Πότε παραγράφεται το δικαίωμα του δημοσίου για την επιβολή φόρων και προστίμων;

Του δικηγόρου Γεώργιου Σπ. Ευσταθόπουλου

ΠΗΓΗ: TAXHEAVEN

Είναι αναρίθμητες οι φορές που λογιστές-φοροτεχνικοί αλλά και δικηγόροι έχουν έρθει αντιμέτωποι με το, αναφερόμενο ανωτέρω ως τίτλο του παρόντος άρθρου, ερώτημα των φορολογουμένων σχετικά με το χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του Δημοσίου.

Είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν έστω και ένας εξ αυτών μπόρεσε να απαντήσει με αμεσότητα, σαφήνεια, πληρότητα και ακρίβεια.

Τούτο διότι, το ελληνικό Δημόσιο εφαρμόζει την απαράδεκτη, καταχρηστική και εν τέλει αντισυνταγματική πρακτική να παρατείνει κατά ένα (τουλάχιστον κάθε φορά) έτος χρήσεις που βαίνουν προς παραγραφή, με διατάξεις που παρεισφρύουν σε μη σχετικά με φορολογία νομοθετήματα, γεγονός που καθιστά σχεδόν αδύνατη την παρακολούθηση του μείζονος τούτου ζητήματος από τους επαγγελματίες.

Σήμερα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένη η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για την επιβολή φόρων και προστίμων μέχρι και τη χρήση 1999. Τι ισχύει όμως για τις επόμενες χρήσεις;

(α) Σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 1 του Ν. 2238/94:

Η κοινοποίηση φύλλου Ελέγχου (κατά τις διατάξεις του άρ. 69) δεν μπορεί να γίνει μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή του φόρου παραγράφεται μετά την πάροδο της πενταετίας. Στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «Το δικαίωμα του Δημοσίου για την ενέργεια αρχικής ή συμπληρωματικής φορολογικής εγγραφής και την επιβολή φόρων, πρόσθετων φόρων, για φορολογικές παραβάσεις, παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαετίας, εφόσον η μη ενάσκησή του, έστω και κατά ένα μέρος, οφείλεται: α) Στην από πρόθεση πράξη ή παράλειψη του φορολογουμένου με τη σύμπραξη του αρμόδιου φορολογικού οργάνου, β) Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 68, ανεξάρτητα από το εάν έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί ή όχι, αρχικό φύλλο ελέγχου.». (Η περ. β` της παρ. 7 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρ.13 παρ. 6 Ν. 3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006).

(β) Σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι:

«2. Φύλλο ελέγχου και αν ακόμη έγινε οριστικό δεν αποκλείει την έκδοση και κοινοποίηση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου, αν: α) από συμπληρωματικά στοιχεία, που περιήλθαν σε γνώση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, εξακριβώνεται ότι το εισόδημα του φορολογουμένου υπερβαίνει αυτό που έχει περιληφθεί στο προηγούμενο φύλλο ελέγχου, β)…….γ», (όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρ. 13 παρ. 1 Ν. 3522/2006 ΦΕΚ Α` 276/22.12.2006).

 (γ) Σύμφωνα με το άρθρο 57 του Ν. 2859/2000, ορίζονται τα ακόλουθα:

  1. « Η κοινοποίηση των πράξεων που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 49 του παρόντος δεν μπορεί να γίνει ύστερα από πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της εκκαθαριστικής δήλωσης. Μετά την πάροδο της πενταετίας παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιλογή του φόρου.
  2. Κατ` εξαίρεση από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να κοινοποιηθεί πράξη και μετά την πάροδο πενταετίας, όχι όμως και μετά την πάροδο δεκαετίας εφόσον: α) δεν υποβλήθηκε περιοδική ή εκκαθαριστική δήλωση, β) η μη άσκηση του δικαιώματος του Δημοσίου για την επιβολή του φόρου, εν όλω ή εν μέρει, οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη από πρόθεση του υπόχρεου στο φόρο και σύμπραξη του αρμόδιου φορολογικού οργάνου, γ) αφορά συμπληρωματική πράξη που προβλέπει η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 49.
  3. Σε περίπτωση υποβολής της περιοδικής ή εκκαθαριστικής δήλωσης κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους της παραγραφής, το δικαίωμα του Δημοσίου για την κοινοποίηση της πράξης του άρθρου 49 παραγράφεται μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της δήλωσης.
  4. Χρέη προς το Δημόσιο, βεβαιωθέντα ή βεβαιούμενα με οποιονδήποτε τρόπο, κατ`εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, παραγράφονται μετά δεκαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα.»

(δ) Επίσης, στο άρθρο 9 παρ. 5 του Ν. 2523/1997 (ΦΕΚ Α` 179), ορίζεται ότι:

«Οι διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την ενέργεια αρχικής ή συμπληρωματικής φορολογικής εγγραφής στην κύρια φορολογία εφαρμόζονται ανάλογα και για την επιβολή των προστίμων. Η προθεσμία αρχίζει από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου που έπεται εκείνης στην οποία αφορά η παράβαση. Στα πρόστιμα του ΚΒΣ ως και σε άλλα πρόστιμα που δεν συνδέονται με αντίστοιχη φορολογία ως κύρια φορολογία νοείται η φορολογία εισοδήματος».

ΤΟΥΤΩΝ ΔΟΘΕΝΤΩΝ, στη φορολογία εισοδήματος, εκδόθηκαν οι ακόλουθες διατάξεις περί παρατάσεως του χρόνου της παραγραφής:

– Με το άρθρο 11 του Ν. 3513/2006 (ΦΕΚ Α` 265/5.12.2006) ορίζονται τα εξής: «Οι προθεσμίες παραγραφής που λήγουν στις 31.12.2006 και 31.12.2007, ημερομηνίες μετά τις οποίες παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνονται μέχρι 31.12.2008…..».

– Με τη διάταξη του άρθρου 29 του Ν. 3697/2008 (ΦΕΚ Α` 194/25.9.2008) ορίζονται τα εξής: «Η προθεσμία της παραγραφής που λήγει στις 31.12.2008, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 31.12.2009….».

– Με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3790/2009 (ΦΕΚ Α` 143/7.8.2009) ορίζονται τα εξής: «Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 31.12.2009, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 30.6.2010».

– Με τη διάταξη του άρθρου 82 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α`/24.4.2010) ορίζονται τα εξής: «Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 30.6.2010 ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 31.12.2010».

– Με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 7 του Ν. 3888/2010 (ΦΕΚ Α` 175/30.9.2010 ορίζονται τα εξής: «Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 31.12.2010, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνονται μέχρι 31.12.2011…».

– Με τη διάταξη του άρθρο 18 παρ. 2 του Ν. 4002/2011 ορίζονται τα εξής: «2. Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 31.12.2011, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 31.12.2012….».

– Με τη διάταξη του Δεύτερου Άρθρου του Ν.4098/2012 (ΦΕΚ Α 249/20.12.2012) ορίζονται τα εξής: «1. Η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών ή εισφορών που λήγει στις 31.12.2012, παρατείνεται μέχρι 31.12.2013

  • Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 4203/2013 ορίζονται τα εξής:

«Οι προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου και κάθε άλλης πράξης επιβολής φόρων, τελών, προστίμων ή εισφορών, που λήγουν στις 31.12.2013, παρατείνονται κατά δύο (2) έτη από τη λήξη τους στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) για υποθέσεις, για τις οποίες έχουν αποσταλεί στοιχεία σε ελληνική δικαστική, φορολογική, ελεγκτική ή άλλη αρχή από άλλα κράτη – μέλη της Ε.Ε. ή τρίτες χώρες στα πλαίσια αμοιβαίας διοικητικής ή δικαστικής συνδρομής ή συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας εισοδήματος και κεφαλαίου ή συμβάσεων ανταλλαγής πληροφοριών ή συμβάσεις διοικητικής συνδρομής για την καταπολέμηση της απάτης και της φοροδιαφυγής ή οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας, ή εκκρεμεί, κατόπιν αιτήματος των ανωτέρω ελληνικών αρχών η αποστολή στοιχείων, και β) για υποθέσεις, για τις οποίες έχουν εκδοθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος ή θα εκδοθούν μέχρι τις 31.12.2013 εισαγγελικές παραγγελίες, εντολές ελέγχου, έρευνας ή επεξεργασίας ή εντολές και αιτήματα διερεύνησης από δικαστική ή φορολογική ή ελεγκτική αρχή, καθώς και από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης

 

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για την κοινοποίηση πράξεων επιβολής φόρων και προστίμου ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 84 του Ν. 2238/1994 περί φορολογίας εισοδήματος, η οποία ορίζεται πενταετής και η ρύθμιση αυτή είναι η πάγια.

Περαιτέρω, η παραγραφή του σχετικού δικαιώματος του Δημοσίου σύμφωνα με την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 3513/2006 παρατάθηκε μέχρι 31-12-2008, όπως ειδικώς ορίζεται, στις περιπτώσεις που οι προθεσμίες παραγραφής λήγουν στις 31-12-2006 και 31-12-2007, ημερομηνίες μετά τις οποίες παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση πράξεων επιβολής φόρων και προστίμων.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το Διοικητικό Εφετείο Χανίων, με την  υπ΄ αρ. 24/2013 απόφασή του, εκδοθείσα επί Προσφυγής φορολογουμένου κατά αποφάσεων επιβολής προστίμων ΚΒΣ για τις χρήσεις 2001, 2002, 2003 και 2004 (που εκδόθηκαν και κοινοποιήθηκαν το έτος 2011), απεφάνθη τα ακόλουθα:

Οι μετέπειτα παρατάσεις που θεσπίστηκαν με τους Ν. 3697/2008, 3790/2009, 3842/2010, 3888/2010, 4002/2011, 4098/2012 και 4203/2013 ορίζουσες γενικώς περί παραγραφής που έληγε αντίστοιχα στις 31-12-2008, στις 31/12/2009, στις 30-6-2010, στις 31-12-2010, στις 31-12-2011, στις 31-12-2012 και στις 31.12.2013 και παρατάθηκε μέχρι 31/12/2009, 30/6/2010, 31/12/2010, 31/12/2011, 31/12/2012, 31/12/2013 και μέχρι 31/12/2015 αντίστοιχα καταλαμβάνουν μόνο τις περιπτώσεις που το πρώτον η παραγραφή έληγε στις προαναφερθείσες ημερομηνίες (ώστε η πενταετής παραγραφή παρατείνεται και με αυτούς τους νόμους σε έξι και πεντέμισι έτη) και δεν καταλαμβάνουν, εφόσον ρητώς, ειδικώς και σαφώς δεν ορίζουν, και τις περιπτώσεις προγενέστερων διαχειριστικών περιόδων που η προθεσμία παραγραφής έληγε μεν στις αντίστοιχες ως άνω ημερομηνίες όμως λόγω παράτασης του χρόνου παραγραφής με προγενέστερα νομοθετήματα. Στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης θέλησε να διαλάβει στη ρυθμιζόμενη παράταση παραγραφής και τη δεύτερη αυτή περίπτωση ρητώς, σαφώς και ειδικώς το όρισε.

[ίδετε σχετικώς διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 5 του Ν. 3296/2004 -ΦΕΚ Α` 253/14.12.2004, με την οποία ορίστηκε ότι: «Η προθεσμία παραγραφής των υποθέσεων του οικονομικού έτους 1999 (χρήση 1998) καθώς και των υποθέσεων προηγούμενων ετών για τις οποίες έχει παραταθεί ο χρόνος παραγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και του άρθρου 22 του Ν. 3212/2003, η οποία λήγει στις 31.12.2004 ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για την κοινοποίηση φύλλων ελέγχου επιβολής φόρου, τελών και εισφορών, παρατείνεται για ένα (1) έτος από τη λήξη της...». Επίσης ίδετε Α.Ν. 515 της 24/27.8.1968. «Περί παρατάσεως του χρόνου παραγραφής του δικαιώματος του δημοσίου προς επιβολήν φόρων. (Α. 186)»: Άρθρον μόνον. «1. Η υπό της διατάξεως του άρθρου 1 του Α.Ν. 142/1967 “περί παρατάσεως του χρόνου παραγραφής και άλλων τινων φορολογικών διατάξεων” προβλεπομένη παράτασις επί εν έτος του χρόνου παραγραφής του δικαιώματος του δημοσίου προς επιβολήν πάσης φύσεως φόρων ορίζεται εις εν έτος και έξ μήνας»].

 

Η ως άνω ερμηνευτική παραδοχή συμπορεύεται με τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού για όλες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις η παράταση της παραγραφής ορίζεται σε πεντέμισι και έξι έτη αλλά προεχόντως με τις εκ της αρχής του Κράτους δικαίου ευθέως συναγόμενες επί μέρους συνταγματικές αρχές της νομικής ασφάλειας και της προστατευομένης εμπιστοσύνης, ιδίως εκ των άρθρ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντ. (πρβλ. και ΣτΕ 1508/2002, 4170/1980 και ΔΕΑ 2992/2009), καθόσον μάλιστα και το ΔΕΚ στο όνομα των αρχών «της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας των ιδιωτών» επιβάλλει στα Κράτη μέλη τη σαφή διατύπωση των κανόνων δικαίου. Η «μη διφορούμενη διατύπωση επιτρέπει στους ενδιαφερόμενους να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους με τρόπο σαφή και ακριβή και στα δικαστήρια να ελέγχουν την τήρηση των κανόνων αυτών». {βλ. ΔΕΚ 30.1.85, Επιτροπή κατά Δανίας, υποθ. 143/83, Συλ. 1985. 427. Η νομολογία αυτή χαρακτηρίζεται πάγια: ΔΕΚ 21.6.88, Επιτροπή κατά Ιταλίας, υποθ. 257/88, Συλ. 3249, 28.4.93, Επιτροπή κατά Ιταλίας, υποθ. C – 30691, Συλ. 2151, Υποθ. C-427/10 Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα της 15/9/2011 σημ. 13 και της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C-201/08, Plantanol (Συλ. 2009, σ. 1-8343, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία και σκέψη 45)}.

ΤΟΥΤΩΝ ΔΟΘΕΝΤΩΝ, το Διοικητικό Εφετείο, έκρινε ότι το σχετικό δικαίωμα του Δημοσίου για τη διαχειριστική περίοδο 1/1-31/12/2001 άρχισε την 1/1/2003 και σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 3513/2006 έληξε στις 31/12/2008, για τη διαχειριστική περίοδο 1/1-31/12/2002 άρχισε την 1/1/2004 και σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 3679/2008 έληξε στις 31/12/2009, για τη διαχειριστική περίοδο 1/1-31/12/2003 άρχισε την 1/1/2005 και σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3790/2009 έληξε στις 30/6/2010, για τη διαχειριστική περίοδο 1/1/-31/12/2004 άρχισε την 1/1/2006 και σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 7 του Ν. 3888/2010 συμπληρώθηκε στις 31/12/2011. Δηλαδή για τις εν λόγω διαχειριστικές περιόδους, το δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου (πριν την κοινοποίηση των αντίστοιχων πράξεων) υπέκυψε σε παραγραφή.

Επίσης, το άνω Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 4 περ. β` του Ν. 2238/1994, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 68 παρ. 2 περ. α΄ του ίδιου νόμου, προϋποθέτει οριστικότητα της φορολογικής εγγραφής και διενέργεια συμπληρωματικής, η οποία δεν προβλέπεται στον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και επομένως δεν είναι δυνατή, κατ` άρθρο 9 παρ. 5 του Ν. 2523/1997 η ανάλογη εφαρμογή της επί πράξεων επιβολής προστίμου για παραβάσεις του εν λόγω Κώδικα (βλ. και Δ. Εφ. Θεσ/νίκης 55/2011)

Σχετική με το εν λόγω θέμα είναι και η υπ΄ αρ. 327/2004 Γνωμοδότηση του ΝΣΚ.

Ο κ. Γεώργιος Σπ. Ευσταθόπουλος είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, εξειδικευθείς στο Φορολογικό Δίκαιο και συνεργάτης της Artion A.E.


Η φορολογία των αγροτών

Η φορολογία των αγροτών (αγρότες του «κανονικού» και του ειδικού καθεστώτος /συνδυασμός όλων των φορολογικών αντικειμένων)

Του: Νιφορόπουλος Ιωάν.Κωνσταντίνος
Ορκωτός ελεγκτής λογιστής ‐ « ΩΡΙΩΝ Α.Ε.Ο.Ε.Λ
I. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΓΡΟΤΩΝ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΗΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ.

