμών, ( ανεξαρτήτως της κατηγορίας των λογιστικών βιβλίων που τηρούνται ), στο οποίο θα καταχωρούνται όλες οι εισπράξεις που πραγματοποιούν από τους πελάτες τους, για συναλλαγές που εμπίπτουν στο ειδικό καθεστώς, καθώς και όλες οι πληρωμές που αυτοί πραγματοποιούν προς τους προμηθευτές τους. Το εν λόγω αρχείο τηρείται με κάθε πρόσφορο τρόπο, με την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω εισπράξεις και πληρωμές αποδεικνύονται δεόντως.

β) Αναγραφή στα φορολογικά στοιχεία που εκδίδουν της ένδειξης : «Ειδικό καθεστώς καταβολής του φόρου κατά το χρόνο είσπραξης της αντιπαροχής – άρθρο 226.7.α. Οδηγίας 2006/112/ΕΚ – άρθρο 39.β Κώδικα ΦΠΑ».

γ) Ενημέρωση της Φορολογικής Διοίκησης για τις εισπράξεις/πληρωμές που πραγματοποίησαν, με την υποβολή των καταστάσεων φορολογικών στοιχείων του άρθρου 14 παράγραφοι 3 και 4 Ν. 4174/2013, (υποβολή των τριμηνιαίων συγκεντρωτικών καταστάσεων).
Ειδικότερα προβλέπονται τα εξής :
Οι υπόχρεοι καταχωρούν στις τριμηνιαίες «Συγκεντρωτικές καταστάσεις » ( ΠΟΛ.1022/7.1.2014 ), επιπλέον των μέχρι τώρα προβλεπόμενων και τα εξής στοιχεία:
i. Στις καταστάσεις πελατών, τις συνολικές εισπράξεις που έλαβαν, ανά ΑΦΜ πελάτη, με διάκριση της καθαρής φορολογητέας αξίας και του αναλογούντος ΦΠΑ.
ii. Στις καταστάσεις προμηθευτών, τις συνολικές πληρωμές που πραγματοποίησαν, ανά ΑΦΜ προμηθευτή, με διάκριση της καθαρής φορολογητέας αξίας και του αναλογούντος ΦΠΑ.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το δελτίο τύπου της 30-09-2014 «Απόδοση του Φ.Π.Α. κατά το χρόνο είσπραξης» από τη Γ.Γ.Δ.Ε., η ημερομηνία λειτουργίας της ειδικής εφαρμογής στο TaxisNet θα ανακοινωθεί τις επόμενες.
2.6 Υποχρεώσεις επιχειρήσεων που δεν έχουν ενταχθεί στο «ειδικού καθεστώς του 39β », αλλά συναλλάσσονται με επιχειρήσεις που έχουν ενταχθεί στο «ειδικό καθεστώς»

α) Υποχρεούνται στην τήρηση « αρχείου πληρωμών» , στο οποίο θα καταχωρούνται όλες οι πληρωμές που αυτοί πραγματοποιούν προς τους προμηθευτές τους ( υποκείμενους στο «ειδικό καθεστώς» . Το εν λόγω αρχείο τηρείται με κάθε πρόσφορο τρόπο, με την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πληρωμές αποδεικνύονται δεόντως.

β) Ενημέρωση της φορολογικής διοίκησης για τις πληρωμές που πραγματοποίησαν, με την υποβολή των καταστάσεων φορολογικών στοιχείων του άρθρου 14 παράγραφοι 3 και 4 Ν. 4174/2013, (υποβολή των τριμηνιαίων συγκεντρωτικών καταστάσεων) . Ειδικότερα προβλέπεται ότι :

Οι υπόχρεοι καταχωρούν στις τριμηνιαίες «Συγκεντρωτικές καταστάσεις » ( ΠΟΛ.1022/7.1.2014 ), επιπλέον και τα εξής στοιχεία:
Στις καταστάσεις προμηθευτών, τις συνολικές πληρωμές που πραγματοποίησαν, ανά ΑΦΜ προμηθευτή, με διάκριση της καθαρής φορολογητέας αξίας και του αναλογούντος ΦΠΑ.

Η υποχρέωση της υποβολής αυτής εξυπηρετεί τον έλεγχο της ταυτόσημης ημερομηνίας εισπράξεων/πληρωμών, και γι’ αυτό το λόγο υπάρχει η υποχρέωση τήρησής του, και από τον λήπτη του παραστατικού.

Σημειώνεται επίσης, ότι η Φορολογική Διοίκηση διαθέτει εφαρμογή μέσω του συστήματος TAXISΝΕΤ στην οποία οι ενδιαφερόμενοι πιθανοί συναλλασσόμενοι θα μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι συγκεκριμένο ΑΦΜ είναι ενταγμένο στο ειδικό καθεστώς.

Από τις διατάξεις του νόμου καθώς και της ερμηνευτικής δεν προκύπτει ξεκάθαρα πως θα αντιμετωπίζει ο λήπτης ενταγμένος στο ειδικό καθεστώς στοιχεία από εκδότη μη ενταγμένο στο ειδικό καθεστώς.

