Μπλόκο στη φοροδιαφυγή του ΦΠΑ

Του Γιώργου Δαλιάνη

Εντός των προσεχών ημερών η κυβέρνηση θα φέρει προς ψήφιση στη Βουλή, μέτρα που αφορούν κυρίως δράσεις, για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, ιδιαίτερα για την αντιμετώπιση της διαφυγής εσόδων από τον ΦΠΑ.

Θα αποτυπώσουμε τις σκέψεις μας για την αντιμετώπιση του φαινομένου και αρκετές από αυτές συμπίπτουν με τις κυβερνητικές εξαγγελίες.

  • Ηλεκτρονική υποβολή και παρακολούθηση των συναλλαγών, των πάσης φύσεως οικονομικών πράξεων μεταξύ επαγγελματιών, ιδιωτών και δημοσίων οργανισμών.
  • Άμεσες διασταυρώσεις και όχι μετά από χρόνια όπως γίνεται σήμερα.
  • Αλλαγή τρόπου και χρόνου υποβολής των συνταχθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών και συμβάσεων μεταξύ επαγγελματιών.
  • Επαναφορά τήρησης των ειδικών βιβλίων, όπου αυτά απαιτούνται και θέσπιση επιπλέον διασταυρωτικών ελέγχων. Η γενική κατάργηση πιστεύουμε ότι δεν απέδωσε.
  • Σχεδιασμός και υλοποίηση της παλιάς εξαγγελίας για τη φοροκάρτα και τη χρήση της για όλες τις συναλλαγές, μεταξύ επαγγελματιών καθώς και για λιανικές πωλήσεις. Το Υπουργείο Οικονομικών μπορεί να χρησιμοποιήσει σε πρώτη φάση τα συστήματα των τραπεζών. Η χρήση των πιστωτικών και χρεωστικών καρτών για όλες τις συναλλαγές, που επιθυμεί να εφαρμόσει το Υπουργείο Οικονομικών, πιστεύουμε ότι θα σκοντάψει στην αδυναμία των πολιτών να προμηθευτεί τις κάρτες λόγω οικονομικών δυσκολιών και της αναγγελίας αυτών στις λίστες του Τειρεσία.
  • Θέσπιση ενός ενιαίου φορολογικού συντελεστή για όλα τα προϊόντα και υπηρεσίες.
  • Επανασχεδιασμός ΦΠΑ οικοδομών.
  • Άμεση επιστροφή ΦΠΑ στις εξαγωγικές επιχειρήσεις.
  • Εφαρμογή μέτρων στη διακίνηση πετρελαίου.
  • Ενίσχυση φοροελεγκτικού μηχανισμού με παράλληλη ενεργοποίηση των αστυνομικών αρχών, για την πάταξη του λαθρεμπορίου ποτών και τσιγάρων.
  • Πάταξη του παραεμπορίου και των παράνομων εισαγωγών.
  • Ενίσχυση των προληπτικών ελέγχων.
  • Πιλοτική εφαρμογή για την απευθείας σύνδεση  με λογισμικό του Υπουργείου, των ταμειακών μηχανών επιχειρήσεων, που ασχολούνται με την εστίαση και τις πάσης φύσεως εκδηλώσεις. Η εξαγγελία για την σύνδεση όλων των ταμειακών μηχανών πιστεύουμε, ότι είναι ανέφικτη λόγω ανυπαρξίας υποδομών και συστημάτων.
  • Πιλοτική εφαρμογή για το σύστημα είσπραξης και απόδοσης ΦΠΑ, με τη δημιουργία ενός ειδικού τραπεζικού λογαριασμού ΦΠΑ για κάθε επιχείρηση. Η εφαρμογή να ξεκινήσει από επιχειρήσεις, που διαθέτουν άρτια λογιστική και μηχανογραφική υποδομή. Η άμεση εφαρμογή για όλες τις επιχειρήσεις θα σκοντάψει στο μεγάλο πλήθος, που θα ενταχθούν στο σύστημα, στην ανυπαρξία υποδομών και τη δυσπιστία των φορολογούμενων προς το Υπουργείο Οικονομικών. Η εφαρμογή του μέτρου θα επιδεινώσει και την προβληματική ρευστότητα των οικονομικών μονάδων.
  • Έντονη διαφήμιση (μέχρι να γίνει πλύση εγκεφάλου) με όλα τα μέσα, ώστε να γίνει συνείδηση, ότι η μη λήψη φορολογικού στοιχείου έχει καταστροφικές συνέπειες για όλους τους τομείς της οικονομίας.
  • Υποχρέωση και των λογιστών η εμπρόθεσμη υποβολή των δηλώσεων ΦΠΑ.
  • Άμεσος έλεγχος για την καθυστέρηση υποβολής δήλωσης ΦΠΑ. Δεν πρέπει να συνεχιστεί το φαινόμενο, ο έλεγχος να γίνεται μετά από χρόνια και τότε να καταλογίζονται πρόστιμα και ανείσπρακτες προσαυξήσεις σε πτωχευμένες επιχειρήσεις και σε αγνώστου διαμονής φορολογούμενους.
  • Ποινικές διώξεις για φοροδιαφυγή σε φοροδιαφεύγοντες και συνεργούς. Σε περίπτωση φοροδιαφυγής με δόλο (κατά σύστημα και κατ’ εξακολούθηση) οι ποινές να είναι βαρύτατες.
  • Προσκόμιση εγγυητικής επιστολής στο Δημόσιο για ορισμένες κατηγορίες επαγγελματιών. Είναι παράλογο οι επιχειρηματίες να διαθέτουν τεράστια κεφάλαια για ίδρυση των επιχειρήσεων και να μην καταβάλουν ούτε τον ΦΠΑ της πρώτης φορολογικής περιόδου.
  • Κατάργηση όλων χαριστικών ρυθμίσεων, που επιβραβεύουν τους ασυνεπείς φορολογούμενους και τους κατά σύστημα φοροφυγάδες.
  • Σύγκριση απόδοσης ΦΠΑ της επιχείρησης, με τις αποδόσεις άλλων ομοειδών επιχειρήσεων (τεκμαρτός υπολογισμός) και σε αυτή τη περίπτωση ο έλεγχος πρέπει να γίνεται το αργότερο με την υποβολή της Δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος.

Τα μέτρα να ληφθούν μετά από προετοιμασία και σε χρόνο, που να μην θίγονται οι υπογραφείσες δεσμεύσεις των επιχειρήσεων, όπως για παράδειγμα  των τουριστικών εκμεταλλεύσεων.

Για την επιτυχία οποιωνδήποτε μέτρων, χρειάζεται να πεισθεί ο λαός, ότι οι νόμοι είναι δίκαιοι, θα εφαρμοστούν για πολλά χρόνια και δεν θα έχουν μόνο εισπρακτικό σκοπό για την κάλυψη πρόσκαιρων ταμειακών αναγκών και ελλειμμάτων.

Θέλω εκ των προτέρων να ζητήσω την επιεική κριτική των συναδέλφων και των συνδικαλιστών των παραγωγικών τάξεων, που πιθανόν θίγονται για  τις θέσεις, που εκφράζουμε και πιθανόν κατά αυτούς θέτουν σε κίνδυνο κατοχυρωμένα δικαιώματα.


Ρύθμιση οφειλών. Το Δημόσιο τόλμησε!

Του Γιώργου Δαλιάνη

Με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 27ης Μαρτίου 2015 (ΦΕΚ Α 35/2015) επεκτάθηκε το όφελος από τη ρύθμιση οφειλών για πρώτη φορά και στους πρόσθετους φόρους που βεβαιώθηκαν μαζί με την κύρια φορολογική οφειλή. Η παράγραφος 1  του άρθρου 1 του Ν.4321/2015 (Α 32) μετά την αντικατάστασή του ορίζει.

«Βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθμίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση, με απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του Ν.2523/1997, πρόστιμα εκπρόθεσμης υποβολής ή μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν.4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συμβεβαιωθεί  με την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως».

Αυτή η Νομοθετική παρέμβαση καθιστά τη ρύθμιση εξαιρετικά ευνοϊκή, δεδομένου ότι οι πρόσθετοι φόροι και προσαυξήσεις του ν.2523/97  μπορούσαν με βάση την προϊσχύουσα νομοθεσία να ανέρχονται σε κάποιες περιπτώσεις σε ποσοστό έως και 300%  επί του κυρίου φόρου.

Παράδειγμα:

α) Μετά από φορολογικό έλεγχο, η ΔΟΥ βεβαίωσε  φόρο εισοδήματος, για ανακριβή δήλωση 10.000€  και πρόσθετους φόρους 12.000€ (120% του αρχικού φόρου). Η οφειλή λόγω καθυστέρησης  καταβολής των φόρων επιβαρύνθηκε με προσαυξήσεις 8.000€ και το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών την 1η Μαρτίου 2015  ανέρχεται στο ποσό των 30.000€ (10.000+12.000+8.000). Με τη σημερινή ρύθμιση , εάν ο οφειλέτης αποφασίσει να καταβάλει το 100% της κύριας οφειλής (10.000€) θα έχει έκπτωση 20.000€, ενώ με την προηγούμενη θα κατέβαλε 22.000€.

β) Στο ίδιο έλεγχο, έγινε  καταλογισμός ΦΠΑ 15.000€, και επιβαρύνθηκε με πρόσθετους φόρους 18.000€ (120% του αρχικού φόρου). Η οφειλή λόγω καθυστέρησης καταβολής των φόρων επιβαρύνθηκε με προσαυξήσεις μετά τη βεβαίωση στη ΔΟΥ, με 12.000€ και το συνολικό ληξιπρόθεσμο ποσό την 1η Μαρτίου 2015 ανέρχεται στο ποσό 45.000€ (15.000+18.000+12.000). Με τη ρύθμιση ο οφειλέτης θα καταβάλει 15.000€ και θα διαγραφεί ποσό 30.000€.

γ) Ο ίδιος έλεγχος επέβαλε αυτοτελές πρόστιμο του ΚΒΣ 5.000€ για λήψη εικονικού τιμολογίου ως προς το πρόσωπο και η οφειλή επιβαρύνθηκε με προσαυξήσεις καθυστέρησης καταβολής μετά τη βεβαίωση στη ΔΟΥ, με 1.800€ και το συνολικό ληξιπρόθεσμο ποσό την 1η Μαρτίου 2015 ανέρχεται στο ποσό των 6.800€. Για την κατηγορία αυτή εντάσσεται στη ρύθμιση, απαλλάσσεται από τις προσαυξήσεις καθυστέρησης 1.800€, αλλά το πρόστιμο των 5.000€ δεν διαγράφεται.

δ) Ο έλεγχος για την ανωτέρω παράβαση της λήψης του εικονικού τιμολογίου των 5.000€ επέβαλε αυτοτελές πρόστιμο ΦΠΑ ( το τριπλάσιο του αναλογούντος ΦΠΑ). Ο ΦΠΑ του τιμολογίου ανέρχεται στο ποσό 1.150€ (5.000 Χ 23%=1.150€) και το ειδικό πρόστιμο 4.450€ (1.150 Χ 3= 4.450) και η οφειλή επιβαρύνθηκε με προσαυξήσεις καθυστέρησης μετά την βεβαίωση στη ΔΟΥ, με 1.600€ και το συνολικό ληξιπρόθεσμο ποσό την 1η Μαρτίου 2015 ανέρχεται στο ποσό των 6.050€. Για την κατηγορία αυτή εντάσσεται στη ρύθμιση, απαλλάσσεται από τις προσαυξήσεις των 1.600€ , αλλά το πρόστιμο των 4.450€ δεν διαγράφεται.

Με την ένταξη του οφειλέτη στη ρύθμιση διαγράφονται τα πρόστιμα των άρθρων 57 και 59 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ν.4174/2013.

Το άρθρο 57 του ν. 4174/2013 πριν την κατάργησή του προέβλεπε:

«Αν οποιοδήποτε ποσό φόρου δεν καταβληθεί το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας καταβολής, υπολογίζεται πρόστιμο ίσο με ποσοστό 10% του φόρου που δεν καταβλήθηκε εμπρόθεσμα. Μετά την πάροδο ενός έτους από την λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής το παραπάνω πρόστιμο ανέρχεται στο 20% του φόρου. Μετά την πάροδο δύο (2) ετών ανέρχεται στο 30% του φόρου. Το πρόστιμο των προηγουμένων εδαφίων υπολογίζεται και στις περιπτώσεις εκπρόθεσμης υποβολής Δήλωσης με βάση το χρόνο, κατά τον οποίο έληγε η σχετική προθεσμία υποβολής».

Δυστυχώς, υπάρχουν αρκετοί φορολογούμενοι που έχουν επιβαρυνθεί με τα ανωτέρω πρόστιμα μέχρι την πρόσφατη κατάργησή του.

Το άρθρο 59  του ν.4174/13 επιβάλει πρόστιμο μη καταβολής παρακρατούμενων φόρων.

«Στον υπόχρεο απόδοσης παρακρατηθέντος φόρου, ο οποίος δεν απέδωσε το φόρο αυτόν εντός της νόμιμης προθεσμίας προς πληρωμή, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που δεν αποδόθηκε».  Επίσης, και σε αυτή την περίπτωση υπάρχει μεγάλος αριθμός οφειλετών, που θα επιβαρυνθεί με τους εξοντωτικούς φόρους που προβλέπει το άρθρο 59.

Ποιους αφορά η ρύθμιση

Αφορά τους φορολογούμενους που έχουν:

α) οφειλές ληξιπρόθεσμων έως την 1η Μαρτίου 2015,

β) φορολογικές υποχρεώσεις περιόδων έως και την 31 Δεκεμβρίου 2014 και εφόσον αυτές καταχωρηθούν στα βιβλία εσόδων της φορολογικής Διοίκησης μέχρι την 26.5.2015. Αυτό σημαίνει, ότι οι φορολογούμενοι θα πρέπει να σπεύσουν να υποβάλουν δηλώσεις παρακρατούμενων φόρων, ΦΠΑ και λοιπών φόρων μέχρι την 26/5/2015. Με την υποβολή και την αποδοχή της ρύθμισης δεν θα επιβαρυνθούν με το πρόστιμο του άρθρου 59 του ν.4174/2013 και των λοιπών προσαυξήσεων.

γ) οφειλές που δεν έχουν βεβαιωθεί ακόμη στη Φορολογική Διοίκηση, καθώς έχει ασκηθεί κάποιο ένδικο βοήθημα και εκκρεμεί απόφαση της επιτροπής Ενδικοφανούς Προσφυγής ή η υπόθεση βρίσκεται στα Δικαστήρια και δεν έχει ακόμη συζητηθεί. Για να ενταχθούν στη ρύθμιση αυτές οι υποθέσεις θα πρέπει ο φορολογούμενος να παραιτηθεί από την άσκηση αυτού του δικαιώματος μέχρι την 26.5.2015, που είναι και η καταληκτική ημερομηνία.

Υποθέσεις, που βρίσκονται στη διαδικασία του ελέγχου, εάν ο έλεγχος περατωθεί και οι φόροι βεβαιωθούν μέχρι την καταληκτική ημερομηνία θα τύχουν όλων των ευεργετημάτων, που προβλέπει η ρύθμιση.

Τέλος, πρέπει να τονίσουμε ότι οι ρυθμισμένες οφειλές  άνω των 5.000€, θα επιβαρυνθούν με τόκο 3% ετησίως. Το επιτόκιο είναι προνομιακό συγκρινόμενο με το επιτόκιο των χορηγήσεων των Ελληνικών τραπεζών.

Το Ελληνικό Δημόσιο τόλμησε, θα ανταποκριθούν οι οφειλέτες ;

Πιστεύομαι ότι όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα θα  πρέπει να ανταποκριθούν, γιατί κατά την άποψή μας πρόκειται για μια τολμηρή νομοθετική παρέμβαση.


Στα σκαριά «λύση» για 70.000 δάνεια σε ελβετικό φράγκο

Δήλωση του δικηγόρου Κωνσταντίνου Πλατίτσα στον Ελεύθερο Τύπο για το θέμα των Δανείων σε Ελβετικό Φράγκο, www.platitsas-law.gr

Πηγή: www.e-typos.com

Νομοθετική ρύθμιση προανήγγειλε ο Γιώργος Σταθάκης.

