Νέα συνεργασία για την ARTION A.E. με τη Fasma Consulting Group Information Systems SA

Η λογιστική – φοροτεχνική εταιρεία Artion A.E., προχώρησε σε νέα συνεργασία με τη Fasma Consulting Group Information Systems SA. Η συνεργασία, αφορά στην παροχή συμβουλευτικών φοροτεχνικών υπηρεσιών και την εποπτεία της ορθής λειτουργίας του λογιστηρίου.

Η Fasma Consulting δραστηριοποιείται στο χώρο της πληροφορικής και συγκεκριμένα στην υποστήριξη λογισμικού SAP, σε όλους τους τομείς της αγοράς στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Οι υπηρεσίες της εταιρείας, επικεντρώνονται στο σχεδιασμό, την υλοποίηση, την προσαρμογή και την εφαρμογή λύσεων SAP. Η SAP είναι ο ηγέτης στην αγορά του εταιρικού λογισμικού.

Η Artion A.E. είναι μία από τις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες στο χώρο των λογιστικών, φοροτεχνικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Κατορθώνει να συνδυάζει τις δομές και την οργάνωση μίας εταιρείας διεθνούς κύρους, διατηρώντας παράλληλα την ευελιξία, την προσαρμοστικότητα και την ανθρώπινη προσέγγιση, που χαρακτηρίζουν τις επιχειρήσεις μικρότερου μεγέθους.

Με περισσότερες από 700 εταιρίες στο πελατολόγιο της, η Artion έχει στο επίκεντρο της φιλοσοφίας της, τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας για τον πελάτη. Συγκριτικό πλεονέκτημα της εταιρίας είναι ότι συνδυάζει, την παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών υψηλής ποιότητας με κόστος ανταγωνιστικό.


Η παροχή Νομικών και Φοροτεχνικών Υπηρεσιών κατά τον Φορολογικό Έλεγχο

Οι σύγχρονες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και κυρίως οι σύγχρονες εξελίξεις στο φορολογικό δίκαιο καθιστούν σήμερα επιτακτική την ανάγκη παροχής νομικών υπηρεσιών από το στάδιο του φορολογικού ελέγχου, κατά παρέκκλιση της διαμορφωθείσας μέχρι σήμερα αντίληψης ότι η συμμετοχή νομικού απαιτείται στο στάδιο της δικαστικής αντιμετώπισης ενός φορολογικού καταλογισμού και μόνο.

Η νομοθετική εξουσία έχει εξοπλίσει τις ελεγκτικές Αρχές με αμφίβολης νομιμότητας δυνατότητες, κατά την άσκηση του ελεγκτικού τους έργου (προσαύξηση περιουσίας – πρωτογενείς καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς, εμβάσματα στο εξωτερικό κ.λ.π.), αποτέλεσμα των οποίων είναι ο ελεγχόμενος, σχεδόν σε κάθε περίπτωση, να θεωρείται παραβάτης της κείμενης νομοθεσίας και υποκείμενο καταλογισμού όλως φανταστικής φορολογητέας ύλης.

Οι πλημμέλειες των ελέγχων έχουν αναδειχθεί με τα δημοσιευθέντα κατά το παρελθόν άρθρα μας στους πιο έγκυρους διαδικτυακούς ιστότοπους (www.capital.gr, www.taxheaven.grwww.efstathopoulos-law.gr) καθώς επίσης και στον ιστότοπο μας www.artion.gr.

Η πιο αποτελεσματική προστασία του φορολογούμενου έναντι της παρατηρούμενης ελεγκτικής αυθαιρεσίας συνίσταται στην πληρέστερη εκπροσώπησή του κατά τον φορολογικό έλεγχο τόσο από έμπειρο φοροτεχνικό όσο και από εξειδικευμένο νομικό.

Διά του άνω τρόπου και μόνο δύνανται να αποφευχθούν εσφαλμένοι χειρισμοί μίας φορολογικής υπόθεσης, που πολλές φορές αποδεικνύονται μη αναστρέψιμοι, άδικα και ανεπιεική αποτελέσματα για τον φορολογούμενο, ως επίσης και μη νόμιμοι φορολογικοί καταλογισμοί που άγουν σε οικονομική εξόντωσή του.

Το γραφείο μας παρεμβαίνει ουσιαστικά στη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, από το στάδιο της ενάρξεως αυτού, έναντι οιασδήποτε ελεγκτικής – φορολογικής Αρχής (ΚΕΦΟΜΕΠ, ΚΕΜΕΠ, ΣΔΟΕ, Δ.Ο.Υ.), προς το σκοπό της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων της κείμενης φορολογικής νομοθεσίας, αλλά και του τρόπου ελέγχου των υποθέσεων.

Με μία εξειδικευμένη ομάδα συνεργατών (νομικών και φοροτεχνικών), χαρακτηριζόμενη από εμπειρία και βαθειά γνώση της κείμενης φορολογικής νομοθεσίας, της πιο πρόσφατης νομολογίας των Δικαστηρίων και κυρίως της μεθοδολογίας του ελέγχου, είμαστε σε θέση να παρέχουμε αποτελεσματικά υπηρεσίες εκπροσώπησης φυσικών και νομικών προσώπων από το χρόνο ενάρξεως του φορολογικού ελέγχου έως και το χρόνο δικαστικής αντιμετωπίσεως μίας φορολογικής διαφοράς.

Το γραφείο μας έχει αναλάβει και διεκπεραιώσει υποθέσεις που αφορούν σε:

  • Ελέγχους εμβασμάτων στο ΣΔΟΕ και το ΚΕΦΟΜΕΠ
  • Ελέγχους προσαύξησης περιουσίας και αδικαιολόγητου πλουτισμού
  • Ελέγχους λήψης πλαστών και εικονικών τιμολογίων

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε μαζί μας στο τηλέφωνο 210 6009062 ή στείλτε μας email στο [email protected]


Εγγυητές – Υποχρεώσεις και Δικαιώματα

Του Γιώργου Δαλιάνη με τη συνεργασία του Φίλιππου Ζήρα δικηγόρου της Artion A.E.

Η αύξηση των κόκκινων δανείων, έφερε στην επιφάνεια  τα προβλήματα που σχετίζονται με τις ευθύνες των εγγυητών. Η διόγκωση των κόκκινων δανείων και ο αγώνας δρόμου των τραπεζών για τη διαχείρισή τους, ώστε να περιοριστούν οι κεφαλαιακές τους ανάγκες οδηγεί στις πόρτες των εγγυητών (συχνά συγγενών), οι οποίοι καλούνται να αποπληρώσουν ολόκληρο το απαιτούμενο ποσό.

Το πρόβλημα των εγκλωβισμένων εγγυητών σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είναι δεδομένα μεγάλο και αφορά εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, συνήθως μάλιστα συγγενικά πρόσωπα των δανειοληπτών για χάρη των οποίων έθεσαν την περιουσία τους υπέγγυα στους δανειστές.

Οι εγγυητές δανείων (σύζυγοι, τέκνα, γονείς, οικογενειακοί φίλοι ή άλλοι τρίτοι) κάτω από συναισθηματική πίεση υπέγραψαν ως εγγυητές και όπως είναι φυσικό δεν έλεγξαν την οικονομική δυνατότητα και την φερεγγυότητα αυτού για τον οποίο εγγυήθηκαν, είναι σίγουρα περισσότεροι από τους δανειολήπτες και είναι τα πραγματικά θύματα της κακής διαχείρισης από μέρους των τραπεζών, αλλά και της πολύ κακής εποπτείας του τραπεζικού συστήματος, οι οποίες Τράπεζες κατά τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων δεν ήλεγχαν το αξιόχρεο του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή και χορηγούσαν άκριτα τα δάνεια. Όμως οι εγγυητές είναι επίσης θύματα ενός απαρχαιωμένου νομοθετικού πλαισίου δανειοδότησης, εγγυήσεων και εκποιήσεων.

 Οι ευθύνες των Τραπεζών

Εμείς όμως θα σταθούμε και στις πιθανές ευθύνες των τραπεζικών ιδρυμάτων  για τα χορηγηθέντα δάνεια και τις συμβάσεις εγγυητών. Οι επενδυτικές αποφάσεις (δανεισμός) είναι τόσο καλές όσο και η πληροφόρηση πάνω στην οποία στηρίζονται. Η ύπαρξη ενός εγγυητή με περιουσία που δεχόταν να υπογράψει τη σύμβαση ήταν αρκετή ώστε να χορηγηθεί το δάνειο. Είναι εκτός λογικής, ένα συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο να εγγυάται ένα  πρωτοφειλέτη , ο οποίος εν γνώσει του δανειστή είναι αφερέγγυος και δεν πρόκειται να εξοφλήσει την οφειλή να μπαίνει εγγυητής.

Έλεγχος πιστοληπτικής ικανότητας δανειολήπτη

Ειδικά για τα καταναλωτικά δάνεια, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΥΑ 699/2010,η οποία ενσωμάτωσε στην  Ελλάδα την υπ αριθμό 2008/48/ΕΚ οδηγία για την καταναλωτική πίστη , θεσπίζεται ρητά η υποχρέωση του πιστωτή για έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας και φερεγγυότητας του δανειολήπτη πριν την παροχή της πίστωσης με τον υπολογισμό του πιστωτικού κινδύνου του κάθε δανεισμού.   Το πιστωτικό ίδρυμα, σε αρκετές περιπτώσεις είχε αποδείξεις ή πολύ σοβαρές ενδείξεις και ασφαλείς πληροφορίες από τις τράπεζες πληροφοριών για την συμπεριφορά του οφειλέτη, τις οποίες αγνόησε, και για την εξασφάλισή του ενέπλεξε τον αδαή εγγυητή , που σε πολλές περιπτώσεις δεν είχε κανένα όφελος.