1. Φ.Π.Α : Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΗ – ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ – ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΕΩΝ Η έννοια του αγρότη, όσον αφορά την φορολογία, περιγράφεται στο Άρθρο 42 του Ν.2859/2000 «Αγρότες, αγροτικά προϊόντα, αγροτικές εκμεταλλεύσεις και υπηρεσίες του κώδικα Φ.Π.Α» . «Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 θεωρούνται:

Ως αγρότες, αυτοί που ασκούν προσωπικά ή με τα μέλη της οικογένειας τους ή με μισθωτούς ή εργάτες τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και υπηρεσίες που προβλέπουν οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4. 2. Ως αγροτικά προϊόντα, τα αγαθά που παράγονται από τους αγρότες στα πλαίσια των αγροτικών τους εκμεταλλεύσεων. 3.Ως αγροτικές εκμεταλλεύσεις: α) η γεωργία γενικά και ιδίως η καλλιέργεια δημητριακών, κηπευτικών, καπνού, βαμβακιού, οπωροφόρων και καρποφόρων δέντρων, αρωματικών και διακοσμητικών φυτών, η αμπελουργία, η ανθοκομία, η παραγωγή μανιταριών, μπαχαρικών, σπόρων και φυτών, β) η εκτροφή ζώων γενικά, στην οποία περιλαμβάνονται ιδίως η κτηνοτροφία, η πτηνοτροφία, η κονικλοτροφία, η μελισσοκομία, η σηροτροφία και η σαλιγκαροτροφία, γ) η δασοκομία γενικά, δ) η αλιεία σε γλυκά νερά, η ιχθυοτροφία, η βατραχοτροφία, η καλλιέργεια μυδιών, στρειδιών και η εκτροφή μαλακίων και μαλακοστράκων, ε) οι μεταποιητικές δραστηριότητες του αγρότη, που πραγματοποιούνται με συνήθη μέσα, στα πλαίσια των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, σε προϊόντα τα οποία προέρχονται κατά κύριο λόγο από την αγροτική του παραγωγή. 4. Ως αγροτικές υπηρεσίες, οι παρεχόμενες από τους αγρότες με χειρωνακτική εργασία ή με το συνήθη εξοπλισμό της εκμετάλλευσης τους, οι οποίες συμβάλλουν στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων. Στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται κυρίως: α) οι εργασίες σποράς και φύτευσης, καλλιέργειας, θερισμού, αλωνίσματος, δεματοποίησης, περισυλλογής και συγκομιδής, β) οι εργασίες προπαρασκευής για την πώληση προϊόντων, όπως η διαλογή, η ξήρανση, ο καθαρισμός, η άλεση, η έκθλιψη, η απολύμανση, η συσκευασία και η αποθήκευση, γ) η φύλαξη, η πάχυνση και η εκτροφή ζώων, δ) η μίσθωση μηχανικών μέσων και εξοπλισμού γενικά, που χρησιμοποιούνται στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις, ε) η τεχνική βοήθεια, στ) η καταπολέμηση επιβλαβών φυτών και ζώων, καθώς και ο ψεκασμός φυτών και εδάφους, ζ) η χρησιμοποίηση αρδευτικών, αποξηραντικών μέσων και εξοπλισμού, η) η υλοτομία, η κοπή ξύλων, καθώς και άλλες δασοκομικές υπηρεσίες.»

« Αρθρο 41. Ειδικό καθεστώς αγροτών»

1. Οι αγρότες, οι οποίοι κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο πραγματοποίησαν ακαθάριστα έσοδα από την πώληση αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και την παροχή αγροτικών υπηρεσιών κατώτερα των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και δικαιούνταν να λάβουν δικαιώματα ενιαίας ενίσχυσης κατώτερα των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, υπάγονται στο ειδικό καθεστώς του παρόντος άρθρου, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος. Οι εν λόγω αγρότες δεν υποχρεούνται στην τήρηση βιβλίων και την έκδοση στοιχείων και δικαιούνται επιστροφής του φόρου του παρόντος νόμου που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποίησαν για την άσκηση της εκμετάλλευσής τους. 2. Η επιστροφή του φόρου ενεργείται από το Δημόσιο με καταβολή στον αγρότη ποσού, το οποίο προκύπτει με την εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστή έξι τοις εκατό (6%), στην αξία των παραδιδόμενων αγροτικών προϊόντων και των παρεχόμενων αγροτικών υπηρεσιών του Παραρτήματος IV του παρόντος προς άλλους υποκείμενους στο φόρο, εκτός των αγροτών που υπάγονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου. …… Ειδικά για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων δικής τους παραγωγής που πραγματοποιούνται από αγρότες του παρόντος άρθρου από δικό τους κατάστημα ή από λαϊκές αγορές ή εξάγονται ή παραδίδονται σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., η επιστροφή πραγματοποιείται με την εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) στην αξία των εν λόγω πωλήσεων, όπως αυτή προκύπτει από το τηρούμενο βιβλίο, σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία. …… 4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στους αγρότες που: α) ασκούν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και παρέχουν τις αγροτικές υπηρεσίες που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 42, με τη μορφή εταιρείας οποιουδήποτε τύπου ή αγροτικών συνεταιρισμών, β) πωλούν αγροτικά προϊόντα παραγωγής τους, ύστερα από επεξεργασία που μπορεί να προσδώσει σε αυτά χαρακτήρα βιομηχανικών ή βιοτεχνικών προϊόντων, γ) ασκούν παράλληλα και άλλη οικονομική δραστηριότητα, για την οποία έχουν υποχρέωση να τηρούν βιβλία σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τους αγρότες που πωλούν προϊόντα δικής τους παραγωγής από δικό τους κατάστημα ή από λαϊκές αγορές ή πραγματοποιούν εξαγωγές ή παραδόσεις προς άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., καθώς και για τους αγρότες οι οποίοι εντάσσονται στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων, σύμφωνα με το ν. 3874/2010 (Α’ 151) και ασχολούνται με τη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως 100 KW ή τη λειτουργία αγροτουριστικών μονάδων έως 10 δωματίων.2. ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ : Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ – Ο ΕΦΑΡΜΟΖΟΜΕΝΟΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ, ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ.Σύμφωνα λοιπόν, με το Ν. 4172/2013, ισχύει ότι : « Άρθρο 29. Φορολογικός συντελεστής…. 3. Τα κέρδη από ατομική αγροτική επιχείρηση φορολογούνται με συντελεστή δεκατρία τοις εκατό (13%). …» και επίσης με στο Άρθρο 21. «Κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα» του ίδιου Νόμου ορίζεται ότι : « 1. Ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα θεωρείται το σύνολο των εσόδων από τις επιχειρηματικές συναλλαγές μετά την αφαίρεση των επιχειρηματικών δαπανών, των αποσβέσεων και των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις. …………… Ειδικά, για τον προσδιορισμό του εισοδήματος από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα στα έσοδα από επιχειρηματικές συναλλαγές περιλαμβάνονται τα έσοδα από την παραγωγή γεωργικών, πτηνοτροφικών, κτηνοτροφικών, δασοκομικών, υλοτομικών και αλιευτικών προϊόντων ». Επίσης από την « Αιτιολογική Έκθεση » του Ν. 4172/2013, προκύπτει ότι : « Ειδικά για την αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, δεδομένου του διαφορετικού συντελεστή φορολόγησης της ατομικής αγροτικής επιχείρησης, γίνεται ιδιαίτερη μνεία στα έσοδα που περιλαμβάνονται στην έννοια του εισοδήματος αυτού και αυτά είναι αποκλειστικά τα έσοδα από την παραγωγή γεωργικών, κτηνοτροφικών, δασοκομικών, υλοτομικών και αλιευτικών προϊόντων.»

Με βάση τα ανωτέρω, η Φορολογική Διοίκηση με την εγκύκλιο « Αρ. πρωτ.: Δ12 Α 1109216 ΕΞ 24.7.2014. Φορολογική μεταχείριση εισοδημάτων από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα (άρθ. 29 παρ. 3 του ν.4172/2013)» , ερμήνευσε ότι : «… 3. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο φορολογικός συντελεστής 13% εφαρμόζεται επί των κερδών από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα ανεξάρτητα από τον τόπο και τον τρόπο (λιανικώς ή χονδρικώς) πώλησης των παραγόμενων αγροτικών προϊόντων. …. Επομένως, προϋπόθεση για την εφαρμογή του συντελεστή 13% σύμφωνα με τα ανωτέρω, είναι τα πωλούμενα προϊόντα να παράγονται αποκλειστικά από τον πωλητή τους‐παραγωγό και να μην έχουν υποστεί μεταποίηση. Στην έννοια της μεταποίησης δε συμπεριλαμβάνεται η απλή συσκευασία. …………. Επίσης, ο φορολογικός συντελεστής 13% δεν εφαρμόζεται για δραστηριότητες εκμετάλλευσης του εξοπλισμού των παραπάνω παραγωγών (π.χ. μίσθωση αγροτικών μηχανημάτων κλπ) καθώς η δραστηριότητα αυτή συνιστά παροχή υπηρεσιών σε τρίτους και όχι αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα. Παρομοίως, η αμοιβή που τυχόν λαμβάνει παραγωγός των παραπάνω προϊόντων για υπηρεσίες που παρέχει ο ίδιος σε άλλους αγρότες δεν αποτελεί αγροτικό εισόδημα.»3. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ ΣΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ Φ.Π.ΑΜε την ΠΟΛ.1024/17.1.2014, καθορίστηκε ότι : « Έννοια Ακαθαρίστων Εσόδων. Ακαθάριστα έσοδα για την εφαρμογή της απόφασης αυτής, θεωρούνται τα έσοδα από τις πωλήσεις των αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους που πραγματοποιούν οι αγρότες κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο καθώς και από την παροχή αγροτικών υπηρεσιών,….» .4. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΥΣ Κ.Α.ΔΣτην ΠΟΛ.1133/6.10.2008 « Καθορισμός νέας Εθνικής Ονοματολογίας Οικονομικών Δραστηριοτήτων (Κ.Α.Δ. 2008) », περιλαμβάνονται και οι υποστηρικτικές προς τους Αγρότες υπηρεσίες στον κλάδο της «ΓΕΩΡΓΙΑΣ», ενδεικτικά αναφέρουμε ένα σχετικό απόσπασμα των Κωδικών αυτών :
ΤΟΜΕΙΣ ΚΛΑΔΟΙ NACE    ΤΑΞΕΙΣ NACE    ΕΘΝΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ    ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ
A              ΓΕΩΡΓΙΑ, ΔΑΣΟΚΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΙΕΙΑ
01              Φυτική και ζωική παραγωγή, θήρα και συναφείς δραστηριότητες
01.1              Καλλιέργεια μη πολυετών φυτών (κ.λ.π … )
01.6              Υποστηρικτικές προς τη γεωργία δραστηριότητες και δραστηριότητες μετά τη συγκομιδή
01.61         Υποστηρικτικές δραστηριότητες για τη φυτική παραγωγή
01.61.10.01    Υπηρεσίες αγροτικών μηχανημάτων εποχιακής χρήσης (θεριζοαλωνιστικών, βαμβακοσυλλεκτικών κλπ)
01.61.10.04    Υπηρεσίες θερισμού δημητριακών
01.61.10.05    Υπηρεσίες καθαρισμού χωραφιών από άχρηστα υλικά
01.61.10.12    Υπηρεσίες σποράς και φύτευσης αγροτικών προϊόντων ( κ.λ.π … )

5. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΗ ΣΤΗΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ «ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ »Σύμφωνα με το Ν. 3874/2010 «Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων.» ( όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 40 του Ν. 4235/14) , ισχύουν τα κάτωθι :

« 1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, οι παρακάτω ορισμοί έχουν αντίστοιχα την εξής έννοια:

α). Επαγγελματίας Αγρότης είναι το ενήλικο φυσικό πρόσωπο που έχει δικαίωμα εγγραφής στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων, εφόσον πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
αα) Είναι κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης. αβ) Ασχολείται επαγγελματικά με αγροτική δραστηριότητα στην εκμετάλλευση τουλάχιστον κατά 30% του συνολικού ετήσιου χρόνου εργασίας του. αγ) Λαμβάνει από την απασχόλησή του σε αγροτική δραστηριότητα το 35% τουλάχιστον του συνολικού ετήσιου εισοδήματός του και αδ) Είναι ασφαλισμένος στον Οργανισμό Γεωργικής Ασφάλισης (ΟΓΑ), εκτός αν εμπίπτει στις εξαιρέσεις από την ασφάλιση στον ΟΓΑ, που προβλέπονται στις παραγράφους 4 και 5 ή είναι δασεργάτης χωρίς ασφάλιση στον ΟΓΑ.

β) Επαγγελματίας αγρότης θεωρείται και το απασχολούμενο στην αλιεία (θαλάσσια,εσωτερικών υδάτων, σπογγαλιεία, οστρακαλιεία, υδατοκαλλιέργεια) ενήλικο φυσικό πρόσωπο, εφόσον σωρευτικά:
βα) Είναι κάτοχος ατομικής επαγγελματικής άδειας αλιείας και ιδιοκτήτης, συνιδιοκτήτης, μισθωτής ή συμμετέχει, με οποιονδήποτε τρόπο, στην εκμετάλλευση επαγγελματικού αλιευτικού σκάφους εκτός από σκάφη υπερπόντιας αλιείας ή απασχολείται στην υδατοκαλλιέργεια ως κάτοχος ή μισθωτής υδατοκαλλιεργητικής εκμετάλλευσης. Το ως άνω φυσικό πρόσωπο ασχολείται με μία ή περισσότερες εκ των ανωτέρω δραστηριοτήτων τουλάχιστον κατά 30% του συνολικού ετήσιου χρόνου εργασίας του και λαμβάνει από την απασχόλησή του αυτή το 35% τουλάχιστον του ετήσιου εισοδήματος. ββ) Προμηθεύεται ως ιδιοκτήτης ή συνιδιοκτήτης ή μισθωτής επαγγελματικού αλιευτικού σκάφους καύσιμα θαλάσσης για την κίνηση του σκάφους του τουλάχιστον μία φορά κάθε τρία έτη και βγ) Είναι ασφαλισμένος στον ΟΓΑ, εκτός αν εμπίπτει στην εξαίρεση από την ασφάλιση στον ΟΓΑ, που προβλέπεται στην περίπτωση β’ της παραγράφου 5 ή είναι ασφαλισμένος στο ΝΑΤ, υπό την προϋπόθεση της απασχόλησής του σε αλιευτικά επαγγελματικά σκάφη τουλάχιστον επί μία πενταετία ή είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, υπό την προϋπόθεση της απασχόλησής του σε αλιευτικά επαγγελματικά σκάφη τουλάχιστον από το 2003.

γ) Κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης είναι το ενήλικο φυσικό πρόσωπο ή το νομικό πρόσωπο που είναι: γα) Κύριος, συγκύριος ή νομέας αγροτικής εκμετάλλευσης.γβ) Μισθωτής ή αγρολήπτης της αγροτικής εκμετάλλευσης, εφόσον η μίσθωση ή η επίμορτη αγροληψία έχει συναφθεί εγγράφως και έχει θεωρηθεί από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) ή γγ) Μισθωτής υδάτινης έκτασης προκειμένου για υδατοκαλλιέργεια.

δ) Αγροτική εκμετάλλευση είναι η μονάδα παραγωγής προς πώληση αγροτικών προϊόντων, όπως αυτά ορίζονται στην περίπτωση ζ’ της παραγράφου αυτής. Στις δραστηριότητες της αγροτικής εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται εκτός από την παραγωγή των προϊόντων και η αποθήκευση, τυποποίηση, συσκευασία και η εν γένει τοποθέτηση μέχρι και του σταδίου της χονδρικής και λιανικής πώλησης αποκλειστικά των προϊόντων που παράγει η ίδια η αγροτική εκμετάλλευση, καθώς και η πρώτη χωρική ή οικοτεχνική μεταποίησή τους, η θαλάσσια αλιεία, η αλιεία εσωτερικών υδάτων, η σπογγαλιεία, η οστρακαλιεία, η υδατοκαλλιέργεια, ως και η διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως 100 KW και η λειτουργία αγροτοτουριστικών μονάδων.

ε) Μικτές αγροτικές εκμεταλλεύσεις είναι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία, εκτός από τον κλάδο της αγροτικής οικονομίας, δραστηριοποιούνται και σε άλλους τομείς της οικονομίας.

στ) Αγροτική δραστηριότητα είναι κάθε επαγγελματική δραστηριότητα σε έναν τουλάχιστον από τους κλάδους της αγροτικής οικονομίας, δηλαδή της φυτικής, της ζωικής ή της θαλάσσιας αλιείας, της σπογγαλιείας, της οστρακαλιείας, της αλιείας εσωτερικών υδάτων και της υδατοκαλλιέργειας, που αποσκοπεί στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων, στη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως 100 KW, στη λειτουργία αγροτοτουριστικών μονάδων έως 10 δωματίων και στη δασική παραγωγή.

ζ) Αγροτικά προϊόντα είναι τα προϊόντα του εδάφους, της κτηνοτροφίας, της θαλάσσιας αλιείας, της σπογγαλιείας, της οστρακαλιείας, της αλιείας εσωτερικών υδάτων, της υδατοκαλλιέργειας, της δασοπονίας, της θηραματοπονίας και των κάθε είδους εκτροφών και τα προϊόντα που προέρχονται από το πρώτο στάδιο επεξεργασίας ή μεταποίησης αυτών, καθώς και κάθε άλλο προϊόν που προέρχεται από την αγροτική εν γένει δραστηριότητα.

η) Αρχηγός αγροτικής εκμετάλλευσης είναι το φυσικό πρόσωπο, το οποίο έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, είναι κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τον ορισμό της περίπτωσης γ’ και οικονομικά υπεύθυνο για την κανονική λειτουργία της (αστική και φορολογική ευθύνη). Στην περίπτωση εκμεταλλεύσεων νομικών προσώπων αρχηγός νοείται ο νόμιμος εκπρόσωπος

Στο Μητρώο εγγράφονται οι επαγγελματίες αγρότες, καθώς και τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στα οποία περιλαμβάνονται και οι μικτές αγροτικές εκμεταλλεύσεις, που είναι αποδεδειγμένα κάτοχοι, με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, αγροτικής εκμετάλλευσης στην Επικράτεια.
Αν η αγροτική εκμετάλλευση ανήκει λόγω συγκυριότητας ή συνεκμετάλλευσης σε περισσότερα πρόσωπα, έχουν δικαίωμα εγγραφής στο Μητρώο όλοι οι συγκύριοι ή συμμετέχοντες στην εκμετάλλευση, εφόσον είναι επαγγελματίες αγρότες, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 περιπτώσεις α’ και β’ του άρθρου αυτού. Αν δεν έχουν τις προϋποθέσεις αυτές ή αν είναι νομικά πρόσωπα, έχουν δικαίωμα εγγραφής στο Μητρώο ως κάτοχοι αγροτικής εκμετάλλευσης.