«Ασπίδα» προστασίας για τους δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο προανήγγειλε ο υπουργός Οικονομίας, Γιώργος Σταθάκης, με συνέντευξή του στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής.

Εθεσε όμως και τις προϋποθέσεις για να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση για τους περίπου 70.000 Ελληνες που επέλεξαν να πάρουν στεγαστικό στο ελβετικό νόμισμα και λόγω της συναλλαγματικής ισοτιμίας με το ευρώ, όσο κι αν πληρώνουν, το δάνειο αυξάνεται.

Την ίδια ώρα, πληθαίνουν οι προσφυγές δανειοληπτών στη Δικαιοσύνη, οι αποφάσεις της οποίας θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό και τις κινήσεις της κυβέρνησης.

Εναρμόνιση

Οπως ανέφερε ο κ. Σταθάκης, στόχος είναι να είναι να εξεταστούν νομοθετικές λύσεις που θα εναρμονίσουν την υφιστάμενη νομοθεσία για τα δάνεια σε ξένο νόμισμα με τις δικαστικές αποφάσεις και τις ευρωπαϊκές Οδηγίες.

Στην πιο πρόσφατη ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/17/ΕΕ για την ενυπόθηκη πίστη υπάρχει ειδικό κεφάλαιο που ρυθμίζει τα δάνεια σε ξένο νόμισμα και τα δάνεια μεταβλητού επιτοκίου. Σύμφωνα με αυτήν, πρέπει τα κράτη-μέλη να εξασφαλίζουν ώστε, όταν μια σύμβαση πίστωσης αφορά δάνειο σε ξένο νόμισμα, τη στιγμή που συνάπτεται η σύμβαση να υπάρχει το κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο ώστε να διασφαλίζεται τουλάχιστον ότι:

α) ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να μετατρέψει τη σύμβαση πίστωσης σε εναλλακτικό νόμισμα υπό ορισμένες προϋποθέσεις ή

β) υπάρχουν άλλες ρυθμίσεις που περιορίζουν το συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο είναι εκτεθειμένος ο καταναλωτής βάσει της σύμβασης πίστωσης.

Οχι αναδρομικά

Η Οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που θα συναφθούν μετά τις 21 Μαρτίου 2016, ενώ ρητά ορίζεται σε αυτήν ότι τα κράτη-μέλη μπορούν να θεσπίζουν περαιτέρω ρυθμίσεις όσον αφορά τα δάνεια σε ξένο νόμισμα, με την προϋπόθεση ότι αυτές οι ρυθμίσεις δεν έχουν αναδρομική ισχύ.

Η ενσωμάτωση της Οδηγίας αυτής αποτελεί αρμοδιότητα του υπουργείου Οικονομικών και στη σχετική νομοπαρασκευαστική επιτροπή, το έργο της οποίας ολοκληρώνεται στις 30 Νοεμβρίου 2015, συμμετέχουν και εκπρόσωποι των αρμόδιων υπηρεσιών του υπουργείου Οικονομίας.

«Περιμένουμε, άρα, την εξέλιξη των υποθέσεων που βρίσκονται στην ελληνική Δικαιοσύνη και θα νομοθετήσουμε μια δίκαιη λύση», τόνισε ο υπουργός στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής.

Θετικές αποφάσεις

Μέχρι σήμερα υπάρχουν αρκετές αποφάσεις Πρωτοδικείων που έχουν δικαιώσει δανειολήπτες (Ρόδος, Ξάνθη, Θεσσαλονίκη κ.λπ.). Επίσης, η πρώτη συλλογική αγωγή κατά τράπεζας έχει υποβληθεί και είχε οριστεί η εκδίκαση την 1η Απριλίου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ωστόσο, η τράπεζα ζήτησε αναβολή και ως πρωτοείσακτη η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 9/12/2015.

Προσωρινή ασπίδα

Εν όψει της συζήτησης της κύριας αγωγής δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο, προ εβδομάδων έγινε δεκτή εν μέρει η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δανειοληπτών από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, οι οποίοι ζητούσαν να ρυθμιστεί η μηνιαία δόση τους στο ποσό στο οποίο εκείνοι μπορούσαν να ανταποκριθούν.

Σύμφωνα με το διατακτικό της εν λόγω απόφασης (1728/2015), ρυθμίζεται προσωρινά η μηνιαία δόση των αιτούντων στο πόσο το οποίο ζητήθηκε και συγχρόνως απαγορεύεται η καταγγελία της δανειακής τους σύμβασης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας κύριας αγωγής τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

«Αυτό σημαίνει, όπως γίνεται αντιληπτό, ότι οι δανειολήπτες, δεδομένων των επειγουσών οικονομικών συνθηκών που συντρέχουν στην περίπτωσή τους, θα συνεχίσουν να παραμένουν ενήμεροι καταβάλλοντας μηνιαίως τη χαμηλή δόση στην οποία μπορούν να ανταποκριθούν, ενώ παράλληλα η αντίδικος τράπεζα δεν μπορεί να προβεί σε κανένα επαχθές μέτρο εις βάρος τους», ανέφερε στον «Ε.Τ.» ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Γ. Πλατίτσας, ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση.

Παράγοντες της αγοράς σημείωναν ότι στην παρούσα φάση πρέπει οι τράπεζες, επειδή ακριβώς αντιμετωπίζουν μείζον ζήτημα ρευστότητας, να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να διευκολύνουν την εν λόγω κατηγορία δανειοληπτών, που στη συντριπτική πλειονότητά τους είναι ενήμεροι.

ΡΟΗ ΧΑΪΚΟΥ

[email protected]


ΠΟΛ 1073 / 31.03.2015

ΠΟΛ 1073 / 31.03.2015: Έγγραφο σε πρωτότυπη μορφή

ΘΕΜΑ: «Κοινοποίηση και ερμηνεία των διατάξεων περί φορολογικών αποσβέσεων των πάγιων περιουσιακών στοιχείων των επιχειρήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν.4172/2013».

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν.4172/2013 (ΦΕΚ Α’167) αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους:

1.Με τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν.4172/2013, όπως ισχύουν, καθορίζονται οι φορολογικές αποσβέσεις οι οποίες εκπίπτουν από το σύνολο των εσόδων από επιχειρηματικές συναλλαγές προκειμένου για τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα.

Οι διατάξεις αυτές ισχύουν, σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 72 του ν.4172/2013, για φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο νέος νόμος δε συναρτά τη διενέργεια αποσβέσεων με το χρόνο απόκτησης των παγίων. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται για φορολογικές αποσβέσεις που διενεργούνται σε φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά ανεξάρτητα του χρόνου απόκτησης των παγίων δηλαδή, είτε αυτά αποκτήθηκαν πριν από την 01.01.2014 είτε μετά την ημερομηνία αυτή. Στην περίπτωση διαχειριστικής περιόδου με έναρξη πριν την 01.01.2014, για τον υπολογισμό των αποσβέσεων των παγίων είναι αυτονόητο ότι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της περ.στ’ της παρ.1 του άρθρου 31 του ν.2238/1994 (παλαιός Κ.Φ.Ε.) όπως ίσχυαν, αποκλειστικά για τη χρήση αυτή και οι νέες διατάξεις θα εφαρμοστούν από την επόμενη περίοδο.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται αφενός για όλα τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες καθώς και για τα φυσικά πρόσωπα που αποκτούν κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα (παρ.1 και 2 άρθρου 21, παρ.1 του άρθρου 47 του νόμου αυτού).

2.Ειδικότερα, με την παρ.1 του άρθρου 24 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι κατά τον προσδιορισμό των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα, οι φορολογικές αποσβέσεις των στοιχείων του ενεργητικού εκπίπτουν από: α) τον κύριο των πάγιων στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης σε όλες τις περιπτώσεις εκτός της περίπτωσης β’ της παραγράφου αυτής, β) τον μισθωτή, σε περίπτωση χρηματοοικονομικής μίσθωσης.

Διευκρινίζουμε ότι ως πάγιο περιουσιακό στοιχείο εν γένει νοείται το περιουσιακό στοιχείο το οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο διαρκή για τους σκοπούς της επιχείρησης και τα οφέλη από τη χρήση του εκτείνονται πέραν του ενός έτους.

3.α.Με την παρ.2 του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης, ο όρος «χρηματοοικονομική μίσθωση» σημαίνει οποιαδήποτε προφορική ή έγγραφη σύμβαση με την οποία ο εκμισθωτής (κύριος) υποχρεούται έναντι μισθώματος να παραχωρεί στον μισθωτή (χρήστη) τη χρήση ενός περιουσιακού στοιχείου, εφόσον πληρούνται ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α) η κυριότητα του περιουσιακού στοιχείου περιέρχεται στον μισθωτή με τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης,

β) η σύμβαση της μίσθωσης περιλαμβάνει όρο συμφέρουσας προσφοράς για την εξαγορά του εξοπλισμού σε τιμή κατώτερη της αγοραίας αξίας,

γ) η περίοδος της μίσθωσης καλύπτει τουλάχιστον το ενενήντα τοις εκατό (90%) της οικονομικής διάρκειας ζωής του περιουσιακού στοιχείου όπως αυτή προκύπτει από τον πίνακα της παραγράφου 4, ακόμη και στην περίπτωση που ο τίτλος δεν μεταβιβάζεται κατά τη λήξη της μίσθωσης,

δ) κατά τη σύναψη της σύμβασης της μίσθωσης, η παρούσα αξία των μισθωμάτων ανέρχεται τουλάχιστον στο ενενήντα τοις εκατό (90%) της αγοραίας αξίας του περιουσιακού στοιχείου που εκμισθώνεται,

ε) τα περιουσιακά στοιχεία που εκμισθώνονται είναι τέτοιας ειδικής φύσης που μόνον ο μισθωτής δύναται να τα μεταχειριστεί δίχως να προβεί σε σημαντικές αλλοιώσεις.

Στην περίπτωση της μίσθωσης οχημάτων στην έννοια του μισθώματος σύμφωνα με την περίπτωση δ’ δεν συμπεριλαμβάνονται τα κόστη λειτουργίας και κυκλοφορίας του οχήματος.

3.β. Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και ειδικότερα του κριτηρίου β’ της ως άνω παραγράφου, αγοραία αξία είναι αυτή που έχει διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία που ασκείται το δικαίωμα αγοράς, ενώ για την εφαρμογή του κριτηρίου δ’, αγοραία αξία είναι αυτή που διαμορφώνεται κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης μίσθωσης. Επιπλέον, για την πλήρωση του κριτηρίου γ’ της ίδιας παραγράφου και τον προσδιορισμό της οικονομικής διάρκειας ζωής του περιουσιακού στοιχείου, λαμβάνονται υπόψη οι συντελεστές απόσβεσης της παραγράφου 4 του άρθρου 24 του ν.4172/2013 και όχι η ωφέλιμη διάρκεια ζωής του, όπως αυτή ενδεχομένως εκτιμάται κάθε φορά από την επιχείρηση.

Επισημαίνεται ότι προκειμένου για το χαρακτηρισμό της μίσθωσης ως χρηματοοικονομικής αρκεί να πληρείται ακόμη και ένα κριτήριο από τα οριζόμενα στην ίδια παράγραφο.

Για την πληρέστερη κατανόηση των ανωτέρω, παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:

Παραδείγματα

i.Έστω σύμβαση μακροχρόνιας μίσθωσης μηχανολογικού εξοπλισμού διάρκειας 5 ετών με τη συμφωνία στη λήξη της μίσθωσης ο εξοπλισμός να επιστραφεί στον εκμισθωτή. Η οικονομική διάρκεια ζωής του υπόψη εξοπλισμού είναι 10 έτη. Κατόπιν των ανωτέρω, δεν πληρείται το κριτήριο γ’ της παραγράφου 2 καθόσον εν προκειμένω η διάρκεια της μίσθωσης δεν υπερβαίνει το 90% της οικονομικής διάρκειας ζωής του εξοπλισμού αλλά ούτε και κάποιο εκ των λοιπών κριτηρίων της ίδιας παραγράφου και ως εκ τούτου η εν λόγω μίσθωση δεν είναι χρηματοοικονομική. Εάν, ωστόσο, η αγοραία αξία του παγίου είναι π.χ. 20.000 ευρώ και η παρούσα αξία των μισθωμάτων είναι 18.500 ευρώ, η μίσθωση θα λογίζεται ως χρηματοοικονομική με βάση το κριτήριο δ’ της παραγράφου αυτής καθώς το ποσό των 18.500 ευρώ υπερβαίνει το 90% της αγοραίας αξίας του παγίου κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης.

ii.Έστω σύμβαση μίσθωσης ακινήτου διάρκειας 15 ετών η οποία προβλέπει ότι μετά τη λήξη της μίσθωσης το ακίνητο περιέρχεται στην κυριότητα του μισθωτή έναντι συμβολικού τιμήματος. Η εν λόγω σύμβαση χαρακτηρίζεται για σκοπούς φορολογίας εισοδήματος ως χρηματοοικονομική λόγω πλήρωσης του α’ κριτηρίου.

iii.Έστω σύμβαση μίσθωσης μηχανολογικού εξοπλισμού διάρκειας 8 ετών η οποία προβλέπει τη δυνατότητα εξαγοράς του εξοπλισμού στη λήξη της μίσθωσης από το μισθωτή έναντι καταβολής ποσού 5.000 ευρώ. Η αγοραία αξία κατά τη λήξη της μίσθωσης εκτιμάται ότι θα είναι 10.000 ευρώ.

Δεδομένου ότι η τιμή εξαγοράς είναι κατώτερη από την αγοραία αξία κατά το χρόνο εκείνο, η εν λόγω σύμβαση χαρακτηρίζεται για σκοπούς φορολογίας εισοδήματος ως χρηματοοικονομική λόγω πλήρωσης του β’ κριτηρίου.

3.γ. Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, στην περίπτωση που η μίσθωση χαρακτηρίζεται ως χρηματοοικονομική, οι αποσβέσεις διενεργούνται πλέον από τον μισθωτή, παρά το γεγονός ότι δεν είναι ο κύριος του παγίου, και όχι από τον εκμισθωτή, όπως ίσχυε με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν.2238/1994). Για το σκοπό αυτό, ο μισθωτής θα αναγνωρίζει το μίσθιο ως περιουσιακό του στοιχείο στην μικρότερη αξία μεταξύ της αγοραίας αξίας αυτού και της παρούσας αξίας των μελλοντικών μισθωμάτων, πιστώνοντας αντίστοιχα ισόποση υποχρέωση προς τον εκμισθωτή. Όσον αφορά στον εκμισθωτή, αυτός θα εμφανίζει ως απαίτησή του έναντι του μισθωτή την αγοραία αξία του παγίου.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παραθέτουμε το ακόλουθο παράδειγμα:

Παράδειγμα

Ο μισθωτής Β μισθώνει στις 02.01.2015 από τον εκμισθωτή Α εξοπλισμό Η/Υ αγοραίας αξίας 210.000 ευρώ και οικονομικής διάρκειας ζωής πέντε (5) έτη (συντελεστής απόσβεσης 20%). Η διάρκεια της μίσθωσης είναι πέντε (5) έτη και το ετήσιο μίσθωμα ανέρχεται σε 45.000 ευρώ με καταβολή στο τέλος κάθε ετήσιας περιόδου. Κατά τη λήξη της μίσθωσης το μίσθιο θα περιέλθει στην κυριότητα του μισθωτή. Το επιτόκιο της σύμβασης ορίζεται σε 4%. Η παρούσα αξία των μισθωμάτων ανέρχεται σε 200.332 ευρώ.

Η ως άνω σύμβαση μίσθωσης πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν.4172/2013 και κατά συνέπεια, ο μισθωτής Β θα διενεργήσει τις αποσβέσεις επί του μισθίου.