Εγγυητής σε ρύθμιση οφειλών

Εγκληματική επίσης, η εμπλοκή  από τις τράπεζες, των εγγυητών (συνήθως συγγενών) οι οποίοι παραπλανήθηκαν και  υπέγραψαν ως εγγυητές σε ρύθμιση οφειλών. Στις περιπτώσεις αυτές οι τράπεζες γνώριζαν με μαθηματική ακρίβεια τις δυνατότητες και την φερεγγυότητα των  δανειοληπτών και τις αιτίες καθυστέρησης αποπληρωμής των δανείων που αναπότρεπτα θα οδηγούσαν τελικά στην εξασφάλιση της απαίτησης από τον εγγυητή.

Εμπράγματη ασφάλεια εγγυητών (προσημείωση υποθήκης)

Επίσης θα πρέπει να επισημανθούν και οι περιπτώσεις  , όπου οι εγγυητές προσέφεραν προσημείωση υποθήκης σε συγκεκριμένο ακίνητο και όχι εγγύηση με όλη τους την περιουσία. (Απόφαση 1096/2006 Α.Π.).

Οι όροι και η υπογραφή της σύμβασης εγγύησης

Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εγγυητές δεν γνωρίζουν ότι ο εγγυητής ευθύνεται με όλη την περιουσία του και φυσικά είναι ψιλά γράμματα για τον εγγυητή ο επιβαλλόμενος στη σύμβαση όρος περί παραίτησης από την ένσταση διζήσεως.

Η νομολογία διίσταται για το κατά πόσο πρέπει να επεξηγείται εντός της σύμβασης η έννοια του όρου αυτού ή αρκεί η απλή αναφορά του. Κατά την υπογραφή των συμβάσεων, οι υπάλληλοι των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν έθεταν (ακόμη και σήμερα) σε γνώση των εγγυητών τις υποχρεώσεις, αλλά αντιθέτως επηρέαζαν τον εγγυητή (τέκνο ή σύζυγο) να βάλει στη σύμβαση «για τυπικούς λόγους» μια υπογραφή.

Υπήρξαν ακόμη και περιπτώσεις που οι συμβάσεις υπογράφονταν δια περιφοράς στη κουζίνα της  συζύγου νοικοκυράς.  Όπως είναι φυσικό, η κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερη και έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όμως, τα πιστωτικά ιδρύματα στέκονται (κρύβονται) πίσω από τις συνηθισμένες ρήτρες που υπάρχουν σε προδιατυπωμένους  όρους συμβάσεων, όροι οι οποίοι έχουν κριθεί κατ’ επανάληψη καταχρηστικοί από την Δικαιοσύνη.

Εκπρόθεσμες ενέργειες και καθυστερημένη ενημέρωση εγγυητή από Τράπεζα

Ένα άλλο προς εξέταση θέμα είναι, οι ενέργειες των πιστωτικών ιδρυμάτων και η καθυστέρηση λήψης των απαραιτήτων μέτρων έναντι των οφειλετών.  Υπάρχουν, σωρεία περιπτώσεων που οι δανειστές (τράπεζες) δεν κινήθηκαν έγκαιρα κατά των πρωτοφειλετών.

Σιωπηρές παρατάσεις που φθάνουν και ολόκληρα έτη ενώ οι τόκοι δανεισμού έτρεχαν κανονικά. Σε άλλες περιπτώσεις ρύθμισης δεν κλήθηκαν οι εγγυητές όπως και θα έπρεπε αφού ο εγγυητής μπορούσε να προβάλει ενστάσεις ή εναλλακτικές μεθόδους εξόφλησης της οφειλής με βάση το δικό του έννομο συμφέρον. Επίσης δεν ενημέρωσαν έγκαιρα και εγγράφως (ως όφειλαν) τους εγγυητές, ότι οι οφειλέτες είναι σε κακή οικονομική κατάσταση και δεν εξυπηρετούν  τα δάνεια.

Υπάρχουν περιπτώσεις, που οι εγγυητές ενημερώθηκαν όταν ξεκίνησαν μέτρα εναντίον τους.  Η νομοθεσία, που διέπει τους εγγυητές (άρθρο 12, Ν.197/2003) , αναφέρει ότι «..σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του, για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων από τον πρωτοφειλέτη.».

Αν η τράπεζα, δεν ενημερώσει τον εγγυητή, τότε ο εγγυητής προφανώς δεν είναι υπεύθυνος για οποιαδήποτε αύξηση του δανείου λόγω τόκων, τόκων υπερημερίας και άλλων επιβαρύνσεων. Θα μπορούσε να καταβάλει αυτός τις οφειλές και να είχε αποφύγει τους πρόσθετους τόκους , τους τόκους υπερημερίας και τις λοιπές επιβαρύνσεις και με βάση το αναγωγικό του δικαίωμα (ΑΚ 858) να διευθετήσει την απαίτησή του από τον πρωτοφειλέτη με δικούς του όρους.

Ο εγγυητής, δεν μπορεί να γνωρίζει την συνέπεια του οφειλέτη απέναντι στην Τράπεζα και τις δόσεις του. Για την ενημέρωση αυτή αποκλειστικά αρμόδια και παράλληλα υποχρεωμένη είναι η Τράπεζα. Ο εγγυητής δεν έχει άλλη πρόσβαση στην έγκαιρη ενημέρωση.

Εγγυητής και νόμος Κατσέλη (υπερχρεωμένα)

Όπως προαναφέρθηκε, ο εγγυητής έχει υποχρέωση για την καταβολή ολοκλήρου του δανείου που έχει εγγυηθεί, ξεχωριστά από τον κυρίως οφειλέτη και εδώ πρέπει να επισημάνουμε τα εξής: Έστω, ότι ο κύριος οφειλέτης προσφύγει στο Δικαστήριο και εκδοθεί μια ευνοϊκή απόφαση για αυτόν (π.χ. υπερχρεωμένα), τότε ο εγγυητής δεν προστατεύεται από την απόφαση αυτή και πρέπει να κάνει ξεχωριστή αίτηση και ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση θα εκδοθεί η απόφαση, η οποία μπορεί να είναι διαφορετική, ίσως μη απαλλακτική, σε σχέση με του κυρίως οφειλέτη.

Για παράδειγμα μπορεί ο σύζυγος να υπαχθεί στο νόμο και να κουρευτεί το χρέος του αλλά η εγγυήτρια σύζυγος δεν υπάγεται αυτόματα με μόνη την αίτηση του οφειλέτη συζύγου της. Δηλαδή, ένα πιθανό κούρεμα των οφειλών του πρωτοφειλέτη θα  το καταβάλει ο εγγυητής ο οποίος εγγυήθηκε για ολόκληρο το ποσό.

Για παράδειγμα πρωτοφειλέτης με οφειλή 50.000 του κουρεύει το δικαστήριο το χρέος κατά 20.000 ευρώ. Αυτά τα 20.000 ευρώ θα τα καταβάλει ο εγγυητής που είχε εγγυηθεί για τα 50.000 ευρώ.

Εγγύηση και κληρονόμοι-συγγενείς εγγυητή

Πρέπει, επίσης να επισημανθεί ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εγγύησης (η οποία υπάγεται στη γενική παραγραφή του ΑΚ) επηρεάζει και τους συγγενείς ή κληρονόμους των εγγυητών. Πολλοί σύζυγοι, δεν γνωρίζουν ότι το έτερο ήμισυ είναι εγγυητής σε δάνειο συγγενικού ή φιλικού προσώπου. Είναι χιλιάδες οι οικογένειες που αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί πληθώρα ενδοοικογενειακών ερίδων και αντιπαραθέσεις μεταξύ συγγενών και φίλων. Η άσχημη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τους «εγκλωβισμένους» εγγυητές θα έχει τεράστιο κοινωνικό κόστος. Αξιοσημείωτο είναι , ότι σε πολλές άλλες χώρες δεν υπάρχουν εγγυητές ούτε προσωπικές εγγυήσεις. Στις χώρες αυτές, οι τράπεζες δεν ζητούν προσωπικές εγγυήσεις διότι μπορούν να εκποιήσουν τις ενυπόθηκες εξασφαλίσεις (των οφειλετών) σε σύντομο χρονικό διάστημα και εισπράττουν τα οφειλόμενα.

Η επιτάχυνση των εκποιήσεων είναι μια ορθή πρακτική, αλλά η περίοδος που διανύουμε είναι απαγορευτική για τέτοιες λύσεις ειδικά όταν για να εξοφληθεί η οφειλή θα λαμβάνεται υπόψη το τελικό πλειστηρίασμα το οποίο με βάση την αγορά σε πολλές περιπτώσεις δεν θα καλύπτει την οφειλή, με άλλα λόγια μπορεί κάποιου να του πλειστηριάσουν το σπίτι και πάλι να μην εξοφλήσει.

Πως μπορεί να αντιδράσει ένας εγγυητής ; 

Κάθε εγγυητής, θα πρέπει να γνωρίζει ότι βάσει νόμου, έχει δικαιώματα, και ανάλογα την περίπτωση μπορεί να επιλέξει την υπερασπιστική του γραμμή. Άλλωστε ο εγγυητής δανείου προστατεύεται από τις διατάξεις του νόμου περί Προστασίας Καταναλωτή όπως προκύπτει από το άρθρο 1 παράγραφος 4 του ν.2251/1994. Πολλές συμβάσεις πάσχουν ελαττωμάτων. Ενδεικτικά αναφέρουμε  μερικές περιπτώσεις  που θα μπορούσαν να ακυρώσουν μια σύμβαση εγγύησης ή δικαστικά να δικαιώσουν έναν εγγυητή:

  • δόλος για εξαπάτησή του κατά την υπογραφή της σύμβασης,
  • καθυστέρηση στη λήψη μέτρων κατά του οφειλέτη,
  •  υπέρογκοι τόκοι συναλλαγής ή άλλοι καταχρηστικοί όροι,
  •  απόκρυψη από τον εγγυητή ουσιωδών περιστατικών ή στοιχείων για τη κατάσταση του πρωτοφειλέτη ή των υποχρεώσεών του
  • η μη έγκαιρη ενημέρωση για την πορεία αποπληρωμής του δανείου και την φερεγγυότητα του οφειλέτη
  • πλάνη μεταξύ βούλησης και δήλωσης κατά την υπογραφή

Είναι εκτός λογικής, ένα συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο να εγγυάται για ένα  πρωτοφειλέτη , ο οποίος εν γνώσει του δανειστή είναι αφερέγγυος και δεν πρόκειται να εξοφλήσει την οφειλή. Κάθε περίπτωση όμως είναι ξεχωριστή και χρήζει της δικής της προσέγγισης για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εγγυητών που βρίσκονται άθελά τους συνήθως  να αντιμετωπίζουν τους μηχανισμούς των τραπεζών.