Φυσικά πρόσωπα απασχολούμενα στη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως 100 KW ή στη λειτουργία αγροτοτουριστικών μονάδων έως 10 δωματίων που δεν είναι ασφαλισμένα στον Ο.Γ.Α., έχουν δικαίωμα εγγραφής στο Μητρώο, ως επαγγελματίες αγρότες, εφόσον πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις της παραγράφου 1 εδάφιο α’ του παρόντος άρθρου. Αν ο επαγγελματίας αγρότης που είναι ασφαλισμένος στον Ο.Γ.Α. αλλάξει κύριο κλάδο κύριας ασφάλισης, λόγω λειτουργίας αγροτουριστικών μονάδων ή μονάδων διαχείρισης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, διατηρεί την εγγραφή του στο Μητρώο.

α) Για τους νεοεισερχόμενους στον αγροτικό τομέα, οι οποίοι έχουν δικαίωμα εγγραφής στο Μητρώο, προκειμένου να χαρακτηριστούν ως επαγγελματίες αγρότες, δεν ισχύει το κριτήριο του εισοδήματος, που προβλέπεται στην υποπερίπτωση αγ’ της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 και δεν απαιτείται να είναι ασφαλισμένοι στον ΟΓΑ, για δύο (2) συνεχή έτη από την έναρξη της αγροτικής δραστηριότητάς τους. Αρκεί οι ανωτέρω να προσκομίσουν στην αρμόδια υπηρεσία υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α’ 75), στην οποία να δηλώνουν ότι θα εγγραφούν στα μητρώα του ΟΓΑ και ότι, για το σκοπό αυτόν, εντός έξι (6) μηνών, θα υποβάλλουν προς τον ΟΓΑ σχετική αίτηση εγγραφής τους στα μητρώα του και επιλογής ασφαλιστικής κατηγορίας, σύμφωνα με τις σχετικές προς τούτο διατάξεις του ΟΓΑ. Με τη συμπλήρωση των δύο (2) ετών, ο νεοεισερχόμενος υποχρεούται να προσκομίσει τη σχετική βεβαίωση εγγραφής στον κλάδο κύριας ασφάλισης του ΟΓΑ. Σε κάθε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης αυτής, με υπαιτιότητά του, αναζητούνται και εισπράττονται εντόκως από το Δημόσιο όλα τα ωφελήματα που ο νεοεισερχόμενος τυχόν αποκόμισε από την εφαρμογή της παρούσας διάταξης. β) Για τους νεοεισερχόμενους στον αγροτικό τομέα, απασχολούμενους στην αλιεία, οι οποίοι έχουν δικαίωμα εγγραφής στο Μητρώο, προκειμένου να χαρακτηριστούν ως επαγγελματίες αγρότες, δεν ισχύει το κριτήριο του εισοδήματος, που προβλέπεται στην υποπερίπτωση βα’ της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 και δεν απαιτείται να είναι ασφαλισμένοι στον ΟΓΑ, για δύο (2) συνεχή έτη από την έναρξη της αγροτικής δραστηριότητάς τους. Αρκεί οι ανωτέρω να προσκομίσουν στην αρμόδια υπηρεσία υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, στην οποία να δηλώνουν ότι θα εγγραφούν στα μητρώα του ΟΓΑ και ότι, για το σκοπό αυτόν, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών, θα υποβάλλουν προς τον ΟΓΑ σχετική αίτηση εγγραφής τους στα μητρώα του και επιλογής ασφαλιστικής κατηγορίας, σύμφωνα με τις σχετικές προς τούτο διατάξεις του ΟΓΑ. Με τη συμπλήρωση των δύο (2) ετών, ο νεοεισερχόμενος υποχρεούται να προσκομίσει τη σχετική βεβαίωση εγγραφής στον κλάδο κύριας ασφάλισης του ΟΓΑ. Σε κάθε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης αυτής, με υπαιτιότητα του, αναζητούνται και εισπράττονται εντόκως από το Δημόσιο όλα τα ωφελήματα που ο νεοεισερχόμενος τυχόν αποκόμισε από την εφαρμογή της παρούσας διάταξης.»

Σύμφωνα με την απόφαση Αρ. πρωτ.: 147/33400/11.3.2014 «Εγκύκλιος εφαρμογής των νέων διατάξεων του Ν. 4235/14 σχετικά με το Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων», ισχύουν τα εξής :

«Ειδικότερα για να κριθεί κάποιος νεοεισερχόμενος ως επαγγελματίας αγρότης θα πρέπει: α) να μην ασκεί μόνιμη εξωαγροτική απασχόληση εξαρτημένη ή όχι (μισθωτοί, ελεύθεροι επαγγελματίες κ.λ.π.) ή εποχική εξωαγροτική απασχόληση (χωρίς ασφάλιση ΟΓΑ). Ο ενδιαφερόμενος παραγωγός θα πρέπει, επομένως, να έχει διακόψει κάθε προηγούμενη μόνιμη ή εποχική εξωαγροτική απασχόληση, αποδεικνύοντας το με τα παρακάτω, κατά περίπτωση, ενδεικτικά δικαιολογητικά:

‐ Αντίγραφο βεβαίωσης διακοπής εργασιών της ΔΟΥ, επικυρωμένο από οποιαδήποτε διοικητική αρχή.

‐ Απόλυση (επικυρωμένη από ΟΑΕΔ).

‐ Οικειοθελής αποχώρηση (επικυρωμένη από ΟΑΕΔ).

‐ Βεβαίωση διακοπής κύριας απασχόλησης του οικείου ασφαλιστικού φορέα.

‐ Λήξη σύμβασης ορισμένου χρόνου.

‐ Κάρτα ανεργίας.

Σε περίπτωση μη προηγούμενης απασχόλησης υποβάλλει Υπεύθυνη δήλωση ότι δεν έχει προηγούμενη απασχόληση και ότι δεν έχει εγγραφεί σε άλλο ασφαλιστικό φορέα.

β) να είναι κάτοχος αγροτικής εκμετάλλευσης. Η κατοχή της αγροτικής εκμετάλλευσης αποδεικνύεται , κατά περίπτωση με τα παρακάτω ενδεικτικά δικαιολογητικά:

‐ Αντίγραφο Ενιαίας Αίτησης Ενίσχυσης (με τα αντίστοιχα παραστατικά ιδιοκτησίας).

‐ Αντίγραφο Δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος Ε1 και το αντίστοιχο Εκκαθαριστικό Φόρου Εισοδήματος.

‐ Αντίγραφο Δήλωσης Ε9 πρόσφατης ημερομηνίας.

‐ Υπεύθυνη δήλωση ότι το περιεχόμενο των αντιγράφων της φορολογικής δήλωσης είναι αληθές και το ίδιο με το υποβληθέν στη ΔΟΥ, εφόσον τα αντίγραφα που υποβάλλοντα δεν είναι επικυρωμένα από τη ΔΟΥ.

‐ Έναρξη αγροτικής δραστηριότητας στην Εφορία, εγγραφή στο Μητρώο ΦΠΑ Αγροτών TAXIS κ.λ.π.

‐ Συμβόλαια αγοράς αγροτικών εκτάσεων, νομίμως μετεγγραμμένα που προέρχονται από αγορά, γονική παροχή, αποδοχή κληρονομιάς, κ.λ.π, .που περιέχουν μόνιμες φυτείες (εφόσον δεν εκμισθώνονται σε τρίτους).

‐ Αποδεικτικά μίσθωσης αγροτικών εκτάσεων που περιέχουν μόνιμες φυτείες.

‐ εκτός των ανωτέρω αντίγραφα ελαιοκομικού, αμπελουργικού μητρώου κ.λ.π.

‐ Συμβόλαια αγοράς αγροτικών εκτάσεων, νομίμως μετεγγραμμένα που προέρχονται από αγορά, γονική παροχή, αποδοχή κληρονομιάς, κ.λ.π., ή αποδεικτικά μίσθωσης αγροτικών εκτάσεων και παραστατικά αγοράς σπόρων ή φυτωρίων ή εφοδίων ή πώλησης προϊόντων της εκμετάλλευσης, προκειμένου για μονοετής καλλιέργειες.

‐ Αποδεικτικά κατοχής ζωικού κεφαλαίου ή μελισσοσμηνών.

‐ Ιδιωτικό συμφωνητικό για την αγορά ζωικού κεφαλαίου/μελισσοσμηνών από άλλο κτηνοτρόφο/μελισσοκόμο, θεωρημένο από Δημόσια αρχή.

‐ Αποδεικτικό δωρεάς εν ζωή κεφαλαίου/μελισσοσμηνών, εφόσον η παραχώρηση έγινε από τους γονείς.

‐ Το ζωικό και μελισσοκομικό κεφάλαιο είναι ιδιόκτητο και καταγεγραμμένο στα μητρώα και βιβλιάρια του ΥΠΑΑΤ (μητρώο αιγοπροβάτων, βοοειδών, μελισσοκομικό βιβλιάριο, αποδείξεις αγοράς, κ.λ.π.)

γ) να υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α΄75), στην οποία να δηλώνει ότι θα εγγραφεί στα μητρώα του ΟΓΑ, ότι για το σκοπό αυτόν εντός έξι (6) μηνών θα υποβάλλει προς τον ΟΓΑ σχετική αίτηση εγγραφής στα μητρώα του και επιλογής ασφαλιστικής κατηγορίας και ότι υποχρεούται με τη συμπλήρωση των δύο (2) ετών να προσκομίσει τη σχετική βεβαίωση εγγραφής στον κλάδο κύριας ασφάλισης του ΟΓΑ, γιατί σε διαφορετική περίπτωση εάν δεν προσκομίσει τη σχετική βεβαίωση, με υπαιτιότητα του, αναζητούνται και εισπράττονται εντόκως από το Δημόσιο όλα τα ωφελήματα που τυχόν αποκόμισε.»

Επίσης σύμφωνα με την Κ.Υ.Α. Αριθ. 134430/4.3.2011 «Προσδιορισμός του αγροτικού εισοδήματος», ισχύουν τα εξής :

«Άρθρο 1 Για τον προσδιορισμό του προβλεπόμενου στα εδάφια (αγ) της περίπτωσης α΄ και (βα) της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 3874/2010 (ΦΕΚ Α΄ 151) ποσοστού εισοδήματος, συγκρίνεται το αγροτικό με το συνολικό εισόδημα. Η σύγκριση αγροτικού και συνολικού εισοδήματος γίνεται σε ατομικό επίπεδο και περιλαμβάνει τα ακόλουθα επιμέρους εισοδήματα, όπως αυτά δηλώνονται στη αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Άρθρο 2 1. Το αγροτικό εισόδημα για τις ανάγκες εφαρμογής του ν.3874/2010 αποτελείται από:

α) Εισοδήματα που αποκτώνται από τις δραστηριότητες της αγροτικής εκμετάλλευσης, στις οποίες περιλαμβάνεται η παραγωγή, αποθήκευση, τυποποίηση, συσκευασία, η εν γένει τοποθέτηση μέχρι και το στάδιο της χονδρικής και λιανικής πώλησης αποκλειστικά των προϊόντων που παράγει η ίδια η αγροτική εκμετάλλευση καθώς και η πρώτη χωρική ή οικοτεχνική μεταποίησή τους.

β) Εισοδήματα που αποκτώνται από την θαλάσσια αλιεία και την αλιεία εσωτερικών υδάτων (εξαιρείται ή υπερπόντια αλιεία), την σπογγαλιεία, την οστρακαλιεία, τη δασοπονία, την υδατοκαλλιέργεια και τη θηραματοπονία.

γ) Εισοδήματα που προέρχονται από τη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ισχύος μέχρι 100 KW.

δ) Εισοδήματα που προέρχονται από τη λειτουργία αγροτουριστικών μονάδων

δυναμικότητας έως 10 δωματίων.

ε) Εισοδήματα που προέρχονται από την παροχή αγροτικής εργασίας σε δασαρχεία και από την αγροτική εργασία σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις τρίτων.

στ) Οι αγροτικές ενισχύσεις και οι αποζημιώσεις επί της παραγωγής.

Τα εισοδήματα που δεν προσμετρούνται στο αγροτικό εισόδημα για τη εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, είναι αυτά που προέρχονται από: την απασχόληση σε εμπορικές επιχειρήσεις, βιοτεχνικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις, ελευθέρια επαγγέλματα, μισθωτές υπηρεσίες και κάθε μορφής εξαρτημένη εργασία, συντάξεις (κύριες, επικουρικές, αναπηρικές κ.α.).

Άρθρο 3

Στο συνολικό εισόδημα, το οποίο συγκρίνεται με το αγροτικό εισόδημα του άρθρου 2 της απόφασης αυτής, δεν προσμετρώνται τα ακόλουθα:

(α) Εισόδημα από ακίνητα.

(β) Εισόδημα από κινητές αξίες π.χ. μερίσματα, προμερίσματα, ομολογίες, ομολογιακά δάνεια, χρεόγραφα κ.α.

(γ) Τόκοι καταθέσεων.

(δ) Έξοδα παράστασης και αποζημιώσεις αιρετών οργάνων, των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, συνδικαλιστικών και αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων καθώς και αμοιβές και ποσοστά (εκτός μισθού) των μελών του διοικητικού συμβουλίου νομικών προσώπων.

(ε) Επιδόματα ανεργίας, πολυτέκνων και πάσης φύσεως προνοιακά επιδόματα.»6. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΤΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ο.Γ.Α )Πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΓΑ

Στην ασφάλιση του Κλάδου υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια:

1) Οι αγρότες, οι απασχολούμενοι δηλ. προσωπικά ή με αυτεπιστασία, συστηματικά και κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα στην αγροτική οικονομία (ιδιοκτήτες και εκμεταλλευτές αγροκτημάτων, κτηνοτρόφοι, πτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι κ.λ.π.). 2) Οι αγρεργάτες, δηλαδή οι απασχολούμενοι κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα με ημερομίσθιο ή μισθό, σε είδος ή σε χρήμα, σε οποιαδήποτε παραγωγική αγροτική εργασία (εργάτες γης). 3) Οι αλιείς που δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα 4) Οι επαγγελματίες, βιοτέχνες και έμποροι που ασκούν το επάγγελμά τους σε χωριά ή οικισμούς με πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων ή κάτω των 1.000 κατοίκων ειδικά για τους νομούς Αττικής, Βοιωτίας, Κορινθίας, Εύβοιας, Αχαΐας και Θεσσαλονίκης, από 1‐1‐2003 υπό προϋποθέσεις και εφόσον δεν υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΑΕΕ 5) Τα πρόσωπα που κατοικούν μόνιμα και απασχολούνται σε οποιαδήποτε βιοποριστική εργασία σε Δήμους ή Κοινότητες που είχαν πληθυσμό μέχρι και 5.000 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του έτους 1971, υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι δεν υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση άλλου φορέα. 6) Από 1‐1‐2004 ασφαλίζονται στον ΟΓΑ, εξαιρούμενοι της ασφάλισης του ΙΚΑ ‐ ΕΤΑΜ, οι απασχολούμενοι με αμοιβή, σε αγροτικές εργασίες της πρωτογενούς αγροτικής δραστηριότητας, σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις ή σε αγροτικούς συνεταιρισμούς, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή και το μέγεθος αυτών, ακόμη και αν απασχολούνται περιστασιακά (ανειδίκευτοι εργάτες, αλιεργάτες κ.λπ.). Σχετικές οι διατάξεις του άρθρου 7 του Ν.3232/2004, όπως ισχύει σήμερα.

Στην ασφάλιση του Κλάδου υπάγονται επίσης προαιρετικά:

1) Οι Έλληνες μοναχοί και μοναχές που απασχολούνται με οποιοδήποτε τρόπο, σε αγροτικές εργασίες. 2) Οι συνταξιούχοι οποιουδήποτε ασφαλιστικού φορέα από έμμεσο δικαίωμα, εφόσον απασχολούνται συστηματικά σε εργασίες, για τις οποίες τα πρόσωπα που τις ασκούν υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΓΑ.

Ασφάλιση συζύγων

Μέχρι 31‐12‐2003 στις περιπτώσεις που και οι δύο σύζυγοι υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΓΑ, μπορούσε να εξαιρεθεί της ασφάλισης ο ένας εκ των δύο.

Από 1‐1‐2004, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν.3232/2004, ασφαλίζονται στον ΟΓΑ υποχρεωτικά και οι δύο σύζυγοι, εφόσον απασχολούνται σε εργασίες, για τις οποίες τα πρόσωπα που τις ασκούν υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΓΑ.

Πολλαπλή Απασχόληση

Όσα από τα πρόσωπα του άρθρου 7 (παρ. 1) του Ν.3232/2004, απασχολούνται παράλληλα και αυτοτελώς, κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα, εντός της ίδιας χρονικής περιόδου και σε άλλες εργασίες ασφαλιστέες στον ΟΓΑ, ασφαλίζονται υποχρεωτικά στον ΟΓΑ και για τις εργασίες αυτές, για τις οποίες και καταβάλλουν τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές, κατά τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του Ν.2458/1997 και Π.Δ.78/1998.