Εάν η φορολογική διοίκηση με νέα ερμηνεία της εντάξει και αυτές τις συναλλαγές στο ειδικό καθεστώς, τότε η διασταύρωση δεν μπορεί να γίνει, επειδή σύμφωνα με τα ανωτέρω η επιχείρηση του «κανονικού καθεστώτος», δεν τηρεί ούτε υποβάλει στοιχεία εισπράξεων. Βέβαια καταλαβαίνει κανείς ότι στην περίπτωση αυτή το Δημόσιο θα έχει το «όφελος» του σχετικού ετεροχρονισμού.
Δηλαδή ο υποκείμενος του «ειδικού καθεστώτος του 39β », όταν δέχεται τιμολόγια από υποκείμενους στο «κανονικό καθεστώς », θα συμψηφίζει τον Φ.Π.Α όταν πληρώνει την απαίτηση, ενώ ο πωλητής του» κανονικού καθεστώτος », θα αποδίδει τον Φ.Π.Α, με την έκδοση του τιμολογίου.

2.7 Πότε καθίσταται απαιτητός ο Φ.Π.Α στο «ειδικό καθεστώς του 39β ».

α ) Ο Φ.Π.Α καθίσταται απαιτητός τον χρόνο, κατά τον οποίο εισπράττεται η αντιπαροχή. Ως «είσπραξη» ( για την εφαρμογή του καθεστώτος και σύμφωνα με την ερμηνευτική ) νοούνται : όλοι οι τρόποι πληρωμής (μετρητά, επιταγές, ταχυδρομικές επιταγές, εμβάσματα, πιστωτικές κάρτες, συμψηφισμός ή εκχώρηση απαιτήσεων, πληρωμές σε είδος, πάγιες εντολές, κ.λπ.), με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται επαρκώς η πραγματοποίησή τους. Ως χρόνος πραγματοποίησης της είσπραξης ή πληρωμής, θεωρείται η ημερομηνία που φέρει το παραστατικό είσπραξης ή πληρωμής ή σε περίπτωση μη ύπαρξης παραστατικού, η ημερομηνία πίστωσης της είσπραξης ή πληρωμής στα βιβλία των συμβαλλομένων, η οποία πρέπει να είναι ταυτόσημη και για τους δύο συμβαλλόμενους.

β) Στην περίπτωση είσπραξης προκαταβολής πριν την πραγματοποίηση φορολογητέας συναλλαγής ο φόρος καθίσταται απαιτητός τον χρόνο κατά τον οποίο εισπράττεται η προκαταβολή. Κατά τον ίδιο χρόνο υπάρχει υποχρέωση έκδοσης του ειδικού στοιχείου προκαταβολής που προβλέπεται.

γ) Σύμφωνα με την ΠΟΛ.1214/30.9.2014 στην περίπτωση εξόφλησης με επιταγή, (φαντάζομαι ότι περιλαμβάνει και την περίπτωση που η «εξόφληση», γίνεται με επιταγή τρίτου), ο φόρος καθίσταται απαιτητός τον χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνεται η επιταγή. Σε περίπτωση μη είσπραξης της επιταγής, η φορολογητέα αξία μειώνεται κατά το χρόνο που σφραγίστηκε η επιταγή. Δηλαδή στην περίπτωση επιταγής δεν ισχύει η ημερομηνία έκδοσης (μεταγενέστερη συνήθως κατά την εμπορική πρακτική) αλλά η ημερομηνία παραλαβής.
Η διάταξη αυτή «αποδομεί» μερικώς, την χρησιμότητα της ένταξης καθώς είναι γνωστό ότι αρκετές συναλλαγές εξοφλούνται με μεταχρονολογημένες επιταγές.

Αντιγράφω από την αιτιολογική του ν. 4261/2014 (το άρθρο 39β, τέθηκε όπως προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 185, του Νόμου αυτού), τα εξής : «Το σημερινό φορολογικό σύστημα βασίζεται στο λεγόμενο σύστημα των δεδουλευμένων πράξεων, το οποίο έχει οδηγήσει σε οικονομική στενότητα χιλιάδες εταιρείες και έχει συμβάλλει στην υπερφόρτωση των φορολογικών δικαστηρίων που οφείλονται στη μη έγκαιρη πληρωμή τιμολογίων και παραστατικών που έχουν εκδοθεί….. Κατά συνέπεια, το σημείο στο οποίο οι φορολογούμενοι δικαιούνται να εκπέσουν το ΦΠΑ επί των αγορών αναβάλλεται επίσης, έως ότου ο ΦΠΑ έχει πράγματι καταβληθεί στον προμηθευτή…. Η άμεση εφαρμογή του μέτρου αναμένεται ότι θα επιφέρει μια σειρά θετικών αλλαγών στο υπάρχον επιχειρηματικό και οικονομικό περιβάλλον, όπως την αύξηση των ταμειακών ροών και την ενίσχυση της ρευστότητας για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και τη δραστική μείωση των υποθέσεων που επιλύονται δικαστικά. Παράλληλα, η εφαρμογή του συστήματος αυτού, που βασίζεται στις ευρωπαϊκές και διεθνείς βέλτιστες πρακτικές, θα συμβάλλει στην αποφυγή της δημιουργίας ενός νέου κύματος ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο και θα καταπολεμήσει την απάτη που σχετίζεται με το ΦΠΑ…. Αυτά επιδιώκονται με την προτεινόμενη διάταξη και παρακαλείται η Εθνική Αντιπροσωπεία για την ψήφισή της.»
2.8 Αντιστοίχιση εισπράξεων-πληρωμών με τα φορολογικά στοιχεία.