Κοινά αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου-Νομική προσέγγιση

Της δικηγόρου Ευαγγελίας Πολύμερου, συνεργάτη της Artion A.E.

Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1400 του Αστικού Κώδικα: « Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. 

Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια.

Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ο, τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά, ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες».

Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 1401 του Αστικού Κώδικα: «Η αξίωση του προηγούμενου άρθρου δεν γεννιέται, σε περίπτωση θανάτου, στο πρόσωπο των κληρονόμων του συζύγου που πέθανε. Επίσης δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωρισθεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί αγωγή. Η αξίωση παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου».

Ως αποκτήματα νοείται η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλον κατά τη διάρκεια του γάμου.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άνω άρθρου οι προϋποθέσεις για την γέννηση αξίωσης συμμετοχής στα κοινά αποκτήματα του γάμου είναι οι εξής:

  • Λύση/ Ακύρωση του γάμου ή συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων
  • Αύξηση της περιουσίας του συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και η συνεπεία αυτής υποχρέωση προς απόδοση
  • Η συμβολή του  συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου με οποιονδήποτε τρόπο.

ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΛΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟ 1/3 ΤΗΣ ΑΥΞΗΣΗΣ

Πρόκειται για μαχητό τεκμήριο, υπό την έννοια ότι, επιδέχεται ανταπόδειξη από τον εναγόμενο σύζυγο. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που το περιεχόμενο της αγωγής αφορά απόδοση ποσοστού επί της επαύξησης περιουσίας που αντιστοιχεί στο 1/3 αυτής, τότε ο ενάγων σύζυγος δεν υποχρεούται να αποδείξει τη δική του συμβολή, αλλά μόνο το γεγονός της επαύξησης της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου που αποτελεί και τη βάση του τεκμαρτού προσδιορισμού της συμβολής. Στην περίπτωση αυτή ο αντίδικος σύζυγος δύναται να ανταποδείξει μικρότερο ποσοστό συμβολής (εξ ου και το 1/3 αποκαλείται μαχητό τεκμήριο, διότι είναι θέμα απόδειξης των διαδίκων κατά πόσο η επαύξηση της περιουσίας σχετιζόταν με την έγγαμη συμβίωση). Στην περίπτωση όμως που το περιεχόμενο της αγωγής αφορά απόδοση ποσοστού μεγαλύτερου του 1/3 της επαύξησης περιουσίας, τότε  ο ενάγων σύζυγος οφείλει να αποδείξει το μεγαλύτερο ποσοστό συμβολής του στην επαύξηση, ο δε εναγόμενος σύζυγος δύναται να ανταποδείξει μικρότερο ποσοστό συμβολής.

Για τον υπολογισμό της επαύξησης της περιουσίας, υπολογίζεται η διαφορά ανάμεσα στην τελική και αρχική περιουσία των συζύγων δηλαδή, συγκρίνεται η περιουσία κάθε συζύγου κατά την τέλεση του γάμου με την περιουσία που έχει κατά την λύση του γάμου, την ακύρωσή του, ή την συμπλήρωση της τριετούς διάστασης.

ΔΕΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ στην περιουσιακή αύξηση οτιδήποτε αποκτάται από χαριστική αιτία και συγκεκριμένα:

  • δωρεά εν ζωή και αιτία θανάτου
  • κληρονομιά (εξ’ αδιαθέτου και εκ διαθήκης)
  • κληροδοσίες
  • γονική παροχή
  • ό,τι αποκτά κανείς από τη διάθεση/ πώληση των ανωτέρω αποκτημάτων, οι καρποί και τα αποκτήματα
  • οι δωρεές που έχουν γίνει από τον ένα σύζυγο στον άλλο [κατά μια επικρατούσα στη θεωρία άποψη]
  • κέρδη από λαχεία, παίγνια, στοιχήματα
  • οτιδήποτε μολονότι αποκτήθηκε, δεν σώζεται κατά τη χρονική στιγμή γενέσεως της αξίωσης συμμετοχής, λόγω του ότι το απόκτημα έχει καταστραφεί (χωρίς υπαιτιότητα του συζύγου) ή εκποιηθεί και το τίμημα διατέθηκε για τις οικογενειακές ανάγκες.

ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ ΣΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ

Η συμβολή του δικαιούχου στην επαύξηση της περιουσίας, όπως αυτή ορίζεται στην υπόψη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο είτε άμεσα είτε έμμεσα.

ΑΜΕΣΗ ΣΥΜΒΟΛΗ: οποιαδήποτε υλική συμβολή του / της συζύγου. Δηλαδή, οτιδήποτε ο δικαιούχος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης έχει διαθέσει υπό την μορφή κεφαλαίου, εργασίας κ.λ.π.

ΕΜΜΕΣΗ ΣΥΜΒΟΛΗ: οτιδήποτε παρέχεται στον/ στην σύζυγο με την μορφή της εξοικονόμησης πόρων και της διευκόλυνσης για την ανάπτυξη της επαγγελματικής δραστηριότητας του / της συζύγου. Μιλάμε δηλαδή για όποια ενίσχυση ψυχική και οποιαδήποτε συμβολή στην καθημερινότητα του συζύγου η οποία διευκόλυνε την ζωή του και συνακόλουθα τον οδήγησε μέσω της ανετότερης διεκπεραίωσης των εργασιών του στην επαύξηση της περιουσίας του. Ενδεικτικά αναφέρονται οι κάτωθι περιπτώσεις:

  • Ανατροφή των τέκνων και πλήρης ενασχόληση με τις οικιακές εργασίες. Σε αυτήν την περίπτωση η συμβολή της συζύγου θα πρέπει να αποτιμάται σε χρήμα δηλ. σε μηνιαίο εισόδημα που τυχόν θα αποκόμιζε από εξωοικιακή εργασία εάν και εφόσον δεν είχε επιδοθεί στις οικιακές εργασίες για την οικογένειά της.
  • Παροχή βοήθειας στο επάγγελμα του συζύγου, υπό την μορφή των ιδεών της ψυχικής τόνωσης κ.α.
  • Συμπαράσταση σε δύσκολες περιόδους (ασθένεια)
  • Εξοικονόμηση μισθωμάτων στην περίπτωση παροχής στέγης από τους γονείς του/της συζύγου

Τα παραπάνω ισχύουν στην περίπτωση που πριν ή κατά τη διάρκεια του γάμου οι σύζυγοι δεν έχουν επιλέξει το συμβατικό σύστημα της κοινοκτημοσύνης για τη ρύθμιση των μεταξύ σας περιουσιακών ζητημάτων, οπότε και η επίλυση των τελευταίων καθίσταται πιο ευχερής (Αρ. 1403-1405 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχεία αποκτηθεί κατά τον γάμο ανήκει και στα δύο μέρη.

Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα ή κατ’ ορθότερη ορολογία «η αξίωση συμμετοχής στην περιουσιακή αύξηση», βασίζεται στο σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων (αρ. 1397 ΑΚ) η οποία, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για την ελεύθερη επιλογή του συστήματος της κοινοκτημοσύνης, δεν μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια του γάμου. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων συνεπάγεται ατομική ευθύνη του καθενός συζύγου απέναντι στους δανειστές και ελευθερία συναλλαγής γεγονός που προστατεύει τις συναλλαγές. Οι αδικίες μέσα στο γάμο που μπορεί να προκύψουν από την άνω αρχή αίρονται από το νομοθέτη με τη θέσπιση της αρχής του ποσοστού της συμβολής του καθενός συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου.

ΝΕΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η αξίωση συζύγου από την περιουσία του έτερου συζύγου, ανήκει στο παθητικό της περιουσίας του τελευταίου, ο δε δικαιούχος σύζυγος θεωρείται δανειστής του υποχρέου. Πλην όμως για να ισχύσει αυτό θα πρέπει η αξίωση να έχει αναγνωρισθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση και προκειμένου να ικανοποιηθεί προνομιακά σε περίπτωση επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης από άλλους δανειστές (π.χ. Τράπεζες ή Δημόσιο) θα πρέπει να έχει επιπλέον εξοπλισθεί με εμπράγματη ασφάλεια. Διαφορετικά θα θεωρηθεί εγχειρόγραφος/ανέγγυος δανειστής και ο η απαίτηση του συζύγου θα καταταγεί τυχαίως και εφ’ όσον το εκπλειστηρίασμα επαρκεί.

Ζήτημα προκύπτει σε κάθε περίπτωση από τις διατάξεις του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που ψηφίστηκαν στις 22.7.2015 ως «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4334/2015» που θα τύχει εφαρμογής από 1.1.2016. Αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν.4334/2015 η ελληνική κυβέρνηση ψήφισε τον νόμο αυτό ως ενσωμάτωση της συμφωνίας του EUROSUMMIT (S/N 4070/12.07.2015). Στα πλαίσια της συμφωνίας ήταν και η υιοθέτηση ενός πλήρως αναμορφωμένου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ως προς τις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις για το σύστημα πολιτικής δικαιοσύνης ώστε να επιταχυνθεί σημαντικά η δικαστική διαδικασία και η μείωση του σχετικού κόστους.