Με βάση τα δεδομένα του παραδείγματος, τα μισθώματα αναλύονται για κάθε ένα από τα 5 έτη της μίσθωσης ως εξής:

Έτη Κεφάλαιο Τόκοι Σύνολο μισθώματος
1ο έτος 36.987 8.013 45.000
2ο έτος 38.466 6.534 45.000
3ο έτος 40.005 4.995 45.000
4ο έτος 41.605 3.395 45.000
5ο έτος 43.269 1.731 45.000
ΣΥΝΟΛΑ 200.332 24.668 225.000

Δεδομένου ότι η παρούσα αξία των μισθωμάτων είναι μικρότερη από την αγοραία αξία, οι αποσβέσεις θα υπολογισθούν επί του ποσού των 200.332 ευρώ. Κατά συνέπεια, ο μισθωτής για κάθε ένα από τα παραπάνω έτη της μίσθωσης θα εκπίπτει ποσό απόσβεσης ίσο με 40.066 ευρώ (= 200.332 x 20%) και τους τόκους που αναλογούν στα μισθώματα (με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 49 του ν.4172/2013) όπως αναλυτικά παρουσιάζονται στην τρίτη στήλη του παραπάνω πίνακα. Αντίστοιχα, ο εκμισθωτής για κάθε ένα από τα παραπάνω έτη της μίσθωσης θα φορολογείται για το έσοδο από τους τόκους ενώ το υπόλοιπο μέρος του μισθώματος που αφορά στο κεφάλαιο θα μειώνει την απαίτησή του έναντι του μισθωτή (δεν θα προστίθεται στα φορολογητέα του έσοδα το σύνολο του μισθώματος). Το ποσό της απαίτησης που θα απομείνει μετά την αφαίρεση των ως άνω μισθωμάτων, θα εξετασθεί υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 22 και 23 του ν.4172/2013.

3.δ. Επισημαίνεται ότι μία σύμβαση θα χαρακτηρίζεται ως χρηματοοικονομική για φορολογικούς σκοπούς με βάση τα ανωτέρω κριτήρια ανεξάρτητα του νομικού τύπου της σύμβασης. Αν δεν πληρούνται τα ανωτέρω κριτήρια, οι φορολογικές αποσβέσεις θα διενεργούνται από τον εκμισθωτή: α) σε περίπτωση που αυτός είναι εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν.1665/1986 σε ίσα μέρη ανάλογα με τα έτη διάρκειας της σύμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του νόμου αυτού και β) στις λοιπές περιπτώσεις με βάση τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 24 του ν.4172/2013.

3.ε. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν.4172/2013 ισχύουν για συμβάσεις χρηματοοικονομικής μίσθωσης που συνάπτονται από την 01.01.2014 και μετά, ενώ για συμβάσεις χρηματοοικονομικής μίσθωσης που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν.4172/2013, ήτοι πριν την 01.01.2014, η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του ν.4172/2013 τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2019, με βάση τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 26 του ν.4223/2013 με τις οποίες προστέθηκε παράγραφος στο άρθρο 72 του ν.4172/2013.

4.Με την παρ.3 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι οι εδαφικές εκτάσεις, έργα τέχνης, αντίκες, κοσμήματα και άλλα πάγια στοιχεία ενεργητικού επιχειρήσεων που δεν υπόκεινται σε φθορά και αχρήστευση λόγω παλαιότητας, δεν υπόκεινται σε φορολογική απόσβεση.

5.α.Με την παρ.4 του ίδιου άρθρου, ορίζονται οι συντελεστές φορολογικών αποσβέσεων ανά πάγιο περιουσιακό στοιχείο ως εξής:

Το κόστος κτήσης ή κατασκευής, περιλαμβανομένου και του κόστους βελτίωσης, ανανέωσης, ανακατασκευής και αποκατάστασης του περιβάλλοντος αποσβένονται, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα συντελεστών:

Κατηγορία ενεργητικού επιχείρησης Συντελεστής φορολογικής απόσβεσης (% ανά φορολογικό έτος)
Κτίρια, κατασκευές, εγκαταστάσεις, βιομηχανικές και ειδικές εγκαταστάσεις, μη κτιριακές εγκαταστάσεις, αποθήκες και σταθμοί, περιλαμβανομένων των παραρτημάτων τους (και ειδικών οχημάτων φορτοεκφόρτωσης) 4
Εδαφικές εκτάσεις που χρησιμοποιούνται σε εξόρυξη και λατομεία, εκτός αν χρησιμοποιούνται για τις υποστηρικτικές δραστηριότητες εξόρυξης 5
Μέσα μαζικής μεταφοράς, περιλαμβανομένων αεροσκαφών, σιδηροδρομικών συρμών, πλοίων και σκαφών 5
Μηχανήματα, εξοπλισμός εκτός Η/Υ και λογισμικού 10
Μέσα μεταφοράς ατόμων 16
Μέσα μεταφοράς εμπορευμάτων («εσωτερικές εμπορευματικές μεταφορές») 12
Άυλα στοιχεία και δικαιώματα και έξοδα πολυετούς απόσβεσης 10
Εξοπλισμός Η/Υ, κύριος και περιφερειακός και λογισμικό 20
Λοιπά πάγια στοιχεία της επιχείρησης 10

Ο συντελεστής φορολογικής απόσβεσης του προηγούμενου πίνακα για τα άυλα στοιχεία και δικαιώματα ισχύει, εφόσον δεν προκύπτει συμβατικά από την αρχική συμφωνία οικονομική διάρκεια ζωής διαφορετική των δέκα (10) ετών, οπότε και ο συντελεστής διαμορφώνεται ως το πηλίκο «1 διά έτη διάρκειας ζωής δικαιώματος». Σε περίπτωση δικαιωμάτων που θεμελιώθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, για την αναπόσβεστη αξία (εναπομείνασα αξία) ως διάρκεια δικαιώματος λαμβάνεται η υπολειπόμενη διάρκεια του δικαιώματος.

5.β. Οι παραπάνω κατηγορίες παγίων που αποσβένονται με τον αντίστοιχο συντελεστή είναι γενικές και ο νομοθέτης, σε αντίθεση με παλαιότερες διατάξεις, δεν υιοθέτησε την αναλυτική ούτε την ειδική κατηγοριοποίηση των παγίων. Κατόπιν αυτού, η ένταξη σε κατηγορία συγκεκριμένου πάγιου περιουσιακού στοιχείου γίνεται από την ίδια την επιχείρηση που το χρησιμοποιεί με βάση τη χρήση, το σκοπό και τα ειδικά χαρακτηριστικά του.

Εάν κάποιο πάγιο, παρά τα παραπάνω, δεν μπορεί να ενταχθεί σε μια από τις κατηγορίες του πιο πάνω πίνακα, ο συντελεστής απόσβεσης αυτού θα είναι εκείνος των «λοιπών πάγιων στοιχείων» δηλαδή δέκα τοις εκατό (10%) και όχι εκείνος που τυχόν προκύπτει από την ωφέλιμη διάρκεια ζωής του παγίου αυτού.

5.γ. Όσον αφορά στα έξοδα πρώτης εγκατάστασης και κτήσης ακινήτων, αυτά αποσβένονται στο φορολογικό έτος 2014 με συντελεστή 10%, ως περιλαμβανόμενα στα έξοδα πολυετούς απόσβεσης, ανεξάρτητα του χρόνου πραγματοποίησής τους, ήτοι πριν ή μετά την 01.01.2014. Επισημαίνεται, ότι ως έξοδα πολυετούς απόσβεσης θεωρούνται εκείνα που πραγματοποιούνται για την ίδρυση και αρχική οργάνωση της οικονομικής μονάδας, για την απόκτηση διαρκών μέσων εκμεταλλεύσεως καθώς και για την επέκταση και αναδιοργάνωσή της και εξυπηρετούν την οικονομική μονάδα για περίοδο μεγαλύτερη του ενός έτους.

Για φορολογικά έτη με έναρξη από την 01.01.2015, οπότε τίθενται σε ισχύ τα νέα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (Ε.Λ.Π. – ν.4308/2014), ισχύουν τα ακόλουθα:

Καταρχήν, στις διατάξεις των Ε.Λ.Π. δεν ορίζεται η έννοια των εξόδων πολυετούς απόσβεσης για λογιστικούς σκοπούς. Ωστόσο, παρέχεται η δυνατότητα τα έξοδα πολυετούς απόσβεσης που εμφανίζονται στις λογιστικές καταστάσεις μέχρι και την 31.12.2014 να συνεχίζουν να εμφανίζονται στις καταστάσεις αυτές μέχρι την ολοσχερή απόσβεσή τους (παρ.5 άρθρου 37 ν.4308/2014). Επομένως, τα έξοδα πολυετούς απόσβεσης που πραγματοποιήθηκαν πριν την 01.01.2015 και δεν έχουν αποσβεσθεί πλήρως έως τις 31.12.2014, θα συνεχίσουν να αποσβένονται με συντελεστή 10% και μετά το 2014 μέχρι την ολοσχερή απόσβεσή τους. Αντίθετα, προκειμένου για έξοδα που ενέπιπταν στην έννοια των εξόδων πολυετούς απόσβεσης δυνάμει του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου και πραγματοποιούνται από 01.01.2015 και εφεξής, αυτά θα εκπίπτουν εφάπαξ κατά το έτος πραγματοποίησής τους, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 22 και 23 του ν.4172/2013, στο βαθμό που δεν εντάσσονται σε μία από τις κατηγορίες παγίων (ενσώματων ή άυλων) που προβλέπονται από τις διατάξεις των Ε.Λ.Π.

Ειδικότερα, οι δαπάνες που πραγματοποιούνται από 01.01.2015 για την απόκτηση ενός παγίου οι οποίες συνδέονται άμεσα με αυτό και είναι απαραίτητες για να φθάσει το πάγιο σε κατάσταση που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί, περιλαμβάνονται στο κόστος κτήσης αυτού (π.χ. προκειμένου για ακίνητα ο φόρος μεταβίβασης ακινήτων, έξοδα συμβολαιογράφου, μεταγραφής, αμοιβή για εκτίμηση ακινήτου και παράσταση δικηγόρου κ.λπ.).

Στο κόστος αυτό μπορεί να συμπεριλαμβάνονται και οι τόκοι δανείων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα ΕΛΠ ή ΔΛΠ, κατά περίπτωση.

Επιπλέον, με την περίπτωση δ’ της παρ.1 του άρθρου 18 του ν.4308/2014 (Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα), ορίζεται, ότι για λογιστικούς σκοπούς, οι δαπάνες ανάπτυξης αναγνωρίζονται ως περιουσιακό στοιχείο όταν και μόνο όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται με τις ίδιες διατάξεις. Σύμφωνα με τον ορισμό του Παραρτήματος Α του ίδιου νόμου, ως «ανάπτυξη» νοείται η εφαρμογή ευρημάτων έρευνας ή άλλης γνώσης σε ένα πλάνο ή σχέδιο για την εφαρμογή των νέων ή ουσιωδώς βελτιωμένων υλικών, εργαλείων, προϊόντων, διαδικασιών, συστημάτων ή υπηρεσιών, πριν την έναρξη της παραγωγής ή χρήσης αυτών.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 01.01.2015 και μετά, οι δαπάνες ανάπτυξης με βάση τα ΕΛΠ (ν.4308/2014), οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με συγκεκριμένα πάγια στοιχεία, θα αποσβένονται με συντελεστή 10% ως «λοιπά πάγια στοιχεία της επιχείρησης».

5.δ. Στην περίπτωση ανέγερσης ακινήτου σε έδαφος κυριότητας του εκμισθωτή με δαπάνες του μισθωτή, ο εκμισθωτής διενεργεί αποσβέσεις επί της αξίας αυτού, ανεξάρτητα από το χρόνο ανέγερσής του, με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού, ενώ ο μισθωτής, εφόσον ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά του, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του ιδίου νόμου, τις δαπάνες που πραγματοποίησε για την ανέγερση του ακινήτου.

5.ε. Αναφορικά με τις δαπάνες για βελτιώσεις και προσθήκες σε μισθωμένα ακίνητα, αυτές προσαυξάνουν την αξία του παγίου που αφορούν και αποσβένονται με βάση το σχετικό πίνακα από τον κύριο του παγίου (εκμισθωτή) και όχι από αυτόν που τις πραγματοποίησε. Αντίθετα, ο μισθωτής δεν θα διενεργεί πλέον αποσβέσεις επί των βελτιώσεων και προσθηκών που πραγματοποίησε σε μισθωμένα ακίνητα αλλά θα εκπίπτει τις σχετικές δαπάνες κατά το έτος πραγματοποίησής τους με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 22 και 23 του ν.4172/2013.

Ειδικά για τις δαπάνες προσθηκών και βελτιώσεων που πραγματοποιήθηκαν από τον μισθωτή πριν την 01.01.2014, καθώς και τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από τον μισθωτή σε περίπτωση ανέγερσης ακινήτου σε οικόπεδο τρίτου πριν την 01.01.2014, το τυχόν αναπόσβεστο υπόλοιπο αυτών κατά την ημερομηνία της πρώτης εφαρμογής του νόμου, θα εκπίπτει ισόποσα στον εναπομένοντα χρόνο της σύμβασης.

Παράδειγμα

Για παράδειγμα, μία επιχείρηση (μισθωτής) της οποίας το φορολογικό έτος λήγει στις 31.12.2014 για τις δαπάνες βελτιώσεων και προσθηκών σε μισθωμένο για 8 έτη ακίνητο (κτίριο) τις οποίες πραγματοποίησε στη χρήση 2010 που ανήλθαν σε 10.000 ευρώ και τις οποίες κατά τις χρήσεις 2010, 2011 και 2012 διενήργησε αποσβέσεις με το συντελεστή που οριζόταν από το π.δ.299/2003, με βάση τις ισχύουσες για τις χρήσεις αυτές διατάξεις (περ. ιγ’ της παρ.1 του άρθρου 31 του ν.2238/1994 πριν την τροποποίησή τους με τις διατάξεις του ν.4110/2013) για παράδειγμα 7% (απόσβεση 700 ευρώ), για τη χρήση 2013 με βάση τις ισχύουσες για τη χρήση αυτή διατάξεις (περ. ιγ’ της παρ.1 του άρθρου 31 του ν.2238/1994 όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις της παρ.31 του ν.4110/2013) και την αριθμ. ΠΟΛ.1064/25.2.2014 σχετική διευκρινιστική μας εγκύκλιο η επιχείρηση εξέπεσε ποσό ίσο με το αναπόσβεστο υπόλοιπο μέχρι τη χρήση αυτή (7.900 ευρώ) ίσο με το 1/5 αυτού δηλαδή 1.580 ευρώ.

Κατά συνέπεια, την 01.01.2014 θα εμφανίζεται αναπόσβεστο υπόλοιπο ίσο με 6.320 ευρώ με το οποίο θα προσαυξηθεί η αξία του ακινήτου (κτιρίου) η οποία πλέον θα αποσβεσθεί στις 31.12.2014 και εξής από τον εκμισθωτή με βάση το συντελεστή 4% που ορίζεται με τον πίνακα της παρ.4 του άρθρου αυτού. Ο μισθωτής δεν θα διενεργεί πλέον αποσβέσεις επί των δαπανών βελτιώσεων και προσθηκών που πραγματοποίησε σε μισθωμένα ακίνητα πριν το φορολογικό έτος 2014 και το τυχόν αναπόσβεστο υπόλοιπο που εμφανίζεται στα βιβλία του το φορολογικό έτος 2014, θα εκπίπτει ισόποσα στον εναπομένοντα χρόνο της σύμβασης.

5.στ.Οι δαπάνες επισκευής και συντήρησης εκπίπτουν με βάση τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του ν.4172/2013 κατά το χρόνο πραγματοποίησής τους καθόσον δεν αποτελούν κόστη κτήσης ή κατασκευής, βελτίωσης, ανανέωσης και ανακατασκευής του πίνακα της παρ.4 του άρθρου αυτού.