α) Στην περίπτωση που από τα στοιχεία της είσπραξης/πληρωμής δεν πιστοποιούνται με σαφήνεια τα φορολογικά στοιχεία που αφορά, θεωρείται ότι εξοφλούνται τα αρχαιότερα ανεξόφλητα φορολογικά στοιχεία. Δηλαδή λογιστικά θα λέγαμε ότι, κατά την εξόφληση/είσπραξη εφαρμόζεται η μέθοδος «FIFO», μόνο στην περίπτωση που δεν προκύπτει από το «παραστατικό είσπραξης/πληρωμής», ποιο συγκεκριμένο φορολογικό στοιχείο εξοφλείται.

β) Σε περίπτωση μερικής εξόφλησης φορολογικών στοιχείων, τα οποία περιλαμβάνουν περισσότερους από έναν συντελεστές ΦΠΑ, το ποσό της πληρωμής εξοφλεί κατά προτεραιότητα το μέρος του τιμολογίου που αφορά στην αξία και στον φόρο του μεγαλύτερου συντελεστή.

2.9 «Ειδικό στοιχείο προκαταβολής» στα πλαίσια του ειδικού καθεστώτος

Στις περιπτώσεις είσπραξης προκαταβολής στα πλαίσια συναλλαγών του ειδικού καθεστώτος, εκδίδεται ειδικό στοιχείο προκαταβολής. Το ειδικό στοιχείο επέχει θέση τιμολογίου και αποτελεί το αποδεικτικό έγγραφο πραγματοποίησης της πληρωμής πριν την πραγματοποίηση της συναλλαγής.
Το ειδικό στοιχείο που φέρει τον τίτλο «Ειδικό στοιχείο προκαταβολής για σκοπούς του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ του άρθρ. 39β» εκδίδεται κατά το χρόνο είσπραξης της προκαταβολής. Το ίδιο στοιχείο, με αρνητικό πρόσημο, εκδίδεται και στην περίπτωση επιστροφής της προκαταβολής ή μέρους αυτής.
Στο «οριστικό φορολογικό στοιχείο» ( δηλαδή το τιμολόγιο ), που εκδίδεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, αναγράφεται η συνολική αξία της συναλλαγής και επιπρόσθετη ανάλυση όσον αφορά την αξία του ειδικού στοιχείου καθώς και την τυχόν διαφορά που προκύπτει. Στην περίπτωση αυτή, επί του ποσού της διαφοράς και μόνο γεννάται υποχρέωση απόδοσης φόρου καθώς και αντίστοιχο δικαίωμα έκπτωσης, κατά το χρόνο εξόφλησης. Το ποσό της προκαταβολής θα καταχωρείται τόσο στο αρχείο πληρωμών όσο και στις καταστάσεις φορολογικών στοιχείων σύμφωνα με την ΑΓΓΔΕ ΠΟΛ.1022/7.1.2014.

3. ΠΟΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΥΜΦΕΡΕΙ Η ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΟ «ΕΙΔΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ ΑΡ. 39β».