Ασφάλιση σε άλλο φορέα

ΠΡΟΣΟΧΗ! Η ασφάλιση ή η συνταξιοδότηση από άλλο φορέα Κύριας ασφάλισης, από άμεσο δικαίωμα, αποτελεί κώλυμα για την ασφάλιση στον ΟΓΑ (άρθρο 34 του Ν.1140/1981). Συνεπώς, οι ασφαλισμένοι ή οι συνταξιούχοι άλλου φορέα Κύριας ασφάλισης, από άμεσο δικαίωμα, δεν μπορούν να ασφαλιστούν στον ΟΓΑ, ακόμη και αν απασχολούνται συστηματικά σε εργασίες που καλύπτονται από την ασφάλιση του ΟΓΑ. Κατ’ εξαίρεση μπορούν να ασφαλιστούν στον ΟΓΑ οι απασχολούμενοι περιστασιακά σε εργασίες που καλύπτονται από την ασφάλιση άλλου φορέα (π.χ. ΙΚΑ, ΝΑΤ) υπό τη ρητή όμως προϋπόθεση ότι το κύριο επάγγελμά τους από το οποίο και αντλούν το βιοπορισμό τους είναι το αγροτικό (ή άλλο επάγγελμα καλυπτόμενο από την ασφάλιση του ΟΓΑ). Εγγραφή στα Μητρώα Ασφαλισμένων του Κλάδου

Η ιδιότητα του ασφαλισμένου του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών αποδεικνύεται με την εγγραφή στα Μητρώα Ασφαλισμένων που καταρτίζονται και τηρούνται στον ΟΓΑ.

Η υπαγωγή στην ασφάλιση του ΟΓΑ αρχίζει προαιρετικά την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας και υποχρεωτικά την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας και λήγει στο τέλος του έτους συμπλήρωσης του 66ου έτους της ηλικίας ή την τελευταία ημέρα του μήνα πριν από το θάνατο ή την έναρξη συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας. Η ασφάλιση μπορεί να παραταθεί, ύστερα από αίτηση του ασφαλισμένου και πέραν του 66ου έτους της ηλικίας και μόνο για όσο χρόνο απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης λόγω γήρατος.

Η εγγραφή στα Μητρώα Ασφαλισμένων του Κλάδου γίνεται με τη συμπλήρωση από τον αρμόδιο Ανταποκριτή ΟΓΑ του ειδικού «Δελτίου Απογραφής Ασφαλισμένων και Επιλογής Ασφαλιστικής Κατηγορίας».

Για τους αυτοτελώς απασχολούμενους στην αγροτική οικονομία, αρμόδιος Ανταποκριτής

ΟΓΑ για την εγγραφή στα Μητρώα είναι ο Ανταποκριτής ΟΓΑ του τόπου κατοικίας. Οι ενδιαφερόμενοι απευθύνονται οι ίδιοι στον Ανταποκριτή ΟΓΑ του τόπου κατοικίας τους για τη σύνταξη του Δελτίου Απογραφής. Αν ο απασχολούμενος δεν προσέλθει να εγγραφεί στα Μητρώα, τότε η εγγραφή του γίνεται αυτεπάγγελτα από τον αρμόδιο Ανταποκριτή.

Η εγγραφή στα Μητρώα του Κλάδου των απασχολούμενων με αμοιβή σε αγροτικές εργασίες της πρωτογενούς δραστηριότητας, σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις ή σε αγροτικούς συνεταιρισμούς, καθώς και των μετακλητών αλλοδαπών με είσοδο στη χώρα μετά την 1‐1‐2004 γίνεται με ευθύνη του εργοδότη, στον Ανταποκριτή ΟΓΑ του τόπου απασχόλησης.

Εργόσημο ΟΓΑ

Το ΕΡΓΟΣΗΜΟ είναι ο νέος τρόπος αμοιβής των εργατών γης και καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών τους.

Ο εργοδότης ‐ κτηματίας, αντί για χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην αμοιβή για την παρεχόμενη αγροτική εργασία, αποδίδει στον εργάτη γης που απασχολεί, εργόσημο ονομαστικής αξίας ίσης με την αμοιβή που έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η αμοιβή του εργάτη γης με εργόσημο ΟΓΑ ‐ αντί χρηματικού ποσού ‐ είναι υποχρεωτική.

Ο χρόνος ασφάλισης όλων των εργατών γης, στο εξής, θα υπολογίζεται αποκλειστικά και

υποχρεωτικά, με βάση τις αμοιβές που έχουν λάβει με ΕΡΓΟΣΗΜΟ. Για το λόγο αυτό οι εργάτες γης θα πρέπει, οπωσδήποτε, για να κατοχυρώσουν το δικαίωμά τους για Ασφάλιση, Περίθαλψη και Σύνταξη από τον ΟΓΑ, να ζητούν την πληρωμή τους μόνο με ΕΡΓΟΣΗΜΟ.

Ασφαλιστικές κατηγορίες

Οι αυτοτελώς απασχολούμενοι στην αγροτική οικονομία μπορούν να επιλέξουν με δήλωσή τους μια από τις επτά (7) ασφαλιστικές κατηγορίες του Κλάδου, επί των ποσών των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές για σύνταξη και ασθένεια.

Ο ασφαλισμένος μπορεί να αλλάξει ασφαλιστική κατηγορία με αίτησή του. Η μεταβολή ισχύει από την πρώτη Ιανουαρίου του επόμενου έτους από την υποβολή της σχετικής αίτησης. Αναδρομική αλλαγή ασφαλιστικής κατηγορίας δεν επιτρέπεται.

Από 1‐1‐2012, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 44 του Ν.3986/2011, οι πέντε πρώτες ασφαλιστικές κατηγορίες είναι υποχρεωτικές και οι υπόλοιπες προαιρετικές. Οι ασφαλισμένοι κατατάσσονται στην 1η ασφαλιστική κατηγορία και μετατάσσονται στις επόμενες και μέχρι την 5η υποχρεωτική κατηγορία ανά τριετία, με εξαίρεση τη μετάταξη από την 1η στη 2η υποχρεωτική κατηγορία, η οποία πραγματοποιείται μετά από πέντε έτη ασφάλισης. Οι ασφαλισμένοι με αίτηση τους, η οποία υποβάλλεται οποτεδήποτε στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης Αγροτών, μπορούν να επιλέξουν ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία από αυτή που υπάγονται υποχρεωτικά κατά τα ανωτέρω ή, εφόσον βρίσκονται σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία, να επιλέξουν κατώτερη. Στην τελευταία περίπτωση κατατάσσονται στην ασφαλιστική κατηγορία στην οποία θα υπάγονται υποχρεωτικά, εάν δεν είχαν επιλέξει ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία. Για τα μέλη Ομόρρυθμων και Ετερόρρυθμων Εταιρειών (Ο.Ε. ‐ Ε.Ε.) ‐ εφόσον υπάγονται στην ασφάλιση του ΟΓΑ ‐ έχει οριστεί, από 1‐1‐2005, ως κατώτατη ασφαλιστική κατηγορία η 5η. Στην 5η τουλάχιστον ασφαλιστική κατηγορία κατατάσσονται και οι απασχολούμενοι στην αγροτική οικονομία ασφαλισμένοι στον ΟΓΑ που έχουν ενταχθεί σε επενδυτικά προγράμματα για την αγροτική ανάπτυξη (όπως αγροτουρισμός, αγροβιοτεχνία). Επίσης, κατατάσσονται υποχρεωτικά στην 7η ασφαλιστική κατηγορία οι ασφαλισμένοι του ΟΓΑ που έχουν εγκαταστήσει φωτοβολταϊκό σύστημα ισχύος μέχρι 100 kw.

Για τους νεοϋπαγόμενους από 1‐1‐2004 στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. ανειδίκευτους εργάτες του πρωτογενούς τομέα, αλιεργάτες και μετακλητούς αλλοδαπούς με είσοδο στη χώρα από 1‐1‐2004 και μετά, έχει οριστεί ως κατώτατη υποχρεωτική ασφαλιστική κατηγορία η 5η. Τα ποσά των ασφαλιστικών κατηγοριών αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

Διαδικασία καταβολής Εισφορών‐Υπόχρεοι α) Αυτοτελώς απασχολούμενοι

Οι αυτοτελώς απασχολούμενοι στην αγροτική οικονομία υποχρεούνται να καταβάλλουν οι ίδιοι τις ασφαλιστικές εισφορές τους για όσο χρόνο είναι ασφαλισμένοι.

Οι μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές είναι απαιτητές στο τέλος κάθε εξαμήνου και εισπράττονται μέσα στο επόμενο εξάμηνο. Για την καταβολή της εισφοράς κάθε εξαμήνου, ο ΟΓΑ αποστέλλει σε κάθε ασφαλισμένο μέ


Ίδρυση εταιρείας στη Βουλγαρία. Αλήθειες και ψέματα

Του Γιώργου Δαλιάνη

Τα τελευταία χρόνια, πολλά λέγονται για τα πλεονεκτήματα της ίδρυσης εταιρείας στη Βουλγαρία και διαφημιστικές καταχωρήσεις δικηγορικών και λοιπών γραφείων κατακλύζουν το διαδίκτυο, αναλαμβάνοντας την σύστασή τους. Όλοι μιλούν για πλεονεκτήματα και κανένας δεν αναφέρεται στα πιθανά μειονεκτήματα. Όλοι υπόσχονται, ότι θα μειώσουν το κόστος λειτουργίας των εταιρειών κι ιδιαίτερα τους φόρους, που αναλογούν από την επαγγελματική τους εγκατάσταση στην Ελληνική επικράτεια.

Πολλές ελληνικές επιχειρήσεις (ιδιαίτερα βιοτεχνικές/βιομηχανικές) κυρίως από τη Βόρεια Ελλάδα, έχουν μεταφέρει το σύνολο των δραστηριοτήτων τους στη γείτονα χώρα κι εκεί απολαμβάνουν μια σειρά πλεονεκτήματα όπως:

• Μειωμένο εργατικό κόστος.  Σήμερα η αμοιβή ενός εργατοτεχνίτη ανέρχεται στα 350 ευρώ.

• Χαμηλές εργοδοτικές  ασφαλιστικές εισφορές.

• Μικρότερο κόστος  αρκετών συντελεστών παραγωγής π.χ. Ηλεκτρική ενέργεια.

• Μικρό λειτουργικό κόστος διοίκησης.

• Μικρότερη γραφειοκρατία στην ίδρυση και διαχείριση εταιρειών. Όλα τα επαγγέλματα  είναι ανοικτά και προσβάσιμα σε όλους. Πχ. δεν υπάρχουν προαπαιτούμενα και κόστη αγοράς αδειών για ίδρυση μεταφορικής εταιρείας και για το λόγο αυτό πολλές μεταφορικές εταιρείες έχουν εγκατασταθεί στη γείτονα χώρα.

• Σταθερό τραπεζικό σύστημα και ύπαρξη υποκαταστημάτων των Ελληνικών τραπεζών σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Βουλγαρίας.

• Σταθερό φορολογικό σύστημα και χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές.  Ο φόρος των εταιρικών κερδών ανέρχεται στο 10% και ο φόρος μερισμάτων στο 5%.

• Η Βουλγαρία έχει συνάψει συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολογίας με τα περισσότερα κράτη.

• Δεν υπάρχουν τεκμήρια διαβίωσης.

• Τέλος ως χώρα κράτος – μέλος της Ε.Ε.απολαμβάνει όλα τα πλεονεκτήματα με την ελεύθερη διακίνηση ατόμων,  εμπορευμάτων και κεφαλαίων, παράλληλα εντάσσεται σε ευρωπαϊκά αναπτυξιακά  προγράμματα και τέλος  διατηρεί (άποψη μας)  το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα  να έχει δικό τη  νόμισμα.

Υπάρχουν φυσικά και πολλά μειονεκτήματα όπως:

• Δεν υπάρχει εξειδικευμένο και συνεπές ως προς την εργασία προσωπικό.

• Κακές υποδομές.

• Άθλιο οδικό δίκτυο.

Όταν κι αν οι ελληνικές επιχειρήσεις αποφασίσουν  τη μετεγκατάσταση,  θα απολαύσουν τα  πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της επιλογής τους.

Οι επαΐοντες όμως, υπόσχονται φορολογικές απαλλαγές χωρίς να μεταφερθούν οι δραστηριότητες στη Βουλγαρία.  Προτείνουν την ίδρυση μιας «εταιρείας σφραγίδα» η οποία δεν θα έχει γραφεία, προσωπικό και φυσικά καμιά δραστηριότητα, πλην της τιμολόγησης και μεταφοράς ανύπαρκτου κόστους στην Ελλάδα.

Οι λύσεις για την φοροαποφυγή που συνήθως προτείνουν είναι:

• Σύσταση εταιρείας στη Βουλγαρία της οποίας αποκλειστικός σκοπός είναι η τριγωνική    συναλλαγή και τιμολόγηση. Φυσικά αγνοούν ή αποκρύπτουν την Ελληνική νομοθεσία, η οποία με σειρά νόμων,  ρητά και κατηγορηματικά απαγορεύει και δεν αναγνωρίζει τέτοιες μεθοδεύσεις και συναλλαγές (άρθρο 65 Ν.4172/2013 και άρθρο 23 παράγραφος ιγ’  Ν.4172/2013).

• Σύσταση εταιρείας στη Βουλγαρία η οποία ιδρύει υποκατάστημα ή θυγατρική στην Ελλάδα και υπόσχονται φορολόγηση των κερδών, που αποκτούν από τις  δραστηριότητες στην Ελλάδα με συντελεστή 10% που ισχύει στη Βουλγαρία. Προφανώς, αποκρύπτουν την πραγματικότητα,  γιατί η θυγατρική  ή το εγκατεστημένο στην Ελλάδα υποκατάστημα φορολογείται για τα εισοδήματα που αποκτά  μέσα στη χώρα μας με συντελεστή 26%  και με συντελεστή 10% στα μερίσματα. Επίσης, στις περιπτώσεις αυτές  προτείνουν μετακύληση κόστους της μητρικής προς το υποκατάστημα/θυγατρική, μέσω  δικαιωμάτων (royalties) ή εξόδων διοικητικής υποστήριξης. Φυσικά, αυτά τα έξοδα οι Ελληνικές αρχές δεν αναγνωρίζουν και σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύνανται  να χαρακτηριστούν και εικονικά, διότι η Εταιρεία στη Βουλγαρία δεν έχει καμία δραστηριότητα και είναι μόνο μια νομική οντότητα με αποκλειστικό  σκοπό την φοροαποφυγή. Για τον έλεγχο μετακύλησης κόστους μεταξύ των συνδεδεμένων επιχειρήσεων η Ελληνική  πολιτεία εφαρμόζει σύγχρονες  ελεγκτικές μεθόδους (transfer pricing.)

• Σύσταση εταιρείας συμμετοχών και επενδύσεων σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα με σκοπό τη φορολόγηση με μικρότερο συντελεστή φόρου των κερδών που θα προκύψουν από αυτές   τις συναλλαγές και την αφορολόγητη μεταφορά μερισμάτων από τη συμμετοχή τους στην Ελληνική εταιρεία. Αγνοούν ή αποκρύπτουν τους νέους κανόνες που θέσπισε το Ελληνικό κράτος με το άρθρο 66 του Ν.4172/2013 με τους οποίους αποκτά τη δυνατότητα  να φορολογήσει αυτοβούλως τα μη διανεμηθέντα κέρδη αλλοδαπού νομικού προσώπου στο όνομα του  κυρίου μετόχου του, Έλληνα φορολογουμένου, φυσικού προσώπου ή επιχείρησης, εφόσον  σωρευτικά:

– Ο  Έλληνας φορολογούμενος συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα με ποσοστό άνω του 50% στην  Ελεγχόμενη Αλλοδαπή Εταιρεία (Ε.Α.Ε., ΄΄ CFC΄΄)
– η  Ε.Α.Ε βρίσκεται σε κράτος μη συνεργάσιμο ή υπάγεται σε προνομιακό φορολογικό     καθεστώς, (Βουλγαρία και Κύπρος)
– άνω του 30% του καθαρού εισοδήματος προ φόρων της Ε.Α.Ε είτε αντιστοιχεί σε κατηγορία εισοδήματος (τόκοι, μερίσματα, δικαιώματα, εισόδημα από ακίνητη περιουσία)  είτε πηγάζει από ασφαλιστικές, τραπεζικές ή άλλες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και προέρχεται κατά το ήμισυ τουλάχιστον από συναλλαγές  με  συνδεδεμένες επιχειρήσεις και τέλος
– η Ε.Α.Ε. δεν είναι εισηγμένη σε οργανωμένη αγορά.

Ο  Έλληνας νομοθέτης συντασσόμενος με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, απαιτεί επιπλέον για την εφαρμογή της διάταξης στην περίπτωση, όπου η Ε.Α.Ε. έχει έδρα σε κράτος μέλος της Ε.Ε. ή την Ε.Ο.Χ., την απόδειξη ότι η εν λόγω εγκατάσταση αποτελεί, «επίπλαστη κατάσταση που δημιουργήθηκε με σκοπό την αποφυγή του αναλογούντος φόρου», (artificial arrangement).  Τα κέρδη αυτά θα φορολογούνται στο όνομα του Έλληνα μετόχου ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα με συντελεστή  26% αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο και 26% για  τις πρώτες 50.000 €  και 33% για τα επιπλέον αν ο μέτοχος είναι φυσικό πρόσωπο.

Τελειώνοντας, πρέπει να επισημάνουμε, ότι οι Έλληνες φορολογούμενοι πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί και κατά το λαϊκότερο περισσότερο “ψαγμένοι”.


Ενισχύεται ο έλεγχος εσόδων με νέες προσλήψεις.

Ο έλεγχος των εσόδων είναι βασική προτεραιότητα της Κυβέρνησης. Αυτό φαίνεται και από την προκήρυξη για 500 θέσεις ελεγκτών εσόδων, που πρόκειται να προκηρύξει τον ερχόμενο Ιανουάριο το υπουργείο Οικονομικών μέσω του ΑΣΕΠ. Μάλιστα, αναμένεται να προκηρύξει άλλες πεντακόσιες θέσεις μέσα στο 2015.