6.Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου, ορίζεται ότι η διενέργεια των φορολογικών αποσβέσεων για κάθε έτος με τους καθορισθέντες νέους συντελεστές αποσβέσεων της παρ.4 γίνεται σε ετήσια βάση, είναι υποχρεωτική και δεν επιτρέπεται η μεταφορά αποσβενόμενων ποσών μεταξύ οικονομικών χρήσεων (φορολογικών ετών). Υπόχρεοι είναι φορολογούμενοι, οι οποίοι έχουν στην κυριότητά τους πάγια περιουσιακά στοιχεία, ανεξαρτήτως αν τα χρησιμοποιούν οι ίδιοι ή τα εκμισθώνουν ή τα εκμεταλλεύονται με οποιοδήποτε τρόπο, καθώς και ο μισθωτής σε περίπτωση χρηματοοικονομικής μίσθωσης της παρ.2.

Σε περίπτωση, που διενεργηθούν αποσβέσεις αλλά με συντελεστή μεγαλύτερο από τον προβλεπόμενο, οι επιπλέον αποσβέσεις δεν αναγνωρίζονται φορολογικά και οι επιχειρήσεις υποχρεούνται με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος να αναμορφώσουν τα προκύψαντα αποτελέσματα με την προσθήκη αυτών ως λογιστική διαφορά, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, αν δεν διενεργηθούν ή διενεργηθούν με συντελεστή μικρότερο από τον προβλεπόμενο, η επιχείρηση χάνει το δικαίωμα να πραγματοποιήσει στο μέλλον τις αποσβέσεις που όφειλε να διενεργήσει και δεν διενήργησε.

Ακόμη, από τις παραπάνω διατάξεις, προκύπτει ότι οι φορολογικές αποσβέσεις διενεργούνται πλέον μόνο με τη σταθερή μέθοδο απόσβεσης επί της αξίας των πάγιων περιουσιακών στοιχείων των επιχειρήσεων. Ειδικές διατάξεις που προβλέπουν διαφορετικό τρόπο διενέργειας αποσβέσεων εξακολουθούν να ισχύουν (όπως π.χ. άρθρο άρθρο 97 ν.1892/1990, άρθρο 26 ν.2093/1992, άρθρο 25 ν.2338/1995, άρθρο 2 ν.3755/2009, κ.λπ.)

Επιπλέον, για το φορολογικό έτος 2014 εξακολουθούν να ισχύουν οι ειδικότερες διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 9 του ν.1809/1988 (ΦΕΚ 222Α’) για την απόσβεση των φορολογικών μηχανισμών. Ωστόσο, για τα επόμενα φορολογικά έτη θα εφαρμόζεται η παράγραφος 4 του άρθρου 24, ανεξάρτητα του χρόνου απόκτησης του φορολογικού μηχανισμού καθόσον οι ανωτέρω ειδικότερες διατάξεις από 01.01.2015 καταργήθηκαν με το άρθρο 38 του ν.4308/2014.

Αναφορικά με τις αποσβέσεις εξόδων μεταλλευτικών ερευνών και συναφών προς αυτές δαπανών εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του ν.δ. 4029/1959 καθόσον αποτελούν ειδικότερες διατάξεις σε σχέση με τις νεότερες γενικές διατάξεις του ν.4172/2013.

Επισημαίνεται ότι με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι η απόσβεση των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκτέλεση μεταλλευτικών ερευνών κάθε φύσης καθώς και των συναφών με αυτές δαπανών δύναται να διενεργηθεί κατ’ επιλογή της επιχείρησης είτε εφάπαξ εντός του φορολογικού έτους κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν αυτές είτε κατά ένα από τα επόμενα τέσσερα έτη είτε τμηματικά κατά τα έτη αυτά.

  1. Με την παρ.6 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι η φορολογική απόσβεση ενός πάγιου περιουσιακού στοιχείου αρχίζει από τον επόμενο μήνα εντός του οποίου χρησιμοποιείται ή τίθεται σε υπηρεσία από τον φορολογούμενο κατ’ αναλογία με τους συντελεστές της παραγράφου 4 και όχι από το μήνα που αυτό άρχισε να χρησιμοποιείται ή να λειτουργεί.

Σε περίπτωση πώλησης του παγίου πριν την ολοσχερή απόσβεσή του, διενεργούνται αποσβέσεις μέχρι και τον τελευταίο μήνα που χρησιμοποιήθηκε, χωρίς να ενδιαφέρει ο αριθμός των ημερών που χρησιμοποιήθηκε τον μήνα αυτό.

Σημειώνεται ότι όσον αφορά στα πάγια περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν χρησιμοποιούνται παραγωγικά για τις ανάγκες της βασικής επαγγελματικής δραστηριότητας της επιχείρησης, ούτε και για τις τυχόν παρεπόμενες ασχολίες της, δηλαδή εκείνα τα οποία έχουν τεθεί εκτός εκμετάλλευσης (ή σε αδράνεια), γι’ αυτά και για το χρονικό διάστημα που είναι εκτός εκμετάλλευσης δεν θα υπολογίζονται φορολογικές αποσβέσεις, δεδομένου ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί απόσβεση αυτών λόγω μη ύπαρξης λειτουργικής φθοράς τους. Κατά τον χρόνο που θα αρχίσει πάλι η παραγωγική τους λειτουργία, συνεχίζουν να διενεργούνται οι φορολογικές αποσβέσεις έως την πλήρη απόσβεσή τους.

Ειδικά στα πάγια τα οποία λόγω της παραγωγικής διαδικασίας λειτουργούν περιοδικά, δηλαδή για μεγάλα χρονικά διαστήματα διακόπτεται η λειτουργία τους, ανάλογα με τα δημιουργούμενα αποθέματα και επανατίθενται σε λειτουργία όταν η αγορά απορροφήσει τα αποθέματα αυτά, οι φορολογικές αποσβέσεις υπολογίζονται κανονικά, επειδή τα μηχανήματα αυτά κατά το χρόνο διακοπής της λειτουργίας τους είναι συνδεδεμένα στο χώρο τους και πάντα σε ετοιμότητα να λειτουργήσουν.

Τέλος, για τα πάγια περιουσιακά στοιχεία των επιχειρήσεων που λειτουργούν εποχιακά, δηλαδή των επιχειρήσεων που λειτουργούν συγκεκριμένους μήνες κάθε φορολογικού έτους (π.χ. ξενοδοχειακές, τυποποίησης αγροτικών προϊόντων, κ.λπ.), θα υπολογίζονται φορολογικές αποσβέσεις για όλους τους μήνες του φορολογικού έτους, δεδομένου ότι η μη χρησιμοποίηση αυτών των παγίων για όλους τους μήνες του φορολογικού έτους οφείλεται στον τρόπο λειτουργίας τους και δεν είναι επιλογή των επιχειρήσεων.

  1. Με την παρ.7 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι το ποσό της φορολογικής απόσβεσης δεν δύναται να υπερβεί το κόστος κτήσης ή κατασκευής, περιλαμβανομένου του κόστους βελτίωσης, ανανέωσης και ανακατασκευής, καθώς και αποκατάστασης του περιβάλλοντος.

Επομένως, η διενέργεια φορολογικών αποσβέσεων για κάποιο πάγιο διακόπτεται από τη στιγμή που το σύνολο των αποσβέσεων που έχουν διενεργηθεί γι’ αυτό γίνει ίσο με την αποσβεστέα αξία του (μείον ένα λεπτό), χωρίς να ενδιαφέρει αν αυτό εξακολουθεί να χρησιμοποιείται παραγωγικά από την επιχείρηση.

Εάν η αποσβέσιμη αξία (αξία κτήσης) ενός περιουσιακού στοιχείου της επιχείρησης είναι μικρότερη από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, το εν λόγω στοιχείο μπορεί να αποσβεστεί εξ ολοκλήρου μέσα στο φορολογικό έτος που αυτό αποκτήθηκε. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να αναπροσαρμόζεται το ποσό που ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο μία φορά ανά πέντε (5) έτη, με βάση τα κατάλληλα στοιχεία που δημοσιεύονται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.).

Δηλαδή, η εφάπαξ απόσβεση των εν λόγω παγίων δεν είναι υποχρεωτική αλλά δυνητική.

Συνεπώς, κάθε πάγιο περιουσιακό στοιχείο του οποίου η αξία κτήσης είναι μέχρι χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, μπορεί να αποσβεστεί είτε εφάπαξ στο φορολογικό έτος που αποκτήθηκε, είτε τμηματικά με βάση το συντελεστή απόσβεσης από τον επόμενο μήνα εντός του οποίου χρησιμοποιήθηκε ή τέθηκε σε λειτουργία. Σημειώνεται ότι η επιλογή της εφάπαξ ή της τμηματικής φορολογικής απόσβεσης αφορά κάθε πάγιο ξεχωριστά, πράγμα που σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα ορισμένα από τα ίδια πάγια (αξίας κτήσης το καθένα μέχρι 1.500 ευρώ) να τα αποσβένουν εφάπαξ στο συγκεκριμένο φορολογικό έτος και άλλα να τα αποσβένουν τμηματικά σύμφωνα με τα ανωτέρω.

  1. Με την παρ.8 του ιδίου άρθρου, ορίζεται ότι οι νέες επιχειρήσεις δύνανται να αναβάλουν την φορολογική απόσβεση των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης κατά τα πρώτα τρία (3) φορολογικά έτη.

Επομένως, οι νέες επιχειρήσεις, κατά τα τρία (3) πρώτα φορολογικά έτη, με πρώτο εκείνο στο οποίο υποβλήθηκε η δήλωση έναρξης εργασιών και για το σύνολο των παγίων περιουσιακών στοιχείων τους, έχουν τη δυνατότητα να μη διενεργούν καθόλου φορολογικές αποσβέσεις. Από το τέταρτο φορολογικό έτος και μετά, θα υπολογισθούν φορολογικές αποσβέσεις σύμφωνα με το άρθρο 24 για το σύνολο των παγίων ανεξάρτητα από το έτος που αποκτήθηκαν τα πάγια αυτά. Τονίζεται ότι η επιλογή της μη διενέργειας αποσβέσεων, αφορά αφενός, το σύνολο των πάγιων περιουσιακών στοιχείων (δηλαδή, είτε δεν θα διενεργηθούν φορολογικές αποσβέσεις για κανένα πάγιο περιουσιακό στοιχείο είτε θα διενεργηθούν για όλα) και αφετέρου, το σύνολο της τριετίας (δηλαδή, η επιχείρηση ή δεν θα διενεργήσει φορολογικές αποσβέσεις ή θα διενεργήσει και στα τρία (3) πρώτα φορολογικά έτη).

Για την εφαρμογή των παραπάνω ως νέες επιχειρήσεις θεωρούνται οι ακόλουθες:

i)Εκείνες οι οποίες υποβάλλουν δήλωση έναρξης εργασιών από 01.01.2014 και μετά.

ii)Εκείνες οι οποίες έχουν υποβάλει δήλωση έναρξης εργασιών πριν από την πιο πάνω ημερομηνία αλλά τα τρία (3) πρώτα φορολογικά έτη δεν έχουν εξαντληθεί έως την 01.01.2014.

iii)Εκείνες οι οποίες από 01.01.2014 και μετά υποβάλλουν δήλωση έναρξης εργασιών υποκαταστήματος.

iv)Εκείνες οι οποίες έχουν υποβάλει δήλωση έναρξης εργασιών υποκαταστήματος πριν από την 01.01.2014 αλλά τα τρία (3) πρώτα φορολογικά έτη από την έναρξη αυτού δεν έχουν παρέλθει έως την 01.01.2014.

ν) Εκείνες οι οποίες από 01.01.2014 και μετά δραστηριοποιούνται σε νέο αυτοτελή κλάδο ή αρχίζουν την άσκηση δραστηριότητας με αυτοτελή οργάνωση, χωρίς να ιδρύουν υποκατάστημα. Για παράδειγμα, μια βιομηχανική επιχείρηση ιδρύει μια νέα παραγωγική μονάδα η οποία κατασκευάζει προϊόντα όμοια με αυτά που ήδη παράγονται ή νέα προϊόντα ή μια ξενοδοχειακή επιχείρηση ανεγείρει και άλλο ξενοδοχειακό συγκρότημα δίπλα στο ήδη υφιστάμενο ή μια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας αρχίζει να παρέχει υπηρεσίες σταθερής τηλεφωνίας.

  1. vi) Εκείνες οι οποίες έχουν συστήσει αυτοτελή κλάδο ή έχουν αρχίσει την άσκηση δραστηριότητας με αυτοτελή οργάνωση, χωρίς να ιδρύουν υποκατάστημα, πριν από την 01.01.2014 αλλά τα τρία (3) πρώτα φορολογικά έτη από τη σύσταση του κλάδου ή την έναρξη της νέας δραστηριότητας δεν έχουν παρέλθει έως την 01.01.2014.

Στις πιο πάνω περιπτώσεις iii, iv, v, και vi, οι επιχειρήσεις θεωρούνται νέες μόνον όσον αφορά στο υποκατάστημα και στον αυτοτελή κλάδο ή στη νέα δραστηριότητα με αυτοτελή οργάνωση αντίστοιχα, οπότε η επιλογή της μη διενέργειας ή της διενέργειας φορολογικών αποσβέσεων θα αφορά μόνο τα πάγια του υποκαταστήματος, κ.λπ.

Όσον αφορά στο πότε μια επιχείρηση που έχει προέλθει από μετασχηματισμό θεωρείται «νέα» ή όχι, θα έχουν εφαρμογή τα ακόλουθα:


Περιουσιολόγιο και η εφαρμογή του

Του Γιώργου Δαλιάνη

Οι εξαγγελίες της κυβέρνησης για το περιουσιολόγιο και την εφαρμογή του παίρνουν σάρκα και οστά. Η δημιουργία του, εντάσσεται στις μεταρρυθμίσεις για την πάταξη της φοροδιαφυγής, οι οποίες θα υποβληθούν στους Θεσμούς.

Γίνεται προσπάθεια το σχετικό έντυπο, που αφορά στο περιουσιολόγιο να ενσωματωθεί σε αυτό της Δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων. Εάν αυτό, λόγω χρόνου, δεν καταστεί εφικτό, τότε με άλλο έντυπο εντός του έτους, οι Φορολογικοί Κάτοικοι Ελλάδας θα κληθούν να δηλώσουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία όπως:

Επίσης θα  δηλωθούν οι επενδύσεις σε:

Παράλληλα, στη δήλωση περιουσίας θα πρέπει να δηλωθούν τιμαλφή και άλλα κινητά περιουσιακά στοιχεία σημαντικής αξίας, όπως πίνακες ζωγραφικής και επενδύσεις σε πολύτιμα μέταλλα (χρυσός σε ράβδους ή λίρες). Για τα μετρητά, όπου και αν αυτά φυλάσσονται, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποδεικνύεται η ύπαρξή τους.

Το σύνολο των προαναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων σε συνδυασμό με την ακίνητη περιουσία, που έχει στη διάθεσή του το Υπουργείο Οικονομικών, θα αποτελούν το ατομικό ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο των Ελλήνων Φορολογικών Κατοίκων. Σκοπός είναι να αποτελέσει τη βάση ασφαλούς ελέγχου του ετήσιου εισοδήματος και της προσαύξησης της περιουσίας για καθένα από τα επόμενα έτη.

Για καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης με τους φορολογούμενους, το Υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζει  μια μίνι περαίωση με την οποία θα καλεί εντός προθεσμίας σαράντα (40) ημερών τους φορολογούμενους να δηλώσουν αδήλωτα εισοδήματα από οποιοδήποτε πηγή, τα οποία θα φορολογηθούν με ένα συντελεστή από 15% έως 20%, χωρίς πρόστιμα και προσαυξήσεις. Στα εισοδήματα αυτά αφορούν και τα ποσά, που έχουν σταλεί με εμβάσματα στο εξωτερικό, ανεξάρτητα αν για κάποιες υποθέσεις έχουν εκδοθεί εντολές ελέγχου.