Σε περίπτωση που διατηρηθεί η «ερμηνεία», ότι η λήψη μεταχρονολογημένης επιταγής θεωρείται είσπραξη, εκτιμώ ότι ελάχιστες επιχειρήσεις θα ενδιέφερε η ένταξη στο «Ειδικό Καθεστώς του αρ. 39β», αφού ο αντισυμβαλλόμενος πελάτης των επιχειρήσεων αυτών, θα μπορεί να τους εκδώσει άμεσα με την συναλλαγή μια «μεταχρονολογημένη επιταγή», για να έχει άμεσα το δικαίωμα έκπτωσης του Φ.Π.Α και βέβαια η επιχείρηση του Ειδικού καθεστώτος την υποχρέωση άμεσης απόδοσης του Φ.Π.Α.
Επίσης η αύξηση του κόστους της λογιστικής και διαχειριστικής παρακολούθησης, ιδίως για τους τηρούντες απλογραφικά βιβλία (που μάλλον είναι και η μεγαλύτερη κατηγορία των δικαιούχων της ένταξης), θα είναι εκτιμώ ένας σημαντικός παράγοντας, που θα αποτρέπει την ένταξη στο «Ειδικό Καθεστώς του αρ. 39β».
Κατωτέρω, στο Κεφάλαιο 4, αναλύεται πως προκύπτει η ανάγκη της επιπλέον λογιστικής και διαχειριστικής παρακολούθησης, που αν συνδυαστεί με «μικρές δυνατότητες» της μηχανογράφησης των επιχειρήσεων που θα ενταχτούν, θα ανεβάσει αρκετά το απαιτούμενο στα νέα δεδομένα κόστος.
Αν λοιπόν, κάποιος αγνοούσε την «παγίδα» των μεταχρονολογημένων επιταγών και το επιπλέον κόστος της λογιστικής και διαχειριστικής παρακολούθησης, για να απαντήσει στο ερώτημα «συμφέρει ή όχι η ένταξη στο ειδικό καθεστώς», πρέπει να εξετάσει τις εξής παραμέτρους :
α) Ποιο είναι το διάστημα είσπραξης των απαιτήσεων που δημιουργούνται από τις πωλήσεις και ποιο είναι το διάστημα εξόφλησης των υποχρεώσεων που δημιουργούνται από τις αγορές και έξοδα, ( δηλαδή με τι πίστωση πουλάω και τι χρόνο πίστωσης μου δίνουν οι προμηθευτές μου ) και
β) Αν το ύψος του Φ.Π.Α των πωλήσεων του είναι σημαντικά μεγαλύτερο από το ύψος του Φ.Π.Α των αγορών και των εξόδων του ( τέτοιες περιπτώσεις κυρίως είναι οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ).
γ) Εάν έχει ελάχιστους πελάτες στους οποίους παρέχεται σημαντική πίστωση( π.χ. δημόσιο)
δ) Εάν η ένταξή του έχει επίδραση στον ανταγωνισμό σε σχέση με μία άλλη επιχείρηση που παραμένει στο κανονικό καθεστώς.

4. ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ «ΕΙΔΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡ. 39β».

Στις επιχειρήσεις οι οποίες θα ενταχθούν στο «Ειδικό καθεστώς του Άρθρου 39β του Φ.Π.Α », χρειάζεται επιπλέον ανάλυση και ταξινόμηση των λογιστικών δεδομένων. Μια πρώτη προσέγγιση του θέματος, σε σχέση με τους απαιτούμενους λογαριασμούς έχει ως εξής :

4.1 Λογαριασμοί Φ.Π.Α.

Φ.Π.Α Εκροών ( Αφορά μόνο επιχειρήσεις που θα ενταχτούν στο «Ειδικό καθεστώς του 39β» ) και Φ.Π.Α Εισροών. ( Αφορά επιχειρήσεις που θα ενταχτούν στο «Ειδικό καθεστώς του 39β» αλλά και επιχειρήσεις που παραμένουν στο «Κανονικό καθεστώς» αλλά συναλλάσσονται με επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν ενταχθεί στο «Ειδικό καθεστώς του 39β» ) ,
Πρέπει να δημιουργηθεί ένας λογαριασμός στο οποίο με την έκδοση του τιμολογίου θα καταχωρείται ο Φ.Π.Α πωλήσεων, ξεχωριστός από τους «κλασικούς λογαριασμούς» του Φ.Π.Α, όπως προβλέπονται από την Γνωμ. 243/2162/1995
«Λογιστική του Φ.Π.Α. και πληροφορίες αναγκαίες για τη συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων Φ.Π.Α. του Ν.1642/1986», ή όπως η πρακτική και το λογιστικό σύστημα κάθε μιας επιχείρησης έχει δημιουργήσει.
Επειδή με βάση την ανωτέρω γνωμοδότηση του Ε.ΣΥ.Λ, σχεδόν όλοι οι υπο-λογαριασμοί του λογαριασμού «54.00 Φ.Π.Α », έχουν καταληφθεί, προτείνουμε την δημιουργία των εξής λογαριασμών :
54.91 Φ.Π.Α – Ειδικό Καθεστώς του 39β.
54.91.20 Φ.Π.Α – Ειδικό Καθεστώς του 39β.- Αγορές.
54.91.60 Φ.Π.Α – Ειδικό Καθεστώς του 39β.- Έξοδα.
54.91.70 Φ.Π.Α – Ειδικό Καθεστώς του 39β.- Πωλήσεις.
Φυσικά κάποια επιχείρηση, που έχει την δυνατότητα είναι καλύτερα να εντάξει ανάλογους υπο-λογαριασμούς, στο λογαριασμό « 54.00 Φ.Π.Α »

4.2 Λογαριασμοί Πωλήσεων/Αγορών.

(Οι πωλήσεις αφορούν μόνο επιχειρήσεις που θα ενταχτούν στο «Ειδικό καθεστώς του 39β» )
Μπορούν να δημιουργηθούν ειδικοί/ξεχωριστοί λογαριασμοί, στους οποίους θα καταχωρούνται οι πωλήσεις που έχουν ενταχθεί στο «Ειδικό Καθεστώς του 39β», για να γίνονται οι σχετικές επαληθεύσεις, σύμφωνα με τις διαδικασίες και το λογιστικό σύστημα επαληθεύσεων (τσεκαρίσματα), που ακολουθεί κάθε επιχείρηση. Φυσικά το ίδιο μπορεί να κάνει και με τους λογαριασμούς των αγορών.

4.3 «Αρχείο εισπράξεων/πληρωμών» – Λογαριασμοί Τάξεως .