 Οι εν λόγω αλλαγές φαίνονται να ευνοούν τις Τράπεζες ακόμα και έναντι του Δημοσίου, πολλώ δε μάλλον έναντι των συζύγων κατά του οφειλέτη συζύγου για δύο λόγους:

(α) Σύμφωνα με τις διατάξεις 993 και 995 ΚΠολΔ για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, θα λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Επίσης, ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου θα ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης,  διάταξη η οποία είναι πιθανό να επιτρέψει στις Τράπεζες, που κατά κανόνα επισπεύδουν τις διαδικασίας αυτές και εν όψει της ρευστής κατάστασης που επικρατεί στην αγορά ακινήτων, να προσδιορίζουν μικρές εμπορικές αξίες, σε βλάβη των συμφερόντων τόσο των οφειλετών, όσο και των λοιπών δανειστών, δοθέντος ότι οι οφειλέτες θα συνεχίσουν αν ενέχονται για το υπόλοιπο της οφειλής τους, η δε λοιπή περιουσία του οφειλέτη δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση και των λοιπών δανειστών τους.  Επισημαίνεται δε ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ο δικαιούχος σύζυγος έχει κατορθώσει να ασφαλίσει εμπράγματα την απαίτησή του, με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας που ισχύει στο εμπράγματο δίκαιο, είναι εξαιρετικά πιθανό η αξίωση της Τράπεζας να προηγείται της δικής του, αφού συνήθως οι εμπράγματες εξασφαλίσεις συστήνονται κατά τη σύναψη των σχετικών δανειακών συμβάσεων.

(β) Επιπλέον, ο επανακαθορισμός της σειράς κατάταξης των δανειστών στον πίνακα γενικών προνομίων και η κατάργηση της ισχύουσας πρόβλεψης για τη διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά μετά την ικανοποίηση της τρίτης τάξης αυτών ευνοεί αποκλειστικά τις Τράπεζες, σε βάρος κάθε άλλου δανειστή, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Οι δε Τράπεζες αποκτούν συμμετοχή στη διανομή του πλειστηριάσματος ακόμα και με την προσημείωση υποθήκης (μη προνομιούχα απαίτηση), χωρίς να είναι αναγκασμένες να την έχουν τρέψει  σε υποθήκη.

Ειδικότερα στην τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 977 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα στην §3 προβλέπεται, μεταξύ των άλλων, συμμετοχή στη διανομή του πλειστηριάσματος και των προσημειούχων δανειστών εις τρόπο ώστε οι απαιτήσεις με ειδικό προνόμιο (υποθήκη) του άρθρου 976 να ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι απαιτήσεις με γενικό προνόμιο του άρθρου 975 (δικηγορικές αμοιβές, αμοιβές εργαζομένων, απαιτήσεις δημοσίου για ΦΠΑ, απαιτήσεις οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης) έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις (προσημειώσεις) έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Επίσης προβλέπεται, αν υπάρχουν απαιτήσεις του άρθρου 976 και μη προνομιούχες απαιτήσεις, οι πρώτες ικανοποιούνται έως το ενενήντα τοις εκατό (90%) και οι δεύτερες έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως, ενώ αν συντρέχουν απαιτήσεις του άρθρου 975 και μη προνομιούχες απαιτήσεις, οι απαιτήσεις του άρθρου 975 ικανοποιούνται σε ποσοστό έως το εβδομήντα τοις εκατό (70%) του ποσού του πλειστηριάσματος, που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές, ενώ οι μη προνομιούχοι ικανοποιούνται στο υπόλοιπο ποσοστό συμμέτρως.

Πάντα τα ανωτέρω, δημιουργούν προβληματισμό ως προς τη συνταγματικότητα των άνω διατάξεων και δη την ισότιμη έννομη προστασία όλων των δανειστών, εν προκειμένω των συζύγων που αξιώνουν απόδοση της συμμετοχής τους στην επαύξηση της περιουσίας του/της ετέρου συζύγου.

Ταύτα δε τοσούτω μάλλον καθ’ όσον, σύμφωνα με την παρ. 8β του ν. 4336/2015 (Νέο Μνημόνιο) το όριο του ακατασχέτου των τραπεζικών λογαριασμών μειώθηκε στο ποσό των 1.250 € μηνιαίως, ανά φυσικό πρόσωπο και ανά πιστωτικό ίδρυμα, γεγονός που παρέχει στα τραπεζικά ιδρύματα μία ακόμη διέξοδο να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, προβαίνοντας σε άμεση κατάσχεση του υπολοίπου τραπεζικών λογαριασμών που δε καλύπτονται από τα όρια του ακατασχέτου.

Εν όψει των ανωτέρω, είναι πιθανό οι αντίδικοι σύζυγοι να ακολουθήσουν την πρακτική της σύμβασης συμβιβασμού (άρθρο 871 Α.Κ.), με την οποία οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους, ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Η σύμβαση συμβιβασμού είναι δεσμευτική για τους συμβαλλόμενους. Συνεπώς, δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε με το συμβιβασμό και αν τις προβάλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως του συμβιβασμού. Μετά τον συμβιβασμό κατανέμεται οριστικά η περιουσία και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίσθηκε με το συμβιβασμό. Το δικαστήριο, αν προταθεί, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της απόφασής του σύμφωνα με το περιεχόμενο της μεταξύ των ενδιαφερομένων σύμβασης συμβιβασμού και να αποφανθεί ότι δεν υπάρχει αντικείμενο για να συνεχισθεί η δίκη. Είναι δε έγκυρος ο συμβιβασμός που γίνεται μετά τη λύση του γάμου και αφορά τις μεταξύ των πρώην συζύγων αξιώσεις για τη συμμετοχή τους στα αποκτήματα του άλλου κατά τη διάρκεια του γάμου (ΑΠ 1872/2009).

Διά του άνω τρόπου, ο ένας σύζυγος δύναται να μεταβιβάσει στον έτερο σύζυγο το τεκμαρτό ποσοστό της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας του (1/3) και ο/η δικαιούχος σύζυγος να αποφύγει τρόπον τινά την αναγγελία και την κατάταξή του στους λοιπούς δανειστές του υποχρέου συζύγου κατά τη επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του.

Πλην όμως, στην περίπτωση αυτή, επισημαίνεται ο κίνδυνος η εν λόγω δικαιοπραξία να προσβληθεί από τις Τράπεζες ή το Δημόσιο ως καταδολιευτική κατ΄ αρθ. 939 ΑΚ, δοθέντος ότι θα πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ήτοι (α) η ύπαρξη απαιτήσεως του δανειστή κατά την άσκηση της αγωγής, η οποία (απαίτηση) δεν απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς ούτε να έχει εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, (β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, (γ) σκοπός βλάβης των δανειστών που προκαλείται με την ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη λόγω της απαλλοτριώσεως, με αποτέλεσμα η περιουσία που απομένει, δηλαδή η εμφανής περιουσία, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των αξιώσεων των δανειστών και δ) γνώση του τρίτου, προς τον οποίον γίνεται η απαλλοτρίωση, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει με σκοπό βλάβης των δανειστών. Η γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι, κατά την απαλλοτρίωση (μεταβίβαση), σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό, ή από αγχιστεία έως το δεύτερο.

Πέραν τούτου, στην περίπτωση ύπαρξης οφειλών έναντι του Δημοσίου, ενδέχεται να προκύψει κώλυμα κατά τη διαδικασία της μεταβίβασης του περιουσιακού στοιχείο, δοθέντος ότι είναι πιθανό ο υπόχρεος και μεταβιβάζων σύζυγος να μη δύναται να λάβει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα για την ολοκλήρωση της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας.

Πάντα τα ανωτέρω, αποτελούν παράγοντες που οι σύζυγοι οφείλουν να λάβουν υπόψη τους, προτού επιχειρήσουν να διανείμουν την περιουσία τους με τη διαδικασία του εξωδικαστικού ή δικαστικού συμβιβασμού, ενώ υπάρχουν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές αξιώσεις ιδιωτών ή του Δημοσίου σε βάρος ενός εξ αυτών ή αμφοτέρων.


Φορολογία στα κοινά αποκτήματα συζύγων

Του Γιώργου Δαλιάνη

Σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 1400, του Αστικού Κώδικα, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή υπάρχει διάσταση των συζύγων διάρκειας μεγαλύτερης των τριών ετών και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτής της περιουσίας, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης , το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται δε, ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο (1/3) της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή µε διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.

Η ικανοποίηση της απαίτησης του δικαιούχου, εάν είναι χρηματική ή συνίσταται σε παροχή κινητού πράγματος, υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου 3,6%. Εάν όμως συνίσταται σε μεταβίβαση ακινήτου, υπόκειται σε φόρο μεταβίβασης (ΦΜΑ) βλ. Υπουργείο Οικονομικών Κ 6728/86, ΠΟΛ 282.

Η επίλυση της διαφοράς μπορεί να γίνει με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, αλλά και συμβιβαστικά. Σε κάθε όμως, περίπτωση πρέπει να αποδεικνύεται όχι μόνο η ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης που αναγνωρίστηκε με δικαστική ή με σύμβαση μεταξύ δικαιούχου ή υπόχρεου, αλλά και η εξόφληση της απαίτησης αυτής με συμβολαιογραφικό έγγραφο το οποίο ως δημόσιο έγγραφο παρέχει τα εχέγγυα διασφάλισης του δικαιώματος του Δημοσίου από τα τέλη χαρτοσήμου 3,6%, όταν η παροχή αφορά απόδοση στο δικαιούχο χρήματα ή κινητά περιουσιακά στοιχεία.