Σε άρθρο μας με τίτλο «Ρεαλιστικές προτάσεις για είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών», που δημοσιεύθηκε στο capital.gr στις 11/3/2015 προτείνουμε το Υπουργείο Οικονομικών να πάρει τολμηρές αποφάσεις, που  έχουν εισπρακτικό ενδιαφέρον, αλλά που να μπορούν να συμβάλλουν στην εμπέδωση κλίματος συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτείας και φορολογούμενων, ώστε οι φορολογούμενοι να ανταποκριθούν στην προσπάθεια σύνταξης του ηλεκτρονικού περιουσιολόγιου.

Πιστεύουμε ότι θα πρέπει να είναι και η τελευταία ευκαιρία που δίνεται. Στο εξής θα πρέπει να εφαρμόζεται η νομοθεσία ισότιμα και να γίνεται πράξη η πάταξη της φοροδιαφυγής, προς κάθε κατεύθυνση χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς.


Τα ψιλά γράμματα της ρύθμισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε 100 δόσεις

Του Γιώργου Δαλιάνη,

με τη συνεργασία του Γιώργου Ευσταθόπουλου δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω, συνεργάτης της Artion A.E.

Στις 21.3.2015 ψηφίστηκε ο νόμος 4321/2015, στον οποίο, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται η νέα και πιο βελτιωμένη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε 100 δόσεις.

Με την ψήφιση του νόμου αυτού, αλλά και του προγενέστερου Ν. 4320/2015 (19.3.2015) και συγκεκριμένα του άρθρου 34, αναφορικά με τη διευκόλυνση των φορολογουμένων να πληρώσουν μέρος ή το σύνολο των υποχρεώσεων προς τη φορολογική διοίκηση με απαλλαγή από προσαυξήσεις, τόκους και πρόστιμα που τις επιβαρύνουν, καθίσταται πλέον δυνατή η εξαγωγή των πρώτων συμπερασμάτων και παρατηρήσεων.

Η κυβέρνηση θέλησε να διατηρήσει το καθεστώς της ευνοϊκής ρύθμισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε 100 δόσεις, με μοναδική βελτίωση την απαλοιφή του ανωτάτου ορίου των οφειλών, αλλά και τη μείωση του ελάχιστου ποσού της μηνιαίας δόσης.

Σαφέστατα, η πίεση της ανάγκης για άμεση εξεύρεση πόρων, τη δεδομένη χρονική στιγμή, ενόψει των οικονομικών αναγκών της χώρας, αλλά και η αντίδραση των ευρωπαίων εταίρων δεν επέτρεψαν την υιοθέτηση γενναιότερων επιλογών. Συγκεκριμένα, επιλογές  όπως η επαναφορά της διοικητικής επίλυσης και του εξωδικαστικού συμβιβασμού ή ακόμα και η φημολογούμενη από ετών περαίωση των εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ανάλογη του Ν. 3888/2010, θα οδηγούσε στην ταχεία είσπραξη φόρων και προστίμων, ως επίσης και στην αποσυμφόρηση των διοικητικών δικαστηρίων, όπως άλλωστε είχε καταδείξει το πρόσφατο παρελθόν.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 1 και επόμενα του Ν. 4321/2015, ο φορολογούμενος δύναται να ρυθμίσει τις ληξιπρόθεσμες μέχρι την 1.3.2015 οφειλές του, απαλλασσόμενος κατά ποσοστό από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν (αλλά και τα πρόστιμα του Ν. 4174/2013 και του ΚΕΔΕ), ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων που θα επιλέξει.

Ωστόσο, μία πρώτη παρατήρηση -παγίδα που θα πρέπει οι φορολογούμενοι να προσέξουν ιδιαιτέρως, είναι ότι δεν παρέχεται στο φορολογούμενο η δυνατότητα να επιλέξει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που θέλει να υπαγάγει στη ρύθμιση (άρθρο 1 παρ. 3). Η δυνατότητα υπαγωγής σε αυτή παρέχεται υποχρεωτικά για το σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, δηλαδή ακόμα και αυτών που έχουν αμφισβητηθεί δικαστικά και εκκρεμούν στα δικαστήρια.

Για την πλήρη ενημέρωση των φορολογουμένων, πρέπει να επισημανθεί ιδιαιτέρως, ότι οι ανωτέρω απαλλαγές εκ των προσαυξήσεων δεν αφορούν στις τυχόν επιβληθείσες δυνάμει καταλογιστικών πράξεων της φορολογικής διοίκησης προσαυξήσεις (π.χ. στον ΦΠΑ) ή στους πρόσθετους φόρους (π.χ. στη φορολογία εισοδήματος), αλλά αποκλειστικά και μόνο στις επιβληθείσες μετά την έκδοση των πράξεων αυτών προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου ή του προστίμου.

Αναλυτικότερα, εάν σε βάρος επιχείρησης ή φυσικού προσώπου έχει επιβληθεί, με μία οριστική πράξη προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος, κύριος φόρος και πρόσθετος (λόγω ανακρίβειας της υποβληθείσας φορολογικής δήλωσης), ο οποίος υπολογίζεται με μία προσαύξηση της τάξεως του 2% για κάθε μήνα καθυστέρησης με ανώτατο όριο το 120%, η διά της υπαγωγής στη νέα ρύθμιση απαλλαγή από προσαυξήσεις δεν θα οδηγήσει στη μείωση του πρόσθετου φόρου. Δηλαδή ο φορολογούμενος θα πρέπει να ρυθμίσει σε δόσεις το σύνολο της «βασικής οφειλής» που προκύπτει από την άνω καταλογιστική πράξη (κύριος και πρόσθετος φόρος εισοδήματος). Η απαλλαγή αφορά μόνο στις επιβληθείσες προσαυξήσεις από το χρόνο, που η βασική οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη και εντεύθεν (το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον ΦΠΑ).

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό, ότι το όφελος του φορολογούμενου συνίσταται αποκλειστικά στη δυνατότητα πληρωμής των υποχρεώσεών του σε μέχρι 100 δόσεις, δηλαδή στη διευκόλυνσή του. Κατά τα λοιπά, η βασική οφειλή του φορολογούμενου, διαμορφωθείσα με την επιβολή αμφίβολης νομιμότητας «τοκογλυφικών» τόκων (ήτοι προσαυξήσεων έως 120% και παλιότερα έως 300%) και τούτο λόγω της αδυναμίας της διοίκησης να πράξει εγκαίρως το ελεγκτικό της έργο (http://www.capital.gr/News.asp?id=2110934  ), παραμένει αμείωτη.

Περαιτέρω, η υπαγωγή των οφειλών στη ρύθμιση των 100 δόσεων δεν γίνεται «αζημίως» για το ελληνικό δημόσιο δηλαδή δεν «χαρίζεται» κάτι, αλλά για τις ρυθμιζόμενες οφειλές άνω των 5.000 ευρώ επιβάλλεται και ετήσιος τόκος 3% (άρθρο 2 παρ.2).

Ακολούθως, με τις επόμενες διατάξεις, ο νομοθέτης θέλησε να διευρύνει το πεδίο των οφειλών, που δύνανται να υπαχθούν στη νέα ρύθμιση.

Συγκεκριμένα, στο άρθρο 3 προβλέπεται η δυνατότητα να υπαχθούν στη ρύθμιση και οι οφειλές (ληξιπρόθεσμες μέχρι την 1.3.2015), που τελούν σε αναστολή (διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου) ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής.  Ανεξάρτητα από κάποιο πρόβλημα της νομοτυπικής διατύπωσης της διάταξης αυτής, ως προς το σκέλος της υπαγωγής μίας ληξιπρόθεσμης έως την 1.3.2015 οφειλής, που τελεί σε αναστολή διοικητική, δικαστική ή και εκ του νόμου και σε σχέση πάντα με τις διατάξεις του επόμενου άρθρου 4, θεωρείται ορθή η υπαγωγή στη νέα ρύθμιση μίας οφειλής που έχει ήδη υπαχθεί σε σαφώς δυσμενέστερη για τον φορολογούμενο παλαιότερη ρύθμιση ή διευκόλυνση.

Στο άρθρο 4 (παρ. 1) παρέχεται η δυνατότητα να υπαχθούν στη ρύθμιση (μέχρι την 26.5.2015) οφειλές που έχουν βεβαιωθεί και αμφισβητηθεί ενώπιον της διοίκησης ή του δικαστηρίου, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας, που αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες. Μοναδική προϋπόθεση είναι η υποβολή δηλώσεως παραιτήσεως εκ μέρους του φορολογουμένου από την άσκηση του δικαιώματος προσβολής ή και του δικογράφου. Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου εντάσσονται και όλες οι υποθέσεις που αφορούν φορολογικά έτη και περιόδους μέχρι και τη χρήση 2014, στις οποίες η σχετική οφειλή έχει μεν καταχωρηθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της φορολογικής διοίκησης, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί η διοικητική διαδικασία καταλογισμού των σχετικών φόρων και προστίμων. Πιθανολογούμε ότι αυτή είναι η ερμηνεία της διατάξεως , η οποία τυγχάνει μάλλον ατελής.

Εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα: Γιατί ο φορολογούμενος που έχει προσβάλει μία πιθανώς αυθαίρετη φορολογική εγγραφή και η υπόθεση εκκρεμεί στα διοικητικά δικαστήρια να προβεί στην περαίωση αυτής διά της υπαγωγής στη νέα ρύθμιση; Ποιο είναι το κίνητρο; Μόνο ο φόβος της εκ των υστέρων επιβολής προσαυξήσεων για το μεσολαβούν χρονικό διάστημα, δηλαδή μετά την έκδοση απορριπτικής αποφάσεως,  επιχείρημα όμως που δεν παρίσταται αρκετά πειστικό.

Επί παραδείγματι, φορολογούμενος που έχει προσβάλλει την επιβληθείσα το έτος 2014 απόφαση επιβολής προστίμου ΚΒΣ χρήσεως 2000 ή 2001 με βασικό επιχείρημα την παραγραφή της χρήσεως αυτής, ποιος ο λόγος να υπαχθεί στη νέα ρύθμιση;

Σύμφωνα με το άρθρο 5 η νέα ρύθμιση «χορηγείται ανά οφειλέτη και αφορά και τις οφειλές για τις οποίες αυτός ευθύνεται». Είναι προφανές ότι, παρά την απουσία ρητής πρόβλεψης, η διάταξη αυτή αφορά τους νομίμους εκπροσώπους – συνευθυνόμενα (με το νομικό πρόσωπο) φυσικά πρόσωπα, θέμα το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο άλλης ανάλυσης.

Προκύπτει, όμως το εξής ερώτημα. Για παράδειγμα, σε βάρος Ανωνύμου Εταιρείας έχει επιβληθεί κάποια πράξη καταλογισμού φόρου ή προστίμου και έχει αμφισβητηθεί ενώπιον της διοίκησης (ενδικοφανής διαδικασία) ή του αρμοδίου Δικαστηρίου (με προσφυγή) χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση. Είναι δυνατόν ο νόμιμος εκπρόσωπος – συνυπεύθυνο πρόσωπο για την καταβολή του φόρου ή προστίμου σύμφωνα με τις κείμενες φορολογικές διατάξεις να προβεί στην υπαγωγή της οφειλής αυτής στη νέα ρύθμιση; Ποια η τύχη της ενδικοφανούς ή δικαστικής διαδικασίας στην περίπτωση αυτή;

Συμπερασματικά, πρέπει να επισημανθεί ότι οι διατάξεις αυτές δημιουργούν πολλά ερωτήματα και προβληματισμούς. Θεωρούμε ότι ο σκοπός της Διοίκησης θα μπορούσε να ευδοκιμήσει, είτε με την επαναφορά της διοικητικής επίλυσης και του εξωδικαστικού συμβιβασμού (που στη περίπτωση αυτή θα υπήρχαν οι μειώσεις των πρόσθετων φόρων στο εισόδημα και των προσαυξήσεων στον ΦΠΑ), είτε με μία νέα περαίωση πανομοιότυπη με εκείνη του Ν. 3888/2010, που προέβλεπε την καταβολή ολοκλήρου του κύριου φόρου και ποσοστού 20% του πρόσθετου αλλά και των προσαυξήσεων, σε συνδυασμό με την δυνατότητα εξόφλησης σε μέχρι 100 δόσεις, ώστε να υπάρχει πραγματικό όφελος για τον φορολογούμενο και όχι απλά μία «διευκόλυνση».


Ενδοομιλικές και συναλλαγές με Κύπρο και Βουλγαρία στο στόχαστρο του υπουργείου Οικονομικών

Του Γιώργου Δαλιάνη

Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου “ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της  οικονομίας” αποτελεί ένα από τα πρώτα δείγματα γραφής της νέας κυβέρνησης και του νομοθετικού έργου της επί φορολογικών θεμάτων.

Στο παρόν κείμενο θα εστιάσουμε στην 1η παράγραφο του άρθρου 21 του σχεδίου νόμου. Αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία σχετική αναφορά στην αιτιολογική έκθεση, παρόλο που εφόσον ψηφιστεί χωρίς αλλαγές, θα αποτελέσει μία πολύ σημαντική παρέμβαση στον Κ.Φ.Ε..

Περιεκτικά το εν λόγω άρθρο, επιβάλει ως προϋπόθεση για την αναγνώριση ορισμένων δαπανών παρακράτηση ίση με το συντελεστή φόρου εισοδήματος για επιχειρηματική δραστηριότητα.  Εφόσον όμως, εντός δωδεκαμήνου από τη συναλλαγή, ο φορολογούμενος αποδείξει ότι πρόκειται περί συνήθους συναλλαγής σε τρέχουσες τιμές αγοράς, θα επιστρέφεται αζημίως για το Δημόσιο ο παρακρατηθείς φόρος στο φορολογούμενο. Οι δαπάνες που περιλαμβάνονται στη διάταξη είναι:

  1. όσες καταβάλλονται σε πρόσωπα που είναι φορολογικοί κάτοικοι μη συνεργάσιμων κρατών (π.χ. Offshore και χώρες που αναφέρονται σε ετήσια λίστα χωρών που δημοσιεύει το υπουργείο οικονομικών).
  2. όσες καταβάλλονται σε πρόσωπα κρατών με προνομιακό φορολογικό καθεστώς (π.χ. Κύπρος, Βουλγαρία, Ιρλανδία)
  3. δαπάνες με συνδεδεμένα πρόσωπα χωρίς η συνδεόμενη εταιρεία να έχει συμμορφωθεί πριν τη διενέργεια της συναλλαγής ή την έκδοση του παραστατικού με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τον Κώδικα Φορολογικών Διαδικασιών (άρθρο 21 του ν. 4174/2013). Δηλαδή περιφραστικά, δεν τηρεί φάκελο τεκμηρίωσης ενδοομιλικών συναλλαγών.
  4. δεν διαθέτει στην έδρα της ή σε συνδεδεμένη επιχείρηση την απαιτούμενη οργάνωση και υποδομή για τη διενέργεια – κατ’ επάγγελμα- ομοειδών συναλλαγών, κατά συνήθεια και επάγγελμα με τη συναλλαγή για την οποία εκδόθηκε το παραστατικό (επίπλαστη κατάσταση).

Μάλιστα, για τις δύο τελευταίες περιπτώσεις, εκτός από τη διενέργεια παρακράτησης, ο φορολογούμενος οφείλει προκειμένου να μην εμπίπτει στην μη έκπτωση της δαπάνης, και πριν τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου, να προσκομίσει πλήρη απόδειξη ότι δεν συντρέχουν για τη συγκεκριμένη εταιρεία οι αναφερόμενες κατά περίπτωση συνθήκες.

Τα ερωτηματικά βέβαια που γεννούνται είναι αρκετά.

 Πολύ φοβόμαστε ότι εφόσον ψηφιστεί το εν λόγω άρθρο στην παρούσα μορφή, θα οδηγηθούμε είτε σε εγκυκλίους που θα προσπαθούν να ερμηνεύσουν τη διάταξη και θα μεταθέτουν διαρκώς την εφαρμογή της, είτε τελικά ένας ακόμα νόμος θα κριθεί στην πράξη ανεφάρμοστος. Καθώς το νομοσχέδιο βρίσκεται σε διαβούλευση, πολλές αλλαγές δύνανται κι ελπίζουμε να υπάρξουν. Μία από τις μεγαλύτερες αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν, είναι η απλοποίηση και σταθεροποίηση του φορολογικού πλαισίου στην Ελλάδα. Αν είναι πάντως να καταλήξουμε πάλι σε έναν νέο Κ.Φ.Ε., καλύτερα να ξαναγραφεί από την αρχή, παρά δεκάδες νόμων να τροποποιούν μεμονωμένα άρθρα δημιουργώντας ασάφειες κι άρα παραθυράκια.