Με σκοπό να καλυφθεί, η απαίτηση για παροχή πληροφοριών σχετικά με την τήρηση του αρχείου εισπράξεων/πληρωμών, έχουμε τις εξής δυνατότητες παρακολούθησης :

α) Άντληση των απαιτούμενων πληροφοριών ( εισπράξεις και πληρωμές ) από τις καρτέλες Πελατών και Προμηθευτών.
Ο τρόπος αυτός έχει το πλεονέκτημα της μη διενέργειας επιπλέον λογιστικών εγγραφών αλλά τα εξής μειονεκτήματα :
(α) Μάλλον θα απαιτηθεί σημαντικός χρόνος για την διαχωρισμό των κινήσεων που αφορούν εισπράξεις και πληρωμές που γίνονται στο «Ειδικό καθεστώς του 39β», ιδιαίτερα για όσους ενταχθούν από την χρήση 2014, στην οποία υπάρχει και το «κανονικό καθεστώς Φ.Π.Α» ή ακόμα και στην χρήση 2015, κατά την οποία θα εξοφλούνται υποχρεώσεις ή θα εισπράττονται απαιτήσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν την δημιουργία του «ειδικού καθεστώτος» , (β) Υπάρχει σημαντικός κίνδυνος λογιστικών λαθών, σε περιπτώσεις επιστροφής/αλλαγής επιταγών, πληρωμές με τραπεζικό τρόπο ( περιπτώσεις valer ) , κλπ.

β) Δημιουργία «ειδικού παραστατικού ξεχωριστών σειρών «Είσπραξης/πληρωμής απαιτήσεων/υποχρεώσεων τιμολογίων του «Ειδικού καθεστώτος του 39β» και καταχώρηση αυτών σε ειδικούς για το σκοπό αυτό «Λογαριασμούς Τάξεως».

Ο τρόπος αυτός έχει το μειονέκτημα της διενέργειας επιπλέον λογιστικών εγγραφών αλλά τα εξής πλεονεκτήματα :
(1) Δεν απαιτείται χρόνος για την διαχωρισμό των κινήσεων που αφορούν εισπράξεις και πληρωμές που γίνονται στο «Ειδικό καθεστώς του 39β» και
(2) Περιορίζεται ο κίνδυνος λογιστικών λαθών, σε περιπτώσεις επιστροφής/αλλαγής επιταγών, πληρωμές με τραπεζικό τρόπο ( περιπτώσεις valer ) , κλπ.

Τα κύρια στοιχεία αυτού του τρόπου έχουν ως εξής :
(1) Σε κάθε περίπτωση είσπραξης/πληρωμής (όπως αυτή εννοείται στην εγκύκλιο (μετρητά, επιταγές, ταχυδρομικές επιταγές, εμβάσματα, πιστωτικές κάρτες, συμψηφισμός ή εκχώρηση απαιτήσεων, πληρωμές σε είδος, πάγιες εντολές, κ.λπ.), θα εκδίδεται από τον εκδότη και θα υπογράφεται από τον παραλήπτη το προτεινόμενο ειδικό παραστατικό «Είσπραξης/πληρωμής απαιτήσεων/υποχρεώσεων τιμολογίων του «Ειδικού καθεστώτος του 39β», στο όποιο μπορεί να γίνεται ειδική μνεία « περίοδος πληρωμής/έκπτωσης του Φ.Π.Α : Μήνας … » (αυτό κυρίως για περιπτώσεις που το παραστατικό λόγω του τρόπου/χώρου της συναλλαγής δεν εκδίδεται ή δεν υπογράφεται από τον παραλήπτη) ταυτόχρονα με την διενέργεια της πράξης.
Τα προτεινόμενα παραστατικά μπορεί λειτουργούν συμπληρωματικά των παραστατικών είσπραξης/πληρωμής, που μέχρι σήμερα εκδίδει η επιχείρηση (στην περίπτωση αυτή πρέπει να τίθεται επί αυτών σχετική διευκρίνιση) ή να εκδίδονται μόνο αυτά, τα οποία φυσικά καλύπτουν την πιστοποίηση κάθε είσπραξης και πληρωμής.

Αναλυτικότερα προτείνουμε την δημιουργία των κάτωθι «παραστατικών»
(1) Είσπραξη απαίτησης τιμολογίων του «Ειδικού καθεστώτος του 39β»
(2) Πληρωμή υποχρέωσης τιμολογίων του «Ειδικού καθεστώτος του 39β»
(3) Ακυρωτικό Είσπραξης απαίτησης τιμολογίων του «Ειδικού καθεστώτος του 39β»
(4) Ακυρωτικό Πληρωμής υποχρέωσης τιμολογίων του «Ειδικού καθεστώτος του 39β» (Τα προτεινόμενα στοιχεία των περιπτώσεων (3) και (4), καλύπτουν κυρίως την προβλεπόμενη από την ερμηνευτική, περίπτωση μη είσπραξης της επιταγής, κατά την οποία, η φορολογητέα αξία μειώνεται κατά το χρόνο που σφραγίστηκε η επιταγή).