Σκοπός του Υπουργείου είναι να ενισχύσει τις υπηρεσίες είσπραξης εσόδων. Ήδη έχουν εγκριθεί οι 500 πρώτες προσλήψεις ελεγκτών εσόδων με νομικές και οικονομικές σπουδές, εμπειρία και μεταπτυχιακά.

Οι διαδικασίες θα κινηθούν μετά την ψήφιση του προϋπολογισμού. Άλλες 500 θέσεις μόνιμου προσωπικού θα προκηρυχθούν στη συνέχεια, αφού για κάθε υπάλληλο οποιασδήποτε ειδικότητας που αποχωρεί η θέση του θα καταργείται και θα ανοίγει μία θέση για ελεγκτή εσόδων

Ο νέος διαγωνισμός θα γίνει στα πρότυπα προηγούμενων προκηρύξεων, θα αφορά κατόχους πτυχίου Νομικής ή Οικονομικών, ενώ όλοι οι νέοι υπάλληλοι θα διοριστούν στην κεντρική υπηρεσία του υπουργείου Οικονομικών στην Αθήνα.

Οι αιτήσεις θα υποβάλλονται ηλεκτρονικά στο ΑΣΕΠ, αποκλειστικά μέσω του διαδικτυακού του τόπου (www.asep.gr).


Η φορολόγηση της παροχής σε είδος από την παραχώρηση οχήματος

ΠΗΓΗ: TAX HEAVEN

Κωνσταντίνος Αντ. Κουλογιάννης
Πτυχιούχος Τ.Ε.Ι.
Λογιστής – Φοροτεχνικός
Μέλος της επιστημονικής ομάδας του Taxheaven

Κωνσταντίνος Δημ. Γραβιάς
Πτυχιούχος Οικον. Παν/μίου Πειραιά
Λογιστής – φοροτεχνικός
Μέλος της επιστημονικής ομάδας του TaxHeaven

 

Μέσα από την παρούσα ανάλυση θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε φως στο μείζον θέμα της φορολόγησης της παροχής σε είδος που προκύπτει από την παραχώρηση εταιρικών οχημάτων. Αν και έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις επί του ζητήματος αυτού μέχρι στιγμής, λόγω του ότι η συγκεκριμένη παροχή σε είδος αφορά σε ένα μεγάλο μέρος των ελληνικών επιχειρήσεων, θεωρούμε ότι πρέπει να γίνουν ορισμένες απαραίτητες επισημάνσεις.

Αρχικά, ας δούμε τι ακριβώς αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 του ν. 4172/2013 και στην αιτιολογική έκθεση του νόμου:

I. Παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 13 του Κ.Φ.Ε.

«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2, 3, 4 και 5 οποιεσδήποτε παροχές σε είδος που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημά του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος.

  1. Η αγοραία αξία της παραχώρησης ενός οχήματος σε εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα ενός φορολογικού έτους, υπολογίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του κόστους του οχήματος που εγγράφεται ως δαπάνη στα βιβλία του εργοδότη με τη μορφή της απόσβεσης περιλαμβανομένων των τελών κυκλοφορίας, επισκευών, συντηρήσεων, καθώς και του σχετικού χρηματοδοτικού κόστους που αντιστοιχεί στην αγορά του οχήματος ή του μισθώματος. Σε περίπτωση που το κόστος είναι μηδενικό, η αγοραία αξία της παραχώρησης ορίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) της μέσης δαπάνης ή απόσβεσης κατά τα τελευταία τρία (3) έτη».

 

IΙ. Αιτιολογική έκθεση του άρθρου 13 
«[fusion_builder_container hundred_percent=”yes” overflow=”visible”][fusion_builder_row][fusion_builder_column type=”1_1″ background_position=”left top” background_color=” border_size=” border_color=” border_style=”solid” spacing=”yes” background_image=” background_repeat=”no-repeat” padding=” margin_top=”0px” margin_bottom=”0px” class=” id=” animation_type=” animation_speed=”0.3″ animation_direction=”left” hide_on_mobile=”no” center_content=”no” min_height=”none”][…] Με το άρθρο 13 επιχειρείται η καθιέρωση γενικού κανόνα για το συνυπολογισμό των παροχών σε είδος που λαμβάνουν εργαζόμενοι ή συγγενικά τους πρόσωπα στο φορολογητέο εισόδημα, αναγνωρίζοντας ότι αποτελούν μισθό σε είδος. Παράλληλα, περιγράφονται ορισμένες κατηγορίες παροχών σε είδος για τις οποίες είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί η αγοραία αξία τους, προκειμένου να αποτελέσουν φορολογητέο για τον εργαζόμενο εισόδημα […]
[…] Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της αγοραίας αξίας της παραχώρησης οχήματος από φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, με εξαίρεση τους φορείς γενικής κυβέρνησης, προς εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο, η οποία συνίσταται στο τριάντα τοις εκατό (30%) της σχετικής δαπάνης που εγγράφει για το όχημα ο εργοδότης, ανάλογα με το αν αποτελεί πάγιο στοιχείο της επιχείρησης ή αντικείμενο μίσθωσης. Οι φορείς της γενικής κυβέρνησης δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 129/2534/20.1.2010 ΚΥΑ (Β’ 108) […]».

 

ΙΙΙ. Ερμηνεία διατάξεων

Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις και με τη βοήθεια της αιτιολογικής έκθεσης θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε όσα αναφέρονται στις παραγράφους αυτές και αφορούν στην παροχή σε είδος από την παραχώρηση οχήματος.

  1. Για ποια  πρόσωπα και με ποια σχέση με την επιχείρηση υπολογίζεται η παροχή αυτή

Η παροχή οχήματος σύμφωνα με τις ως άνω κείμενες διατάξεις αφορά τα ακόλουθα πρόσωπα.:
– Εταίρους
– Μετόχους
– Εργαζομένους (όπως αναφέρονται στην παρ.1 και 2 του άρθρου 12 του ΚΦΕ). Στους εργαζομένους της επιχείρησης συμπεριλαμβάνονται σύμφωνα με τη παράγραφο 2 του άρθρου 12 του ΚΦΕ μεταξύ άλλων και οι:
– Οι διευθυντές ή μέλη του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας,
– Οι δικηγόροι έναντι πάγιας αντιμισθίας για την παροχή νομικών υπηρεσιών.
Αντίθετα η συγκεκριμένη παροχή δεν αφορά τα συγγενικά πρόσωπα των εργαζομένων, ούτε και άλλους τρίτους πέραν αυτών που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο.

  1. Επιμερισμός δαπανών ανάλογα με την χρήση και την παραχώρηση του οχήματος

Από την ερμηνεία των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 13 του Κ.Φ.Ε., αλλά και από την αιτιολογική έκθεση προκύπτει ότι, η βούληση του νομοθέτη ήταν να φορολογήσει ορισμένες παροχές σε είδος που χορηγούνται σε εργαζόμενους, εταίρους, μετόχους ή συγγενικά πρόσωπα εργαζομένων και σε καμία περίπτωση δεν τεκμηριώνεται ότι ήθελε ουσιαστικά να μεταφέρει την αγοραία αξία ορισμένων παροχών στους εργαζομένους ή τους εταίρους, ακόμα και όταν αυτοί δεν είναι πραγματικά οι αποδέκτες/δικαιούχοι της παροχής αυτής.

Σε ό,τι αφορά στις παροχές σε είδος από την παραχώρηση οχήματος, η φράση «παραχώρηση ενός οχήματος» της παραγράφου 2 του άρθρου 13 δεν αφήνει περιθώρια εσφαλμένης ερμηνείας, καθώς οριοθετεί τον υπολογισμό της παροχής αυτής μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει πραγματική «παραχώρηση» οχήματος. Κατά την άποψή μας το παράδειγμα της ερμηνευτικής απόφασης ΠΟΛ.1219/6.10.2014 που ακολουθεί, μπορεί να οδηγήσει σε παρανόηση και κατά συνέπεια σε εσφαλμένη εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης.

«Επιχείρηση διαθέτει 4 ιδιόκτητα εταιρικά αυτοκίνητα (πάγια στοιχεία της) προς εξυπηρέτηση των αναγκών των 2 εταίρων της. Έστω για το πρώτο αυτοκίνητο καταχωρήθηκαν στα βιβλία ετήσιες δαπάνες (αποσβέσεων, τελών, επισκευών και συντηρήσεων) 6.200 ευρώ, για το δεύτερο 6.000 ευρώ, για το τρίτο 5.800 ευρώ και για το τέταρτο 6.400 ευρώ. Σε όλη τη διάρκεια του 2014 και τα 4 αυτοκίνητα χρησιμοποιούνται οποτεδήποτε και από τους 2 εταίρους. Συνεπώς, το 30% του κόστους των ανωτέρω, ανέρχεται σε 30%*(6.200+6.000+5.800+6.400)=7.320 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή προκύπτει εισόδημα από μισθωτή εργασία για τον καθένα από τους 2 εταίρους ίσο με 7.320/2=3.660 ευρώ. Ο εκκαθαριστής μισθοδοσίας θα πρέπει να συμπεριλάβει στη βεβαίωση αποδοχών των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία που θα χορηγηθεί σε καθέναν από τους 2 εταίρους για το φορολογικό έτος 2014 και την παροχή αυτή των 3.660 ευρώ. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που τα εν λόγω αυτοκίνητα είναι μισθωμένα. Οπότε, ο εκκαθαριστής μισθοδοσίας θα πρέπει να επιμερίσει ποσοστό 30% της αγοραίας αξίας των μισθωμένων αυτοκινήτων (μίσθωμα, τέλη κυκλοφορίας και δαπάνες επισκευής και συντήρησης).»

Το ανωτέρω παράδειγμα έχει επιλεγεί από την φορολογική Διοίκηση με την παραδοχή ότι τα αυτοκίνητα αυτά χρησιμοποιούνται (παρέχονται) προς εξυπηρέτηση των αναγκών και των 2 εταίρων της. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν δηλαδή ένα όχημα παρέχεται σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα (εταίρους ή μετόχους), ο επιμερισμός πρέπει να γίνεται ισομερώς και όχι ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του εταίρου ή μετόχου στην εταιρία.

 

iii. Τι γίνεται στις περιπτώσεις που η επιχείρηση διαθέτει οχήματα τα οποία όμως δεν τα παραχωρεί στους εταίρους, μετόχους, εργαζομένους

Εάν στο ίδιο ως άνω παράδειγμα, η επιχείρηση διέθετε ακόμα ένα αυτοκίνητο το οποίο όμως δεν το παραχωρούσε στους εταίρους, τότε οι δαπάνες του δεν θα συμμετείχαν στον υπολογισμό του κόστους για την παροχή σε είδος. Ωστόσο, στην ερμηνευτική απόφαση ΠΟΛ.1219/6.10.2014, δεν αναγράφεται άλλο παράδειγμα έτσι ώστε να γίνει κατανοητό τι ισχύει ακριβώς στις περιπτώσεις που κάποιο αυτοκίνητο μιας οντότητας δεν παρέχεται σε μέτοχο, εταίρο ή εργαζόμενο. Άλλωστε, στην καθημερινή πρακτική συναντάμε οχήματα τα οποία δεν παραχωρούνται σε κανένα φυσικό πρόσωπο, τα οποία είτε μένουν σε ακινησία, είτε χρησιμοποιούνται για καθημερινές εξωτερικές εργασίες από το προσωπικό της επιχείρησης.

Όπως προαναφέραμε αναλύοντας τις σχετικές διατάξεις, η βούληση του νομοθέτη δεν ήταν να επιμερίσει ορισμένες δαπάνες (στην συγκεκριμένη περίπτωση που αναλύουμε τις δαπάνες αυτοκινήτου) που επιβαρύνουν την επιχείρηση προς τους μετόχους, εταίρους, εργαζόμενους, αλλά να φέρει στην επιφάνεια μέσα από αυτές και να φορολογήσει εισόδημα που ενδεχομένως υποκρύπτεται.

Συνεπώς, δεν είναι υποχρεωτικό, ούτε προκύπτει από τον νόμο αλλά και την ερμηνευτική εγκύκλιο, ότι πρέπει να γίνει υπολογισμός των δαπανών που αφορούν σε όλα τα αυτοκίνητα των επιχειρήσεων (εξαιρουμένων αυτών που αναφέρονται παραπάνω στις περιπτώσεις α’,β’,γ’,δ’,στ’ της ερμηνευτικής απόφασης) και στη συνέχεια να πραγματοποιηθεί ο επιμερισμός αυτών στους μετόχους, εταίρους, κ.λπ.

 

  1. Οχήματα που παραχωρούνται σε τρίτους

Εκτός εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης βρίσκεται η παραχώρηση οχήματος σε τρίτους (όχι σε εταίρους, μετόχους, εργαζομένους) όπως προκύπτει από την στενή γραμματική ερμηνεία του νόμου, αλλά και από την ερμηνευτική εγκύκλιο. Ωστόσο, οι δαπάνες των οχημάτων που παραχωρούνται σε τρίτους μπορεί να μην αποτελούν παροχή σε είδος για αυτούς, σίγουρα όμως πρέπει να εξετασθεί η παραγωγικότητα των δαπανών αυτών και κατά συνέπεια η αναμόρφωσή τους ή μη στο τέλος του φορολογικού έτους, με βάση τα άρθρα 2223 του Κ.Φ.Ε.

  1. Δαπάνες που συμμετέχουν στον υπολογισμό της παροχής σε είδος από την παραχώρηση οχήματος

    Η παροχή σε είδος από την παραχώρηση οχήματος με βάση την παρ. 2 του άρθρου 13, αποτιμάται σε ποσοστό 30% του κόστους των αποσβέσεων, των τελών κυκλοφορίας, του κόστους των επισκευών και συντηρήσεων καθώς και του χρηματοδοτικού κόστους αγοράς ή μίσθωσης, όπως αυτά προκύπτουν από τις εγγραφές στα βιβλία της επιχείρησης.Συνεπώς, λοιπές δαπάνες (καύσιμα, διόδια, κ.λπ.) δεν συμμετέχουν στον υπολογισμό.vi. Σε ποιες άλλες  περιπτώσεις παραχώρησης οχημάτων δεν έχει εφαρμογή η συγκεκριμένη διάταξη (δεν υπολογίζεται δηλαδή παροχή σε είδος)

Πρέπει να επισημάνουμε ότι η παραχώρηση οχήματος δεν αποτελεί σε όλες τις περιπτώσεις εισόδημα από παροχή σε είδος όπως έχει χαρακτηριστικά κριθεί από αρκετές αποφάσεις του Σ.τ.Ε. Συγκεκριμένα, πληθώρα αποφάσεων του Σ.τ.Ε. έχουν γνωμοδοτήσει ότι δεν αποτελεί εισόδημα, ούτε υπόκειται σε φόρο, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία, εφόσον από το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται για να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός [βλέπε κατωτέρω παράρτημα].

Αν και στον νόμο δεν προβλέπονται  εξαιρέσεις, η φορολογική Διοίκηση έχοντας προφανώς γνώση των αποφάσεων του Σ.τ.Ε. υιοθέτησε μερικώς το σκεπτικό αυτών και συμπεριέλαβε στην ερμηνευτική εγκύκλιο κάποιες περιπτώσεις παροχής οχημάτων οι οποίες εξαιρούνται μέσω της ερμηνευτικής απόφασης ΠΟΛ.1219/6.10.2014. Ενδεικτικά αναφέρονται:

α) τα αυτοκίνητα, τα οποία παρέχουν οι επιχειρήσεις σε συγκεκριμένους πωλητές, τεχνικούς και λοιπούς εργαζομένους, των οποίων η εργασία απαιτεί συχνή μετακίνηση εκτός των εγκαταστάσεων του εργοδότη (tool cars) και χρησιμοποιούνται για την επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη, ανεξάρτητα αν τα αυτοκίνητα αυτά μπορεί να χρησιμοποιούνται από τον δικαιούχο και εκτός του ωραρίου εργασίας τους.
β) για αυτοκίνητα δοκιμών (test-drive), που διαθέτουν οι επιχειρήσεις εμπορίας αυτοκινήτων,
γ) για αυτοκίνητα μεταφοράς προσωπικού (π.χ. mini-bus),
δ) για αυτοκίνητα που χρησιμοποιούν επιχειρήσεις (π.χ. ξενοδοχειακές επιχειρήσεις) για μεταφορά καλεσμένων ή πελατών τους,
ε) για αυτοκίνητα τα οποία διαθέτουν οι επιχειρήσεις επισκευής και συντήρησης (service) αυτοκινήτων προσωρινά σε αντικατάσταση των επισκευαζόμενων,
στ) για αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που χρησιμοποιούνται από τις αεροπορικές εταιρείες και τις επιχειρήσεις διαχείρισης αεροδρομίων για την εξυπηρέτηση των αεροσκαφών και των επιβατών τους (αυτοκίνητα πίστας) καθώς και για την μεταφορά VIPS ή προσωπικού.

 

vii. Οχήματα που παραχωρούνται σε στελέχη επιχειρήσεων

Κατά την συνήθη πρακτική, αρκετές επιχειρήσεις παρέχουν οχήματα (και όχι μόνο) στα υψηλόβαθμα στελέχη τους -εκτός των άλλων λόγων- και ως κίνητρο απασχόλησης. Η παροχή αυτή εφόσον γίνεται στα πλαίσια σύμβασης ή και εκτός αυτής, αλλά πάντα με σκοπό την επιβράβευση του στελέχους για την εργασία του ή την έμμεση αύξηση των αποδοχών του, τότε αποτελεί παροχή σε είδος.

Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός και μόνο ενός εργαζομένου ως «στελέχους» ή η θέση του στην επιχείρηση στην επιχείρηση, δεν είναι ικανό στοιχείο για να χαρακτηρισθούν οι δαπάνες του οχήματος που παραχωρείται, ως παροχή σε είδος. Κατά την άποψή μας η ερμηνεία της απόφασης ΠΟΛ.1219/6.10.2014 είναι εσφαλμένη ως προς το σημείο αυτό, αφού αναφέρει ότι:

«[…] Αντιθέτως, καταλαμβάνεται και αποτελεί παροχή σε είδος η κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενη αγοραία αξία των αυτοκινήτων που παρέχονται στους εργαζόμενους λόγω της θέσης τους (π.χ. σε διευθυντές και επιθεωρητές πωλήσεων, τεχνικούς διευθυντές και λοιπά στελέχη) […]».

Όπως προαναφέραμε κι έχει κριθεί με ουκ ολίγες αποφάσεις από το Σ.τ.Ε., δεν φορολογείται η οποιαδήποτε παροχή, εφόσον από το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται για να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της. Συνεπώς, εάν σε ένα επιθεωρητή πωλήσεων παρέχεται όχημα για την μετακίνησή του από υποκατάστημα σε υποκατάστημα (π.χ. σούπερ μάρκετ), δηλαδή για την καλύτερη και ταχύτερη άσκηση της εργασίας του, τότε δεν θα πρέπει να θεωρηθούν οι δαπάνες του οχήματος αυτού, ως παροχή σε είδος.

 

  1. Συμπερασματικά

Η παραχώρηση οχήματος, ο υπολογισμός των δαπανών αυτού και η περαιτέρω φορολόγησή τους ως παροχή σε είδος, είναι θέμα πραγματικό και σε κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζονται όλες οι παράμετροι της παραχώρησης η αυτής (βλ. συμβάσεις με εργαζομένους και στελέχη, πραγματικοί λόγοι παραχώρησης, ειδικές συνθήκες, σκοπός, κ.λπ.). Σε αντίθετη περίπτωση εάν κάποιο όχημα δεν παραχωρείται ή παραχωρείται σε τρίτο πρόσωπο, ξένο προς την επιχείρηση, θα πρέπει να εξετάζεται η παραγωγικότητα της δαπάνης. Να σημειώσουμε εδώ ότι, συχνά αγοράζονται μέσω επιχειρήσεων αυτοκίνητα προκειμένου να εξυπηρετηθούν άτομα του φιλικού περιβάλλοντος των επιχειρηματιών, προκειμένου να αποφευχθεί το ζήτημα του πόθεν έσχες των ατόμων αυτών. Στις περιπτώσεις αυτές μάλιστα, τα άτομα αυτά που ανήκουν στο φιλικό περιβάλλον των επιχειρηματιών είναι αυτά που τελικώς χρησιμοποιούν τα συγκεκριμένα αυτοκίνητα.

Ο έλεγχος από τα αρμόδια όργανα του υπ. Οικ. πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξετάσει όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες της κάθε επιχείρησης και να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να μην υπάρχουν προστριβές με τους επιχειρηματίες.

 

  1. Παραδείγματα
  2. Αρχικά παραθέτουμε το παράδειγμα της ΠΟΛ.1219/6.10.2014
ΟΕ
Ετήσια έξοδα για υπολογισμό παροχής
Πραγματική Χρήση Αποσβέσεις Τέλη κυκλοφ. Επισκευές συντηρήσεις Χρημ/κο κόστός μίσθωσης Σύνολο
Αυτοκίνητο Α Και οι δύο εταίροι 2800 400 3000 6.200,00
Αυτοκίνητο β Και οι δύο εταίροι 2000 180 3820 6.000,00
Αυτοκίνητο Γ Και οι δύο εταίροι 800 5000 5.800,00
Αυτοκίνητο Δ Και οι δύο εταίροι 1500 900 4000 6.400,00
24.400,00
Α εταίρος 24400* 30% / 2 = 3660
Β εταίρος 24400* 30% / 2 = 3660

Στο ανωτέρω ακραίο ομολογουμένως παράδειγμα, εφόσον δεχθούμε ότι και τα 4 αυτοκίνητα χρησιμοποιούνται από τους 2 εταίρους η παροχή σε είδος θα υπολογισθεί και για τους δύο εταίρους.

 

Ετήσια έξοδα για υπολογισμό παροχής
Πραγματική Χρήση Αποσβέσεις Τέλη κυκλοφ. Επισκευές συντηρήσεις Χρημ/κο κόστός μίσθωσης Σύνολο
Αυτοκίνητο Α Και οι δύο εταίροι 2800 400 3000 6.200,00
Αυτοκίνητο β Και οι δύο εταίροι 2000 180 3820 6.000,00
Αυτοκίνητο Γ Και οι δύο εταίροι 800 5000 5.800,00
Αυτοκίνητο Δ Δεν παρέχεται στους εταίρους 1500 900 4000
18.000,00
Α εταίρος 18000* 30% / 2 = 2700
Β εταίρος 18000* 30% / 2 = 2700

Στο ίδιο παράδειγμα εάν ένα από τα 4 αυτοκίνητα δεν διατίθεται στους εταίρους, αλλά χρησιμοποιείται από την επιχείρηση πχ. για εξωτερικές εργασίες, τότε το 30% των δαπανών αυτών κατά την γνώμη μας δεν πρέπει να αποτελέσει παροχή σε είδος για κανέναν από τους δύο εταίρους.

 

  1. Στην συνέχεια παραθέτουμε παράδειγμα με επιχείρηση Α.Ε. η οποία έχει στην κατοχή της ορισμένα επιβατηγά αυτοκίνητα, τα οποία διαθέτει για διαφορετικούς λόγους σε διαφορετικά πρόσωπα.

 

Ανώνυμη Εταιρία
Ετήσια έξοδα για υπολογισμό παροχής
Πραγματική Χρήση/παραχώρηση Αποσβέσεις Τέλη κυκλοφ. Επισκευές συντηρήσεις Χρημ/κο κόστός μίσθωσης Σύνολο
Αυτοκίνητο Α Δ/σύμβουλος 2800 400 3000 6.200,00 Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο β Πρόεδρος 2000 180 3820 6.000,00 Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο Γ Μέτοχος χ 800 5000 5.800,00 Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο Δ Μέτοχος Ψ 1500 900 4000 6.400,00 Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο Ε Γυναίκα μετόχου ψ 7200 Ελέγχεται ως προς την παραγωγικότητα της δαπάνης
Αυτοκίνητο ΣΤ Διευθυντής πωλήσεων 800 5000 5.800,00 Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο Η Πωλητής 2500 Δεν αποτελεί παροχή
Αυτοκίνητο Θ Τεχνικός (για εξωτερικές επισκευές) 3800 Δεν αποτελεί παροχή
Αυτοκίνητο Ι Οικονομικό διευθυντή 1500 900 4000 6.400,00 Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο Κ Επιθεωρητή πωλήσεων για μετακίνηση στα υποκαταστήματα 1500 900 4000 Δεν αποτελεί παροχή
Αυτοκίνητο Λ Για εξωτερικές εργασίες 1500 900 4000 Δεν αποτελεί παροχή
Αυτοκίνητο Μ Παιδί του μετόχου χ 9000 Ελέγχεται ως προς την παραγωγικότητα της δαπάνης

 

Οι δαπάνες των αυτοκινήτων Ε’ και Μ’ τα οποία παρέχονται σε τρίτους (όχι μετόχους ή εργαζόμενους) δε θα αποτελέσουν εισόδημα για αυτούς, εφόσον οι τρίτοι δεν είναι μέτοχοι ή εργαζόμενοι της εν λόγω επιχείρησης.

Οι δαπάνες των αυτοκινήτων Η’ και Θ’, ομοίως δε θα αποτελέσουν εισόδημα, καθότι τα αυτοκίνητα αυτά παραχωρούνται σε υπαλλήλους της εταιρίας και χρησιμοποιούνται για την επιχειρηματική δραστηριότητα του εργοδότη.

Οι δαπάνες του αυτοκινήτου Κ’ ομοίως δε θα αποτελέσουν εισόδημα για τον επιθεωρητή πωλήσεων, εφόσον το αυτοκίνητο παρέχεται σ’ αυτόν για τις ανάγκες της μετακίνησής του στα υποκαταστήματα, δραστηριότητα που είναι στα πλαίσια των καθηκόντων του και εξυπηρετεί πρωτίστως την δραστηριότητα της επιχείρησης.

Τονίζουμε ότι, το παράδειγμα αυτό έρχεται σε αντίθεση κατά μία έννοια με την διάταξη της απόφασης ΠΟΛ.1219/6.10.2014, η οποία αναφέρει ότι : “Αντιθέτως, καταλαμβάνεται και αποτελεί παροχή σε είδος η κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενη αγοραία αξία των αυτοκινήτων που παρέχονται στους εργαζόμενους λόγω της θέσης τους (π.χ. σε διευθυντές και επιθεωρητές πωλήσεων, τεχνικούς διευθυντές και λοιπά στελέχη)”

Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, κατά την γνώμη μας δεν αποτελούν παροχή σε είδος οι δαπάνες των αυτοκινήτων που παρέχονται στα στελέχη των επιχειρήσεων γενικά, αλλά μόνο στις περιπτώσεις που αυτά παρέχονται ως αντάλλαγμα της εργασίας των στελεχών (προσαύξηση μισθού) όπως είθισται να γίνεται στην πληθώρα των περιπτώσεων. Υπάρχουν όμως και στελέχη επιχειρήσεων τα οποία χρησιμοποιούν το όχημα που παρέχεται από την επιχείρηση για την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη εκτέλεση της εργασίας τους, καθώς η μετακίνηση αυτών στις εγκαταστάσεις της εταιρίας ή στα υποκαταστήματά της βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των βασικών καθηκόντων αυτών (π.χ.. επιθ. πωλήσεων, επιθεωρητές καταστημάτων σε αλυσίδες franchise, super market, κ.λπ.).

Στις υπόλοιπες περιπτώσεις (οχήματα Α,Β,Γ,Δ,ΣΤ,Ι) το 30% των δαπανών που αναγράφεται στον πίνακα θα αποτελέσει εισόδημα από παροχή σε είδος για τα πρόσωπα που τους παρέχονται τα συγκεκριμένα οχήματα.

 

iii. Παράδειγμα εταιρείας περιορισμένης ευθύνης

ΕΠΕ
Ετήσια έξοδα για υπολογισμό παροχής
Πραγματική Χρήση/παραχώρηση Αποσβέσεις Τέλη κυκλοφ. Επισκευές συντηρήσεις Χρημ/κο κόστός μίσθωσης Σύνολο
Αυτοκίνητο Α Εταίρος Α 650 340 2500 3.490,00 Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο β Εταίρος Β 980 180 1100 2.260,00 Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο Γ Γενικός Διευθυντής 120 3200 3.320,00 Αποτελεί παροχή σε είδος
Αυτοκίνητο Δ Υπάλληλος – Ιατρικός επισκέπτης 1100 120 245 1.465,00 Δεν αποτελεί παροχή
Αυτοκίνητο Ε Παιδί εταίρου Α 4000 4.000,00 Ελέγχεται ως προς την παραγωγικότητα της δαπάνης

 

Για την Ε.Π.Ε. ισχύουν όλα όσα αναφέραμε στο παράδειγμα με την Α.Ε.

  1. Παράρτημα :

ΣτΕ Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. αρ. 54/2014
1. Ο ορισμός της έννοιας του εν γένει εισοδήματος, για την επιβολή φορολογίας δεν περιέχεται ούτε στο Σύνταγμα, ούτε στον φορολογικό νόμο.

Από τη σχετική θεωρία και τη νομολογία έχουν διαμορφωθεί κριτήρια της έννοιας αυτής, με βάση τις αρχές που εφαρμόζονται στο αστικό δίκαιο για τον καθορισμό της έννοιας της προσόδου και των καρπών πράγματος ή δικαιώματος (ΑΚ 840 και 961).
Σύμφωνα με την κρατούσα στην Ελλάδα τριμερή θεωρία του εισοδήματος, (η οποία αποτελεί συγκερασμό της θεωρίας της περιοδικότητας και της θεωρίας των πηγών του εισοδήματος) τα εννοιολογικά στοιχεία του εισοδήματος είναι: α) η περιοδικότητα, δηλαδή η επανάληψη του εισοδήματος κατά κανονικά διαστήματα ή η δυνατότητα επανάληψης αυτού, β) η ύπαρξη μόνιμης πηγής εισοδήματος, η οποία δεν εξαντλείται με την παραγωγή του εισοδήματος και η οποία αποτελεί την προϋπόθεση της περιοδικότητας και γ) η διαρρύθμιση ή εκμετάλλευση της πηγής, με σκοπό την εξασφάλιση συνεχώς εισοδήματος, δεδομένου ότι το εισόδημα δεν παράγεται αυτομάτως, αλλά κατόπιν οικονομικής προσπάθειας (Βλ. Χρ. Τότση, Ερμηνεία Φορολογίας Εισοδήματος Φυσικών και Νομικών Προσώπων, εκδ.3η, 2008, τόμος Α’, σελ. 79-81).
Έτσι, ως προς τη φορολογία φυσικών προσώπων, ο Κ.Φ.Ε. εφαρμόζει καταρχήν τη θεωρία των πηγών του εισοδήματος, με την ταξινόμηση των διαφόρων ειδών εισοδημάτων σε επιμέρους κατηγορίες (άρθρο 4), ενώ στα άρθρα 20-51 προσδιορίζει, ειδικά για κάθε κατηγορία και με έντονο το χαρακτηριστικό της περιοδικότητας, την έννοια του εισοδήματος από τη συγκεκριμένη πηγή, την οποία άλλοτε διευρύνει και άλλοτε περιορίζει με ρητή και ειδική πρόβλεψη, ώστε να βρίσκεται σε αρμονία με τις επιταγές του άρθρου 78 του Συντάγματος, κατά το οποίο ουδείς φόρος επιβάλλεται και ουδεμία απαλλαγή ή εξαίρεση από τη φορολογία παρέχεται χωρίς τυπικό νόμο, που καθορίζει ειδικώς το είδος της περιουσίας και το εισόδημα στο οποίο αναφέρεται ο φόρος.
Εν όψει των ανωτέρω, προκειμένου κάποιο έσοδο του φορολογουμένου να χαρακτηρισθεί ως εισόδημα και να φορολογηθεί, εφόσον δεν θεωρείται ευθέως από τον Κ.Φ.Ε. ή από ειδική διάταξη νόμου ως εισόδημα, πρέπει να διερευνηθεί αν αυτό συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της έννοιας του εισοδήματος, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στη νομολογία, κατά τα προαναφερόμενα, και βάσει των χαρακτηριστικών αυτών να καταταχθεί σε κάποια από τις κατηγορίες (Α έως Ζ) εισοδήματος που προβλέπονται στο άρθρο 4 του Κ.Φ.Ε.

Συμπερασματικά, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του Κ.Φ.Ε., ως εισόδημα φορολογείται, έστω και αν δεν κατονομάζεται ρητά στο νόμο, εφόσον υπάρχει περιοδικότητα και διαρκώς εκμεταλλεύσιμη πηγή, το αντάλλαγμα της προσωπικής εργασίας ή οι καρποί των περιουσιακών στοιχείων του φορολογουμένου και όχι και κάθε άλλη προσαύξηση της περιουσίας του, εκτός αν αυτή, δυνάμει ειδικής διάταξης νόμου, λογίζεται, για την υπαγωγή στο φόρο, ως εισόδημα (ΣτΕ 670/2012, ΣτΕ 1944/2012, ΣτΕ 3884/1995, ΣτΕ 2217/1988, ΣτΕ 855/1986, ΣτΕ 1453/1982, ΣτΕ 3514/1975, ΣτΕ 2167/1983, ΟλΝΣΚ 622/2005, ΣτΕ 387/2005, ΝΣΚ 777/1999).
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 78 παρ.1 και 2 και 4 παρ.5 του Συντάγματος καθώς και των άρθρων 4 παρ.1 και 45 παρ.1 και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, «ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα, δηλαδή αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών απόκτησής του. Παρέπεται ότι, όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κλπ.), αν κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες ο ίδιος υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (ΟλΣτΕ 29/2014, ΣτΕ 2372/2013, ΣτΕ 1840/2013, ΣτΕ 670/2012, ΣτΕ 3150/1999 (επταμ.), 2972/2011 κ.α.). Εξάλλου, η απαρίθμηση στην παράγραφο 4 του άρθρου 45 του ΚΦΕ περιπτώσεων παροχών, οι οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε φόρρ,δεν είναι αποκλειστική και ως εκ τούτου δεν αποκλείεται να κριθεί από τη φορολογική αρχή και τα αρμόδια δικαστήρια ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, ήτοι φορολογητέο ει


Υποχρεωτικά από λογιστή θα υπογράφονται όλες οι χρημοτοοικονομικές καταστάσεις των Ε.Λ.Π.

Στο πρόσφατο νομοσχέδιο των Ε.Λ.Π. που ψηφίστηκε χθες στη βουλή, υπάρχει μία σημαντική διάταξη που αφορά όλους τους συναδέλφους λογιστές-φοροτεχνικούς. Ειδικότερα, στην παράγραφο 4 του άρθρου 5 του ψηφισθέντος σχεδίου νόμου προβλέπονται τα ακόλουθα:

Άρθρο 5: Διασφάλιση αξιοπιστίας λογιστικού συστήματος

«4. Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις κάθε οντότητας, που υπόκεινται στον παρόντα νόμο, προ της έκδοσής τους, εγκρίνονται κατά περίπτωση από το αρμόδιο όργανο διοίκησης της οντότητας και υπογράφονται από το εξουσιοδοτημένο μέλος του και τον κατά το νόμο υπεύθυνο λογιστή για τη σύνταξη αυτών».