Ρεαλιστικές προτάσεις για είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών

Του Γιώργου Δαλιάνη

Η ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών προσπαθεί να βρει λύσεις, ώστε να εισπράξει όσο δυνατόν περισσότερα από τα βεβαιωθέντα και ανείσπρακτα δισεκατομμύρια, που οφείλουν φυσικά και νομικά πρόσωπα. Η κινητοποίηση των ομολογουμένως αποδομημένων φοροελεγκτικών μηχανισμών, αλλά  κι ασφυκτική πίεση που ασκεί η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας σε όλους ανεξαιρέτως τους οφειλέτες, δεν φαίνεται να αποδίδει τα αναμενόμενα. Τα αποτελέσματα δεν είναι καθόλου ικανοποιητικά και το ποσοστό είσπραξης περιορίζεται σε  μονοψήφια νούμερα.

Το αποθαρρυντικό όμως είναι ότι κι η πραγματική εισπραξιμότητα των ποσών αυτών είναι εξίσου χαμηλή. Οι λόγοι πολλοί και σύνθετοι, καθιστώντας τη λύση του προβλήματος ιδιαίτερα περίπλοκη.

Οι Έλληνες φορολογούμενοι, βιώνουν την παρατεταμένη οικονομική κρίση αλλά και την “κόπωση” από την υποχρέωση καταβολής διαρκώς νέων φόρων. Η επιβολή υπέρογκων προστίμων και προσαυξήσεων επί φορολογικών παραβάσεων, αλλά και σε απλές περιπτώσεις εκπρόθεσμης εξόφλησης φόρων, οδηγούν συχνά σε αντικειμενική αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών προς το κράτος. Επίσης, εκατοντάδες χιλιάδες υποθέσεις φορολογίας βρίσκονται σε εκκρεμότητα στις δικαστικές αίθουσες, πολλές από τις οποίες θα μπορούσαν να λυθούν εξωδικαστικά, αν λαμβάνονταν τολμηρά μέτρα από τη Πολιτεία.

Με το παρόν κείμενο θα καταθέσουμε ορισμένες σκέψεις – προτάσεις, που θα συνέβαλαν στη ρεαλιστική αναπροσαρμογή των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του ελληνικού δημοσίου και στην άμεση αύξηση στην είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Μείωση πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων λόγω φορολογικής παράβασης

Σε περίπτωση διαπίστωσης εκ μέρους της φορολογικής αρχής οιασδήποτε παραβάσεως της κείμενης νομοθεσίας π.χ. στη φορολογία εισοδήματος και ΦΠΑ, καταλογίζονται υπέρογκα πρόσθετα ποσά σε βάρος των φορολογούμενων. Βεβαιώνεται όχι μόνο η διαφορά του κυρίου φόρου, την καταβολή του οποίου ο φορολογούμενος απέφυγε, αλλά και πρόσθετοι φόροι και προσαυξήσεις λόγω ανακρίβειας, υπολογιζόμενοι σε ποσοστό επί του προκύπτοντος κύριου φόρου.  Συγκεκριμένα, στην περίπτωση υποβολής ανακριβούς (κατά τη κρίση του ελέγχου) φορολογικής δήλωσης (προ της 31/12/2013), οι πρόσθετοι φόροι ανέρχονται σε ποσοστό 2% επί του προκύπτοντος κύριου φόρου και σε 3% επί του Φ.Π.Α., για κάθε μήνα καθυστέρησης από το χρόνο που ο φορολογούμενος όφειλε να καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο, με ανώτατο όριο προσαυξήσεων το 120% του κύριου φόρου. Για παράδειγμα ισχύει το παράλογο, να απαιτείται κύριος φόρος 100€ και προσαυξήσεις 120€. Πρόκειται για κατάφορη αδικία καθώς εν πολλοίς οφείλεται στην αδυναμία της πολιτείας να επιτελέσει εγκαίρως το ελεγκτικό της έργο.  Μια δραστική μείωση των προσαυξήσεων πιστεύουμε ότι θα βρει πρόθυμους φορολογούμενους να αποδεχτούν μια συμβιβαστική λύση, για υποθέσεις που βρίσκονται στην διαδικασία εξέτασης από την επιτροπή (ενδικοφανούς προσφυγής) και για όσες υποθέσεις βρίσκονται στις δικαστικές αίθουσες.  Στην περίπτωση των ήδη  βεβαιωμένων οφειλών από τις Δ.Ο.Υ., που περιέχουν τέτοιες προσαυξήσεις, η ανταπόκριση θα είναι ακόμα μεγαλύτερη.

Άρση των συνεπειών στο κύρος των βιβλίων από τη λήψη εικονικών στοιχείων

Με την εφαρμογή από 1/1/2013 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης (ΚΦΑΣ) Ν.4093/2012, καταργήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 30 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.) ΠΔ 186/92. Επίσης, με τον Ν.4110/2013  τροποποιήθηκε το άρθρο 32 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.) Ν.2238/94. Τα ανωτέρω είχαν ως αποτέλεσμα να αλλάξουν ριζικά οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων κρίνονται τα βιβλία ανακριβή, οπότε κι ο  προσδιορισμός του εισοδήματος γίνεται εξωλογιστικά. Προτείνουμε οι πιο ελαστικές αυτές διατάξεις να έχουν αναδρομική ισχύ, για υποθέσεις προγενέστερες της 1/1/2013. Δεν είναι δυνατόν για μια φορολογική παράβαση, ο παραβάτης φορολογούμενος να καλείται τελικά να καταβάλει φόρους στο πενταπλάσιο. Ακόμη κι αν το επιθυμεί είναι αντικειμενικά αδύνατον να ανταποκριθεί σε υποχρεώσεις τέτοιου ύψους και δη στις σημερινές οικονομικές συγκυρίες. Επίσης, θα πρέπει να μειωθούν δραστικά τα πρόστιμα του Ν.2523/97, που προβλέπουν καταβολή ποσού του διπλάσιου της συναλλαγής και του τριπλασίου του αναλογούντος Φ.Π.Α.

Κατάργηση του ποινολογίου για εκπρόθεσμες υποβολές δηλώσεων ή και καταβολές φόρων

Η εφαρμογή από 1/1/2014 των άρθρων 53,54,57 και 59 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας Ν.4174/13 εισήγαγαν δρακόντειες διατάξεις. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται για εκπρόθεσμες υποβολές δηλώσεων φορολογικών υποχρεώσεων και σε περιπτώσεις μη τήρησης φορολογικών διαδικασιών, είναι πέραν του δέοντος υψηλά. Σε περιπτώσεις μάλιστα παρακρατούμενων φόρων, τέτοιου είδους πρόστιμα επιβάλλονται ακόμα και στην εκπρόθεσμη καταβολή. Η μέχρι σήμερα εφαρμογή του νόμου δημιούργησε προβλήματα , τιμώρησε σε πολλές περιπτώσεις και μάλιστα με αμετροέπεια απλά ανθρώπινα λάθη, ενώ δεν κατάφερε να συνετίσει τους ασυνεπείς φορολογούμενους.

Αλλαγές στη ρύθμιση οφειλών

Διαγραφή προσαυξήσεων σε περίπτωση άμεσης εξόφλησης ή ρύθμιση του οφειλόμενου υπολοίπου σε 100 άτοκες δόσεις. Μια πιο ριζοσπαστική λύση θα ήταν η ρύθμιση να αφορά μόνο τις βιώσιμες επιχειρήσεις. Η αξιολόγηση των εταιρειών θα μπορούσε να γίνει βάσει μελετών βιωσιμότητας με προκαθορισμένο ελάχιστο περιεχόμενο και με ευθύνη των υπογραφόντων.  Συγκεκριμένοι δείκτες που μπορούν να προκύψουν από τις ήδη υποβληθείσες δηλώσεις εισοδήματος και ΦΠΑ και την συγκέντρωση όλων των οφειλών προς το δημόσιο, θα μπορούσαν να υποδείξουν άμεσα ποιες περιπτώσεις χρήζουν έλεγχο. Εφόσον βεβαίως προκύπτουν ουσιώδεις αποκλίσεις από την πραγματικότητα στην μελέτη, να επιβάλλονται κυρώσεις.  Πρέπει να πάψει πλέον η διοίκηση να εθελοτυφλεί και να δέχεται αιτήματα ρύθμισης από προφανώς πτωχευμένες επιχειρήσεις με ανύπαρκτο κύκλο εργασιών, που στην ουσία εμποδίζουν τις υπηρεσίες της και τη Δικαιοσύνη να πάρουν τα απαιτούμενα μέτρα για διασφάλιση των απαιτήσεων.

Κατάργηση της διαδικασίας ενδικοφανούς  προσφυγής και επαναφορά της διοικητικής επίλυσης των φορολογικών διαφορών

Η αδυναμία υλοποίησης της διαδικασίας ενδικοφανούς προσφυγής είναι δυστυχώς αναμφίβολο γεγονός. Σκοπός της είναι η αξιολόγηση και η εις βάθος εξέταση των διαφορών φορολογούμενου και διοίκησης, πριν αυτές φτάσουν στο Δικαστήριο. Η διαδικασία αυτή θεσπίσθηκε για να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην άσκοπη, χρονοβόρα, επίπονη και συνάμα κοστοβόρα, τόσο για τον φορολογούμενο όσο και για το Δημόσιο, προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Δυστυχώς, παρόλες τις πρόσφατες παρεμβάσεις της διοίκησης η διαδικασία εξακολουθεί να μην επιτελεί το ρόλο της. Πιστεύουμε ότι θα μπορούσε να επανέλθει με ουσιώδεις παρεμβάσεις και βελτιώσεις το προηγούμενο καθεστώς, παράλληλα με το δέλεαρ της μείωσης των προσαυξήσεων σε ποσοστό ίσο ή και μεγαλύτερο από τα τρία πέμπτα (3/5), που προέβλεπαν οι διατάξεις του άρθρου 70Α του Ν.2238/94, ώστε ο φορολογούμενος να έχει ένα κίνητρο άμεσης περαίωσης της φορολογικής διαφοράς.

Μείωση ποσοστού προκαταβολής φόρου για προσφυγή στο Δικαστήριο

Ο φορολογούμενος για να προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια θα πρέπει να προηγηθεί η διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής και να καταβληθεί το 50% του βεβαιωμένου ποσού, ώστε να τύχει την αναστολή πληρωμής του  υπόλοιπου ποσού. Το “ληστρικό”  αυτό ποσοστό θεσπίσθηκε ώστε να λειτουργήσει ως ανάχωμα, στις μαζικές προσφυγές στα Δικαστήρια από τους φορολογούμενους. Δυστυχώς, η εφαρμογή αυτής της διάταξης απέτυχε. Οι φορολογούμενοι αδυνατώντας να καταβάλλουν την υπέρογκη αυτή προκαταβολή, αφήνουν ολόκληρο το ποσό να βεβαιωθεί, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να στερείται σημαντικών ποσών που θα εισέπραττε σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις. Πιστεύουμε ότι θα πρέπει να μειωθεί άμεσα το ποσοστό, όχι μόνο για  εισπρακτικούς  αλλά και για ηθικούς λόγους.  Η επιτάχυνση της δικαιοσύνης και η αντιμετώπιση του υπερκορεσμού των φορολογικών δικαστηρίων, όπως κι εμείς επισημάναμε πρέπει να αντιμετωπιστεί, όχι όμως στερώντας το αναφαίρετο δικαίωμα των φορολογούμενων να προσφεύγουν στην δικαιοσύνη, λόγω αδυναμίας καταβολής της απαιτούμενης προκαταβολής.

Έλεγχος εμβασμάτων στο εξωτερικό

Η κρίση οδήγησε πολλούς συμπολίτες μας στο να μεταφέρουν για ασφάλεια τις αποταμιεύσεις τους στο εξωτερικό. Δυστυχώς οι μαζικές εκροές κεφαλαίων δημιουργούν προβλήματα στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα και συνθήκες αποεπένδυσης στην ελληνική οικονομία. Η επιλογή αυτή, των προφανώς πιο ευκατάστατων ελλήνων πολιτών, σε μία τόσο δύσκολη κατάσταση για τη χώρα μας, μπορεί να κριθεί ποικιλοτρόπως. Δεν παύει όμως στα πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης και της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, αυτή καθεαυτή η μεταφορά των χρημάτων να αποτελεί νόμιμο δικαίωμα κάθε έλληνα πολίτη. Το διακύβευμα έγκειται στον εντοπισμό των εμβασμάτων που αποτελούν προϊόν φοροδιαφυγής. Όμως, το αντικειμενικό πρόβλημα είναι η αδυναμία να ελεγχθούν όλες αυτές οι συναλλαγές, ειδικά από τον υπάρχοντα ελεγκτικό μηχανισμό, κυρίως λόγω του μεγάλου όγκου κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. Πιστεύουμε ότι  πρέπει να  δοθεί η δυνατότητα στους υπό έλεγχο φορολογούμενους να καταβάλουν ένα ποσό φόρου, εν είδει περαίωσης, ώστε να πάψει οποιαδήποτε ελεγκτική διαδικασία. Στα μεγάλα ποσά θα μπορούσε να επιβληθεί και μία πρόσθετη έκτακτη εισφορά για λίγα χρόνια σε περίπτωση που δεν επενδύεται τουλάχιστον διπλάσιο κεφάλαιο στην Ελλάδα. Οι επενδύσεις που θα πρέπει να είναι νέες, θα ελέγχονται με την λογική αναπτυξιακών νόμων κατά τα χρόνια της υλοποίησης πλέον πέντε ετών (π.χ. 10.000.000€ εμβάσματα στο εξωτερικό 1% εισφορά = 100.000€ για 3 χρόνια εφόσον δεν επενδύονται  200.000€ για κάθε ένα από τα τρία χρόνια εντός Ελλάδας).

Πιστεύουμε ότι για να εισπραχθούν άμεσα χρήματα πρέπει να παρθούν, άμεσες και τολμηρές αποφάσεις.


«Φορολογικές» προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων

«Φορολογικές» προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων – Ο νέος τρόπος υπολογισμού – Μια «ταξινόμηση» της ΠΟΛ.1056/2.3.2015

Πηγή: Orion Audit

Κωνσταντίνος Ιωαν. Νιφορόπουλος
Ορκωτός ελεγκτής λογιστής – «ΩΡΙΩΝ Α.Ε.Ο.Ε.Λ».
Επιστημονικός Συνεργάτης Taxheaven.

Περιεχόμενα

1) ΕΙΣΑΓΩΓΗ.
2) ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΩΝ.
3) ΕΞΩΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ «ΕΠΙΣΦΑΛΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ» ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΤΗΡΟΥΝ «ΑΠΛΟΓΡΑΦΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ»
4) ΕΙΔΙΚΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ.
5) ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ Ή ΔΕΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ Η ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΩΝ.
6) ΠΟΣΟΣΤΑ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΠΡΟΒΛΕΨΕΩΝ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ .
7) ΧΡΟΝΟΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ.
8) Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ «ΚΑΤΑΛΛΗΛΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ
9) ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΩΝ.
10) ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΕΠΙΒΑΡΥΝΕΙ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΧΡΗΣΕΩΝ.
11) ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΙΑΓΡΑΦΗΣ ( ΟΧΙ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ) ΕΠΙΣΦΑΛΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΧΩΡΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΠΤΩΣΗ.
12) ΒΑΣΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΠΡΟΕΒΛΕΠΕ Ο ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ Ν. 2238/94 ΚΑΙ Ο ΙΣΧΥΟΝ Ν. 4172/2013.
13) ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΣΥΣΣΩΡΕΥΜΕΝΟΥ ΕΩΣ 31-12-2013 ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΩΝ.
14) ΕΠΙΛΟΓΟΣ.

1) ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Ο σχηματισμός πρόβλεψης σύμφωνα με το Ν. 2190/1920. ( « Η λογιστική βάση» )

Άρθρο 43. Κανόνες αποτίμησης «… 8. α) Οι απαιτήσεις που είναι ανεπίδεκτες είσπραξης αποσβένονται ολοσχερώς, ενώ οι επισφαλείς απαιτήσεις απεικονίζονται στον ισολογισμό με την πιθανή τους αξία κατά το χρόνο σύνταξής του … » . Η διαδικασία υπολογισμού/εκτίμησης των επισφαλειών δεν αλλάζει σε σχέση με τα προηγούμενη έτη. ( ανάλογες διατάξεις υπάρχουν και στα Ε.Λ.Π ). Βέβαια αν υπάρχει διαφορά μεταξύ «λογιστικής» και «φορολογικής» βάσης αυτό πρέπει να αναμορφωθεί φορολογικά.

Ο σχηματισμός πρόβλεψης σύμφωνα με το Φορολογικό Νόμο 4172/2013 (άρθρο 26 «Επισφαλείς απαιτήσεις» ). ( « Η φορολογική βάση» )

Ο ισχύον φορολογικός Νόμος, όπως και ο προηγούμενος ( Ν. 2238/1994 ), ορίζει ειδικό τρόπο υπολογισμού των προβλέψεων επισφαλειών που αναγνωρίζονται φορολογικά.

Στο παρόν άρθρο, αναλύουμε την διαδικασία σχηματισμού της «φορολογικής» πρόβλεψης επισφαλειών.

2) ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΩΝ.

Δικαιούχοι είναι όλα τα νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες , ανεξάρτητα αν τηρούν διπλογραφικά ή απλογραφικά βιβλία, καθώς και για τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα. Σημειώνεται ότι οι προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις των υπόχρεων με απλογραφικά βιβλία υπολογίζονται με τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις που εφαρμόζονται και στους υπόχρεους που τηρούν διπλογραφικά βιβλία.

3) ΕΞΩΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ «ΕΠΙΣΦΑΛΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ» ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΤΗΡΟΥΝ «ΑΠΛΟΓΡΑΦΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ»

Δεδομένου ότι τα νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες που τηρούν απλογραφικά βιβλία, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και τα οποία επίσης τηρούν απλογραφικά βιβλία δεν τηρούν στα λογιστικά βιβλία τους υπόλοιπα λογαριασμών πελατών, θα παρακολουθούν τις επισφαλείς απαιτήσεις τους εξωλογιστικά, τηρώντας καταστάσεις ανά πελάτη ή χρεώστη και ανά συναλλαγή. Οι καταστάσεις αυτές θα ενημερώνονται κάθε φορά που λαμβάνει χώρα μεταβολή στο υπόλοιπο του επισφαλούς πελάτη και θα είναι διαθέσιμες στη Φορολογική Διοίκηση, όταν αυτές ζητηθούν, συνοδευόμενες από όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τη λήψη των κατάλληλων ενεργειών και τον τρόπο υπολογισμού των προβλέψεων.

4) ΕΙΔΙΚΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ.

Για τις κατωτέρω κατηγορίες επιχειρήσεων, ισχύει (άλλος) ειδικός τρόπος, υπολογισμού της πρόβλεψης επισφαλειών :

(1) Οι τράπεζες (και οι συνεταιριστικές τράπεζες) μπορούν να εκπίπτουν προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί του ποσού του ετήσιου μέσου όρου των πραγματικών χορηγήσεων, όπως αυτό προκύπτει από τις μηνιαίες λογιστικές καταστάσεις τους.

(2) Το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης («ΕΤΕΑΝ ΑΕ»), το οποίο αποτελεί καθολικό διάδοχο της «ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ», εφαρμόζεται ποσοστού 1% επί του ετήσιου μέσου όρου των εν ενεργεία εγγυήσεων.

(3) Οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορούν να εκπίπτουν προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων σε ποσοστό μέχρι δύο τοις εκατό (2%) επί του συνολικού ύψους μισθωμάτων, τα οποία προκύπτουν από τις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, που έχουν συναφθεί μέσα στη διάρκεια του φορολογικού έτους.

(4) Οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) μπορούν να εκπίπτουν μέχρι ενάμιση τοις εκατό (1,5%) επί του μέσου ετήσιου ύψους των ποσών που ο φορέας έχει προεξοφλήσει έναντι απαιτήσεων που έχει αναλάβει να εισπράξει από εξαγωγική δραστηριότητα χωρίς δικαίωμα αναγωγής, καθώς και μέχρι ένα τοις εκατό (1%) επί του μέσου ετήσιου ύψους των ποσών των προεξοφλήσεων έναντι απαιτήσεων με δικαίωμα αναγωγής.

5) ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ Ή ΔΕΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ Η ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΩΝ.

(1) Υπολογίζεται επί απαιτήσεων που δημιουργήθηκαν από χονδρικές και λιανικές πωλήσεις ( δηλ. έναντι πελατών, τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού ) : Για τον υπολογισμό των προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων λαμβάνονται υπόψη και οι απαιτήσεις και από χονδρικές και από λιανικές πωλήσεις ή παροχή υπηρεσιών προς ιδιώτες, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων.

(2) Υπολογίζεται και επί απαιτήσεων που δεν προέρχονται από πελάτες. Δεν περιορίζεται η απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων σε εκείνες που έχουν προέλθει μόνο από πελάτες αλλά καταλαμβάνει κάθε απαίτηση που δεν εισπράχθηκε ή δεν συμψηφίσθηκε. Για παράδειγμα, επιχείρηση, προκειμένου να κατασκευάσει αποθήκες, έχει συνάψει σύμβαση με κατασκευαστική εταιρεία, στην οποία κατέβαλε προκαταβολή 10.000 ευρώ. Η κατασκευαστική εταιρεία όμως περιήλθε σε παύση πληρωμών και δεν κατασκεύασε τις αποθήκες. Η επιχείρηση αυτή μπορεί να σχηματίσει πρόβλεψη για το ποσό της προκαταβολής.

(3) Δεν υπολογίζεται πρόβλεψη επί του μέρους των απαιτήσεων που προέρχονται από Φ.Π.Α. Στην αξία της απαίτησης, προκειμένου για τον υπολογισμό πρόβλεψης επισφαλών απαιτήσεων, δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ με τον οποίο επιβαρύνονται οι πωλήσεις ή υπηρεσίες, καθόσον δεν αποτελεί ακαθάριστο έσοδο της επιχείρησης. [fusion_builder_container hundred_percent=”yes” overflow=”visible”][fusion_builder_row][fusion_builder_column type=”1_1″ background_position=”left top” background_color=” border_size=” border_color=” border_style=”solid” spacing=”yes” background_image=” background_repeat=”no-repeat” padding=” margin_top=”0px” margin_bottom=”0px” class=” id=” animation_type=” animation_speed=”0.3″ animation_direction=”left” hide_on_mobile=”no” center_content=”no” min_height=”none”][ Πρόκειται για «αντίφαση » της ερμηνευτικής που ενώ επιτρέπει την διαγραφή σε περιπτώσεις «προκαταβολών» ( δεν είναι έσοδο), επικαλείται τον ίδιο λόγο για να δικαιολογήσει τον μη υπολογισμό πρόβλεψης στο μέρος της απαίτησης που αφορά τον Φ.Π.Α (;) ]

(4) Λαμβάνονται υπόψη τυχόν επιστροφές ή εκπτώσεις επί των διενεργηθεισών πωλήσεων ή παρασχεθεισών υπηρεσιών.

(5) Δεν υπάρχει περιορισμός παλαιότητας της απαίτησης, για τον σχηματισμό της πρόβλεψης. Δηλαδή λαμβάνονται και εκείνες οι επισφαλείς απαιτήσεις που προέκυψαν πριν την 1/1/2014 και δεν είχαν διαγραφεί μέχρι τις 31/12/2013.

(6) Για την εξεύρεση του ποσού της ληξιπρόθεσμης απαίτησης, αυτό που λαμβάνεται υπόψη δεν είναι το συνολικό ανεξόφλητο υπόλοιπο του εκάστοτε πελάτη ή άλλου χρεώστη αλλά το ανεξόφλητο ποσό της κάθε μίας συναλλαγής με τον πελάτη αυτόν.

Συγκεκριμένα, στην περίπτωση πελατών επιχείρησης των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και με τους οποίους υφίστανται πέραν της μίας συναλλαγές, οι προβλέψεις θα σχηματίζονται με διαφορετικά ποσοστά επί των οφειλομένων ποσών ανά συναλλαγή και επί τη βάσει του χρόνου που αυτά παραμένουν ανείσπρακτα.

(7) Ο σχηματισμός προβλέψεων επισφαλών απαιτήσεων δεν επιτρέπεται στις περιπτώσεις επισφαλών απαιτήσεων «κατά» των μετόχων ή εταίρων της επιχείρησης με ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής δέκα τοις εκατό (10%) και των θυγατρικών εταιρειών της επιχείρησης με ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής δέκα τοις εκατό (10%), εκτός αν για την αξίωση που αφορά αυτές τις οφειλές υπάρχει εκκρεμοδικία ενώπιον δικαστηρίου ή διαιτητικού δικαστηρίου, ή εάν ο οφειλέτης έχει υποβάλει αίτημα κήρυξης σε πτώχευση ή υπαγωγής σε διαδικασία εξυγίανσης ή σε βάρος του έχει εκκινήσει η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.

(8) Δεν επιτρέπεται ο σχηματισμός προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις που καλύπτονται από ασφάλιση ή οποιαδήποτε εγγυοδοσία ή άλλη ενοχική ή εμπράγματη ασφάλεια

(9) Δεν επιτρέπεται ο σχηματισμός προβλέψεων για οφειλές του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. ή για εκείνες που έχουν δοθεί με την εγγύηση αυτών των φορέων. Στις ανωτέρω εξαιρέσεις από το σχηματισμό προβλέψεων επισφαλών απαιτήσεων δεν περιλαμβάνονται και άρα είναι δυνατός ο σχηματισμός προβλέψεων για απαιτήσεις έναντι Ν.Π.Δ.Δ., δημόσιες επιχειρήσεις ή οργανισμούς, οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κ.λπ.

6) ΠΟΣΟΣΤΑ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΠΡΟΒΛΕΨΕΩΝ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ .

α) για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις μέχρι το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ που δεν έχουν εισπραχθεί για διάστημα άνω των δώδεκα (12) μηνών, ο φορολογούμενος δύναται να σχηματίσει πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) της εν λόγω απαίτησης, εφόσον έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης,

β) για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις άνω του ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ που δεν έχουν εισπραχθεί για διάστημα άνω των δώδεκα (12) μηνών, ο φορολογούμενος δύναται να σχηματίσει πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων, εφόσον έχουν αναληφθεί οι κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης της εν λόγω απαίτησης, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Χρόνος υπερημερίας (σε μήνες) Προβλέψεις (σε ποσοστό %)
>12 50
>18 75
>24 100

Στην έννοια της ληξιπρόθεσμης απαίτησης περιλαμβάνονται οι περιπτώσεις των απαιτήσεων εκείνων που η ημερομηνία εξόφλησής τους έχει παρέλθει και ειδικότερα:
7) ΧΡΟΝΟΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ.

α) σε περίπτωση που βάσει συμφωνητικού ή άλλου διακανονισμού παρέχεται στον πελάτη χρόνος πίστωσης για την αποπληρωμή της οφειλής, κρίσιμος χρόνος για την αφετηρία υπολογισμού του χρόνου υπερημερίας για την απαίτηση αυτή, είναι η παρέλευση του χρόνου πίστωσης,

β) σε περίπτωση που πέραν του τιμολογίου δεν υπάρχει σχετικό συμφωνητικό ή άλλος διακανονισμός, αφετηρία υπολογισμού του χρόνου είναι η ημερομηνία έκδοσης του παραστατικού,

γ) σε περίπτωση εξόφλησης απαιτήσεων με γραμμάτια, η ημερομηνία λήξης τους και με επιταγή, η ημερομηνία της επιταγής.

8) Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ «ΚΑΤΑΛΛΗΛΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ» ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ

Με βάση την αιτιολογική έκθεση του ν.4172/2013 προκύπτει ότι η προϋπόθεση της ανάληψης κατάλληλων ενεργειών για τη διασφάλιση δικαιώματος είσπραξης θέτει ένα ελάχιστο όριο για τη διεκδίκηση είσπραξης της απαίτησης, χωρίς να προσδιορίζει το μέσο για τη διεκδίκηση και κατά τούτο μπορεί να αναληφθεί οποιαδήποτε ενέργεια για την είσπραξη, αρκεί να είναι πρόσφορη για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης. Σε κάθε περίπτωση ο κατάλληλος ή μη χαρακτήρας, ως θέμα πραγματικό, κρίνεται ad hoc με βάση το ύψος της απαίτησης, το φερέγγυο ή μη του καθ’ ου η απαίτηση, καθώς και από άλλους παράγοντες και εναπόκειται στην κρίση της ελεγκτικής αρχής. Ωστόσο οι όποιες ενέργειες, που εξαρτώνται από το ύψος της απαίτησης και την φερεγγυότητα του πελάτη, θα πρέπει να διασφαλίζουν το δικαίωμα της επιχείρησης να εισπράξει τις απαιτήσεις της. Πέραν της άσκησης ένδικου βοηθήματος και της αίτησης για λήψη ασφαλιστικών ή αναγκαστικών μέτρων, κατάλληλες ενέργειες είναι η σφράγιση μίας επιταγής από την εκδότρια τράπεζα, η κατάθεση όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών για την έκδοση διαταγής πληρωμής, κ.λπ.

Διευκρινίζεται ότι το δικαίωμα της επιχείρησης να εισπράξει τις απαιτήσεις της δεν διασφαλίζεται από ενέργειες όπως η ανάθεση διεκδίκησης της απαίτησης σε τρίτους (εισπρακτικές εταιρείες) ή η φραγή/διακοπή της παροχής υπηρεσιών στην περίπτωση εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, κ.λπ.

Οι όποιες ενέργειες έχουν ήδη ληφθεί πριν την 01.01.2014 για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης και χαρακτηρίζονται ως κατάλληλες με βάση την παρούσα λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και οι συγκεκριμένες ενέργειες δεν απαιτείται να επαναληφθούν.

Στην περίπτωση που οι επιχειρήσεις δεν προέβησαν σε κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης, οι προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων δεν θα αναγνωρίζονται φορολογικά και η επιχείρηση θα πρέπει να προβαίνει στη σχετική φορολογική αναμόρφωση των λογιστικών αποτελεσμάτων.

9) ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΩΝ.

(1) Η επιχείρηση θα πρέπει να ελέγξει το χρόνο που παραμένουν ανείσπρακτα τα τιμολόγια ( στο σύνολο ή μέρος αυτών ) , σύμφωνα με την κλίμακα που αναφέρετε ανωτέρω ( παρ. 6 ). Σημειώνεται ότι ο χρόνος έναρξης της παλαιότητας ορίζεται κατά περίπτωση ( δες : παρ. 7 ).

(2) Ελέγχουμε ότι για τα ποσά των απαιτήσεων, για τα οποία θα υπολογίσουμε πρόβλεψη, έχουν ληφθεί οι «κατάλληλες ενέργειες», για τη διασφάλιση δικαιώματος είσπραξης.

(3) Για τα για τα ποσά αυτά των απαιτήσεων, για τα οποία έχουν ληφθεί οι «κατάλληλες ενέργειες», διαχωρίζεται από την συνολική αξία του κάθε τιμολογίου, το ποσό του Φ.Π.Α.

(4) Πολλαπλασιάζουμε το ποσό μετά την αφαίρεση του Φ.Π.Α, επί τον ανάλογο συντελεστή , ανάλογα με την παλαιότητα της απαίτησης.