Επίσης οι ειδικές σειρές των παραστατικών αυτών, προτείνονται και στην περίπτωση που κάποια επιχείρηση επιλέξει να λειτουργεί το αρχείο «εισπράξεων/πληρωμών », σύμφωνα με την περίπτωση (α), γιατί τα διάφορα μηχανογραφικά συστήματα έχουν την δυνατότητα να δημιουργούν καρτέλες με βάση το είδος του παραστατικού.
Επίσης να σημειώσουμε ότι στην ΠΟΛ.1214/2014, προβλέπεται υποχρεωτικά και η τήρηση ενός νέου παραστατικού, τα οποία περιλαμβάνονται στο «αρχείο εισπράξεων/πληρωμών :
(5) «Ειδικό στοιχείο προκαταβολής για σκοπούς του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ του άρθρ. 39β» εκδίδεται κατά το χρόνο είσπραξης της προκαταβολής. Το ίδιο στοιχείο, με αρνητικό πρόσημο, εκδίδεται και στην περίπτωση επιστροφής της προκαταβολής ή μέρους αυτής.
Τέλος στο «οριστικό φορολογικό στοιχείο» (Δηλαδή τα τιμολόγια) , που εκδίδεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, αναγράφεται η συνολική αξία της συναλλαγής και επιπρόσθετη ανάλυση όσον αφορά την αξία του ειδικού στοιχείου καθώς και την τυχόν διαφορά που προκύπτει. Άρα πρέπει να γίνει διαφοροποίηση /εμπλουτισμός του παραστατικού «τιμολόγιο».
4.4 Λογιστική παρακολούθηση του αρχείου « εισπράξεων/πληρωμών».

Υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο (Ε.Γ.Λ.Σ ), ισχύουν τα εξής, σχετικά με την λειτουργία των λογαριασμών Τάξεως : «3.2.10 ΟΜΑΔΑ 10η (0): ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΤΑΞΕΩΣ. 3.2.100 Περιεχόμενο και λειτουργία. 1. Στην ομάδα 10 περιλαμβάνονται οι λογαριασμοί τάξεως με τους οποίους παρέχονται σημαντικές πληροφορίες και χρήσιμα στατιστικά στοιχεία. …. 3. Οι λογαριασμοί τάξεως λειτουργούν πάντοτε αμοιβαία, κατά ζεύγη λογαριασμών, σε αυτόνομο λογιστικό κύκλωμα της ομάδας 10, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα συλλειτουργίας τους με τους λογαριασμούς ουσίας της γενικής λογιστικής (λογ. ομάδων 1-8) και της αναλυτικής λογιστικής εκμεταλλεύσεως (λογ. ομάδας 9). 4. Με τους λογαριασμούς τάξεως παρακολουθούνται ιδίως: ……….- Διάφορες πληροφορίες και στατιστικά στοιχεία ». Ειδικότερα ισχύουν τα εξής: «3.2.105 Λογαριασμός 04 «Διάφοροι λογαριασμοί πληροφοριών χρεωστικοί» 1. Στο λογαριασμό 04, ο οποίος συλλειτουργεί μόνο με το λογαριασμό 08 «διάφοροι λογαριασμοί πληροφοριών πιστωτικοί», παρακολουθούνται διάφορες πληροφορίες και στατιστικά στοιχεία, σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε οικονομικής μονάδας. ….2. Ο λογαριασμός 04 αναπτύσσεται σε δευτεροβάθμιους, τριτοβάθμιους και αναλυτικότερους λογαριασμούς σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε οικονομικής μονάδας. 3. Ο λογαριασμός 04 χρεώνεται με οποιαδήποτε αξία που η οικονομική μονάδα κρίνει ότι απεικονίζει στους οικείους υπο-λογαριασμούς τις πληροφορίες ή τα στατιστικά στοιχεία που επιθυμεί να παρακολουθεί (π.χ. λογιστικό ισότιμο, προϋπολογιστικές αξίες ή ποσότητες), με πίστωση του λογαριασμού 08, και πιστώνεται όταν παύσει να υπάρχει το ενδιαφέρον παρακολουθήσεως των πληροφοριών ή των στατιστικών στοιχείων που επιλέγονται για παρακολούθηση, με χρέωση του λογαριασμού…»

Σημειώνουμε, ότι ευρεία χρήση των λογαριασμών αυτών έγινε με την έκδοση της Γνωμ. 243/2162/1995, του Ε.ΣΥ.Λ «Λογιστική του Φ.Π.Α. και πληροφορίες αναγκαίες για τη συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων Φ.Π.Α. του Ν.1642/1986, όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει», με την οποία έχουν χρησιμοποιηθεί οι λογαριασμοί 04.90 έως 04.95 και 08.90 έως 08.95.

Επίσης με το άρθρο μας «Καταχώρηση των φορολογικών αναμορφώσεων σε λογαριασμούς τάξεως », είχαμε προτείνει την χρήση των λογαριασμών 04.96 και 08.96.