Ο υπολογισμός της αξίας των μεταβιβαζόμενων ακινήτων γίνεται βάσει των αντικειμενικών αξιών. Αν, αντί της μεταβίβασης ακινήτου, αποδίδεται στο δικαιούχο χρηματική παροχή, ή παροχή κινητού πράγματος, δεν ανακύπτει φορολογική υποχρέωση (εισόδημα ή δωρεά), αφού η παροχή αυτή αποτελεί εκπλήρωση προβλεπόμενης από το νόμο υποχρέωσης. Τούτο βεβαίως θα πρέπει να ισχύει εφόσον αποδεδειγμένα η χρηματική αυτή παροχή που δίδεται στο δικαιούχο σύζυγο αντιπροσωπεύει την συμβολή αυτού στην αύξηση τη περιουσίας του άλλου συζύγου η οποία τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο (1/3) της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη, ή μικρότερη, ή καμία συμβολή. Δεδομένου δε ότι το Δημόσιο, δεν δεσμεύεται από το δικαστικό δεδικασμένο ( απόφαση 728/1984 των νομικών συμβούλων του Δημοσίου) και εφόσον ο έφορος διαθέτει ικανά στοιχεία ανταπόδειξη του νόμιμου τεκμηρίου του άρθρου 1400 ΑΚ, τότε ως προς το υπερβάλλον χρηματικό ποσό ( δηλαδή από το ποσό που δεν αφορά σε πραγματική συμβολή σε επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου) θα ανακύπτει ζήτημα φορολογίας δωρεάς.

Κληρονομείται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου ;

Στο άρθρο 1401 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Η αξίωση του άρθρου 1400, δεν γεννιέται σε περίπτωση θανάτου, στο πρόσωπο κληρονόμων του συζύγου που πέθανε. Επίσης δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωριστεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί αγωγή. Η αξίωση παραγράφεται δύο χρόνια μετά την λύση ή ακύρωση του γάμου».                                   Εάν ο γάμος λυθεί με το θάνατο του ενός συζύγου, η αξίωση του επιζώντος για συμμετοχή στα κοινά αποκτήματα κατευθύνεται κατά των κληρονόμων του θανόντος, καθένας από τους οποίους βαρύνεται με την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής από το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας (βλ. ΠΟΛ 1082/2004).

Το ύψος της αξίωσης πρέπει να καθορίζεται με τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου ή με συμβιβασμό μεταξύ συζύγου (δικαιούχου) και κληρονόμων του θανόντος υπόχρεου, σε διαφορετική περίπτωση δεν αναγνωρίζεται προς έκπτωση από την κληρονομιά. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αξίωση συμμετοχής του επιζώντος συζύγου στα αποκτήματα του γάμου, συνιστά χρέος της κληρονομιάς, που βαρύνει τους κληρονόμους του θανόντος  και αφαιρείται από το παθητικό της κληρονομιάς.

Σημειώνουμε ότι η δικαστική απόφαση, όπως και η πράξη συμβιβασμού, που καθορίζει το ύψος της αξίωσης του συζύγου, δεν είναι δεσμευτική για τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., εάν μπορεί να αποδείξει, κατά τη φορολογική διαδικασία, κάτι διαφορετικό με πλήρη τεκμηρίωση των απόψεών του. Άλλωστε, η έκπτωση του συγκεκριμένου χρέους ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια και θα πρέπει να πεισθεί για την ύπαρξή του.  Ωστόσο, η διακριτική αυτή ευχέρεια υφίσταται μόνο , εφόσον η Δ.Ο.Υ. διαθέτει ικανά στοιχεία ανταπόδειξης του νόμιμου τεκμηρίου του άρθρου 1400 του Αστικού Κώδικα.

Όταν, ο επιζών σύζυγος είναι και ο μοναδικός κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου, όμως επειδή τα αποκτήματα αυτά, κατά το μέρος που προέρχεται από τη συμμετοχή του συζύγου στην επαύξηση της κληρονομιαίας  περιουσίας, περιέρχεται σε αυτόν «εξ ιδίου δικαίου και όχι εξ κληρονομίας», πρέπει να θεωρείται παθητικό της κληρονομιάς και να εκπίπτει από τη φορολογητέα αξία.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση αναγνώρισης (συμβατικώς ή δικαστικώς ) της αξίωσης πρέπει να αποδεικνύεται και η εκπλήρωση αυτής, διαφορετικά ανακύπτει φορολογικό ενδιαφέρον.  Ως απόδειξη εκπλήρωσης είναι, κατ’ αρχήν, εκείνη που έχει υπέρ της «το τεκμήριο της αλήθειας του περιεχομένου και της γνησιότητας της υπογραφής έναντι τρίτων», χωρίς να αποκλείσει το δικαίωμα της φορολογικής αρχής να αποδείξει το εναντίον σε κάθε περίπτωση. Τέτοια απόδειξη είναι εκείνη που προκύπτει από αναγκαστική εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή από συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Τέλος, η απόδοση στον δικαιούχο της αξίωσής του, σε χρήματα, μετοχές, εταιρικά μερίδια και γενικά  σε κινητά πράγματα υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμου 3,6%. Η απόδοση σε αυτόν ακινήτου ή ποσοστού ακινήτου υπόκειται σε φόρο μεταβίβασης ακινήτων. Σε καμία περίπτωση δεν υπόκειται σε φόρο δωρεάς.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αξιώσεις των αδικημένων συζύγων για συμμετοχή στα αποκτήματα, οι οποίες στρέφονται κατά των πιστωτών (τραπεζών κλπ) και κατά του Δημοσίου για περιουσιακά στοιχεία που κατασχέθηκαν για οφειλές του άλλου συζύγου. Το θέμα αυτό εξετάζεται από τη συνεργάτη μας νομικό, Ευαγγελία Πολύμερου και θα επανέλθουμε με νέο άρθρο.


Η καταστατική και η πραγματική έδρα των εταιρειών

Του Γιώργου Δαλιάνη

Στο πλαίσιο του διεθνοποιημένου και άκρως ανταγωνιστικού οικονομικού περιβάλλοντος, διαρκώς αυξανόμενη εμφανίζεται η τάση για διεθνείς συμπράξεις, κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες, συγχωνεύσεις και άλλες μορφές διασύνδεσης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που εξασφαλίζουν καλύτερη πρόσβαση στην παγκόσμια αγορά. Η ανάγκη αυτή για διεθνείς συνεργασίες απαντάται με μεγαλύτερη συχνότητα στην περίπτωση επιχειρήσεων προερχόμενων από μικρές αγορές, όπως η ελληνική, οι οποίες δεν διαθέτουν τέτοιο μέγεθος, ώστε να επιτυγχάνουν οικονομίες κλίμακας αντίστοιχες των ανταγωνιστών τους.

Για τις Ελληνικές επιχειρήσεις η εξωστρέφεια είναι σήμερα παρά ποτέ αδήριτη ανάγκη για την επιβίωσή τους όχι μόνο στην διεθνή αλλά και στην εγχώρια σκακιέρα όπου έρχονται αντιμέτωπες με ανταγωνίστριες επιχειρήσεις οι οποίες δρέπουν ήδη τα οφέλη της δραστηριοποίησής τους σε ευνοϊκότερες συνθήκες. Κατά συνέπεια είναι προφανής η προσπάθεια για κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες διεθνείς συμπράξεις και συνεργασίες οι οποίες θα τις καταστήσουν πρωτοπόρες και καινοτόμες στη διεθνή αγορά. Έχουμε φθάσει στο χρονικό σημείο, όπου η οικονομική δραστηριότητα των επιχειρήσεων επεκτείνεται πέρα από τα Εθνικά σύνορα και για το λόγο αυτό έχουν θεσμοθετηθεί συγκεκριμένοι κανόνες, οι οποίοι προβλέπουν και καθορίζουν όλες τις μορφές διασυνοριακών δράσεων (ν.3777/2009). Με τη ψήφιση αυτού του νόμου ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο, η οδηγία 2005/56/ΕΚ ,η οποία  προβλέπει τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις εταιρειών διαφορετικών κρατών-μελών ή μεταφοράς  της έδρας σε άλλο κράτος-μέλος.   Η οδηγία αυτή της ΕΚ στόχο είχε την εναρμόνιση των Νομοθετικών πλαισίων των κρατών μελών με στόχο την περαιτέρω προώθηση του σχεδίου της Λισαβόνας όπως ομολογεί και η Επιστημονική Έκθεση της Βουλής των Ελλήνων για την ενσωμάτωση της ως άνω οδηγίας.

Κεφαλαιώδους σημασίας στις διασυνοριακές συγχωνεύσεις είναι η διάκριση μεταξύ καταστατικής (registered or statutory seat) και πραγματικής έδρας εταιριών (real seat).

Καταστατική έδρα, είναι αυτή, η οποία συμπίπτει με το κράτος όπου συστάθηκε η εταιρεία, με αποτέλεσμα την καταγραφή της έδρας της στο καταστατικό της εταιρίας και συνακολούθως  στο σχετικό μητρώο εταιρειών του κράτους, στο οποίο ιδρύθηκε.

Πραγματική έδρα, είναι ο τόπος που λαμβάνονται οι αποφάσεις των οργάνων, γίνεται η πραγματική διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και λειτουργιών της εταιρείας.

Η κινητικότητα, των εταιρειών δύναται να επιτευχθεί με τη μεταφορά και εγκατάσταση εκτός του τόπου ιδρύσεως είτε της καταστατικής, είτε της πραγματικής έδρας. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία η καταστατική έδρα δε συμπίπτει με την πραγματική συνεπάγεται πως εμπλέκονται δύο διαφορετικές έννομες τάξεις περί της υποστάσεως και λειτουργίας αυτής της εταιρείας.