(5) Αθροίζουμε τα επιμέρους ποσά όλων των περιπτώσεων και καταχωρούμε την σχετική λογιστική εγγραφή :

• (χ) Λογ. 68.ΧΧ «Προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις » ή 83.11 «προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις»
• (π) Λογ. 44.11 Προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις.

Η δαπάνη αυτή, αναγνωρίζεται φορολογικά.

Για λόγους λογιστικής τάξεως, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικό υπολογαριασμό σε σχέση με τους υπολογαριασμούς που έχουμε χρησιμοποιήσει για την καταχώρηση των προβλέψεων έως 31-12-2013 και των προβλέψεων ( εφόσον είχαμε τέτοια περίπτωση ), που δεν αναγνωρίζονταν φορολογικά.

Παράδειγμα:

Έστω ότι η επιχείρηση «ΑΛΦΑ ΑΕ», με φορολογικό έτος 1.1.2014 – 31.12.2014, εμφανίζει στο τέλος του φορολογικού της έτους ανεξόφλητο υπόλοιπο απαίτησης του πελάτη της «ΒΗΤΑ ΑΕ», με τον οποίο έχει παραπάνω της μίας συναλλαγές, συνολικού ύψους 15.000 ευρώ. Το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο αντιστοιχεί σε τρία (3) τιμολόγια το πρώτο εκ των οποίων φέρει ημερομηνία έκδοσης 01.02.2013, είναι αξίας 10.000 ευρώ και για το οποίο παραμένει ανεξόφλητο υπόλοιπο 4.000 ευρώ. Το δεύτερο τιμολόγιο φέρει ημερομηνία 15.07.2013, είναι αξίας 12.000 ευρώ και για το οποίο παραμένει ανεξόφλητο υπόλοιπο 7.000 ευρώ. Το τρίτο τιμολόγιο φέρει ημερομηνία 30.06.2014, είναι αξίας 4.000 ευρώ και είναι ανεξόφλητο στο σύνολό του. Η επιχείρηση αυτή έχει προβεί σε όλες τις κατάλληλες ενέργειες για τη διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης των εν λόγω απαιτήσεων.

Για να υπολογίσει τις εκπιπτόμενες προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων στις 31.12.2014, η επιχείρηση θα πρέπει να ελέγξει το χρόνο που παραμένουν ανείσπρακτα τα τιμολόγια. Για το τρίτο τιμολόγιο η επιχείρηση δεν μπορεί την ως άνω ημερομηνία να σχηματίσει πρόβλεψη, καθώς δεν έχει παρέλθει το απαιτούμενο 12μηνο. Για το δεύτερο τιμολόγιο η επιχείρηση μπορεί να σχηματίσει επί του οφειλόμενου υπολοίπου 7.000 ευρώ ποσοστό ίσο με 50%, άρα πρόβλεψη ίση με 3.500 ευρώ, καθόσον παρήλθε το 12μηνο αλλά όχι το 18μηνο. Τέλος, για το πρώτο τιμολόγιο η επιχείρηση μπορεί να σχηματίσει επί του οφειλόμενου υπολοίπου 4.000 ευρώ ποσοστό ίσο με 75%, άρα πρόβλεψη ίση με 3.000 ευρώ, καθόσον παρήλθε το 18μηνο αλλά όχι το 24μηνο. Κατά συνέπεια, για τον πελάτη «ΒΗΤΑ ΑΕ» η επιχείρηση δικαιούται να σχηματίσει προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων, αναγνωριζόμενες φορολογικά, συνολικού ύψους 6.500 ευρώ.

Στις 31.12.2015 υφίστανται τα ίδια ως άνω ανείσπρακτα υπόλοιπα, με αυτά της 31.12.2014. Η επιχείρηση θα σχηματίσει πρόβλεψη για το τρίτο τιμολόγιο ίση με το 50% του ανεξόφλητου υπολοίπου του, ήτοι 50% x 4.000 = 2.000 ευρώ, για το δεύτερο τιμολόγιο 100% επί του ανεξόφλητου υπολοίπου του, αφαιρουμένου του ποσού πρόβλεψης που σχηματίστηκε στις 31.12.2014, ήτοι 100% x 7.000 – 3.500 = 3.500 ευρώ και για το πρώτο τιμολόγιο θα σχηματίσει πρόβλεψη ίση με το ανεξόφλητο υπόλοιπό του επί το συντελεστή 100%, αφαιρουμένου του ποσού πρόβλεψης που σχηματίστηκε στις 31.12.2014, ήτοι 100% x 4.000 – 3.000 = 1.000 ευρώ.

10) ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΕΠΙΒΑΡΥΝΕΙ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΧΡΗΣΕΩΝ.

Η πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων, ανακτάται άμεσα με τη μεταφορά αυτής της πρόβλεψης στα κέρδη της επιχείρησης, εφόσον η απαίτηση: α) καταστεί εισπράξιμη ή β) διαγραφεί.

Σημειώνεται ότι δεν τίθεται χρονικός περιορισμός για την υποχρέωση διαγραφή της πρόβλεψης.

11) ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΙΑΓΡΑΦΗΣ ( ΟΧΙ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ) ΕΠΙΣΦΑΛΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΧΩΡΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΠΤΩΣΗ.

Η απαίτηση δύναται να διαγραφεί για φορολογικούς σκοπούς μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι τρείς προϋποθέσεις: α) έχει προηγουμένως εγγραφεί ποσό που αντιστοιχεί στην οφειλή ως έσοδο, β) έχει προηγουμένως διαγραφεί από τα βιβλία του φορολογούμενου και γ) έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης.

Ειδικότερα, όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση με την οποία απαιτείται να έχουν αναληφθεί όλες οι κατά νόμο ενέργειες για την είσπραξη της απαίτησης, διευκρινίζεται ότι με αυτές πρέπει να αποδεικνύεται ότι η σχετική απαίτηση είναι ανεπίδεκτη είσπραξης, δηλαδή ότι ο οφειλέτης είναι πράγματι αφερέγγυος. Η αφερεγγυότητά του μπορεί να αποδεικνύεται ενδεικτικά από τα ακόλουθα:

α) τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου με την οποία να υποχρεώνεται ο οφειλέτης σε εξόφληση,

β) πιστοποιητικό υποθηκοφυλακείου από το οποίο να προκύπτει, κατά περίπτωση, η μη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή τα υπάρχοντα τοιαύτα με τα τυχόν βάρη τους,

γ) σε περίπτωση διενέργειας πλειστηριασμού σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη, είτε κατά τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης είτε συνεπεία μη επιτεύξεως πτωχευτικού συμβιβασμού, αντίγραφο του πίνακα κατάταξης ή διανομής από συμβολαιογράφο που ορίστηκε για τον πλειστηριασμό της περιουσίας του οφειλέτη, από τον οποίο να προκύπτει η μη ικανοποίηση του δανειστή από το εκπλειστηρίασμα,

δ) τη συμφωνία εξυγίανσης που επικυρώνεται από το πτωχευτικό δικαστήριο σύμφωνα με το έκτο Κεφάλαιο του Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007), με την οποία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, και η μείωση των απαιτήσεων των πιστωτών έναντι της επιχείρησης (προπτωχευτική διαδικασία),

ε) σε περίπτωση επιχείρησης που κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης και από τους επίσημους ισολογισμούς της προκύπτει ότι η επιχείρηση αυτή δεν έχει περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, πάγια, χρεόγραφα κλπ.) για να ικανοποιήσει τους οφειλέτες της. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της πτώχευσης. Επομένως, η κήρυξη του οφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης λόγω παύσης πληρωμών δεν επιφέρει από μόνη της απόσβεση της απαίτησης.

στ) σε περίπτωση διακοπής εργασιών κεφαλαιουχικών εταιρειών. Τα ανωτέρω είναι ενδεικτικά ούτως ώστε να μην αποκλεισθούν και άλλα τα οποία, είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα ανωτέρω, είναι σε θέση να αποδείξουν ότι δεν είναι δυνατή η είσπραξη της απαίτησης. Σε κάθε περίπτωση όμως η επιχείρηση, η οποία φέρει και το βάρος της απόδειξης για την απώλεια συγκεκριμένης απαίτησης, οφείλει όταν της ζητηθεί να προσκομίσει τα δικαιολογητικά εκείνα που διαθέτει στην αρμόδια για τον έλεγχό της φορολογική αρχή η οποία και θα κρίνει τελικά ως θέμα πραγματικό την επισφάλεια και το ανεπίδεκτο της είσπραξης.

ζ) Βεβαιώσεις ή επιστολές δικηγόρων για την αδυναμία είσπραξης της απαίτησης δεν αποτελούν απόδειξη της αφερεγγυότητας του οφειλέτη. Ομοίως, η έκδοση ακάλυπτης επιταγής και η σχετική καταδίκη για την έκδοση αυτή δεν δημιουργούν μόνες τους ούτε αποδεικνύουν εξ αντικειμένου την αφερεγγυότητα του οφειλέτη.

η) Όταν η απαίτηση απορρέει από την πώληση κινητών πραγμάτων με τον όρο παρακράτησης της κυριότητας από τον πωλητή μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος, δεν μπορεί να γίνει διαγραφή αυτής πριν από την περαίωση της διαδικασίας διεκδίκησης και επιστροφής στην πωλήτρια επιχείρηση του πωληθέντος και μη εξοφληθέντος από τον αγοραστή πράγματος ή πριν την περαίωση της διαδικασίας δικαστικής επιδίωξης για την αποπληρωμή του τιμήματος.

12) ΒΑΣΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΠΡΟΕΒΛΕΠΕ Ο ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ Ν. 2238/1994 ΚΑΙ Ο ΙΣΧΥΟΝ Ν. 4172/2013.

(1) Ο προηγούμενος νόμος προέβλεπε υπολογισμό με βάση ποσοστό ( 0,5% ) επί του τζίρου, ενώ ο ισχύον Νόμος εισάγει τα κριτήρια της «παλαιότητας» της απαίτησης και της λήψης «κατάλληλων ενεργειών», για την είσπραξη της απαίτησης.

(2) Η πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων βάσει του νέου Ν. 4172/2013 δεν προβλέπει ανώτατο όριο πρόβλεψης επισφάλειας, ούτε σαν ποσό, ούτε σαν ποσοστό επί των απαιτήσεων (30% του χρεωστικού υπολοίπου του λογ. «Πελάτες») όπως ο προηγούμενος.

(3) Η πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων βάσει του νέου Ν. 4172/2013 , αφορά κάθε απαίτηση που δεν εισπράχθηκε ή δεν συμψηφίσθηκε (πχ. προκαταβολές), εκτός των εξαιρέσεων που προβλέπονται ( δείτε ανωτέρω : παρ. 5 ), ενώ ο προηγούμενος Νόμος αφορούσε κυρίως απαιτήσεις από Πωλήσεις χονδρικής.

13) ΤΥΧΗ ΤΟΥ ΣΥΣΣΩΡΕΥΜΕΝΟΥ ΕΩΣ 31-12-2013 ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΩΝ.

Με την παράγραφο 4 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι για τις προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων που έχουν σχηματισθεί στα φορολογικά έτη 2010, 2011, 2012 και 2013 θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της περ. θ’ της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 2238/1994 (παλαιός Κ.Φ.Ε.). Με τις προγενέστερες αυτές διατάξεις οριζόταν ότι το ποσό της πρόβλεψης που εμφανίζεται στο λογαριασμό 44.11 «Προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις» υπόκειται σε φορολογία εισοδήματος εάν στο τέλος κάθε πενταετίας αρχής γενομένης από τη διαχειριστική περίοδο 2005 υφίσταται στον ως άνω λογαριασμό υπόλοιπο λόγω μη επαληθεύσεως των προβλέψεων με επισφαλείς απαιτήσεις. Το υπόλοιπο αυτό ποσό μεταφέρεται στα ακαθάριστα έσοδα του επόμενου φορολογικού έτους, υποκείμενο σε φορολογία με τις γενικές διατάξεις.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού «Προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις» που σχηματίσθηκε με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις του ν. 2238/1994, όπως εμφανίζεται στις 31.12.2014 πρέπει να μεταφερθεί στα ακαθάριστα έσοδα του φορολογικού έτους 2015, καθόσον τότε συμπληρώνεται η πενταετία με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις. Κατά συνέπεια, το πιο πάνω υπόλοιπο θα μεταφερθεί αυτούσιο στα φορολογητέα έσοδα του φορολογικού έτους 2015 συναθροιζόμενο με τα λοιπά φορολογούμενα έσοδα του έτους αυτού μειωμένο κατά τις τυχόν διαγραφές επισφαλών απαιτήσεων που αφορούν χρήσεις πριν την 31.12.2013 και έλαβαν χώρα εντός του φορολογικού έτους 2014.

Οι υπερβάλλουσες του 1% ή 0,5% προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων που είχαν σχηματισθεί με βάση τις προγενέστερες διατάξεις του Κ.Φ.Ε. (ν.2238/1994) κατά τα προηγούμενα έτη (2013 και πριν) και οι οποίες δεν είχαν εκπέσει κατά το χρόνο σχηματισμού τους, δεν φορολογούνται εκ νέου.

14) ΕΠΙΛΟΓΟΣ.

Στο καίριο ερώτημα, που προέκυπτε από το άρθρο 26 του Ν. 4172/2013 : «Ποιες θεωρούνται κατάλληλες ενέργειες για διασφάλιση του δικαιώματος είσπραξης», δεν δόθηκαν επιπλέον ουσιαστικές διευκρινήσεις, πέρα από αυτές που ήδη γνωρίζαμε από την «αιτιολογική» του Νόμου. Εκτιμώ ότι σε αρκετές περιπτώσεις λόγω αφενός της πρώτης εφαρμογής και αφετέρου του γενικότερου «κλίματος» επισφαλειών, που υπάρχει στις επιχειρήσεις, θα προκύψουν σημαντικά ετήσια ποσά επισφαλειών, σε σχέση με τον προηγούμενο τρόπο υπολογισμού.

Επίσης η απαιτούμενη λογιστική εργασία που θα απαιτηθεί, για τον προσδιορισμό του ύψους της πρόβλεψης επισφαλειών, είναι σημαντική ( σκεφτείτε π.χ περιπτώσεις « αντικατάστασης επιταγών», υπολογισμού του ποσού της εξόφλησης που αφορά τον Φ.Π.Α, έκδοση πιστωτικών, κ.λ.π ), όχι μόνο για τα διπλογραφικά αλλά και για τα απλογραφικά βιβλία.

[/fusion_builder_column][/fusion_builder_row][/fusion_builder_container]


Νέα συνεργασία της Artion A.E. με την Viopol ΑΧΒΕ

Η λογιστική – φοροτεχνική εταιρεία Artion A.E. προχώρησε σε νέα συνεργασία με την εταιρεία VIOPOL AΧBE. Η συνεργασία, αφορά στην παροχή φοροτεχνικών υπηρεσιών και την εποπτεία της ορθής λειτουργίας του λογιστηρίου, για την εταιρεία.

Η VIOPOL ιδρύθηκε το 1974 και σήμερα είναι μία από τις πιο δυναμικές ελληνικές εταιρείες στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας συστημάτων πολυουρεθάνης.

Η Artion A.E. είναι μία από τις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες στο χώρο των λογιστικών, φοροτεχνικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Κατορθώνει να συνδυάζει τις δομές και την οργάνωση μίας εταιρείας διεθνούς κύρους, διατηρώντας παράλληλα την ευελιξία, την προσαρμοστικότητα και την ανθρώπινη προσέγγιση, που χαρακτηρίζουν τις επιχειρήσεις μικρότερου μεγέθους.

Με περισσότερες από 700 εταιρίες στο πελατολόγιο της, η Artion έχει στο επίκεντρο της φιλοσοφίας της, τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας για τον πελάτη. Συγκριτικό πλεονέκτημα της εταιρίας είναι ότι συνδυάζει, την παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών υψηλής ποιότητας με κόστος ανταγωνιστικό.