Για την τωρινή περίπτωση προτείνουμε την χρήση των κάτωθι λογαριασμών :
04.97 Πληροφορίες «Ειδικού καθεστώτος του 39β – Φ.Π.Α »
04.97.30 Εισπράξεις από πελάτες – «Ειδικού καθεστώτος του 39β – Φ.Π.Α »
04.97.30 .ΧΧΧΧ Πελάτης ΧΧΧ
04.97.50 Πληρωμές σε προμηθευτές – «Ειδικού καθεστώτος του 39β – Φ.Π.Α »
04.97.50 .ΧΧΧΧ Προμηθευτής ΧΧΧ

Οι αντίστοιχοι αντιμεταβαλλόμενοι λογαριασμοί τάξεως ,θα έχουν την ίδια ανάπτυξη με μεταβολή του πρωτοβάθμιου απ


Οι πρόσφατες εξελίξεις στη φορολογική νομοθεσία

Σε ισχύ τίθεται από την ερχόμενη Τετάρτη 1η Οκτωβρίου το νέο σύστημα απόδοσης του ΦΠΑ μόνο εφόσον αυτός έχει εισπραχθεί από τις επιχειρήσεις. Το νέο σύστημα θα εφαρμοστεί σε προαιρετική βάση για τις επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες που έχουν ακαθάριστα έσοδα έως μισό εκατομμύριο ευρώ.
Αναμφισβήτητα, η ρύθμιση αυτή αποτελούσε χρόνιο αίτημα της αγοράς, το οποίο μόλις τώρα αρχίζει να ικανοποιείται. Μοναδική σκιά της νέας ρυθμίσεως αποτελεί αφενός μεν το χαμηλό ποσοτικό κριτήριο, καθώς εξαιρούνται πολλές επιχειρήσεις, αφετέρου η ανυπαρξία οιαδήποτε πρόβλεψης για το φόρο εισοδήματος, καθόσον τα μη εξοφληθέντα τιμολόγια θα πρέπει να δηλωθούν και να φορολογηθούν κατά το χρόνο υποβολής της οικείας φορολογικής δηλώσεως.
Ωστόσο, δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς τα οφέλη της ρυθμίσεως με πρώτο και σημαντικότερο την βελτίωση της ρευστότητας της αγοράς. Παρεπόμενες συνέπειες θα είναι η αποφυγή φορολογικών καταλογισμών σε βάρος επιχειρήσεων και των συνυπεύθυνων νομίμων εκπροσώπων, ως επίσης και ποινικών διώξεων για τους τελευταίους.
Ειδικά, δε για την τελευταία περίπτωση, δέον όπως επισημανθεί το γεγονός ότι, για μη εξοφληθέντα τιμολόγια, οι νόμιμοι εκπρόσωποι επιχειρήσεων οδηγήθηκαν στις αίθουσες ποινικών δικαστηρίων, όπου και καταδικάσθηκαν σε ποινές στερητικές της ελευθερίας τους.
Θετική, επίσης, θα πρέπει να κριθεί η υπό σκέψη ακόμα αποποινικοποίηση του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο.
Επίσης, σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση αποτελεί και η πολυαναμενόμενη και εξαγγελθείσα ήδη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στις 72 ή 100 δόσεις (με τις διακρίσεις που έχουν γίνει γνωστές), η οποία θα ενισχύσει την είσπραξη των εσόδων του Δημοσίου (εάν φυσικά γίνει δεκτό ότι εξακολουθεί να υφίσταται η φοροδοτική ικανότητα).
Του Γεωργίου Σπ. Ευσταθόπουλου, δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω, εξειδικευθέντος στο Φορολογικό Δίκαιο


Η αναδιάρθρωση της οικονομίας, αρχίζει από τις Τράπεζες

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Γιώργου Ασημάκη, συνεργάτη της Artion A.E.