Το δίκαιο της πραγματικής έδρας ισχύει στην πλειονότητα των Ευρωπαϊκών κρατών, όπως και στην Ελλάδα (Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα αξιολογείται η ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας επιχειρήσεων βάσει του δικαίου της πραγματικής τους διοικητικής έδρας), καθορίζει την καταστατική έδρα του νομικού προσώπου ως συνδετικό στοιχείο με την έννομη τάξη του κράτους, στο οποίο ιδρύθηκε, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αυτή συμπίπτει και με την πραγματική έδρα. Εν ολίγοις υπερισχύει το δίκαιο της έδρας στην οποία λαμβάνονται οι αποφάσεις και διοικείται η εταιρεία έναντι της έδρας που αναφέρεται στο καταστατικό. Επομένως, αν μεταφερθεί η πραγματική έδρα σε άλλο κράτος, τότε το νομικό πρόσωπο χάνει τη νομική προσωπικότητα και υποχρεούται σε λύση και εκκαθάριση. Ο μοναδικός τρόπος αναβίωσης της είναι να επανασυσταθεί  στο κράτος όπου εγκατέστησε την πραγματική έδρα, εφαρμόζοντας , πλέον, το δικό του δικαιικό καθεστώς. Πριν προχωρήσουμε την εξέταση του τεχνικού κομματιού, θα πρέπει να ορίσουμε τις έννοιες «διασυνοριακή συγχώνευση» και «διασυνοριακή διάσπαση».

Διασυνοριακή συγχώνευση: πραγματοποιείται (επέρχεται ένωση) των περιουσιών δύο ή περισσοτέρων εταιρειών με έδρα σε διαφορετικά κράτη, χωρίς εκκαθάριση, κατά τρόπο ώστε τουλάχιστον μια από αυτές να παύει να υπάρχει, ενώ η εταιρεία που θα προκύψει από την συγχώνευση (απορροφούσα) να αποτελεί συνέχεια των συγχωνευθεισών, οι μέτοχοι δε της εξαφανιζόμενης (απορροφούμενης) να μετέχουν εφεξής στις απομένουσες  ή στη νέα εταιρεία. Η απορροφούσα είναι προφανές ότι είναι καθολική διάδοχος, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, της ή των απορροφημένων εταιρειών .

Διασυνοριακή διάσπαση, είναι η πράξη με την οποία η περιουσία μιας εταιρείας (διασπώμενη) διανέμεται και συγχρόνως μεταβιβάζεται με καθολική διαδοχή σε άλλες, δύο τουλάχιστον εταιρείες (επωφελούμενες), οι οποίες είτε υπήρχαν (διάσπαση με απορρόφηση)  είτε ταυτόχρονα ( διάσπαση με σύσταση νέων εταιρειών) είτε άλλες μεν υπήρχαν και άλλες ιδρύονται για πρώτη φορά.

Τόσο στις διασυνοριακές συγχωνεύσεις ή διασπάσεις προκύπτουν νομικά θέματα (μάλλον κωλύματα) και προϋποθέσεις, από την εφαρμογή της νομοθεσίας στο κράτος που εγκαθίσταται η εταιρεία ,που αποσκοπούν στην προστασία των πιστωτών, των μειοψηφούντων μετόχων και των μισθωτών, καθώς και στη διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων, μεταφοράς ζημιών, ληφθέντων αποθεματικών και επιδοτήσεων. Κεφαλαιώδη σημασία  έχει και η διασφάλιση της εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων για την διείσδυση στην αγορά.

Με τη διασυνοριακή μετατροπή, η κοινοτική εταιρεία, η οποία μεταφέρει την έδρα της σε άλλο κράτος μέλος, δεν αποσκοπεί στο να διατηρήσει της ιδιότητά της ως εταιρεία δικαίου του κράτους υποστάσεως.  Αντιθέτως, υποχρεούται στην εφαρμογή της ισχύουσας σε αυτή νομοθεσίας. Συνεπώς, η εταιρεία σπάει και αποβάλλει το συνδετικό στοιχείο μεταξύ της ίδιας και του κράτους, στο οποίο συστήθηκε. Συνακόλουθα, δημιουργείται αυτόματα ένα νέο συνδετικό στοιχείο μεταξύ της εταιρείας και της έννομης τάξης, η οποία είναι πλέον η Εθνική έννομη τάξη του κράτους όπου εγκαταστάθηκε. Αποτέλεσμα, αυτών, είναι το ότι η εταιρεία διατηρεί τη νομική της οντότητα και προσωπικότητα , μεταβάλλοντας, όμως , το εφαρμοστέο σε αυτή δίκαιο. Επομένως, το επιτρεπτό της μεταφοράς με διατήρηση της ταυτότητας και αλλαγή εταιρικού δικαίου κρίνεται από το κράτος υποδοχής, του κράτους, δηλαδή, της νέας εκ μετατροπής εταιρείας και όχι από το κράτος όπου συστάθηκε η εταιρεία.

Στον ν.3777/2009 (ΦΕΚ 127/τ.Α/28.07.2009)  ορίζονται επακριβώς οι διαδικασίες που απαιτούνται για διασυνοριακές πράξεις των Ελληνικών επιχειρήσεων. Οι πράξεις οι οποίες έχουν ολοκληρωθεί είναι λιγοστές και ως εκ τούτου, η Διοίκηση δεν έχει την εμπειρία  και έτσι συντείνει στην αύξηση της γραφειοκρατίας.

Η φορολογική Διοίκηση με την ψήφιση του ν.4172/2013  και στα άρθρα 52, 53, 54, 55 καθορίζει επακριβώς το φορολογικό καθεστώς και τις ισχύουσες απαλλαγές που ισχύουν στις περιπτώσεις διασυνοριακών μεταβολών.

Η Ευρωπαϊκή κοινότητα έχει εξασφαλίσει στις εταιρείες,  το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης σε άλλα κράτη μέλη και τα τελευταία χρόνια υπάρχει πληθώρα διασυνοριακών πράξεων.


Πρωτογενείς καταθέσεις και εμβάσματα – Έμμεσες τεχνικές ελέγχου

Πηγή: www.efstathopoulos-law.gr
Του Γεώργιου Σπ. Ευσταθόπουλου

  1. Οι προσφάτως εκδοθείσες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατέδειξε την εκ μέρους του Φορολογικού Ελέγχου εξαιρετικά πλημμελή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν. 2238/1994, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του Νόμου 3888/2010.

Συγκεκριμένα, δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 15 Ν. 3888/2010 (ΦΕΚ Α 175/30.9.2010) προστέθηκε νέο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρου 48 Ν. 2238/1994, σύμφωνα με το οποίο ορίστηκε ότι: «Σε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, ο φορολογούμενος μπορεί να κληθεί να αποδείξει είτε την πραγματική πηγή ή αιτία προέλευσης της είτε ότι φορολογείται από άλλες διατάξεις είτε ότι απαλλάσσεται από το φόρο με ειδική διάταξη, προκειμένου αυτό να μην φορολογηθεί ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων της χρήσης κατά την οποία επήλθε η προσαύξηση»

Προς το σκοπό ορθής εφαρμογής της άνω διατάξεως, η Διοίκηση παρείχε διευκρινιστικές οδηγίες με την εκδοθείσα ΠΟΛ 1095/2011 (παρ. 10), στην οποία προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 15 Ν. 3888/2010 ισχύουν για υποθέσεις που η προσαύξηση προέκυψε πριν ή μετά τις 30.9.2010 ημερομηνία ψήφισης του νόμου και η έκδοση των καταλογιστικών πράξεων γίνεται μετά τις 30.9.2010.

Με την επίκληση των ανωτέρω διατάξεων, οι Φορολογικές Αρχές διενεργούν Ελέγχους και καταλογίζουν υπέρογκους φόρους και πρόστιμα σε περίπτωση διαπίστωσης πρωτογενών καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς φορολογουμένων ή διενέργειας εμβασμάτων στο εξωτερικό σε βάθος δεκαετίας, δηλαδή σε οικονομικά έτη προ της δημοσίευσης του άνω νόμου (30.9.2010). Πρόκειται δηλαδή σαφώς για υιοθέτηση και εφαρμογή φορολογικών διατάξεων αναδρομικής ισχύος.

Ωστόσο, ο φορολογικός καταλογισμός φόρων και προστίμων, με την εφαρμογή των άνω διατάξεων για οικονομικά έτη προ του έτους 2010 προσκρούει στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι: «Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε». Επίσης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου (άρθρο 2 ΑΚ) ορίζεται ότι: «ο νόµος ορίζει περί του μέλλοντος και δεν έχει αναδρομική δύναµη»

Η υποστηριζόμενη σταθερά από τις Φορολογικές Αρχές αντίθετη εκδοχή, με την επίκληση της παρ. 10 της ΠΟΛ 1095/29.4.2011, δυνάμει της οποίας ορίζεται ότι οι διατάξεις άρθρου 15 Ν. 3888/2010 ισχύουν για υποθέσεις που η προσαύξηση προέκυψε πριν ή μετά τις 30.9.2010 ημερομηνία ψήφισης του νόμου και η έκδοση των καταλογιστικών πράξεων γίνεται μετά τις 30.9.2010, τυγχάνει απαράδεκτη και για το λόγο ότι δεν είναι δυνατόν να τεθεί κανόνας δικαίου με αναδρομική ισχύ διά διευκρινιστικής οδηγίας της διοίκησης και όχι διά τυπικού νόμου (δηλαδή νόμου που ψηφίζεται από τη Βουλή των Ελλήνων).

Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η προσαύξηση περιουσίας φορολογουμένου που επήλθε μέσω τραπεζικών καταθέσεων από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, εφόσον προέκυψε σε χρόνο που δεν ίσχυε ακόμη η ως άνω διάταξη, δεν υπαγόταν σε φορολόγηση. Με την παραδοχή αυτή, το Δικαστήριο έκρινε πλημμελείς τις σχετικές καταλογιστικές πράξεις φορολογικής αρχής, ως ερειδόμενες σε μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και τις ακύρωσε.

  1. Επιπροσθέτως, παρατηρείται το φαινόμενο ο Φορολογικός Έλεγχος να καταλογίζει πρόστιμα ΚΒΣ με βάση την άνω διάταξη (περί προσαυξήσεως περιουσίας άρθρου 15 Ν. 3888/2010) εάν ο φορολογούμενος έχει την ατυχία να είναι επιτηδευματίας (π.χ. μη έκδοση φορολογικού παραστατικού για παροχή υπηρεσιών).