Η λέξη « κάθε » και η φράση « που υπόκεινται στον παρόντα νόμο » που προστέθηκαν στο τελικό κείμενο είναι πολύ σημαντικές, γιατί μέσω αυτών προκύπτει εναργώς ότι οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις όλων των οντοτήτων που υπόκεινται στο νόμο των Ε.Λ.Π. θα υπογράφονται και από τον υπεύθυνο για τη σύνταξή τους λογιστή φοροτεχνικό. Εν ολίγοις, τα όρια του άρθρου 38 του ν. 2873/2000 δεν υφίστανται μετά την καθιέρωση των Ε.Λ.Π. και συνεπώς θα είναι υποχρεωτική η υπογραφή των χρηματοοικονομικών καταστάσεων όλων των οντοτήτων από τον υπεύθυνο λογιστή.

Επειδή είμαστε υπέρμαχοι της άποψης ότι πρέπει να αποδίδουμε πάντα τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και να αναδεικνύουμε οτιδήποτε αρνητικό αλλά συνάμα να εκθειάζουμε τις οποιεσδήποτε σημαντικές ενέργειες συναδέλφων που έχουν θετικό αντίκτυπο σε ολόκληρο τον κλάδο, οφείλουμε να επισημάνουμε τα ακόλουθα.

Οι σημαντικές αυτές προσθήκες προήλθαν μετά από εισήγηση του συναδέλφου κ. Γιώργου Χριστόπουλου που συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Π.Ο.Φ.Ε.Ε. (και ως Γ.Γ. της Ε.Φ.Ε.Ε.Α.) στα πλαίσια της συζήτησης στη συνεδρίαση της διαρκούς επιτροπής οικονομικών υποθέσεων του νομοσχεδίου για τα Ε.Λ.Π. στη βουλή. Βέβαια, ο συνάδελφος κ. Γ. Χριστόπουλος την άποψή του αυτή περί των σχετικών προσθηκών στο νομοσχέδιο την είχε συζητήσει πριν την εισήγησή του και με τον έτερο συνάδελφο κ. Βασίλη Καμπάνη (Γ.Γ της Π.Ο.Φ.Ε.Ε.) που συμμετείχε ως εκπρόσωπος της ΓΣΕΒΕΕ, καθώς και με τον πρόεδρο της Π.Ο.Φ.Ε.Ε. κ. Αβραάμ Πανίδη, οι οποίοι φυσικά τάχθηκαν αμέσως υπέρ της άποψης αυτής.

Τις ανωτέρω σημαντικές προσθήκες υιοθέτησε και ο ο υφ. Οικονομικών κ. Γ. Μαυραγάνης και πλέον η ανωτέρω διάταξη έτσι όπως διαμορφώθηκε αποτελεί πλέον νόμο του κράτους.

Θεωρούμε ότι η ανωτέρω εξέλιξη είναι πολύ σημαντική για τον κλάδο γιατί πλέον θα είναι υποχρεωτική η υπογραφή των χρηματοοικονομικών καταστάσεων όλων των οντοτήτων από τον υπεύθυνο λογιστή.

Από την πλευρά μας θα συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε τα προβλήματα που ταλανίζουν τον κλάδο, να ασκούμε κριτική όπου αυτό απαιτείται αλλά και να εκθειάζουμε ενέργειες που έχουν θετικό αντίκτυπο σε όλους μας, είτε πρόκειται από πλευράς των συναδέλφων μας, είτε από την πλευρά του υπ. Οικ.

Πηγή: Tax Heaven


Οι προϋποθέσεις για τη ρύθμιση χρεών προς το Δημόσιο σε 100 δόσεις

Η πρόσφατη ρύθμιση για τις 100 δόσεις που αφορά χρέη προς το Δημόσιο, θέτει όρο να μην υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές μετά την 1η Οκτωβρίου. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να πληρωθούν πριν από την αίτηση ένταξης στη ρύθμιση οι ακόλουθες υποχρεώσεις:

Η δόση του ΕΝΦΙΑ για τον μήνα Οκτώβριο. Αν δεν έχετε πληρώσει, θα πρέπει να το κάνετε άμεσα καθώς η δόση έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη. Με το που θα διαπιστώσει το γεγονός το ηλεκτρονικό σύστημα, δεν θα σας εγκρίνει την αίτηση ένταξης στη ρύθμιση για τις 100 δόσεις.

Τον Οκτώβριο έληξε και η προθεσμία για την πληρωμή του ΦΠΑ τρίτου τριμήνου. Προς το παρόν, έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η πρώτη από τις δύο δόσεις με τις οποίες έχετε δυνατότητα να πληρώσετε. Και αυτή η οφειλή πρέπει να τακτοποιηθεί. Για τις μεγάλες επιχειρήσεις, στο τέλος Οκτωβρίου κατέστη ληξιπρόθεσμη η δήλωση ΦΠΑ του μηνός Σεπτεμβρίου.

Αν υποβάλλετε την αίτηση ένταξης στη ρύθμιση άμεσα να ξέρετε ότι θα έχετε χρονικό περιθώριο μόλις τριών ημερών για να καταβάλλετε την 1η δόση της ρύθμισης.  Αν δεν πληρώσετε στο τριήμερο, η ρύθμιση δεν πρόκειται να ενεργοποιηθεί. Το επόμενο ραντεβού, θα είναι για τις 31 Δεκεμβρίου καθώς ο νόμος της ρύθμισης ορίζει ότι 100 δόσεις δόση θα πρέπει να πληρώνονται στο τέλος κάθε μήνα.

Βάσει του νόμου της ρύθμισης, κατά το πρώτο εξάμηνο δεν πρέπει να καθυστερήσετε ούτε για μια ημέρα τις υποχρεώσεις. Κι αυτό διότι κατά το πρώτο εξάμηνο, δεύτερη ευκαιρία δεν υπάρχει. Όποιος δεν πληρώσει εγκαίρως είτε τη δόση, είτε τα τρέχοντα, βγαίνει εκτός χωρίς δικαίωμα επανένταξης.

Αυτό συνεπάγεται ότι θα πρέπει να πραγματοποιήσετε τις εξής πληρωμές:

  • Την πληρωμή της 3ης δόσης του ΕΝΦΙΑ μέχρι τις 28 Νοεμβρίου
  • Την πληρωμή της 2ης δόσης του ΦΠΑ για το τρίτο τρίμηνο του 2014
  • Την πληρωμή της τελευταίας δόσης του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων που πρέπει να καταβληθεί επίσης την τελευταία εργάσιμη του Νοεμβρίου.
  • Την πληρωμή της 4ης δόσης του ΕΝΦΙΑ έως το τέλος Δεκεμβρίου
  • Την πληρωμή των τελών κυκλοφορίας έως το τέλος Δεκεμβρίου


Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα – Η αναγκαία εξέλιξη

Των Γιώργου Δαλιάνη
 και Θοδωρή Δεληγιάννη, Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή.

Θετικά κρίνουν το σχέδιο νόμου για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (Ε.Λ.Π.) οι παραγωγικοί φορείς, χαρακτηρίζοντάς το ως ένα σημαντικό μεταρρυθμιστικό βήμα, αλλά κι ως ένα δυνητικά χρήσιμο εργαλείο για όλες τις ελληνικές επιχειρήσεις. Όπως σε κάθε περίπτωση, δε θα μπορούσαν να λείπουν και τα στείρα αρνητικά σχόλια, χωρίς ασφαλώς να συμπεριλαμβάνουμε σε αυτά τις εποικοδομητικές επισημάνσεις φορέων και επαγγελματιών του κλάδου, που αποσκοπούν σε βελτιώσεις. Δυστυχώς σε κάθε αντικείμενο υπάρχουν άτομα τα οποία διάκεινται αρνητικά προς τον εκσυγχρονισμό, ο οποίος απαιτεί επένδυση  σε γνώσεις και συστήματα.

Το νομοσχέδιο μετά τη ψήφισή του  θα τεθεί σε εφαρμογή από 1.1.2015 και η εφαρμογή του θα είναι υποχρεωτική από όλους τους φορολογούμενους, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις ειδικές εξαιρέσεις και τις εναλλακτικές δυνατότητες που προβλέπονται σε αυτό.

Σύμφωνα με αυτό, προβλέπεται η πλήρης κατάργηση του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (Κ.Φ.Α.Σ.), απλοποιώντας ακόμα περισσότερο τις διαδικασίες της στοιχειοθέτησης και της καταγραφής των συναλλαγών (διακίνηση, τιμολόγηση κλπ).

Παράλληλα, τροποποιεί την υπάρχουσα νομοθεσία για τη λογιστική τυποποίηση, αντικαθιστώντας την, με τα Ε.Λ.Π., επιτυγχάνοντας αφενός την ευθυγράμμιση με την «Νέα Ευρωπαϊκή Λογιστική Οδηγία» και αφετέρου την δυνατότητα (προαιρετικά) να εφαρμόζεται η «εύλογη αξία», που αποτελεί κατ’ ουσίαν  μια μικρογραφία-απλοποίηση των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων.

Με ένα απλό και κατανοητό κείμενο έρχεται να διευθετήσει και να κωδικοποιήσει  αποτελεσματικά, πολλά ζητήματα στην υφιστάμενη λογιστική πολυνομία ( Ε.Γ.Λ.Σ. Κ.Φ.Α.Σ, Ν. 2190/20 κ.λ.π ), ορίζοντας λογιστικές αρχές και πολιτικές, με βάση τις διεθνείς πρακτικές. Στα πολύ θετικά συγκαταλέγεται και η επίσημη εισαγωγή της διεθνούς ονοματολογίας οικονομικών όρων και κανόνων (Παράρτημα Α του Σχεδίου Νόμου: «Ορισμοί»).

Η εφαρμογή των Ε.Λ.Π. δεν υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να αλλάξουν λογιστικό σχέδιο, αλλά ούτε και να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο αναλυτικό λογιστικό σχέδιο. Παρ’ όλα αυτά παρέχεται ένα λιτό και ευέλικτο  σχέδιο λογαριασμών, προσαρμοσμένο κατάλληλα στις απαιτήσεις των Ε.Λ.Π. για την ορθή απεικόνιση των νέων οικονομικών καταστάσεων.  Το εν λόγω σχέδιο έχει λάβει υπόψη τις δυνατότητες των πληροφοριακών λογιστικών πακέτων και συστημάτων ERP και σε συνδυασμό με το ότι παρέχεται πίνακας αντιστοίχησης των κωδικών του λογιστικού σχεδίου του νομοσχεδίου με τους κωδικούς του σχεδίου λογαριασμών του ΕΓΛΣ διευκολύνεται η μετάβαση σε αυτό, κάτι που προτείνεται.

Για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, βάσει των νέων ορίων, δεν υπάρχει κάποια αλλαγή ως προς την τήρηση των λογιστικών βιβλίων τους και διατηρείται ουσιαστικά η απλογραφική μέθοδος. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε πως καλό θα ήταν να αποσαφηνιστεί, αν για ορισμένες μικρές εκμεταλλεύσεις, που λόγω της φύσης του αντικειμένου τους έχουν μεγάλο ετήσιο κύκλο εργασιών (π.χ. πρατήρια υγρών καυσίμων), υπάρξουν εξαιρέσεις όπως στο ισχύον καθεστώς, γιατί αλλιώς θα πρέπει άμεσα να οργανωθούν. Επίσης τονίζεται ότι καμία αλλαγή δεν επιφέρει στους αγρότες που είναι ενταγμένοι στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ.

Οι επιχειρήσεις και οι λογιστές θα κληθούν να εφαρμόσουν τα Ε.Λ.Π. και να χρησιμοποιήσουν τα νέα υποδείγματα με τη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων χρήσης του 2015, δηλαδή αρχές του έτους 2016. Μέχρι τότε  υπάρχει αρκετός χρόνος προετοιμασίας για όλους. Πιστεύουμε και ευελπιστούμε, ότι έγκαιρα θα εκδοθούν οι διευκρινιστικές οδηγίες εφαρμογής και ότι θα αποτελούνται από ένα ενιαίο κείμενο και όχι από διάσπαρτες αποφάσεις που θα αλλοιώνουν το νόμο.

Ποια όμως είναι τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που θα επιφέρει η εφαρμογή των Ε.Λ.Π.;

Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της εφαρμογής των Ε.Λ.Π. για τις επιχειρήσεις είναι η κατά το άρθρο 24 δυνατότητα επιμέτρηση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στην εύλογη αξία. Παρέχεται η δυνατότητα τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις να επιμετρούνται μεταγενέστερα της αρχικής τους αναγνώρισης στην εύλογη αξία τους.

Εύλογη αξία (Fair value): Η τιμή ανταλλαγής ενός περιουσιακού στοιχείου ή διακανονισμού μιας υποχρέωσης, μεταξύ πρόθυμων και ενήμερων μερών που ενεργούν υπό κανονικές στην αγορά συνθήκες, κατά την ημερομηνία μέτρησης.

Στα πλεονεκτήματα επίσης συγκαταλέγονται:

  • Η καλύτερη και διαφανέστερη απεικόνιση των Οικονομικών καταστάσεων η οποία προσεγγίζει με μεγαλύτερη αξιοπιστία και σε μεγαλύτερο βαθμό την πραγματικότητα (κατάργηση των εξόδων πρώτης εγκατάστασης και των Εκτάκτων αποτελεσμάτων, ορθή απεικόνιση του Λίζινγκ, εμφάνιση του Φόρου Εισοδήματος στην Κατάσταση Αποτελεσμάτων Χρήσεως κ.λ.π) και τη σύγκριση σε σχέση με τις αντίστοιχες Ευρωπαϊκές Εταιρείες. Η υιοθέτηση κοινού πλαισίου λογιστικών αρχών και κανόνων σημαίνει ότι όμοιες συναλλαγές και οικονομικές συνθήκες θα απεικονίζονται από διαφορετικές επιχειρήσεις με τον ίδιο τρόπο. Η συγκρίσιμη πληροφόρηση επιτρέπει στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων (τράπεζες, επενδυτές εσωτερικού και εξωτερικού, πελάτες, προμηθευτές) την καλύτερη αξιολόγηση.
  • Η Μείωση του κόστους ενδοομιλικής πληροφόρησης και βελτίωση της αποτελεσματικότητας. Πολλές μητρικές εταιρείες του εξωτερικού απαιτούν από τις θυγατρικές τους να προσαρμόζουν τα οικονομικά τους μεγέθη σύμφωνα με το λογιστικό πλαίσιο της έδρας τους κι έχει ως αποτέλεσμα την προετοιμασία οικονομικών πληροφοριών εις διπλούν (τοπικές αρχές και για σκοπούς ελέγχου κι ενοποίησης στη μητρική). Βέβαια, η υιοθέτηση των Ε.Λ.Π. ως λογιστικό πλαίσιο για την προετοιμασία και της διοικητικής πληροφόρησης και των Οικονομικών Καταστάσεων ενισχύει την συνέπεια της παρεχόμενης πληροφορίας.
  • Τέλος με την εφαρμογή των Ε.Λ.Π. η προσέλκυση ξένων επενδύσεων και κεφαλαίων καθίσταται περισσότερο ευχερής, καθώς τα οικονομικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στις Οικονομικές Καταστάσεις των Ελληνικών επιχειρήσεων θα μπορούν να βρίσκονται σε εναρμόνιση με τους διεθνείς λογιστικούς κανόνες.

Στον αντίποδα τα βασικά μειονεκτήματα από την εφαρμογή των Ε.Λ.Π. είναι ότι:

  • Αυξάνεται το κόστος που σχετίζεται με τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή των Ε.Λ.Π. . Τέτοια κόστη είναι, το κόστος προσαρμογής του λογιστικού συστήματος, κόστος εκπαίδευσης προσωπικού, κόστος εκτίμησης παγίων και κόστος αναλογιστικών μελετών (τα δύο τελευταία εφόσον επιλεχθεί η μέθοδος της «εύλογης αξίας»).
  • Λειτουργούν ταυτόχρονα δύο λογιστικά συστήματα, (εφόσον επιλεχθεί η μέθοδος της «εύλογης αξίας» ή διαφορετικοί συντελεστές από τους φορολογικούς ) ένα για τα Ε.Λ.Π. και ένα για φορολογικούς σκοπούς, με όλα τα προβλήματα και τις αντιφάσεις που πρέπει να αντιμετωπίσουν όσοι τα ακολουθούν. Πάντως σε κάθε περίπτωση κάποιος μπορεί να έχει μόνο ένα λογιστικό σύστημα (εφόσον δεν ακολουθήσει την μέθοδο της «εύλογης αξίας» ή διαφορετικούς συντελεστές απόσβεσης) και αυτό εκτιμώ ότι θα επιλέξει η πλειοψηφία των Ελληνικών επιχειρήσεων.

Η εφαρμογή των Ε.Λ.Π. μπορούν να αποτελέσουν ένα ουσιαστικό εργαλείο για τις επιχειρήσεις στην  προσπάθειά τους για αναζήτηση ευκαιριών τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Οι οικονομικές καταστάσεις αποσυνδέονται (ή τουλάχιστον δίνεται η δυνατότητα ) από την φορολογική νομοθεσία και απεικονίζουν καλύτερα την πραγματική οικονομική θέση των επιχειρήσεων, εμπνέοντας κατά συνέπεια μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και επιτυγχάνοντας καλύτερη συγκρισιμότητα προς όφελος του υγιούς ανταγωνισμού.


Νομοθετική παρέμβαση για ρύθμιση χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών

Η πρόταση του υπουργού Ανάπτυξης κ. Ν. Δένδια για αναπροσαρμογή – κούρεμα στα στεγαστικά δάνεια που δεν αποπληρώνονται, παρουσιάζεται αυτούσια.

Διαβάστε αναλυτικά την πρόταση του Υπουργείου Ανάπτυξης & Ανταγωνιστικότητας για τη ρύθμιση χρεών μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών εδώ.


Παροχές σε είδος – χρήση 2014

Του Διονύση Σαμόλη, partner ARTION Α.Ε.