Η άνευ προηγουμένου, ως προς την ένταση και τη διάρκεια, οικονομική κρίση οφείλεται εν μέρει στις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και εντείνεται λόγω των κοινωνικών δομών και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του περιβάλλοντος που λαμβάνει χώρα, δηλαδή εντός της Ε.Ε. και στη ζώνη του ευρώ.
Κοινή διαπίστωση όλων των παραγόντων της αγοράς είναι πως μετά το αναγκαίο συμμάζεμα των Κρατικών δαπανών και αναδιάρθρωσης των λειτουργιών του Δημόσιου, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το οξύ πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους.
Η άμεση διαχείριση του προβλήματος των “κόκκινων” δανείων είναι βέβαιο πως θα αποτελέσει ευκαιρία αναδιοργάνωσης του ιδιωτικού τομέα και θα απελευθερώσει υγιείς δυνάμεις της επιχειρηματικότητας, οι οποίες συμπαρασυρόμενες μέσα στην κρίση καθηλώθηκαν από την έλλειψη ρευστότητας λόγω περιορισμού της χρηματοδότησης.
Η πλειοψηφία των επιχειρήσεων σήμερα, στερούμενες εμπειρίας και εξειδικευμένων γνώσεων πάνω σε τραπεζικά θέματα κι αναμένοντας μια κεντρική λύση, μεταθέτουν διαρκώς την επίλυση του προβλήματος της ρευστότητας που τις μαστίζει.
Οι Τράπεζες καλούνται πλέον να αναλάβουν πρωτοβουλίες για εξεύρεση άμεσων και βιώσιμων λύσεων. Είναι αυτές οι οποίες εν τέλει θα αναλύσουν και θα αναδείξουν το πρόβλημα της κάθε επιχείρησης, θα συντάξουν πλάνο αναδιοργάνωσης και εξυγίανσης και τέλος θα κληθούν να παρακολουθήσουν στενά την εφαρμογή του όλου εγχειρήματος. Η εποχή των χρηματοδοτήσεων, που βασιζόταν σε επιφανειακές μελέτες κι αναλύσεις με μοναδική εξασφάλιση τις εμπράγματες εγγυήσεις, έχει πλέον παρέλθει. Η υιοθέτηση νέων εργαλείων και μεθόδων από τις τράπεζες, σε μία αγορά «παγωμένη», χωρίς ιδιωτικές επενδύσεις και περιορισμένο κρατικό χρήμα, φαντάζει ως μονόδρομος στην προσπάθεια για ανάκαμψη.
Ίσως, στο άκουσμα και μόνο για έμμεση είτε κι άμεση εμπλοκή των τραπεζών στη διοίκηση των αναδιαρθρούμενων – βιώσιμων επιχειρήσεων, ο έλληνας επιχειρηματίας να αντιδρά με αρνητισμό, καθώς τα τελευταία χρόνια μάλλον βιώνει «επιχειρηματικά» ένα εχθρικό τραπεζικό σύστημα. Το χρήμα όμως είναι λίγο και δεν μπορεί να κατευθυνθεί πλέον ανεξέλεγκτα. Άλλωστε, η κοινώς αποδεκτή ασυδοσία που χαρακτήριζε τη διαδικασία των χρηματοδοτήσεων, σε εποχές που το χρήμα ήταν φθηνό, οδήγησε σε λάθος επενδύσεις και πρωτίστως δεν προήγαγε επ’ ουδενί τον υγιή ανταγωνισμό.
Ας αναρωτηθούμε, πως πραγματικά θα μπορούσε βοηθήσει το τραπεζικό σύστημα τον τουριστικό κλάδο που δείχνει σημάδια ανάκαμψης; Μήπως διαγράφοντας μέρος των χρεών κάθε τουριστικής επιχείρησης – βιώσιμης ή μη – ή στον αντίποδα χρηματοδοτώντας προνομιακά πιο «συστημικούς» πελάτες; Το γεγονός εν προκειμένω είναι ότι η άνοδος του τουρισμού δημιουργεί ευκαιρίες, ώστε πολλά κλειστά ξενοδοχεία να ανοίξουν με την συμμετοχή ξένων επενδυτών. Οι τράπεζες ως κύριοι πιστωτές οφείλουν να πάρουν άμεσα μέτρα, που να προστατεύσουν την όποια επένδυση, τα οποία δυστυχώς συναντούν την αντίδραση των υπερχρεωμένων σημερινών ιδιοκτητών. Στο σημείο αυτό όμως, θα μνημονεύσουμε τη ρήση, «Μη περιμένεις να έχεις τη σύμφωνη γνώμη των βατράχων για να αποξηράνεις ένα έλος».
Υπάρχουν όμως κι άλλα σύγχρονα «εργαλεία», τα οποία οι Τράπεζες θα πρέπει άμεσα να αξιοποιήσουν. Για παράδειγμα, η μείωση των τιμών των ακινήτων έχει απομειώσει παράλληλα και τη διασφάλιση των πιστώσεων με εμπράγματες εξασφαλίσεις επί αυτών. Οι τράπεζες εκτός από το να αναζητούν διαρκώς νέες υποθήκες επί κάθε είδος ακινήτου, φθάνοντας πολλές φορές στα όρια τους πολίτες, πρέπει να στραφούν άμεσα σε άλλες μεθόδους. Παραδείγματος χάριν μέσω εξονυχιστικού ελέγχου των κινητών πραγμάτων ή των απαιτήσεων των επιχειρήσεων θα μπορούσε να συσταθεί πλασματικό ενέχυρο. Ένα εργαλείο χρηματοδότησης που έχει εισαχθεί στο ελληνικό δίκαιο πέραν της δεκαετίας, αλλά ελάχιστα έχει αξιοποιηθεί.
Επίσης, για πρώτη φορά ελληνική τράπεζα εφαρμόζει επιτυχώς προγράμματα «συμβολαιακής γεωργίας και κτηνοτροφίας». Αυτή η μορφή χρηματοδότησης πρέπει να επεκταθεί το συντομότερο και τα μικρά προβλήματα που ανακύπτουν, θα διορθωθούν με την εκτεταμένη εφαρμογή του προγράμματος.
Τέλος, στην όλη προσπάθεια η πολιτεία οφείλει να συμπράξει, αλλάζοντας άμεσα τον πτωχευτικό νόμο, καθιστώντας τον σύγχρονο και με γρήγορες διαδικασίες.