Αντιθέτως, εάν ο φορολογούμενος τυγχάνει μη επιτηδευματίας (π.χ. μισθωτός) δεν είναι δυνατή η επιβολή προστίμου ΚΒΣ (ή διαφοράς ΦΠΑ) αλλά μόνο η επιβολή διαφοράς φόρου εισοδήματος.
Τούτο τυγχάνει μη νόμιμο, καθόσον η άνω διάταξη αφορά το φορολογικό αντικείμενο της Φορολογίας Εισοδήματος και όχι του ΚΒΣ, ενόψει και του στενώς ερμηνευτέου των φορολογικών νόμων.
Περαιτέρω, η διά της άνω πρακτικής άνιση μεταχείριση φορολογουμένων (π.χ. επιτηδευματιών σε σχέση με μισθωτούς) προσκρούει σε συνταγματικές διατάξεις (άρθρα 4 και 5 Σ)

  1. Επισημαίνεται τέλος ότι εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα είναι η εκ μέρους της Διοίκησης ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου.

Συγκεκριμένα, η απαγόρευση της αναδροµικότητας αφορά και την διαδικασία αλλά και την μέθοδο εξεύρεσης της φορολογητέας ύλης.
Ειδικότερα, ο έλεγχος, στα πλαίσια της υπ΄ αυτού εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 15 Ν. 3888/2010, εφαρμόζει τη διάταξη του άρθρου 67Β του ν. 2238/1994, που προστέθηκε µε την παρ. 14 άρθρου 4 του ν. 4038/2012, με την οποία θεσπίστηκαν οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου, µε το άρθρο δε 37 του ίδιου νόµου, ορίσθηκε ότι ισχύει από τη δηµοσίευση του στο ΦΕΚ (2.2.2012).
Με την παρ. 6 άρθρου 8 του ν. 4110/2013, που ισχύει από τη δημοσίευση του νόµου στο ΦΕΚ (23.1.2013), ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 67Β εφαρμόζονται και για όλες τις εκκρεμείς χρήσεις, για τις οποίες υφίσταται φορολογική υποχρέωση.

Με το νόµο 4174/2013, θεσπίστηκε ο νέος Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, που ετέθη σε ισχύ την 1.1.2014, στο Α’ µέρος του οποίου, κεφάλαιο έβδοµο «περί Φορολογικών Ελέγχων», ορίζει και τις µεθόδους εµµέσου προσδιορισµού (άρθρο 27 § 1) της φορολογητέας ύλης, οι οποίες, σύµφωνα µε τις µεταβατικές διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 1:
«εφαρμόζονται µε την επιφύλαξη των διατάξεων περί παραγραφής, σε όλες τις χρήσεις για τις οποίες, κατά την θέση σε ισχύ του Κώδικα, δεν έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου, ή έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου, αλλά δεν έχει γίνει έναρξη του ελέγχου».

Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόµου, παρέχεται στον Γενικό Γραμματέα η νοµοθετική εξουσιοδότηση να καθορίσει, µε απόφασή του, το ειδικότερο περιεχόµενο τεχνικών ελέγχου, τον τρόπο εφαρµογής τους και κάθε σχετικό θέµα για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
Κατά τη νοµοθετική αυτή εξουσιοδότηση, ο Γενικός Γραμματέας Δηµοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονοµικών, εξέδωσε την Απόφαση ΠΟΛ. 1050/2014 (ΦΕΚ 8474/25.2.2014) και καθόρισε το περιεχόµενο και τον τρόπο εφαρµογής των τεχνικών ελέγχου µε τις µεθόδους του εµµέσου προσδιορισµού, για τον διορθωτικό προσδιορισµό της Φορολογητέας ύλης Φορολογούµενων φυσικών προσώπων.
Ωστόσο, βάσει του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 άρθρου 78 του Συντάγματος:
«το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από την φορολογία και η απονομή συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νοµοθετικής εξουσιοδότησης».

Δυστυχώς, διαπιστώνεται ότι όχι µόνο αποτέλεσαν και δη αναδρομικώς αντικείμενο νοµοθετικής εξουσιοδότησης, αλλά και υπερέβη αυτήν ο Γενικός Γραμματέας µε την απόφασή του αυτή, καθόσον τα φορολογητέα εισοδήματα, τα ακαθάριστα έσοδα, οι εκροές και τα φορολογητέα κέρδη δεν προσδιορίζονται βάσει των γενικά παραδεκτών αρχών και τεχνικών της ελεγκτικής που αναφέρονται στην παρ. 1 άρθρου 27 του ν. 4174/2013, όπως µέχρι τώρα εφαρµόζοντο οι αρχές και τεχνικές αλλά κατ’ απόκλιση απ’ αυτές.
Με τον έµµεσο αυτόν τρόπο ελέγχου των καταθέσεων, ουσιαστικά επιβάλλεται αναδροµική φορολογία µε νέο αυτής αντικείμενο, αυτό των καταθέσεων που τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις προέρχονται από αποταµιεύσεις µιας ζωής.
Μάλιστα, η ΠΟΛ. 1050/2014 και πάλι καθ’ υπέρβαση της νοµοθετικής εξουσιοδότησης και παντελώς αυθαίρετα, όρισε στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 7 ότι:
«το ύψος των δηλούμενων καταθέσεων και µετρητών κατά την έναρξη της πρώτης ελεγχόμενης χρήσης, προκειμένου να γίνει δεκτό, σε καµία περίπτωση δεν µπορεί να υπερβαίνει το πραγματικό διαθέσιµο κεφάλαιο προηγούμενων ετών, όπως αυτό προσδιορίζεται µε βάση τα δεδομένα των υποβληθεισών δηλώσεων φορολογίας εισοδήµατος, ή από στοιχεία που έχει στην διάθεσή της η ελεγκτική υπηρεσία».

Δηλαδή, το κεφάλαιο από τις οικονομίες ετών, θα έπρεπε να το είχαµε δηλώσει στη φορολογική αρχή για να είναι στην διάθεσή της (παρόλο ότι δεν υπήρχε η σχετική προς τούτο υποχρέωση), προκειμένου να µην υπαχθεί εκ νέου σε φορολογία, κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, ως και της αρχής περί αποδεικτικών µέσων και βάρους απόδειξης του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και Διαδικασίας.

Ο κ. Γεώργιος Σπ. Ευσταθόπουλος είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, εξειδικευθείς στο Φορολογικό Δίκαιο και συνεργάτης της Artion A.E.


Παγκόσμια, αυτόματη και υποχρεωτική τραπεζική ανταλλαγή πληροφοριών

Του Γιώργου Δαλιάνη

Η οδηγία 2014/107/ΕΕ, που υιοθετήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 2014, επεκτείνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών για φορολογικούς σκοπούς, μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.

Η σημασία της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, ως μέσο για την καταπολέμηση της διασυνοριακής φορολογικής απάτης και της φοροδιαφυγής έχει πρόσφατα αναγνωριστεί και σε διεθνές επίπεδο (G20 και G8). Μετά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των Η.Π.Α. και των χωρών, που ανήκουν στον ΟΟΣΑ, υπήρξε απόφαση των G20 για αξιοποίηση των συμφωνιών, που επιτεύχθηκαν για  την ανάπτυξη ενός ενιαίου παγκόσμιου προτύπου για την αυτόματη ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών.

Το κοινό πρότυπο αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών (AEOI – Automatic Exchange Of Information Standard) αναπτύχθηκε και υλοποιείται από τον ΟΟΣΑ,  βασίζεται και αξιοποιεί πολλά στοιχεία του περίφημου Αμερικάνικου πληροφοριακού συστήματος (FACTA).

Θα τεθεί σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2016 και η πρώτη τραπεζική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών, που το έχουν αποδεχθεί (σχεδόν το σύνολο των κρατών μελών του ΟΟΣΑ), θα γίνει μέχρι την 30η Νοεμβρίου 2017.

Στο σημείο αυτό θα καταγράψουμε ποιες πληροφορίες ανταλλάσσονται, ποιοι  φορείς εκτός από τις τράπεζες έχουν την υποχρέωση για την παροχή πληροφοριών και τέλος για ποια ακριβώς πρόσωπα παρέχονται οι πληροφορίες.

Πληροφορίες που ανταλλάσσονται

 Υπόλοιπα λογαριασμών τέλους ημερολογιακού έτους και αναλυτική καρτέλα κίνησης του λογαριασμού, στην οποία δεν θα αναφέρονται οι συνήθεις κινήσεις ανάληψης ή κατάθεσης, αλλά μόνο οι κινήσεις που αφορούν:

  • Τόκους,
  • Μερίσματα,
  • Αποδόσεις από ασφαλιστικά συμβόλαια,
  • Τίμημα πώλησης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων (ακίνητα, μετοχές κλπ.).

Φορείς διαβίβασης πληροφοριών 

  • Τράπεζες,
  • Χρηματιστηριακές εταιρείες,
  • Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων,
  • Ασφαλιστικές εταιρίες.

Δικαιούχοι 

Τα φυσικά πρόσωπα, βάσει της φορολογικής κατοικίας και του αριθμού φορολογικού μητρώου που δηλώνουν. Εδώ πρέπει να διευκρινισθεί,  ότι υπάρχει υποχρέωση ταυτοποίησης πραγματικού δικαιούχου  για νομικές οντότητες που το εισόδημά τους προέρχεται από:

  • Τόκους ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα παράγεται από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία
  • Δικαιώματα ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα παράγεται από πνευματική ιδιοκτησία
  • Μερίσματα και εισόδημα από τη μεταβίβαση μετοχών
  • Εισόδημα από κινητά περιουσιακά στοιχεία
  • Εισόδημα από ακίνητη περιουσία και τέλος
  • Εισόδημα από ασφαλιστικές, τραπεζικές και άλλες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.