Στον παρακάτω πίνακα εμφανίζονται τα συμπεράσματα που σχετίζονται με το θέμα των «παροχών σε είδος» όπως προκύπτουν από τον νέο φορολογικό νόμο ν.4172 και την ερμηνευτική ΠΟΛ 1219/2014.

Το επόμενο διάστημα πιθανότατα θα ακολουθήσουν και άλλες διευκρινήσεις που ο κάθε εκκαθαριστής μισθοδοσίας θα πρέπει να λάβει υπόψη του για την σωστή αποτίμηση των συγκεκριμένων παροχών.

Η εφαρμογή των παρακάτω ξεκινάει από την χρήση 2014 και κατά συνέπεια θα ληφθούν υπόψη για την κατάρτιση των σχετικών βεβαιώσεων αποδοχών που θα δοθούν στους εργαζόμενους σε μερικούς μήνες.

Παροχές σε είδος όπως περιγράφονται στην ΠΟΛ 1219/2014 (άρθρα 12-13 του Ν.4172)
Ερωτήσεις-Θέματα: Απαντήσεις – Συμπεράσματα:
1 Ποιες περιπτώσεις θεωρούνται ότι αφορούν εργασιακή σχέση και το σχετικό εισόδημα, εισόδημα από Μισθωτές Υπηρεσίες;
  1. Όταν υπάρχει εργασιακή σχέση βάση του εργατικού δικαίου.
  2. Όταν βάση σύμβασης ο εργοδότης ορίζει τον τόπο, χρόνο και τρόπο της παροχής.
  3. Οι υπηρεσίες διεύθυνσης οποιασδήποτε εταιρείας ή μέλους Δ.Σ. Α.Ε.
  4. Τα πάγια αντιμισθία δικηγόρου
  5. Παροχή υπηρεσιών σε λιγότερους από 3 εργοδότες, ή σε πάνω από 3 με το 75% του εισοδήματος από έναν εργοδότη, και χωρίς δική του επαγγ/κη εγκατάσταση (να έχει ως έδρα την οικία του).
2 Ποιες παροχές σε είδος συνυπολογίζονται στο φορολογητέο του εισόδημα;
  1. Γενικά οποιαδήποτε παροχή σε είδος, εφόσον στο σύνολο τους ξεπερνούν τα 300€/έτος (λαμβάνοντας υπόψη τις επιμέρους διατάξεις-εξαιρέσεις)
  2. Το 30% της αξίας χρήσης ΕΙΧ.
  3. Η διαφορά των χρεωστικών τόκων δανείου (επιτόκιο που χρεώνει ο εργοδότης με αυτό του Υπ. Οικ.)
  4. Η προκαταβολή μισθού για πάνω από 3 μήνες.
  5. Το δικαίωμα προαίρεση απόκτησης μετοχών
  6. Η παραχώρηση κατοικίας (μίσθωμα ή τεκμαρτό ενοίκιο με συντελεστή 3%)
3 Τι είναι η αγοραία αξία και πώς αποδεικνύεται; Αγοραία αξία μιας παροχής είναι το κόστος της παροχής που βαρύνει τον εργοδότη.  Το κόστος αυτό αποδεικνύεται από τα σχετικά παραστατικά και τις καταχωρήσεις στα βιβλία του εργοδότη.
4 Πότε εφαρμόζεται το όριο των 300€ στις παροχές σε είδος; Η αξία των παροχών που κατονομάζονται (ΕΙΧ, δάνειο, δικαιώματα προαίρεσης μετοχών, παραχώρηση κατοικίας) λαμβάνονται υπόψη ως φορολογητέο εισόδημα ανεξαρτήτου του ορίου των 300€.  Αντίθετα μόνο αν η συνολική αξία όλων των λοιπών παροχών ξεπερνάει τα 300€  αυτές συνυπολογίζονται στο φορολογητέο του εισόδημα
5 Ποια πρόσωπα αφορά και ποιά όχι ο χαρακτηρισμών ως εισόδημα των παροχών σε είδος; Α. Τις περιπτώσεις α΄-στ΄της παρ.2 του άρθρου 12

  1. Όταν υπάρχει εργασιακή σχέση βάση του εργατικού δικαίου.
  2. Όταν βάση σύμβασης ο εργοδότης ορίζει τον τόπο, χρόνο και τρόπο της παροχής.
  3. Οι υπηρεσίες διεύθυνσης οποιασδήποτε εταιρείας ή μέλους Δ.Σ. Α.Ε.
  4. Τα πάγια αντιμισθία δικηγόρου
  5. Παροχή υπηρεσιών σε λιγότερους από 3 εργοδότες, ή σε πάνω από 3 με το 75% του εισοδήματος από έναν εργοδότη, και χωρίς δική του επαγγ. εγκατάσταση)    

Β. Αφορά τους ίδιους τους εργαζόμενους αλλά και τα συγγενικά τους πρόσωπα.

Γ. Δεν αφορά όσους λαμβάνουν παροχές χωρίς να συνδέονται με οποιονδήποτε από τους περιγραφόμενους τρόπους εργασιακής σχέσης.

6 Πότε μια παροχή δεν θεωρείται “παροχή σε είδος” και δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα του εργαζομένου; Αν αποτελούν δαπάνες που σχετίζονται άμεσα με την εκτέλεση της εργασίας του και δεν έχουν τα χαρακτηριστικά του εισοδήματος.
7 Χαρακτηριστικά παροχών που δεν αποτελούν “παροχές σε είδος” και δεν αθροίζονται στο φορολογητέο εισόδημα. Α. Χορηγούνται προσωπικά προς τους δικαιούχου αυτούσια και ΌΧΙ σε χρήμα.
Β. Εξυπηρετούν λειτουργικές και παραγωγικές ανάγκες της επιχείρησης.
Γ. Συμβάλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας της και στην ποιότητα των συνθηκών εργασίας ή αποτελούν μέτρα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ:

  1. στολή εργασίας
  2. γάλα
  3. τροφή στον χώρο εργασίας
  4. θέση στάθμευσης στον χώρο εργασίας
8 Ενδεικτικά περιπτώσεις παροχών σε είδος που συναθροίζονται στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.
  1. Δωροεπιταγές,
  2. Αξία κουπονιών για αγαθά ή υπηρεσίες
9
  1. Οι διατακτικές για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών από συμβεβλημένα καταστήματα.
  2. Οι διατακτικές σίτισης που ξεπερνάνε τα 6€ ανά εργάσιμη ημέρα.
10 Το κόστος χρήσης πιστωτικών καρτών που αν και είναι της επιχείρησης χρησιμοποιούνται από τον εργαζόμενο για την κάλυψη προσωπικών, οικογενειακών  δαπανών του.  Δεν χρησιμοποιούνται για τις συναλλαγές που αφορούν της λειτουργία της επιχείρησης.
11 Πληρωμές που γίνονται απευθείας από την επιχείρηση σε τρίτους και θεωρούνται παροχή σε είδος και φορολογητέο εισόδημα. Πληρωμές προς:

  1. Φροντιστήρια, σχολεία, παιδικούς σταθμούς, κατασκηνώσεις και γενικά παιδικά δίδακτρα.
  2. Έξοδα συμμετοχής σε ημερίδες, σεμινάρια εκπαίδευσης, επιμόρφωσης ή επαγγελματικής κατάρτισης που δεν αφορούν την εργασία ή την θέση τους στην εταιρεία.
  3. Συνδρομές σε περιοδικά και επιμελητήρια που αντίστοιχα δεν αφορούν την εργασία τους ή την θέση τους.
  4. Η πληρωμές για γυμναστήρια, λέσχες και συναφή.
  5. Η κάλυψη ιατρικών εξόδων
12 Δωρεάν ή μειωμένο κόστος διδάκτρων ως παροχή σε είδος. Η περίπτωση αφορά όλα τα πρόσωπα (διοίκηση της εταιρείας και εργαζόμενου) του εκπαιδευτηρίου.  Εξαίρεση αποτελούν μόνο οι υποτροφίες.  Το σύνολο των διδάκτρων που παρέχονται δωρεάν ή η διαφορά της τιμής που καταβάλλεται σε σχέση με την κανονική τιμή χρέωσης θεωρείται παροχή σε είδος-εισόδημα
13 Παροχή συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας σε εργαζόμενους και μέλη διοίκηση της εταιρείας. Η παροχή συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας αποτελούν παροχή σε είδος με τις παρακάτω προϋποθέσεις που κάθε φορά βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα:

  1. Το κόστος που αφορά υπερβάλλον ποσό από το πρόγραμμα χρήσης και ταυτόχρονα αφορά προσωπική χρήση.  Δεν είναι κριτήριο ο χρόνος της παροχής αν αυτός δικαιολογείται (π.χ. πέραν του ωραρίου για ένα διοικητικό στέλεχος)
  2. Ο διαχωρισμός της παροχής θα γίνεται βάση της ανάλυση του λογαριασμού που εμφανίζει τις κλήσεις που έχει κάνει ο εργαζόμενος
14 Υπεύθυνος ο εργοδότης για τον διαχωρισμό της παροχής σε είδος από το συνολικό κόστος χρήσης του κινητού
  1. Ο εργοδότης θα μπορεί να χορηγεί βεβαίωση που θα χαρακτηρίζει ποιο τμήμα του ποσού που ξεπερνάει το πρόγραμμα παροχής αφορά προσωπική χρήση και κατά συνέπεια παροχή σε είδος και ποια την εργασία του.
  2. Εφόσον ο εργοδότης δεν χορηγήσει την παραπάνω βεβαίωση όλο το υπερβάλλον του προγράμματος κόστος θεωρείται παροχή σε είδος.
  3. Το ΦΠΑ και οι λοιποί φόροι συνυπολογίζονται για τον υπολογισμό της παροχής σε είδος.
15 Παραχώρησης περισσοτέρων της μιας σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας Στην περίπτωση παραχώρησης περισσοτέρων από μίας σύνδεσης, το συνολικό κόστος όλων των λοιπών της αρχικής συνδέσεων αποτελεί παροχή σε είδος-εισόδημα.  Και το κόστος αγοράς των πέραν της μιας συσκευών αποτελούν παροχή σε είδος-εισόδημα για τον εργαζόμενο ή μέλος της διοίκησης της εταιρείας.
16 Tablets, laptop και σχετικές συσκευές καθώς και Mobile internet. Η χορήγηση των εργαλείων εργασίας (laptop, tablets etc) καθώς και το mobile internet για την σύνδεση τους στο διαδίκτυο δεν αποτελούν εισόδημα εφόσον χορηγείται μια μόνο από το κάθε είδος συσκευή ή σύνδεση (αν δοθούν 2 laptop τότε το δεύτερο αποτελεί παροχή σε είδος-εισόδημα)
17 Το κόστος χρήσης ΕΙΧ που παραχωρεί η επιχείρηση και αποτελεί παροχή σε είδος, είναι το 30% συγκεκριμένων δαπανών. Οι δαπάνες που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας παραχώρησης ΕΙΧ είναι:

  1. Αποσβέσεις.
  2. Κόστος μίσθωσης.
  3. Τέλη κυκλοφορίας.
  4. Χρηματοδοτικό κόστος αγοράς.
  5. Κόστος επισκευών και συντήρησης. Αν το κόστος που προκύπτει είναι μηδέν, τότε η παροχή αυτή αποτιμάται στο 30% της μέσης δαπάνης ή απόσβεσης κατά τα τελευταία 3 έτη.
18 Ποιες δαπάνες ΕΙΧ δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της παροχής σε είδος. Τι γίνεται σε περίπτωση παραχώρησης χρήσης για μικρότερη περίοδο από το έτος. Οι δαπάνες που δεν κατονομάζονται παραπάνω ως συμμετέχουσες στο υπολογισμό της παροχής, εξαιρούνται από την παροχή. Έτσι εξαιρούνται τα έξοδα κίνησης των οχημάτων (καύσιμα, διόδια κτλ). Αν η παραχώρηση της χρήσης είναι μικρότερη του έτους τότε λαμβάνεται υπόψη ως παροχή σε είδος η σχετική αναλογία. Ως μήνας λαμβάνεται η μεγαλύτερη από 15 ημέρες περίοδος παραχώρησης.
19 Περιπτώσεις κατά τις οποίες η παραχώρηση χρήσης ΕΙΧ δεν αποτελεί παροχή σε είδος-εισόδημα καθώς και περιπτώσεις που αποτελούν παροχή σε είδος.
  1. Δεν θεωρείται ως παροχή σε είδος η παραχώρηση ΕΙΧ που αποτελεί tool car για τον εργαζόμενο, δηλαδή απαραίτητο εργαλείο για την εκτέλεση της εργασίας του (π.χ. ΕΙΧ σε πωλητή, τεχνικό κτλ που πρέπει να μετακινείται για την εκτέλεση της εργασίας του).  Η εξαίρεση ισχύει ανεξάρτητα αν το ΕΙΧ μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον εργαζόμενο και μετά τον χρόνο εργασίας του.
  2. Θεωρείται παροχή σε είδος η παραχώρηση ΕΙΧ σε εργαζόμενο λόγο της θέσης του στην εταιρεία (διευθυντής, επιθεωρητής πωλήσεων, λοιπά στελέχη κτλ)
20 Κοινή χρήση των ΕΙΧ η παραχώρηση των οποίων αποτελεί παροχή σε είδος και επιμερισμός της. Αν την χρήση παραχωρούμενου ΕΙΧ κάνουν πάνω από 1 άτομα την ίδια περίοδο, το κόστος χρήσης θα επιμερισθεί και στους δύο.
21 Το όφελος που προκύπτει από την διαφορά του επιτοκίου χορήγησης δανείου που εργαζόμενο ή μέλος της εταιρείας αποτελεί παροχή σε είδος
  1. Το δάνειο που υπογράφει εργαζόμενος, μέρος της διοίκησης ή μέτοχος με την εταιρεία λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό παροχών σε είδος.
  2. Η παροχή σε είδος αφορά την διαφορά των τόκων που προκύπτουν με την εφαρμογή του επιτοκίου της σύμβασης σε σχέση με τους τόκους που προκύπτουν από την εφαρμογή του επιτοκίου του Υπ. Οικ.
  3. Η παροχή θεωρείται ότι προκύπτει κατά την ημερομηνία σύναψης του δανείου.
  4. Αν δεν υπάρχει συμφωνία έγγραφη, τότε εισόδημα θεωρείται το σύνολο του κεφαλαίου της σύμβασης.
  5. Προκαταβολή προς εργαζόμενο αξίας μεγαλύτερης των αποδοχών 3 μηνών θεωρείται δάνειο και έχουν εφαρμογή οι παραπάνω υπολογισμοί παροχής σε είδος (διαφορά επιτοκίου)
22 Χρόνος εφαρμογής.  Χειρισμός παλαιών υπολοίπων (πριν την 1/1/2014) Τα ποσά που εμφανίζονται σε λογαριασμούς εταίρων, εργαζομένων, μετόχων από μεταφορά την 1/1/2014, ανεξάρτητα αν γι αυτά υπάρχουν έγγραφες συμφωνίες, δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό παροχών σε είδος
23 Χρόνος που θεωρείται ως παροχή σε είδος η εκχώρηση του δικαιώματος προαίρεση απόκτησης μετοχών.  Αποτίμηση της παροχής.
  1. Ως χρόνος απόκτησης της παροχής σε είδος από την εκχώρηση δικαιώματος προαίρεσης μετοχών θεωρείται η στιγμή της χρήσης του δικαιώματος (όταν αγοράζονται οι μετοχές) και όχι η στιγμή της χορήγησης.
  2. Ακόμη και αν τότε (κατά την αγορά) δεν υφίσταται η εργασιακή σχέση, η άσκηση του δικαιώματος θεωρείται παροχή σε είδος-εισόδημα.
  3. Ως παροχή σε είδος θεωρείται η διαφορά ανάμεσα στην τιμή κλεισίματος στο χρηματιστήριο με την τιμή διάθεσης του δικαιώματος.
  4. Ακόμη και αν το δικαίωμα είχε εκχωρηθεί πριν την 1/1/2014, αν ασκηθεί μετά την 1/1/2014 τότε υπολογίζεται παροχή σε είδος-εισόδημα
24 Η παροχή κατοικίας σε εργαζόμενο ή μέλος της εταιρείας, αποτελεί παροχή σε είδος-εισόδημα γι αυτόν. Η παροχή κατοικίας θεωρείται παροχή σε είδος.  Ως εισόδημα θεωρείται το σχετικό ενοίκιο που καταβάλει η εταιρεία απευθείας στον εκμισθωτή.  Αν η κατοικία είναι ιδιοκτησίας του εργοδότη, το εισόδημα αποτιμάται σε ποσοστό 3% επί της αντικειμενικής αξίας.
25 Περιπτώσεις που η παραχώρηση κατοικίας δεν θεωρείται παροχή σε είδος-εισόδημα. Αν η παροχή κατοικίας σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη παρουσίας του εργαζόμενου κοντά σε νέες εγκαταστάσεις του εργοδότη ή αφορά πρόσκαιρη διαμονή για την εκτέλεση της εργασίας του, τότε δεν θεωρείται παροχή σε είδος.
26 Παρακράτηση φόρου στις παροχές σε είδος. Μετά την 1/1/2015 θα πρέπει να γίνεται παρακράτηση επί των παροχών σε είδος.  Θα εκδοθεί σχετική εγκύκλιος για το θέμα.
27 Υποχρέωση εμφάνισης των παροχών σε είδος στις ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών Στο τέλος της χρήσης οι εργοδότες θα πρέπει να αποτιμήσουν όλες τις παροχές σε είδος και να τις εμφανίσουν στις ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών ώστε να συμπεριληφθούν στις φορολογικές δηλώσεις των Φ.Π.