Επιπτώσεις και μελλοντικές εξελίξεις 

Η πληροφορία πηγαίνει αυτόματα στον έλεγχο και όχι ο έλεγχος στην αναζήτησή της. Με αυτό τον τρόπο διαπιστώνεται φορολογητέα ύλη που ήταν άγνωστη στις φορολογικές αρχές. Παράλληλα η οδηγία 2011/16/ΕΕ (ν.4170/2013) προβλέπει αμοιβαία διοικητική συνδρομή στην είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων. Σήμερα, με την ανάπτυξη των πληροφοριακών συστημάτων, ιδιαίτερα των τραπεζών, το έργο της συλλογής πληροφοριών γίνεται ευκολότερο και όλα τα κράτη ελπίζουν να βάλουν εμπόδια στην εύκολη διακίνηση κεφαλαίων.

Συμπέρασμα 

Η αυτόματη τραπεζική ανταλλαγή πληροφοριών δημιουργεί νέες ευκαιρίες στις Ελληνικές φορολογικές αρχές, για τη συλλογή φόρων, αρκεί να επωφεληθεί και να αξιοποιήσει τις σημαντικές πληροφορίες, που θα της παρασχεθούν. Με την αναμενόμενη εφαρμογή του περιουσιολογίου είναι ανάγκη να θεσπιστούν κίνητρα για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων.


Επιστροφή στις παλιές μεθόδους ελέγχου

Του Γιώργου Δαλιάνη

Με την ανάληψη των καθηκόντων του νέου αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, οι ελεγκτικές υπηρεσίες ξεκίνησαν εντατικούς φορολογικούς ελέγχους με την παραδοσιακή μέθοδο. Έλεγχοι, στα καταστήματα και στο δρόμο, με σκοπό τη διαπίστωση αν τηρούνται οι κανόνες, στην έκδοση στοιχείων και της νομιμότητας στη διακίνηση των αγαθών .

Οι ανακοινώσεις του Υπουργείου ομιλούν για έξαρση της φοροδιαφυγής, αλλά και αδυναμία των ελεγκτικών υπηρεσιών στην πραγματοποίηση αποτελεσματικού ελέγχου. Στελέχη του Υπουργείου Οικονομικών, εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο επαναφοράς πολλών διατάξεων του παλιού Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), μεταξύ των οποίων είναι και η επαναφορά των πρόσθετων βιβλίων, για πολλές κατηγορίες επαγγελματιών, που κατά την άποψή τους, φοροδιαφεύγουν συστηματικά, στερώντας από το Δημόσιο τεράστια ποσά, κυρίως από ΦΠΑ.

Σε ένα παλαιότερο άρθρο μας (ίσως προφητικό), που δημοσιεύθηκε την 17η Δεκεμβρίου 2013, με τίτλο «Απέκτησαν οι Έλληνες φορολογική συνείδηση ή το κράτος ανασυγκρότησε τους φοροελεγκτικούς μηχανισμούς του;», είχαμε εκφράσει τους προβληματισμούς μας ,για το εγχείρημα κατάργησης του υφιστάμενου ελεγκτικού μοντέλου, χωρίς τον εκσυγχρονισμό των δομών του κράτους και την εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής. Δυστυχώς, ο εκσυγχρονισμός δεν επετεύχθη. Ηλεκτρονική τιμολόγηση ούτε καν ξεκίνησε, οι ταμιακές μηχανές δεν συνδέθηκαν, τα πληροφοριακά συστήματα απαρχαιώθηκαν και σέρνονται και στο  τέλος, έμεινε η ανομία.

Την 16η Απριλίου 2015 επανήλθαμε με ένα νέο άρθρο μας με τίτλο «Μπλόκο στη Φοροδιαφυγή του ΦΠΑ», στην οποία είχαμε προτείνει την «Επαναφορά τήρησης των ειδικών βιβλίων, όπου αυτά απαιτούνται και θέσπιση επιπλέον διασταυρωτικών ελέγχων. Η γενική κατάργηση πιστεύουμε ότι δεν απέδωσε». Σε αυτό το άρθρο καταθέσαμε πολλές συγκεκριμένες προτάσεις, ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες.

Με την επαναφορά, των πρόσθετων βιβλίων  δεν προτείνουμε την προμήθεια και θεώρηση ενός Βιβλίου, αλλά την απευθείας σύνδεση ενός μηχανισμού με  τη Γ.Γ.Π.Σ. (Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων) online ενημέρωση, ώστε η ελεγκτική διαδικασία να είναι εύκολη, έγκαιρη και ασφαλής.

Αν το Δημόσιο, αδυνατεί σήμερα να σηκώσει λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, το βάρος της μηχανοργάνωσης, κάλλιστα αυτό το έργο  μπορεί να ανατεθεί για κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα σε κάποια εταιρεία.  Η εργολαβική ανάθεση έργων στον ιδιωτικό τομέα δεν είναι κατ’ ανάγκη πηγή εκροής εσόδων και απόδειξη διαπλοκής.

Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι καλή η εμπιστοσύνη  καλύτερος, όμως, ο έλεγχος.


Δέσμευση περιουσίας

Του Γιώργου Δαλιάνη

Οι τράπεζες ετησίως υποχρεούνται να ενημερώνουν τον Οικονομικό Εισαγγελέα για τις τραπεζικές συναλλαγές (κινήσεις λογαριασμού)  οι οποίες δεν είναι συμβατές με την επαγγελματική δραστηριότητα και τα δηλωθέντα εισοδήματα των Ελλήνων φορολογικών κατοίκων. Ο Εισαγγελέας δύναται να διατάσσει προκαταρκτική έρευνα για να διαπιστωθεί εάν τελέσθησαν  τα αδικήματα της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (ν.2523/1997, ν.3691/2008). Εάν υφίστανται ενδείξεις ότι ο φορολογούμενος έχει τελέσει τα διερευνώμενα αδικήματα και επειδή στην παράγραφο 8 του άρθρου 17Α του ν.2523/1997 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 46 παρ. 6 α ν.4905/2014 (ΦΕΚ Α 237/31-10-2014) και το άρθρο 94 ν.4316/2014 (ΦΕΚ Α 270/24-12-2014), προβλέπονται τα ακόλουθα.

«8. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί της παραγράφου 1 έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή  είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μομφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Επίσης, έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν, με αιτιολογημένη διάταξή τους, σε δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών, περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων και περιουσιακών (ακινήτων και κινητών) εν γένει στοιχείων, προς το σκοπό διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, σε περίπτωση διενεργούμενης ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης για την εξακρίβωση τέλεσης εγκλημάτων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου για χρονικό διάστημα ένα (1) έτος που μπορεί να παρατείνεται με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, λόγω δικαιολογημένης μη ολοκλήρωσης της διενεργούμενης, κατά τα ανωτέρω, ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης.

Η διάταξη εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του καθ ου ή τρίτου και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν, θυρίδα, κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο. Η δέσμευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης προς τον Οργανισμό ή την Υπηρεσία προς την οποία απευθύνεται. Ως χρονική στιγμή αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης της παρούσας παραγράφου προς τους αρμόδιους Οργανισμούς και Υπηρεσίες λογίζεται η ημέρα που γνωστοποιείται με οποιοδήποτε πρόσφορο τρόπο, ιδίως δε τηλεομοιοτυπικά, η διάταξη στην Ελληνική Ένωση Τραπεζών, την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών και την Επιτροπή κεφαλαιαγοράς, οι οποίες οφείλουν να ενημερώσουν αμελλητί τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της ημεδαπής. Με τον ίδιο τρόπο η διάταξη γνωστοποιείται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, η οποία δεν κωλύεται να λαμβάνει όλα τα σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις διασφαλιστικά μέτρα.

Η διάταξη επιδίδεται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών στον καθ ου ή στον τρίτο, οι οποίοι δύνανται να προσφύγουν και να ζητήσουν την άρση της, με αίτησή τους προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, η οποία δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλείται, τροποποιείται αντίστοιχα εάν προκύψουν νέα στοιχεία. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης:

I) στην περίπτωση που παραγγέλλεται από τον Οικονομικό Εισαγγελέα άσκηση ποινικής δίωξης εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κ.Π.Δ. και

ΙΙ) στην περίπτωση αρχειοθέτησης της ποινικής δικογραφίας, η δέσμευση αίρεται αυτοδικαίως. Οι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου δεν θίγουν τυχόν διασφαλιστικά μέτρα που έχουν ληφθεί από τη φορολογική Διοίκηση. Με τη σύμφωνη γνώμη του εποπτεύοντος, κατά την παράγραφο 2, Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος μπορεί να παραγγείλει την έκδοση της διάταξης του παρόντος άρθρου και προς τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος εκδίδει τη διάταξη σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται ανάλογα. Η προσφυγή κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών εισάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών» .

Περαιτέρω σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 17Α  ν.2523/1997

« 3. Στα καθήκοντα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, η κατά τόπο αρμοδιότητα του οποίου επεκτείνεται σε όλη την επικράτεια, ανήκει η εποπτεία, η καθοδήγηση και ο συντονισμός των ενεργειών των γενικών κατά το άρθρο 33 παραγράφου 1 περίπτωση α του ΚΠΔ και των ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων, ιδίως δε υπαλλήλων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος ( Σ.Δ.Ο.Ε.) , των Τελωνείων, της Ε.Λ.Υ.Τ. και των φοροελεγκτικών υπηρεσιών, εν γένει του Υπουργείου Οικονομικών, κατά τη διάρκεια ερευνών, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης για την εξακρίβωση τελέσεως κάθε είδους φορολογικών και οικονομικών εγκλημάτων και οποιοδήποτε άλλων συναφών, εφόσον αυτά διαπράττονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, Ν.Π.Δ.Δ., νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων του ευρύτερου Δημόσιου τομέα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή βλάπτουν σοβαρά την Εθνική Οικονομία» .

Τα ανωτέρω περιοριστικά μέτρα λαμβάνονται, ούτως ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων και να προληφθεί η πιθανή μεταβολή της περιουσίας του ελεγχόμενου.